Αρχική > φιλοσοφία > Εικόνες από το «χθες» στο «σήμερα»

Εικόνες από το «χθες» στο «σήμερα»

σάρωση0033

 

Του Νίκου Τσούλια

      Μπορεί να είναι οι έννοιες και οι λέξεις με τις οποίες ανοίγουμε συνήθως τους ορίζοντες της γνώσης αλλά είναι οι παραστάσεις και οι εικόνες που μας σχετίζουν με τον κόσμο και με την όλη πραγματικότητα. Εικόνες δημιουργούμε και όταν ονειρευόμαστε, εκούσια ή ακούσια, εικόνες πλάθουμε και ξαναπλάθουμε όταν ανταριάζει η ψυχή μας ή όταν γευόμαστε την έκσταση του συναισθήματος, εικόνες μάς φοβίζουν και μάς τρομοκρατούν ή μάς καθησυχάζουν και μάς καταλαγιάζουν.

 

      Και αυτές οι εικόνες δεν έχουν καμιά σχέση με τις εικόνες της τεχνολογίας που καθηλώνουν τη σκέψη μας και εν πολλοίς χειραγωγούν τη συνείδησή μας, αλλά είναι εικόνες καλλιέργειας του πνεύματος και προαγωγής της δημιουργικότητάς μας, εικόνες του διαρκούς διαλόγου με τον εαυτό μας και υπέρβασης κάθε στοιχείου που πλήττει ή αμφισβητεί την αρτιότητά μας. Και συγκρίνουμε ομοειδείς εικόνες του «χθες» με τις εικόνες του «σήμερα» για να ερμηνεύουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας και όλη αυτή η τελετουργία είναι μια πνευματική άσκησή μας χωρίς τελειωμό αλλά και χωρίς καμιά δυνατότητα περιορισμού, γιατί όλο αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο και αλληλοσυσχετιζόμενο στα εσωτερικά του στοιχεία σκηνικό είναι το ίδιο το «ταξίδι της ζωής».

      Η ομορφιά είναι στην αλλαγή και στην εξέλιξη, στη διαρκή εμφάνιση του «καινούργιου» αλλά η ίδια ομορφιά κατοικεί και στη νοσταλγία του «παλιού» και στις ατέλειωτες παλινδρομήσεις μεταξύ «παλιού» και «καινούργιου». Από πού να πρωταρχίσεις; Ας μιλήσουμε για μια συσχέτιση του «σήμερα» με το «χθες» της δεκαετίας του 1960, για να δούμε ότι καμιά φαντασίωση του «τότε» δεν θα μπορούσε ποτέ να σκιαγραφήσει έστω και αδρά τις εικόνες του «σήμερα». Η παράθεση των εικόνων του «σήμερα» δεν χρειάζεται να αναλυθούν, είναι όλες «προ οφθαλμών» και συνειρμικά συσχετίζονται με τις παλιές εικόνες.

      Τότε τα παιδιά δεν γνώριζαν εφηβεία – μάλλον ήταν μια άγνωστη έννοια-, από την παιδικότητα οδηγούνταν απευθείας στην ωριμότητα. Και ήταν το όλο πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον που επικαθόριζε αυτή την εξελικτική εικόνα. Τα παιδιά δεν είχαν περίοδο χάριτος, από το Δημοτικό σχολείο ακόμα έτρεχαν συστηματικά και καθημερινά στις τόσες και τόσες δουλειές του σπιτιού. Η κυρίαρχη αγροτική ζωή ήταν σε έναν οργασμό εργασίας όλων, μικρών και μεγάλων, ήταν σε έναν σκληρό αγώνα εξόδου από τη φτώχεια. Τα παιδιά μετά το σχολείο πήγαιναν απευθείας στα χωράφια και στα ζώα ή το πολύ – πολύ να έτρωγαν στο σπίτι και μετά τρέχοντας για τις δουλειές που ήταν πάντα επιμερισμένες και καθορισμένες. Το διάβασμα ήταν πάντα υπόθεση για τα βραδινά και μόνο αν έβρεχε «ο Θεός με το Θεό» είχες την ευκαιρία να διαβάσεις απόγευμα!

      Τότε δεν υπήρχαν βιβλία στα σπίτια, δεν υπήρχε η αίσθηση ότι μπορεί να υπάρχουν βιβλιοθήκες σε ένα σπίτι, αφού μόνο το σχολείο είχε μια κάποια βιβλιοθήκη – ντουλάπα που φιλοξενούσε κάποια εγκυκλοπαίδεια και μερικά παιδικά βιβλία. Η εξωσχολική βοήθεια δεν είχε γεννηθεί ακόμα, δεν υπήρχε στη σκέψη κανενός, ίσως γιατί και οι γονείς δεν πολυήξεραν ή / και δεν προλάβαιναν να βοηθήσουν, ίσως γιατί ήταν οι εποχές που ο μαθητής «ή έπαιρνε ή δεν έπαιρνε τα γράμματα» και ήταν μόνος και ολομόναχος απέναντι στο σχολείο. Η μόνη βοήθεια που μπορούσε να δοθεί ήταν εκείνη των μεγαλύτερων αδελφιών στα μικρότερα.

      Ο καταναλωτισμός ήταν μια άγνωστη έννοια, δεν ξέρω αν τον έγραφαν και τα λεξικά της εποχής. Παντού κυριαρχούσε η ολιγάρκεια και η εγκράτεια. Η οικονομία του σπιτιού έτεινε προς τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια. Το προσφάι ήταν η κυρίαρχη αντίληψη και πρακτική, η ελιά δαγκωνόταν τρεις – τέσσερις φορές μέχρι να τελειώσει, τα φαγητά συνήθως κολυμπούσαν στο νερό για οικονομία, το κρέας ήταν μια υπόθεση γιορτής και μόνο το κοτόπουλο ξέφευγε από αυτή την αντίληψη, το γλυκό της ημέρας θα ήταν πάντα η ζάχαρη στη φέτα, με νερό ή λάδι.

      Το μυαλό των παιδιών ποτέ δεν πήγαινε στην αγορά παιχνιδιών – άλλωστε και ο χρόνος γι’ αυτά ήταν πάντα περιορισμένος -, όλα σχεδόν τα παιχνίδια ήταν αυτοσχέδια και δημιουργημένα από τα χέρια τους, ποτέ δεν πήγαινε στο μυαλό ενός παιδιού η αγορά παιχνιδιών επί παιχνιδιών. Και αν καμιά φορά έκανε την εμφάνισή του ένα παιχνίδι από κανέναν συγγενή της πόλης, γινόταν το φανταχτερό σημείο αναφοράς όλου του παιδόκοσμου. Το μόνο που μπορούσε να συμβεί ήταν η αγορά κάποια πλαστικής μπάλας ή κούκλας από τα τοπικά πανηγύρια. Τα παιδιά ονειρεύονταν ό,τι τους έλειπε (αν και αυτό το ρήμα δεν πολυέστεκε) ή ό,τι τους άρεσε μόνο για το μακρινό μέλλον τους, όταν θα μεγάλωναν…

      Το όλο σκηνικό δεν ήταν καθόλου ειδυλλιακό. Το κρύο, η βροχή και οι λάσπες, τα σπίτια με τις ελλείψεις και των πιο στοιχειωδών πραγμάτων, οι αρρώστιες, η φτώχεια, τα μπαλωμένα ρούχα και παπούτσια, οι ξυλοδαρμοί από τους γονείς και από τους δασκάλους κλπ κλπ ήταν η κυρίαρχη εικόνα.

      Υπήρχε όμως μια πολύ θετική όψη, η παντελής έλλειψη του καταναλωτισμού και η διαρκής διόγκωση της επιθυμίας, της επιθυμίας που δεν ικανοποιείτο – όπως γίνεται πριν ακόμα εκδηλωθεί στη σημερινή εικόνα – αλλά που θέριευε και τροφοδοτούσε το κίνητρο της μάθησης για να ικανοποιηθούν οι επιθυμίες όταν θα δημιουργούσες μόνος σου τη ζωή σου. Συμπερασματικά, η εποχή του “χθες” διαπαιδαγωγούσε, ενώ η σημερινή αντιπαιδαγωγεί…

Η πορεία εξόδου από τη φτώχεια προς την πρόοδο ήταν η μεγάλη κατάκτηση, η απόλυτη ομορφιά εκείνης της εποχής. Η βίωση της στέρησης έδινε τη δυνατότητα ουσιαστικής στάθμισης και ιεράρχησης των ουσιωδών αξιών της ζωής και των υλικών αγαθών. Το κίνητρο ήταν σαφές και απόλυτα ελκυστικό, ο προσωπικός αγώνας είναι αγώνας της ζωής, είναι η γοητεία της ζωής.

 

σάρωση0035

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: