Αρχική > σχολείο > Ανεξεταστέοι και Λύκειο

Ανεξεταστέοι και Λύκειο

Τclip_image001ου Νίκου Τσούλια

Ανεξεταστέοι και Λύκειο:
Ίσως το πιο ακανθώδες και δύσκολο πρόβλημα του σχολείου, ίσως το θέμα που ταλαντευόμαστε όλοι οι εκπαιδευτικοί τόσο κατά τη διάρκεια της καριέρας μας όσο και κατά τη διάρκεια μίας και μόνης περίπτωσης (ενός έτους), ίσως το ζήτημα που η σύγχρονη παιδαγωγική συγκροτεί ένα σύνθετο πλαίσιο συζήτησης χωρίς αποσαφηνισμένα συμπεράσματα.

Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν σταθερές παράμετροι για να τεθεί υπό εξέταση το συζητούμενο θέμα. Θεωρώ όμως ότι δεν είμαστε βέβαιοι για το πώς και το τι πρέπει να κάνουμε κάθε φορά και σε κάθε μαθητή και μαθήτρια.

Ας δούμε λίγο το σκηνικό. Υπάρχει μια αντίληψη που ισχυρίζεται ότι οι ανεξεταστέοι είναι κυρίως δημιούργημα αφενός μεν των πολλαπλών ανισοτήτων (κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών, μορφωτικών) που διατρέχουν τους μαθητές και το σχολείο και αφετέρου του τρόπου λειτουργίας των εκπαιδευτικών συστημάτων. Οι θεωρίες αναπαραγωγής μάλιστα υπερτονίζουν την πρώτη πλευρά ανάγοντας τη δεύτερη στην οριοθέτηση μιας ούτως ή άλλως μικρο-κοινωνιολογικής προσέγγισης.

Θα αναρωτηθεί κάποιος / κάποια γιατί όλη αυτή η θεωρητική αναφορά. Εκτιμώ πως μια καλή ανάλυση του φαινομένου είναι εκείνη που βοηθά τα μέγιστα και στον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος. Γιατί αν, όπως ισχυρίζονται οι θεωρίες αναπαραγωγής, το πρόβλημα των ανεξεταστέων έχει περισσότερες εξω – εκπαιδευτικές αφετηρίες, τότε οι λύσεις δεν μπορούν να αναζητηθούν μόνο ή κυρίως στο πεδίο του σχολείου.

Παράλληλα, αν ανάγουμε κάθε εκπαιδευτικό πρόβλημα στην κοινωνική του διάσταση – που πάντα είναι υπαρκτή –, τότε διατρέχουμε τον κίνδυνο αφενός μεν η εκπαίδευση ως θεσμός και ως πεδίο επιστημονικής έρευνας και εφαρμογής να μην έχει αυτονομία αφετέρου δε να μην αναζητείται λύση εντός του εκπαιδευτικού πλαισίου.

Ξεπερνώντας το μεθοδολογικό πρόβλημα με την παραδοχή ότι συνυπάρχουν και οι δύο προσεγγίσεις και ότι το σχολείο σαφώς και δεν μπορεί να επιλύσει τις κοινωνικές παραμέτρους – παρά μόνο να τις αμβλύνει – εκείνο που τελικά μένει προς διαπραγμάτευση είναι το εκπαιδευτικό πλαίσιο.

Ο αριθμός και τα χαρακτηριστικά των ανεξεταστέων συναρτώνται διαχρονικά με το εξεταστικό – βαθμολογικό σύστημα αλλά και με τις παιδαγωγικές αντιλήψεις των εκπαιδευτικών.

Ας μου επιτραπεί μια προσωπική αναφορά. Στη δεκαετία του 1990 το ποσοστό των ανεξεταστέων στο Λύκειο ήταν σημαντικό, μπορεί και 20% (αυθαίρετο το ποσοστό, ενδεικτικό) μεσοσταθμιστικά επί του συνόλου των μαθητών / μαθητριών. Στη δεκαετία του 2000, το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί σημαντικά. Συχνά μάλιστα αναφέρεται από τους εκπαιδευτικούς η αναφορά ότι για να μείνεις στο Λύκειο πρέπει να το θέλεις! Τι έγινε; Βελτιώθηκε το εκπαιδευτικό μας σύστημα ή το μορφωτικό επίπεδο των μαθητών μας τόσο πολύ που είχαμε αυτή τη μεταλλαγή;

Σαφώς και όχι. Απλώς με τις αλλαγές του Ν. 2525/1997 τροποποιήθηκε το εξεταστικό επί το ευκολότερο – γιατί είχε αρχικά εθνικού επιπέδου θέματα και σε όλα τα μαθήματα, στη συνέχεια καταργήθηκαν αυτού του επιπέδου θέματα και μειώθηκαν τα εξεταζόμενα μαθήματα, παρέμεινε όμως ο τρόπος προαγωγής από τάξη σε τάξη και έτσι το όλο σύστημα μετασχηματίστηκε σε πολύ πιο ήπιο από ό,τι ήταν παλιότερα. Αν σε αυτό προστεθεί το γεγονός μιας νοοτροπίας των εκπαιδευτικών να είναι ιδιαίτερα επιβοηθητικοί σε αυτούς τους μαθητές, προκύπτει το σημερινό αποτέλεσμα.

Η πρότασή μου. Είναι α) παραδοσιακή ως προς τη φύση των εξετάσεων: οι εξετάσεις πρέπει να αξιολογούν έστω τη σχετική επάρκεια του μαθητή / της μαθήτριας ως προς τη μαθησιακή ύλη της τάξης που φοιτά και β) «καινοτομική» ως προς τη γενικότερη στήριξη αυτών των παιδιών: ανάπτυξη αντισταθμιστικής εκπαίδευσης, διαφοροποιημένου τρόπος διδασκαλίας προσαρμοσμένος στις δυνατότητες και στις ανάγκες του κάθε παιδιού / νέου κλπ. Φρονώ, βέβαια, ότι στην πράξη τα πράγματα είναι αρκετά δύσκολα. Αλλά έχω την εντύπωση ότι δεν έχουμε άλλες επιλογές.

Δεν μπορούμε, κατά τη γνώμη μου πάντα, να «περνάμε» τους μαθητές από τάξη σε τάξη παρακάμπτοντας ουσιαστικά τα κριτήρια που απαιτεί το σχολείο. Το φαινόμενο να τελειώνουν το γυμνάσιο (εδώ οφείλουμε σαφώς να είμαστε πιο ελαστικοί λόγω του υποχρεωτικού του χαρακτήρα) και να συμβαίνει το ίδιο στο Λύκειο μαθητές με χαρακτηριστικά λειτουργικού αναλφαβητισμού το θεωρώ ότι κάνει ζημιά σε όλους: πρωτίστως στους μαθητές, στους εκπαιδευτικούς, στο σχολείο.

Υπερεκπαίδευση και αναλφαβητισμός είναι δύο αντικρουόμενα και παράλληλα σχολικά φαινόμενα που διατρέχουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα από τις απαρχές του τον 19ου αιώνα! Στις σημερινές εποχές όπου το απολυτήριο του Λυκείου έχει πιο σχετική αξία από ό,τι παλιότερα, όπου τελικά στην επαγγελματική εξέλιξη θα μετράει (;) η ουσία των μορφωτικών προσόντων, το να συνεχίζουμε με την παλιά ρότα νομίζω ότι δε βοηθάει.

Η μάχη πρέπει να δοθεί στο πώς θα βελτιώνουμε το μορφωτικό επίπεδο των μαθητών / μαθητριών και όχι στη διαρκή τροφοδότηση του σκληρού φαινομένου του αναλφαβητισμού. Γιατί, εκτός των άλλων, πολύ φοβάμαι ότι το φαινόμενο θα μεταφερθεί και στο πανεπιστήμιο!!

Φυσικά το όλο θέμα παραμένει ανοικτό. Απαιτεί συζήτηση και εκτιμώ πως οι συνεδριάσεις των συλλόγων διδασκόντων – που πρέπει να ενισχύουν και να ουσιαστικοποιούν διαρκώς τον παιδαγωγικό τους ρόλο – οφείλουν να εξετάζουν το θέμα των ανεξεταστέων με συγκροτημένο τρόπο. Άλλωστε η συζήτηση και ο διάλογος στους συλλόγους είναι φοβερό πεδίο προαγωγής και της προσωπικής μας «εκπαιδευτικής αποσκευής» και του γενικότερου επιπέδου του σχολείου!

Καλή σχολική χρονιά!

Κατηγορίες:σχολείο Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: