Αρχική > πολιτική > Αφιέρωμα Πρωτομαγιάς

Αφιέρωμα Πρωτομαγιάς

Εργατική διαδήλωση στην Πετρούπολη τις μέρες της Επανάστασης του Φλεβάρη του 1917. Το πανό γράφει «8ωρη εργατική μέρα»

Η 1η του Μάη ήταν μια θαυμάσια μέρα. Ο παγωμένος άνεμος της λίμνης, που συχνά ήταν πολύ διαπεραστικός την άνοιξη, ξαφνικά έπεσε και είχε βγει ένας δυνατός ήλιος. Ολα ήταν ήσυχα, τα εργοστάσια άδεια, οι αποθήκες κλειστές, τα φορτηγά βαγόνια αχρησιμοποίητα, οι δρόμοι έρημοι, οι οικοδομές παρατημένες, δεν έβγαινε καπνός από τα φουγάρα των εργοστασίων και οι μάντρες των ζώων ήταν σιωπηλές…

 

Επιμέλεια: Νίκου Τσούλια

Εργατική Πρωτομαγιά


Η ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ

imageΠριν από περισσότερα από 100 χρόνια, το 1886, η εργατική τάξη στις ΗΠΑ έδωσε μια από τις πιο σκληρές μάχες για την καθιέρωση του 8ωρου. Η μεγάλη απεργία των εργατών του Σικάγου την Πρωτομαγιά του 1886 είχε τραγική κατάληξη με θύματα και τιμωρία των υποκινητών της εξέγερσης.

Σε ανάμνηση αυτής της εξέγερσης, καθιερώθηκε η Πρωτομαγιά σαν παγκόσμια μέρα της εργατικής τάξης, ύστερα από απόφαση που πήρε η ιδρυτική συνέλευση της Δεύτερης Διεθνούς στο Παρίσι (που πραγματοποιήθηκε στις 14/7/1889 και στην οποία μετείχαν 391 αντιπρόσωποι συνδικάτων από 20 χώρες).

Από τη στιγμή που η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε σα μέρα διεθνούς διαμαρτυρίας της εργατικής τάξης, συνδέθηκε με τους εργατικούς αγώνες και επιβλήθηκε – μέσα από νίκες και ήττες – σαν εκδήλωση της αλληλεγγύης και της ενότητας του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ

Η Εργατική Πρωτομαγιά γιορτάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1893 (την Κυριακή 2 Μαίου 1893) στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Διοργανωτής της ήταν ο Σταύρος Καλλέργης.

Τα αιτήματα της συγκέντρωσης, που διατυπώθηκαν στο ψήφισμα, ήταν τα εξής :

  1. Την Κυριακήν καθ΄όλην την ημέραν να κλείουν τα καταστήματα.

  2. Να περιορισθή η εργασία των εργατών εις οκτώ ώρας από δώδεκα και πλέον που εργάζονται.

  3. Οι εν ενεργεία παθόντες εργάται να συντρέχωνται υπο του κράτους και των συναδέλφων των.

Ύστερα από την επιτυχία της πρώτης εργατικής πρωτομαγιάς του 1893 και τον ενθουσιασμό που δημιούργησε πάρθηκε απόφαση να γιορτασθεί η εργατική Πρωτομαγιά του 1894 ενωτικά από όλες τις προοδευτικές δυνάμεις της εποχής. Ομιλητές της εκδήλωσης ήταν οι Πλ.. Δρακούλης, Στ. Καλλέργης, Ευαγ. Μαρκαντωνάτος και Δ. Γραμματικός.

Τα αιτήματα της συγκέντρωσης, που διατυπώθηκαν στο ψήφισμα, ήταν τα εξής :

  1. «Την Κυριακήν να κλείωνται τα καταστήματα καθ’ όλην την ημέραν και οι εργάται ν΄αναπαύωνται.

  2. Οι εργάται να εργάζωνται επί 8 ώρας την ημέραν και ν΄ απαγορευθή η εργασία εις τους ανηλίκους.

  3. Να απονέμεται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς συντήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.

imageΧρειάστηκε να περάσουν 17 ολόκληρα χρόνια, ως το 1911 που γιορτάστηκε και πάλι η εργατική Πρωτομαγιά. Σ΄ όλο αυτό το διάστημα ξέσπασαν μεγάλες απεργίες σε όλες σχεδόν τις πόλεις της χώρας και πολλούς κλάδους.

Στο διάστημα αυτό ξέσπασαν μεγάλες απεργίες σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας και σε πολλούς κλάδους. Πολλά επίσης Σωματεία και δευτεροβάθμιες οργανώσεις δημιουργήθηκαν, όπως το Ε.Κ. Βόλου το 1908, η Φεντερασιόν το 1909 και το Ε.Κ.Αθήνας το 1910.

Στα 1911 η Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης αναλαμβάνει τη διοργάνωση της εργατικής Πρωτομαγιάς στη Θεσσαλονίκη. Οι αστυνομικές δυνάμεις επεμβαίνουν και συλλαμβάνουν τους πρωτεργάτες, ανάμεσα σ΄αυτούς τον Μπεναρόγια, που εξορίζεται στη Σερβία.

Το 1911 αποφασίστηκε να ξαναγιορτασθεί η Πρωτομαγιά με πρωτοβουλία του Ν.Γιαννιού στο Μέτς, με κεντρικό σύνθημα «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο".

imageΤην επόμενη χρονιά (1912) γιορτάστηκε και πάλι στο Μετς, η Αστυνομία οδήγησε τους Γιαννιό, Αποστολίδη και Παπαγιάννη στα γραφεια της γιατί «δεν είχαν άδειαν», όπου τελικά αφέθησαν ελεύθεροι.

Από το 1912 έχουμε και πάλι μακρόχρονη διακοπή του εορτασμού της Πρωτομαγιάς που θα ξαναγίνει το 1919.

Στο μεσοδιάστημα αυτό, ψηφίστηκε ο Ν.281/1914 «περί Σωματείων» με τον οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τα σωματεία αρχίζουν να αποκτούν καθαρά εργατικό χαρακτήρα. Εχει επίσης ιδρυθεί η ΓΣΕΕ (1918) καθώς και αρκετά Εργατικά Κέντρα. Ο εορτασμός του 1919 απετέλεσε και την αφορμή για μια κρίση στη ΓΣΕΕ που οδήγησε σε διάσπαση. Τελικά γιορτάστηκε σε 12 πόλεις πανελλαδικά.

http://www.gsee.gr/left_menu_files/left_m_p.php?p_id=19&men_pos=3

Σχολείο

Κυριακή 2 Μάη 2010

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 

ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"

Για τα 65 χρόνια από τη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών 9 Μάη 1945

Για τα 65 χρόνια από τη μεγάλη Αντιφασιστική Νίκη των Λαών 9 Μάη 1945

Γκόρντον Μπράουν

 Το κομμουνιστικό κίνημα και η αλλαγή συσχετισμών στη Λατινική Αμερική

 Η Πρωτομαγιά και η πάλη για το 8ωρο

 ΑΠΑΝΤΑ

Ο Φρίντριχ Ενγκελς για την Πρωτομαγιά στο Λονδίνο το 1890


Η Πρωτομαγιά και η πάλη για το 8ωρο

Εργατική διαδήλωση στην Πετρούπολη τις μέρες της Επανάστασης του Φλεβάρη του 1917. Το πανό γράφει «8ωρη εργατική μέρα»

Πώς και γιατί το εργατικό κίνημα καθιέρωσε την 1η Μάη ως παγκόσμια μέρα της εργατικής τάξης; Στις 20 Ιουλίου 1889, το ιδρυτικό συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς πήρε την εξής απόφαση: «Θα οργανωθεί μια μεγάλη διεθνής εκδήλωση για μια καθορισμένη ημερομηνία, με τέτοιο τρόπο, ώστε οι εργάτες σε όλες τις χώρες και σε όλες τις πόλεις ν’ απευθύνουν ταυτόχρονα μια συγκεκριμένη μέρα, προς τις δημόσιες αρχές, ένα αίτημα για να καθοριστεί η εργάσιμη μέρα σε οκτώ ώρες και να τεθούν σε ισχύ οι άλλες αποφάσεις του Διεθνούς Συνεδρίου του Παρισιού.

Ενόψει του ότι μια τέτοια εκδήλωση έχει ήδη αποφασιστεί από την Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας στο συνέδριό της, το Δεκέμβρη του 1888 στο Σεντ Λούις για την 1η του Μάη 1890, η μέρα αυτή γίνεται δεκτή σαν η μέρα για τη διεθνή εκδήλωση. Οι εργάτες των διαφόρων χωρών θα πρέπει να οργανώσουν την εκδήλωση με τρόπο ανάλογο προς τις συνθήκες της χώρας τους» (Ουίλιαμ Φόστερ: «Η Ιστορία των τριών Διεθνών», Αθήνα 1975, σελ. 175).

Γιατί όμως η 1η Μάη; Ηταν η μέρα της μεγάλης απεργίας στο Σικάγο των ΗΠΑ με αίτημα την καθιέρωση της 8ωρης εργάσιμης μέρας, αντί της 10ωρης, 11ωρης έως και 14ωρης που ήταν ως τότε. Απεργία η οποία συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες και που βάφτηκε στο αίμα των εργατών από το χτύπημα αστυνομίας με εντολή των καπιταλιστών, ενώ οι ηγέτες, πρωτεργάτες των τότε εργατικών κινητοποιήσεων για το 8ωρο καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν.

Ετσι η 1η Μάη του 1886 αποφασίστηκε να καθιερωθεί ως η Εργατική Πρωτομαγιά. Ας παρακολουθήσουμε τα ιστορικά γεγονότα του εργατικού κινήματος της τότε περιόδου.

Πηγή το έργο των Ρίτσαρντ Ο. Μπόγιερ και Χέρμπερτ Μ. Μόρε, «Η άγνωστη Ιστορία του Εργατικού Κινήματος των ΗΠΑ», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή». Οι υπότιτλοι είναι του «Ρ».

Ηταν μια θαυμάσια μέρα

«Παντού βλέπει κανείς αναταραχή για το οχτάωρο», έγραφε ο Τζον Σουίντον στην εφημερίδα του, στις 18 του Απρίλη 1886. Οι εργάτες διαδήλωναν και τραγουδούσαν από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Σαν Φραντσίσκο. Οι εφημερίδες, ομόφωνα και με μικρές διαφοροποιήσεις, δήλωναν ότι το κίνημα ήταν «κομμουνιστικό, ανατριχιαστικό και αχαλίνωτο». Δήλωναν ότι θα έφερνε «μείωση μισθών, φτώχεια και κοινωνική υποβάθμιση του αμερικανικού εργάτη», ενώ θα έσπρωχνε τους εργάτες σε «αλητεία και χαρτοπαιξία, βία, κραιπάλη και αλκοολισμό». Η «Νιου Γιορκ Τάιμς», στις 25 του Απρίλη 1886, χαρακτήρισε το κίνημα «αντιαμερικανικό», προσθέτοντας ότι «οι εργατικές αναταραχές προκαλούνται από ξένους»…

Οι εφημερίδες και οι βιομήχανοι διέδιδαν ότι η 1η του Μάη ήταν η ημερομηνία που θα γινόταν μια κομμουνιστική εργατική εξέγερση, σύμφωνα με το μοντέλο της Παρισινής Κομμούνας. Ο Μέλβιλ Ε. Στόουν, διευθυντής της εφημερίδας «Σικάγκο Ντέιλι Νιους» – η οποία χαρακτηριζόταν «η πιο κερδοφόρα έκδοση δυτικά της Νέας Υόρκης» – έλεγε ότι «εύκολα προβλέπεται επανάληψη των ταραχών της Παρισινής Κομμούνας», για την 1η Μάη 1886. Στο φύλλο της μέρας εκείνης, η εφημερίδα του Σικάγου «Ιντερ Οσεαν» ανακοίνωνε: «Οι σοσιαλιστές ταραχοποιοί δήλωσαν με καμάρι ότι θα χρησιμοποιήσουν τη διαδήλωση για το οχτάωρο προς όφελός τους… Εγινε γνωστό ότι φτάνουν σήμερα στο Σικάγο μερικοί από τους πιο ικανούς καθοδηγητές του σοσιαλιστικού κινήματος»…

Σικάγο 1886 (γκραβούρα)

Η 1η του Μάη ήταν μια θαυμάσια μέρα. Ο παγωμένος άνεμος της λίμνης, που συχνά ήταν πολύ διαπεραστικός την άνοιξη, ξαφνικά έπεσε και είχε βγει ένας δυνατός ήλιος. Ολα ήταν ήσυχα, τα εργοστάσια άδεια, οι αποθήκες κλειστές, τα φορτηγά βαγόνια αχρησιμοποίητα, οι δρόμοι έρημοι, οι οικοδομές παρατημένες, δεν έβγαινε καπνός από τα φουγάρα των εργοστασίων και οι μάντρες των ζώων ήταν σιωπηλές.

Ηταν Σάββατο, εργάσιμη μέρα. Ομως οι εργάτες γελώντας, κουβεντιάζοντας και ντυμένοι με τα καλά τους, κατευθύνονταν μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, στη λεωφόρο Μίτσιγκαν. Ο δρόμος είχε αποκτήσει ατμόσφαιρα γιορτής…

Εξω από τον κύριο όγκο της διαδήλωσης και στους γειτονικούς δρόμους ήταν παραταγμένοι λόχοι αστυνομικών και ειδικών δυνάμεων, έτοιμοι να επιβάλουν «το νόμο και την τάξη». Σε στρατηγικά σημεία, στις στέγες, ήταν μαζεμένοι αστυνομικοί, Πίνκερτον και αξιωματικοί της εθνοφρουράς, κρατώντας όπλα και άλλα σύνεργα πολέμου. Στους στρατώνες, 1.350 εθνοφρουροί με στολή, οπλισμό και πολυβόλα περίμεναν το σύνθημα για να δράσουν. Σε ένα κεντρικό κτίριο γραφείων μαζεύτηκαν ηγετικά στελέχη της Επιτροπής Πολιτών. Συνεδρίαζαν όλη την ημέρα και έπαιρναν αναφορές από έξω για την επικείμενη σύγκρουση. Αυτοί ήταν το γενικό επιτελείο που συντόνιζε τη μάχη για τη διάσωση του Σικάγου από το κομμουνιστικό οχτάωρο…

Η διαδήλωση

Στην πλατεία Χεϊμάρκετ (γκραβούρα)

Γύρω στους 340.000 εργάτες διαδήλωναν σε όλη τη χώρα. Περίπου 190.000 είχαν κατέβει σε απεργία. Στο Σικάγο 80.000 απεργούσαν για το οχτάωρο και οι περισσότεροι, είπε ο Σπάις δείχνοντας με συγκίνηση, βρίσκονταν εδώ και περίμεναν να αρχίσει η διαδήλωση. Μια δεύτερη σκέψη πέρασε από το μυαλό του και είπε στον Πάρσονς να διαβάσει το κύριο άρθρο της «Μέιλ»:

«Στην πόλη μας υπάρχουν δύο επικίνδυνοι κακοποιοί, δύο ακαμάτηδες δειλοί που πάνε να δημιουργήσουν φασαρίες. Ο ένας λέγεται Πάρσονς, ο άλλος Σπάις…

»Θυμηθείτε τα ονόματα τους σήμερα. Παρακολουθήστε τους. Θεωρήστε τους προσωπικά υπεύθυνους για όποια φασαρία δημιουργηθεί. Τιμωρήστε τους παραδειγματικά αν σημειωθούν ταραχές!».

Η διαδήλωση άρχιζε, οι χιλιάδες ξεκινούσαν την πορεία και ο καθένας ένιωθε μέσα του τη δύναμη, την τεράστια δύναμη της αλληλεγγύης… όλοι αποφασισμένοι στη διεκδίκηση του οχτάωρου.

Ο Πάρσονς βάδιζε κοντά στην κεφαλή της πορείας… Η πορεία κατευθύνθηκε προς τη λίμνη Φροντ, όπου θα γίνονταν ομιλίες στα αγγλικά, τα τσέχικα, τα γερμανικά και τα πολωνικά. Ο Πάρσονς μίλησε για την ακατανίκητη δύναμη της ενωμένης εργατικής τάξης. Ο Σπάις, τριάντα ενός χρόνων, εκδότης της γερμανόφωνης εργατικής εφημερίδας «Αρμπάιτερ – Τσάιτουνγκ» και εξίσου εύγλωττος στη μητρική του γλώσσα και στα αγγλικά, ήταν πολύ αγαπητός στους συγκεντρωμένους… Καθώς τα χειροκροτήματα για τον Σπάις έσβηναν, η Πρωτομαγιά ανήκε πια στο παρελθόν.

Δεν έγινε αιματοχυσία, ούτε επαναλήφθηκε η Παρισινή Κομμούνα… Ο Τύπος με απολογητικό ύφος άρχισε να μετριάζει τις βίαιες προβλέψεις του… το Σικάγο τώρα ένιωθε κάπως εξαπατημένο με την ειρηνική διαδήλωση. Η επόμενη μέρα ήταν Κυριακή και ο Πάρσονς πήγε στο Σινσινάτι για να μιλήσει σε μια συγκέντρωση. Τη Δευτέρα η απεργία απλώθηκε και πολλές χιλιάδες εργατών του Σικάγου κατάκτησαν το οχτάωρο, ενώ η Επιτροπή Πολιτών εξακολουθούσε να υποστηρίζει ότι κάτι έπρεπε να γίνει.

Η συγκέντρωση στη Χεϊμάρκετ

Η αστυνομία, εξοργισμένη από τη διάψευση των υψηλών προσδοκιών της για την Πρωτομαγιά, παρηγορήθηκε κάπως χτυπώντας τους εργαζόμενους στο λοκάουτ του εργοστασίου θεριστικών μηχανών του Μακ Κόρμικ και βάζοντας μέσα 300 απεργοσπάστες. Την ώρα που έκλεινε το εργοστάσιο, ένα μεγάλο πλήθος εργατών περίμενε να βγουν οι απεργοσπάστες. Τότε, ξαφνικά, τα όπλα των αστυνομικών στράφηκαν κατά πάνω τους. Εκείνοι υποχώρησαν και έκαναν να φύγουν, όταν η αστυνομία, σύμφωνα με έναν αυτόπτη μάρτυρα, «άρχισε να πυροβολεί τους εργάτες πισώπλατα. Μερικοί άντρες και αγόρια σκοτώθηκαν καθώς έτρεχαν να φύγουν». Οι νεκροί ήταν έξι. Ο Σπάις, που μιλούσε εκεί κοντά σε συγκέντρωση απεργών εργατών ξυλουργείων, είδε τη σφαγή και το ανέφερε στους συντρόφους του. Αποφασίστηκε να οργανωθεί συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την αστυνομική βία, το επόμενο βράδυ στην πλατεία Χεϊμάρκετ…

Ο Πάρσονς είχε γυρίσει από το Σινσινάτι με ακμαίο ηθικό και ενθουσιασμένος από τα νέα ότι χιλιάδες εργάτες σε όλη τη χώρα κατακτούσαν το οχτάωρο. Αφού ετοίμασε λεπτομερειακή αναφορά για το ταξίδι του, το μεσημέρι και ενώ έτρωγαν στο σπίτι τους της οδού Ιντιάνα, η Λούσι του είπε για τη συγκέντρωση στη Χεϊμάρκετ, αλλά πρόσθεσε ότι την Κυριακή, όσο έλειπε, εκείνη συναντήθηκε με γυναίκες ράφτρες που ήθελαν να οργανωθούν. Ο Πάρσονς, ενθουσιασμένος από αυτή την προοπτική, αποφάσισε να μην πάει στη Χεϊμάρκετ, αλλά να συναντηθεί με τον Σαμ Φίλντεν και άλλα στελέχη του Συνδέσμου Εργαζομένων, στο γραφείο της Αλάρμ, στην Πέμπτη Λεωφόρο 107, για να ασχοληθούν με την οργάνωση των γυναικών…

Συζητούσαν ορισμένες προτάσεις πάνω στην οργανωτική καμπάνια, όταν μπήκε λαχανιασμένος ένας απεσταλμένος. «Η συγκέντρωση είναι μεγάλη στη Χεϊμάρκετ», είπε, «και ο Σπάις είναι ο μόνος ομιλητής. Θέλει να πας», είπε στον Πάρσονς, «και συ, επίσης, Φίλντεν».

Το πλήθος δεν έφτανε να γεμίσει την πλατεία, γι’ αυτό ο Σπάις, που είχε πάει πρώτος, έσπρωξε ένα άδειο βαγόνι στη γωνία του λιθόστρωτου δρόμου, μισό τετράγωνο πιο πέρα, για να το χρησιμοποιήσουν σαν εξέδρα οι ομιλητές. Εκεί κοντά βρισκόταν το αστυνομικό τμήμα της οδού Ντεπλέν, με διευθυντή τον αστυνόμο Τζον Μπόνφιλντ, που είχε παρατσούκλι «Γκλόμπερ», όπου 180 αστυφύλακες ήταν σε ετοιμότητα για να κάνουν επίθεση στους συγκεντρωμένους αν το καλούσε η περίσταση. Αυτό δεν το ήξερε ο Σπάις, όπως δεν ήξερε και ότι μέσα στο πλήθος ήταν ο δήμαρχος Κάρτερ Χάρισον.

Ο Σπάις μιλούσε από το βαγόνι, όταν είδε τον Πάρσονς να φτάνει μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Τον είδε και ο κόσμος και ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Ο Πάρσονς έβαλε την οικογένειά του σε ένα άλλο άδειο βαγόνι, πήγε στην αυτοσχέδια εξέδρα, σκαρφάλωσε και άρχισε την ομιλία του. «Δε βρίσκομαι εδώ για να ξεσηκώσω κανέναν», είπε, «αλλά για να πω τα πράγματα έτσι όπως έχουν». Ο δήμαρχος του Σικάγου απομακρύνθηκε από το ακροατήριο, πήγε στο αστυνομικό τμήμα και είπε στον αστυνόμο Μπόνφιλντ ότι η συγκέντρωση ήταν ειρηνική, γι’ αυτό, είπε, δε χρειάζονταν οι αστυφύλακες της επιφυλακής και μπορούσαν να επιστρέψουν στα κανονικά καθήκοντά τους.

Η προβοκάτσια

Η ομιλία του Πάρσονς τέλειωσε στις δέκα. Φυσούσε κιόλας ένας παγωμένος άνεμος από τη μεριά της λίμνης και έπεφταν λίγες σταγόνες βροχής. Ερχόταν καταιγίδα. Πολλοί είχαν φύγει. Τώρα μιλούσε ο Σαμ Φίλντεν, αλλά ο Πάρσονς πήρε τη γυναίκα του και τα παιδιά του από το βαγόνι, όπου τους είχε αφήσει, και με μερικούς άλλους μπήκαν σ’ ένα μπαρ, στου Ζεπφ, στη γωνία. Μετά από λίγο η παρέα γελούσε και έλεγε ιστορίες με ένα ποτήρι μπίρα στο χέρι, ενώ έξω ο Φίλντεν συνέχιζε την ομιλία του μπροστά στο πλήθος, που ολοένα μίκραινε.

«Είναι αλήθεια ή όχι», έλεγε, «ότι δεν εξουσιάζουμε την ίδια μας τη ζωή, ότι άλλοι διαμορφώνουν τις συνθήκες ύπαρξής μας, ότι…». Ξαφνικά φωνές ακούστηκαν: «Προσοχή! Η αστυνομία!». Από το τέρμα του δρόμου φάνηκαν οι 180 αστυφύλακες σε στρατιωτικό σχηματισμό, με τα γκλομπ στα χέρια. Επικεφαλής ήταν ο αστυνόμος Μπόνφιλντ και ο αστυνόμος Γουόρντ. Ο κόσμος άρχισε να τρέχει. Ο Γουόρντ σταμάτησε μπρος στο βαγόνι και είπε στον κατάπληκτο Φίλντεν: «Εν ονόματι του λαού της πολιτείας του Ιλινόις, διατάζω να διαλυθεί αμέσως και ειρηνικά αυτή η συγκέντρωση».

«Μα, Αστυνόμε», είπε ο Φίλντεν με σβησμένη φωνή, «είμαστε ειρηνικοί».

Για μια στιγμή έγινε σιωπή. Μέσα στη νύχτα ακουγόταν ο θόρυβος των ποδιών που έτρεχαν. Ξαφνικά ένα κόκκινο φως έλαμψε και ακούστηκε μια τρομερή έκρηξη. Κάποιος είχε ρίξει μια βόμβα. Ακολούθησε φοβερή σύγχυση. Η αστυνομία πυροβολούσε άγρια προς όλες τις κατευθύνσεις, άνθρωποι έπεφταν στη γη, πολλοί είχαν τραυματιστεί, άλλοι έτρεχαν, έβριζαν, βογκούσαν καθώς τους ποδοπατούσαν ή τους χτυπούσαν με τα γκλομπ οι μανιασμένοι αστυνομικοί, ένας από τους οποίους είχε σκοτωθεί και εφτά ήταν βαριά τραυματισμένοι.

Την άλλη μέρα το Σικάγο και όλη η χώρα είχαν μεταμορφωθεί σε ένα τέρας που διψούσε για εκδίκηση. «Με την έκρηξη της βόμβας», γράφει ο Ντέιβιντ στην αναφορά του στα γεγονότα της Χεϊμάρκετ, «ο Τύπος έχασε και το τελευταίο ίχνος αντικειμενικότητας… Ενας χαρακτηριστικός τίτλος ούρλιαζε: "ΤΩΡΑ ΑΙΜΑ!.." Μια βόμβα που ρίχτηκε στις γραμμές της αστυνομίας εγκαινιάζει το έργο του θανάτου».

Η «Νιου Γιορκ Τρίμπιουν» έγραφε:

«… ο όχλος έμοιαζε να έχει χάσει τα λογικά του, διψούσε για αίμα. Μένοντας σταθερά στη θέση, έριξε καταιγισμούς πυρών στους αστυνομικούς».

Από την αρχή κιόλας, πολλοί σκέφτηκαν ότι η βόμβα ήταν έργο προβοκατόρων και αργότερα αυτή η υπόθεση υποστηρίχτηκε εν μέρει και από την αστυνομία. Το πρωί όμως της 5ης του Μάη, αλλά και πολλές μέρες αργότερα, δεν ήταν φρόνιμο να εκφράζονται τέτοιες σκέψεις. «Συνάντησα πολλές παρέες και άκουσα τις συζητήσεις τους γύρω από τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας», γράφει ένας κάτοικος του Σικάγο εκείνης της εποχής. «Ολοι ήταν σίγουροι ότι δράστες του φοβερού εγκλήματος ήταν οι ομιλητές της συγκέντρωσης και άλλοι υποκινητές των εργατών. "Κρεμάστε τους πρώτα και μετά τους δικάζετε", ήταν μια φράση που άκουγα συνέχεια… Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη από θυμό, φόβο και μίσος».

Οι εφημερίδες της χώρας δήλωναν με ένα στόμα ότι δεν είχε σημασία αν ο Πάρσονς, ο Σπάις και ο Φίλντεν είχαν βάλει τη βόμβα ή όχι. Επρεπε να κρεμαστούν για τις πολιτικές απόψεις τους, για τα λόγια τους και τη γενική δραστηριότητά τους. Οσο περισσότεροι ταραχοποιοί παραδίνονταν στο δήμιο, τόσο το καλύτερο. «Το αίσθημα δικαιοσύνης του λαού», έλεγε η «Σικάγκο Τρίμπιουν», «απαιτεί οι ευρωπαίοι δολοφόνοι Ογκαστ Σπάις, Μάικλ Σβαμπ (ένα άλλο μέλος του Διεθνούς Συνδέσμου Εργαζομένων) και Σάμιουελ Φίλντεν να συλληφθούν, να δικαστούν και να απαγχονιστούν για φόνο… Απαιτεί ακόμα να συλληφθεί ο εγκληματίας Α. Ρ. Πάρσονς, που ντρόπιασε τη χώρα με τη γέννησή του σ’ αυτήν, να δικαστεί και να απαγχονιστεί για φόνο»…

Υπερασπίστηκαν την εργατική τάξη με επιβλητικό και θαυμαστό τρόπο

Η διαδικασία της δίκης άρχισε στις 21 του Ιούνη με δικαστή τον Τζόζεφ Ε. Γκάρι…

…οι μάρτυρες, όλοι τρομοκρατημένοι και μερικοί πληρωμένοι, κατέθεσαν ότι οι κατηγορούμενοι συνωμοτούσαν να ανατρέψουν βίαια την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών και ότι η βόμβα στη Χεϊμάρκετ και ο φόνος του Ντίγκαν ήταν το πρώτο χτύπημα μιας γενικότερης επίθεσης ενάντια στην έννομη τάξη. Ομως οι καταθέσεις τους είχαν τόσα αντικρουόμενα στοιχεία, ώστε ανάγκασαν την πολιτική αγωγή να αλλάξει την κατηγορία στη μέση της δίκης. Τώρα ισχυριζόταν ότι ο άγνωστος βομβιστής εμπνεύστηκε την ιδέα να ρίξει τη βόμβα από τα λόγια και τις ιδέες των κατηγορουμένων.

Ετσι, δε δικάζονταν πια οι άνθρωποι, αλλά τα βιβλία και οι γραπτές ιδέες. Το φαινόμενο αυτό επρόκειτο να επαναληφθεί πολλές φορές αργότερα στις ΗΠΑ. Διαβάστηκαν αμέτρητα άρθρα του Πάρσονς και του Σπάις. Εκτέθηκαν στο δικαστήριο όλοι σχεδόν οι λόγοι των κατηγορουμένων. Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα βιβλίων πάνω στο χαρακτήρα και τη φιλοσοφία της πολιτικής, σαν ενοχοποιητικά στοιχεία. Το πολιτικό πρόγραμμα του Συνδέσμου Εργαζομένων, οι αποφάσεις και οι δηλώσεις του θεωρήθηκαν αποδείξεις που ενέπλεκαν τους κατηγορουμένους στο φόνο του Ντίγκαν.

Η ετυμηγορία ήταν δεδομένη. Η μεγάλη μέρα της δίκης έφτασε. Οι κατηγορούμενοι απευθύνθηκαν στο δικαστήριο και κατηγόρησαν τους κατηγόρους τους. Εξήγησαν γιατί δεν έπρεπε να καταδικαστούν σε θάνατο και γιατί οι ένοχοι δεν ήταν αυτοί, αλλά η κοινωνία. Η φωνή τους κυριάρχησε μέσα στην αίθουσα και ακούστηκε το ίδιο δυνατά σε όλη τη χώρα. Καμιά εφημερίδα, όσο συντηρητική κι αν ήταν, δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αψήφησαν το θάνατο και υπερασπίστηκαν την εργατική τάξη με επιβλητικό και θαυμαστό τρόπο…

Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ομάδα συντακτών του «Ρ»

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

30/4/2006

— Η καθιέρωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς

30/4/2002

— «Ηταν μία θαυμάσια μέρα»

30/4/1999

— Ετσι "γεννήθηκε" η Πρωτομαγιά

30/4/1998

— "Αφήστε ν’ ακουστεί η φωνή του λαού"

30/4/1996

— ΑΤΙΤΛΟ

http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=5617460&publDate=2/5/2010

 

Σχολείο

Εργατική Πρωτομαγιά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Την πρώτη Μαΐου γιορτάζεται η μέρα των εργατών. Είναι στην πραγματικότητα η καθιερωμένη γιορτή της εξέγερσης των εργατών του Σικάγου. Τον Μάη του 1886 τα εργατικά συνδικάτα στο Σικάγο ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας ωράριο εργασίας στις 8 ώρες και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Εορτάζεται επίσης και σαν μέρα των λουλουδιών και της Άνοιξης. Η μέρα έχει θεσπιστεί ως αργία και όλες οι υπηρεσίες και οι επιχειρήσεις παραμένουν κλειστές.

Εργατική Πρωτομαγιά

Η πρώτη του Μάη, είναι μέρα ορόσημο για τους αγώνες του εργάτη.

Οι αιματοβαμμένες εξεγέρσεις των εργατών του Σικάγο στις αρχές Μάη του 1886, έγιναν ύστερα από επιτυχημένες διεκδικήσεις των εργατών στον Καναδά το 1872.

Δύο χρόνια νωρίτερα, το 1884, πάρθηκε στο συνέδριο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας η απόφαση να γίνουν την πρώτη Μάη του 1886 απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις στο Σικάγο, το μεγαλύτερο τότε βιομηχανικό κέντρο των ΗΠΑ. Αίτημα η μείωση των ωρών εργασίας και σύνθημα "Οχτώ ώρες δουλειά, οχτώ ώρες ανάπαυση, οχτώ ώρες ύπνο".

Εκείνη τη μέρα, 1η Μαΐου του 1886, 400.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις απεργίες που γίνονταν σε όλη την χώρα, και πάνω από 80.000 στο Σικάγο. Αυτό το Σάββατο του 1886, μια εργάσιμη μέρα, οι εργάτες, ξεκίνησαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να διαδηλώσουν ειρηνικά στο χώρο της συγκέντρωσης στην πλατεία Haymarket.

Στη γύρω περιοχή, είχαν παραταχθεί αστυνομικές δυνάμεις αποτελούμενες από 1350 άτομα, οπλισμένα με οπλοπολυβόλα οι οποίοι περίμεναν το σύνθημα για να δράσουν.

Κι ενώ το πλήθος παρακολουθούσε τις ομιλίες, ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης, διατάσσει να διαλυθεί η συγκέντρωση. Μια βόμβα έσκασε κοντά στους αστυνομικούς οι οποίοι άρχισαν πυροβολούν και να χτυπούν τους συγκεντρωμένους χωρίς καμιά διάκριση. Είναι ακόμα άγνωστος ο αριθμός των θυμάτων αφού πολλοί τραυματισμένοι κατέληξαν τις επόμενες ημέρες, επίσημα μόνο οκτώ νεκροί αστυνομικοί και τέσσερις διαδηλωτές έχουν επαληθευτεί.

Το γνωστό σκίτσο ενός αναρχικού που πετάει μία βόμβα εμφανίστηκε έπειτα αυτού του συμβάντος.

Οκτώ συλληφθέντες διαδηλωτές δικάστηκαν, τέσσερις αυτών καταδικάστηκαν σε θάνατο και άλλος ένας αφαίρεσε μόνος τη ζωή του στην φυλακή. Η διεθνής προβολή αυτής της δίκης δημιούργησε τα θεμέλια της Εργατικής Πρωτομαγιάς ως Εργατικής Γιορτής.

Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Το 1892 έγινε η πρώτη πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στην Ελλάδα, από τον Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Καλλέργη. Το 1893, 2000 διαδήλωσαν ζητώντας οχτάωρο, Κυριακή αργία και κρατική ασφάλιση στα θύματα εργατικών ατυχημάτων. Το 1894, γίνεται μια μεγάλη συγκέντρωση με τα ίδια αιτήματα που λήγει με 10 συλλήψεις και τον Αύγουστο ακολουθεί σύλληψη του σοσιαλιστή Σταύρου Καλλέργη.

Το 1936 έχουμε τους καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης. Τα γεγονότα ξεκίνησαν γύρω στο Φεβρουάριο, με κατάληψη ενός εργοστασίου ύστερα από την απόρριψη των αιτημάτων των εργατών και συνεχίστηκε με συμπαράσταση καπνεργατών από άλλα εργοστάσια. Εναντίον τους χρησιμοποιήθηκε τόσο η αστυνομία όσο και ο στρατός. Δεν υπήρχε κεντρική συγκέντρωση, αλλά μικρές συγκεντρώσεις με ομιλητές σε διάφορα μέρη της πόλης. Σε μια συγκέντρωση στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου, χωροφύλακες πυροβόλησαν και σκότωσαν 7-8 εργάτες. Σ’ αυτό το σημείο έχει στηθεί το μνημείο του καπνεργάτη. Με πυροβολισμούς προσπάθησαν να διαλύσουν και τις άλλες συγκεντρώσεις και συνολικά είχαμε τουλάχιστον 12 νεκρούς και 300 τραυματίες. Οι δολοφονίες των εργατών ήταν η έμπνευση του Ρίτσου για τον "Επιτάφιο".

Το 1944 ο κατοχικός στρατός των Γερμανών, εκτέλεσε 200 κομμουνιστές Έλληνες αγωνιστές στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ο Νίκος Μαριακάκης, ένας απ’ τους 200, έγραψε στο σημείωμα που άφησε: "Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά, παρά να ζει σκλάβος".

Το Μάη του 1963, επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή, δολοφονήθηκε ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης. Δεν ήταν Πρωτομαγιά, αλλά 22 Μαΐου. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης μιλούσε σε συγκέντρωση των "Φίλων της Ειρήνης" για την παγκόσμια ύφεση όταν δέχτηκε επίθεση από άγνωστους με ρόπαλα. Έξω απ’ την αίθουσα ο Λαμπράκης χτυπήθηκε από τρίκυκλο και τελικά εξέπνευσε στις 27 Μαΐου. Ο Λαμπράκης είχε συμμετοχή σε ειρηνιστικές πορείες τον Απρίλιο του 1963 στην Αθήνα, κι ήταν απ’ τα κεντρικά πρόσωπα στην εκδήλωση για την Πρωτομαγιά στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.

Το 1976, πάλι πρώτη Μαΐου, είχαμε το θάνατο του Αλέκου Παναγούλη σε τροχαίο. Ο Αλέκος Παναγούλης έχει μείνει στην ιστορία σαν σύμβολο της αντίστασης κατά της χούντας για την απόπειρα δολοφονίας ενάντια στον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, με τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού , τον Αύγουστο του 1968. Είχε συλληφθεί άμεσα και είχε τελειώσει την απολογία του με τη φράση "Δεν υπάρχει, κύριοι στρατοδίκαι, ωραιότερο κύκνειο άσμα για κάθε αγωνιστή, από τον επιθανάτιο ρόγχο μπροστά στα πολυβόλα του εκτελεστικού αποσπάσματος της τυραννίας". Η παγκόσμια κατακραυγή της δίκης απέτρεψε την εκτέλεση του Παναγούλη. Στη φυλακή βασανίστηκε μέχρι την απελευθέρωσή του. Η αμνηστία που έδωσε ο Παπαδόπουλος τον Αύγουστο του 1973 κάλυπτε και τον Αλέκο Παναγούλη. Η συγκυρία του θανάτου του Παναγούλη σε τροχαίο χαρακτηρίζεται από πολλούς ιδιαίτερα ύποπτη, επειδή μόλις λίγο καιρό πριν το θάνατό του, είχε φέρει στη δημοσιότητα στοιχεία από τα μυστικά αρχεία της ΕΣΑ.

Σχολείο

Εργατική Πρωτομαγιά

Ετήσια γιορτή, με παγκόσμιο χαρακτήρα των ανθρώπων της μισθωτής εργασίας. Με συγκεντρώσεις και πορείες, η εργατική τάξη βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τα κοινωνικά και οικονομικά της επιτεύγματα και να καθορίσει το διεκδικητικό της πλαίσιο για το μέλλον. Η Πρωτομαγιά είναι απεργία και όχι αργία, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου.

Η Πρωτομαγιά, ως εργατική γιορτή, καθιερώθηκε στις 20 Ιουλίου 1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς (Σοσιαλιστικής Διεθνούς) στο Παρίσι, σε ανάμνηση του ξεσηκωμού των εργατών του Σικάγου την 1η Μαΐου 1886, που διεκδικούσαν το οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Κατέληξε σε αιματοχυσία λίγες μέρες αργότερα, με την επέμβαση της αστυνομίας και των μπράβων της εργοδοσίας.

Τα γεγονότα του Σικάγου

Τα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ αποφάσισαν την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων την 1η Μαΐου 1886 για το οκτάωρο, ωθούμενα από τις επιτυχημένες διεκδικήσεις των καναδών συντρόφων τους. Την περίοδο εκείνη το κανονιστικό πλαίσιο εργασίας στις ΗΠΑ ήταν σχεδόν ανύπαρκτο και οι εργοδότες μπορούσαν να απασχολούν το προσωπικό τους κατά το δοκούν, ακόμη και τις Κυριακές.

Στην απεργία πήραν μέρος περίπου 350.000 εργάτες σε 1.200 εργοστάσια των ΗΠΑ. Την Πρωτομαγιά του 1886 έγινε στο Σικάγο η πιο μαχητική πορεία, με τη συμμετοχή 90.000 ανθρώπων. Στην κεφαλή της πορείας ήταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Άλμπερτ Πάρσονς, η γυναίκα του Λούσι και τα επτά παιδιά τους.

Το πρώτο αίμα χύθηκε δύο ημέρες αργότερα έξω από το εργοστάσιο ΜακΚόρμικ στο Σικάγο. Απεργοσπάστες προσπάθησαν να διασπάσουν τον απεργιακό κλοιό και ακολούθησε συμπλοκή. Η Αστυνομία και οι μπράβοι της επιχείρησης επενέβησαν δυναμικά. Σκότωσαν τέσσερις απεργούς και τραυμάτισε πολλούς, προκαλώντας οργή στην εργατική τάξη της πόλης.

Την επομένη αποφασίστηκε συλλαλητήριο καταδίκης της αστυνομικής βίας στην Πλατεία Χεϊμάρκετ, με πρωτοστατούντες τους αναρχικούς. Η συγκέντρωση ήταν πολυπληθής και ειρηνική. Το κακό, όμως, δεν άργησε να γίνει. Οι αστυνομικές δυνάμεις πήραν εντολή να διαλύσουν δια της βίας τη συγκέντρωση και τότε από το πλήθος των απωθούμενων διαδηλωτών ρίφθηκε μια χειροβομβίδα προς το μέρος τους, η οποία εξερράγη, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας δεκάδες. Η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά βούληση κατά των συγκεντρωμένων, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τουλάχιστον τέσσερις διαδηλωτές και να τραυματιστεί απροσδιόριστος αριθμός, ενώ έξι αστυνομικοί έχασαν τη ζωή τους από πυρά (φίλια ή των διαδηλωτών παραμένει ανεξακρίβωτο), ανεβάζοντας τον αριθμό τους σε επτά.

Για τη βομβιστική επίθεση, που προκάλεσε τον θάνατο του αστυνομικού, κατηγορήθηκαν οι αναρχοσυνδικαλιστές Άουγκουστ Σπις, Γκέοργκ Έγκελ, Άντολφ Φίσερ, Λούις Λινγκ, Μίκαελ Σβαμπ, Σάμουελ Φίλντεν, Όσκαρ Νίμπι και Άλμπερτ Πάρσονς, που ήταν από τους οργανωτές της διαδήλωσης. Όλοι, εκτός του Πάρσονς και του Φίλντεν, ήταν γερμανοί μετανάστες. Η δίκη των οκτώ ξεκίνησε στις 21 Ιουνίου 1886. Ο εισαγγελέας Τζούλιους Γκρίνελ ζήτησε τη θανατική ποινή και για τους οκτώ κατηγορουμένους, χωρίς να προσκομίσει κανένα στοιχείο που να τους συνδέει με τη βομβιστική επίθεση. Απλώς, είπε ότι οι κατηγορούμενοι ενθάρρυναν με τους λόγους τους τον άγνωστο βομβιστή να πραγματοποιήσει την αποτρόπαια πράξη του, γι’ αυτό κρίνονται ένοχοι συνωμοσίας.

Από την πλευρά της, η υπεράσπιση έκανε λόγο για προβοκάτσια και συνέδεσε τη βομβιστική επίθεση με το διαβόητο πρακτορείο ντετέκτιβ «Πίνκερτον», που συχνά χρησιμοποιούσαν οι εργοδότες ως απεργοσπαστικό μηχανισμό. Οι ένορκοι εξέδωσαν την ετυμηγορία τους στις 20 Αυγούστου 1886 κι έκριναν ενόχους και τους οκτώ κατηγορούμενους. Οι Σπις, Έγκελ, Φίσερ, Λινγκ, Σβαμπ, Φίλντεν και Πάρσονς καταδικάστηκαν σε θάνατο, ενώ ο Νίμπι σε κάθειρξη 15 ετών. Μετά την εξάντληση και του τελευταίου ενδίκου μέσου, ο κυβερνήτης της Πολιτείας του Ιλινόις, Ρίτσαρντ Όγκλεσμπι, μετέτρεψε σε ισόβια τις θανατικές ποινές των Σβαμπ και Φίλντεν, ενώ ο Λιγκ αυτοκτόνησε στο κελί του. Έτσι, στις 11 Νοεμβρίου 1887 οι Σπις, Πάρσονς, Φίσερ και Έγκελ οδηγήθηκαν στην αγχόνη, τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα». Η δίκη των οκτώ θεωρείται από διαπρεπείς αμερικανούς νομικούς ως μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις κακοδικίας στην ιστορία των ΗΠΑ.

Στις 26 Ιουνίου 1893 ο κυβερνήτης του Ιλινόις, Τζον Πίτερ Άλτγκελντ παραδέχθηκε ότι και οι οκτώ καταδικασθέντες ήταν αθώοι και κατηγόρησε τις αρχές του Σικάγου ότι άφησαν ανεξέλεγκτους τους ανθρώπους του «Πίνκερτον». Ως μια ύστατη πράξη δικαίωσης έδωσε χάρη στους φυλακισμένους Φίλντεν, Νίμπε και Σβαμπ. Αυτό ήταν και το πολιτικό του τέλος. Αργότερα, ο επικεφαλής της αστυνομίας του Σικάγου, που έδωσε την εντολή για τη διάλυση της συγκέντρωσης, καταδικάσθηκε για διαφθορά. Μέχρι σήμερα παραμένει ανεξακρίβωτο ποιος ήταν ο δράστης της βομβιστικής επίθεσης.

Η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Στη χώρα μας, ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς έγινε το 1893, στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη. Η 1η Μαΐου ήταν Σάββατο και εργάσιμη. Έτσι, επελέγη η Κυριακή 2 Μαΐου, για να έχει η γιορτή μαζικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με την εφημερίδα «Σοσιαλιστής», που εξέδιδε ο Καλλέργης, στις 5 το απόγευμα της Κυριακής συγκεντρώθηκαν στο Στάδιο πάνω από 2.000 σοσιαλιστές και εργαζόμενοι. Η «Εφημερίς» τους υπολόγισε μόνο σε 200 και σημείωνε σε άρθρο της: «Οι πλείστοι εξ αυτών ήσαν εργάται, ευπρεπώς κατά το πλείστον ενδεδυμένοι, με ερυθράς κονκάρδας επί της κομβιοδόχης, και πολύ ήσυχοι άνθρωποι. Αυτοί είναι οι πρώτοι σοσιαλισταί εν Ελλάδι, και συνήλθον χθες εις το πρώτον αυτών εν Αθήναις συλλαλητήριον».

Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα το οποίο είχε ως εξής:
«Συνελθόντες σήμερον την 2 Μαΐου, ημέραν Κυριακήν και ώραν 5 μ.μ. εν τω Αρχαίω Σταδίω, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» και υπό μισθόν πάσχοντες εψηφίσαμεν:
Α) Την Κυριακήν να κλείωσι τα καταστήματα, καθ’ όλην την ημέραν, και οι πολίται ν’ αναπαύωνται.
Β) Οι εργάται να εργάζωνται 8 ώρας την ημέραν.
Γ) Ν’ απονέμηται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
Δ) Το συμβούλιον του «Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» να επιδώση το ψήφισμα εις την Βουλήν.»

Το ψήφισμα επεδόθη, τελικά, στον Πρόεδρο της Βουλής την 1η Δεκεμβρίου 1893 από τον Σταύρο Καλλέργη. Ο πρωτοπόρος σοσιαλιστής ανήλθε στη συνέχεια στο δημοσιογραφικό θεωρείο και περίμενε με ανυπομονησία από τον Πρόεδρο της Βουλής να το εκφωνήσει. Αυτός κωλυσιεργούσε και «ησχολείτο εις την ανάγνωσιν ετέρων αναφορών προερχομένων εκ διαφόρων προσώπων και πραγματευομένων κατά το μάλλον και ήττον περί ανέμων και υδάτων», όπως έγραψε στον «Σοσιαλιστή».

Ο Καλλέργης διαμαρτυρήθηκε μεγαλοφώνως και με εντολή του Προέδρου συνελήφθη για διατάραξη της συνεδρίασης. Οι στρατιώτες της φρουράς, αφού τον κτύπησαν με τα κοντάκια των όπλων τους, τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα, όπου παρέμεινε επί διήμερο. Στις 9 Δεκεμβρίου 1983 δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ημερών, τις οποίες εξέτισε στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα. Με τον περιπετειώδη αυτό τρόπο έληξε και τυπικά ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/256#ixzz1svirl6bf

Σχολείο

Ελεγείο για μια ματωμένη Πρωτομαγιά

Ελένη Σπυροπούλου, Μάιος 2007

Ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου

Πρωτομαγιά των λουλουδιών

Από την αρχαιότητα πολλοί λαοί γιόρταζαν το μήνα Μάιο με τελετές που συνδέονταν με την ευφορία των αγρών, την ανθοφορία και το φτάσιμο της άνοιξης. Έθιμα που διασώζει η Λαογραφία ή επιβιώνουν έως την εποχή μας δείχνουν ότι στη λαϊκή αντίληψη ο μήνας Μάιος συμβόλιζε τη νίκη του καλοκαιριού κατά του χειμώνα, την αναγέννηση και τελικά την επικράτηση της ζωής επί του θανάτου.

Η εργατική Πρωτομαγιά

Η σφαγή στην πλατεία Haymarket στο Σικάγο

Η διεθνής ιστορική συγκυρία, με το πέρασμα των χρόνων, έδωσε και μια άλλη διάσταση στην πρώτη μέρα του Μάη, καθώς η ημέρα αυτή συνδέθηκε με εργατικούς και συνδικαλιστικούς αγώνες. Πρωτομαγιά του 1886: Στις ΗΠΑ 700.000 εργαζόμενοι κήρυξαν γενική απεργία. Βασικό αίτημα το 8ωρο εργασίας, 8ωρο μόρφωσης και ψυχαγωγίας και 8ωρο ύπνου. 100.000 απεργοί εργάτες διαδήλωναν στο Σικάγο, όταν δέχτηκαν την αστυνομική βία: ο απολογισμός φρικτός. Η πλατεία Haymarket στο Σικάγο βάφτηκε στο αίμα, ενώ πολλές ήταν οι συλλήψεις και εκτελέσεις. Ήταν η πρώτη ματωμένη Πρωτομαγιά. Το 1890 γιορτάστηκε για πρώτη φορά η Πρωτομαγιά ως ημέρα αφιερωμένη στις εργατικές διεκδικήσεις. Την πρωτομαγιά του 1891 η απεργία των υφαντουργών στη Γαλλία σημαδεύτηκε με ταραχές και νεκρούς διαδηλωτές. Τα επόμενα χρόνια οι εκδηλώσεις για την Πρωτομαγιά γίνονταν εκτός ωρών εργασίας στην αρχή, ενώ πολύ αργότερα καθιερώθηκε αργία για την ημέρα αυτή.

Η Πρωτομαγιά στην Ελλάδα
  • Η πρώτη πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στην Ελλάδα έγινε το 1892 από το Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Καλλέργη.
  • Το 1894, στην αντίστοιχη συγκέντρωση, γίνονται πολλές συλλήψεις, ακόμα και του σοσιαλιστή Σταύρου Καλλέργη.
  • Το 1922, όταν πια μεγάλες μάζες εργατών έχουν συγκεντρωθεί στην Ελλάδα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στον Πειραιά, στον Ηλεκτρικό.
  • Το 1924 απαγορεύτηκαν οι συγκεντρώσεις, υπήρξε 1 νεκρός εργάτης και 12 τραυματίες, αλλά η Πρωτομαγιά τελικά γιορτάστηκε με ομιλία στην πλατεία Κοτζιά, μπροστά στο Δημαρχείο.
  • Το 1929 η κυβέρνηση Βενιζέλου έχοντας ψηφίσει το «Ιδιώνυμο» προχώρησε σε 400 συλλήψεις, κατάληψη γραφείων εργατικών συνδικάτων και κατασχέσεις εφημερίδας.
Η ματωμένη Πρωτομαγιά του 1936

Διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη το ’36

Το Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη μια αρχική απεργία των καπνεργατών πήρε διαστάσεις και έγινε πανεργατική. Μέσα σε λίγες μέρες το απεργιακό κύμα είχε εξαπλωθεί σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες και Ελευσίνα. Ο Ι. Μεταξάς σε επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη είναι απόλυτος: οι Αρχές πρέπει να χτυπήσουν τους διαδηλωτές στο ψαχνό. 9 Μάη: στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου από τις σφαίρες των οργάνων της τάξης πέφτει νεκρός ο οδηγός Τάσος Τούσης. Οι διαδηλωτές εξοργισμένοι τοποθετούν το νεκρό πάνω σε μια πόρτα και τον περιφέρουν στους δρόμους της πόλης σε μια ιδιότυπη «λιτανεία» καταγγελίας, διαμαρτυρίας και αντίστασης. Οι νεκροί θα φτάσουν τους 12 και οι τραυματίες τους 300. Στο σημείο της συμπλοκής θα στηθεί αργότερα το Μνημείο του Καπνεργάτη. Η μάνα του νεκρού Τάσου Τούση, που πληροφορήθηκε τα γεγονότα, τρέχει, πέφτει πάνω στο νεκρό παιδί της και μοιρολογεί.

Η θρυλική φωτογραφία της μάνας που θρηνεί τον αδικοχαμένο γιο

Την επόμενη μέρα ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει τη φωτογραφία με τη μάνα που θρηνεί το νεκρό παλικάρι, ενώ γύρω της απλώνεται μια απέραντη ερημιά.

imageΟ ποιητής Γιάννης Ρίτσος

Πρωτομαγιά του 1909 ήρθε στον κόσμο, στη Μονεμβασιά, ο Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ο ραψωδός κάθε ματωμένης Πρωτομαγιάς στον τόπο μας και στον κόσμο. Ο ποιητής ο πραγματικά λαϊκός, ο «στρατευμένος» στα βάσανα και στις έγνοιες του απλού ανθρώπου. Απλός και ανθρώπινος, και ο ίδιος, στάθηκε ανυπότακτος σε ό,τι θεωρούσε αδικία, βαρβαρότητα ή ευτέλεια, ασυμβίβαστος σε ό,τι ήταν το όραμά του και το κοινωνικό πιστεύω του. Ένας άλλος μεγάλος ποιητής μας, ο Κωστής Παλαμάς, εντυπωσιασμένος από τις συνθέσεις του Ρίτσου, θα αναγνωρίσει την αξία του λέγοντας:

«…Γλήγορο αργοφλοίσβιμα της γαλάζιας πλάσης
να παραμερίσουμε για να περάσεις…».

10 Μάη του ’36, ο Ρίτσος βλέπει στην εφημερίδα τη φωτογραφία της τραγικής μάνας, διαβάζει τις περιγραφές των αιματηρών συγκρούσεων και συγκλονίζεται. Όπως θα γράψει αργότερα, κλείστηκε στη σοφίτα του και κλαίγοντας σαν παιδί θα συνθέσει τον «Επιτάφιο». 11 Μάη, το ποίημα δημοσιεύεται στο «Ριζοσπάστη» και την ίδια ώρα εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα, ρεκόρ για την εποχή.Τόσο γρήγορα εξαντλήθηκε το βιβλίο που η δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν βρήκε παρά μόνο 250 αντίτυπα, τα οποία καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός μαζί με άλλα «ανατρεπτικά» βιβλία.

Ο «Επιτάφιος»

Όπως θα πει και ο ίδιος ο ποιητής, ήταν προετοιμασμένος, εξοπλισμένος για τη σύνθεση αυτή από τα παιδικά του χρόνια. «Ήταν έτοιμος ο λαϊκός στίχος, ο δεκαπεντασύλλαβος, από το κρητικό θέατρο, την Ερωφίλη και τον Ερωτόκριτο και από του Σολωμού τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Ο «Επιτάφιος», μια σύνθεση από 20 τραγούδια (ποιήματα), από 8 ομοιοκατάληκτα δίστιχα το καθένα και 9 δίστιχα, τα δύο τελευταία, από πολλούς θεωρήθηκε συνέχεια του δημοτικού μας τραγουδιού και του ρεμπέτικου. Σε πρώτο πλάνο ο ανθρώπινος πόνος, η πανανθρώπινη Μάνα, η χήρα και φτωχιά που θρηνεί τον μονάκριβό της και μαζί της και ο ποιητής συμπάσχει, διαμαρτύρεται για την ανεπίτρεπτη επέμβαση στη ζωή των απλών, απροστάτευτων ανθρώπων.

Ο Θάνατος (Η συνειδητοποίηση από τη Μάνα)

(Λόγια, τρόποι, κινήσεις που παραπέμπουν στο Δημοτικό τραγούδι ή σε μανιάτικο μοιρολόι)

«Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου,
καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής,
ανθέ της ερημιάς μου…
Πού πέταξε τ’ αγόρι μου,
πού πήγε, πού μ’ αφήνει
χωρίς πουλάκι το κλουβί
χωρίς νερό η κρήνη.
Πώς κλείσαν τα ματάκια σου
και δεν θωρείς που κλαίω
και δεν σαλεύεις δεν γρικάς
τα που πικρά σου λέω…»


Το νεκρό σώμα: (ο έπαινος προς το νεκρό)

«… Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάι σου ξαγρυπνούσα,
φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,
καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,
μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,
χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν…»

Ο Θρήνος

«…Μέρα Μαγιού μου μίσεψες μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης.
Και με το δάχτυλο απλωτό μου τά΄δειχνες ένα ένα
Τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα
Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δεν φτάνουν τα χαλίκια.
Και μου ‘λεγες πως όλ’ αυτά τα ωραία θα ’ναι δικά μας
και τώρα εσβήστης κι έσβησε το φέγγος κι η φωτιά μας…»

Η Ύβρις

(Η κορυφαία στιγμή της οργής, καθώς η Μάνα στρέφεται προς το Θεό)
«…Ω Παναγιά μου, αν ήσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θάστελνες τον Άγγελο από πέρα.
Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν ήσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.
Κι αν ήσουν δίκιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.
Γιε μου, καλά μου τάλεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που εμίλει:
Εμεί ταγίζουμε ζωή στο χέρι : περιστέρι,
κ’ εμείς ούτ’ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι…»

Ο μετασχηματισμός – η Ανάσταση

«…Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει
κι εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει
Και δες, μ΄ανασηκώνουνε, χιλιάδες γιους ξανοίγω,
Μα, γιόκα μου, απ΄το πλάγι σου δε δύνουμαι να φύγω.
Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου εσύ κοιμήσου,
Κι εγώ τραβάω στ΄αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.
Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,
Το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.
Γιε μου, στ΄αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
Σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου εσύ πουλί μου…»

Ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου και η μελοποίησή του

Ο «Επιτάφιος» αποτελεί ένα λαϊκό μοιρολόι. Ο 15σύλλαβος του δημοτικού μας τραγουδιού, άρτιος και εδώ, οι λέξεις απλές, πολύπαθες, δοκιμασμένες από τα άμεσα βιώματα του ποιητή, υπηρετούν το μοιρολόι της μάνας. Ο Ρίτσος ταυτίζεται με τον πόνο της μάνας, περνά μέσα από εξάρσεις και ταλαντώσεις υποκειμενικού πόνου σε μια αντικειμενικοποίηση: πίσω από τη μάνα που θρηνεί το μοναχογιό της υπάρχει η Πανανθρώπινη Μάνα, η αιώνια θλιμμένη για τα πάθη του Λαού. Ανασύροντας ο ποιητής στην επιφάνεια καταγραμμένες και επεξεργασμένες ήδη συλλογικές μνήμες, ανυψώνει το μοιρολόι της μάνας σε ισχυρή κατάφαση ζωής, αλλά και σε μανιφέστο ταξικής συνειδητοποίησης και μοχλό ταξικής πάλης.

Ο Ρίτσος και ο Θεοδωράκης

Ο Μίκης Θεοδωράκης σπούδαζε στο Κονσερβατόριο στο Παρίσι, όταν το 1958 έλαβε από το Γιάννη Ρίτσο τον «Επιτάφιο», στην οριστική του μορφή, με τα 162 δίστιχα, όπως υπήρχαν στη δεύτερη έκδοση που είχε γίνει λίγο πριν, το Δεκέμβρη του 1956. Η πνευματική και ιδιαίτερα η μουσική ζωή στο Παρίσι τον έχει απογοητεύσει και ο θρύλος της δυτικής μουσικής έχει διαλυθεί γι’ αυτόν. Στόχος του, όπως λέει, ήταν να δημιουργήσει «μουσικές τοιχογραφίες», που να τις νιώθει ο λαός, να τις λογαριάζει για κάτι εντελώς δικό του. (1) Ο «Επιτάφιος» συγκλονίζει το Θεοδωράκη με τη στιχουργική του δύναμη, με τη μεγαλόπνοη πνοή του, με την ισχυρή κατάφαση ζωής και την αναμέτρηση με το θάνατο, ενάντια στη λήθη. Μελοποίησε αμέσως 8 από τα ποιήματα και έστειλε από ένα αντίγραφο στο Ρίτσο, στο Χατζιδάκι και στο Βύρωνα Σάμιο, γιατρό και προσωπικό του φίλο.

Η πρώτη ηχογράφηση έγινε τον Αύγουστο του 1960, με το Χατζιδάκι στην ενορχήστρωση και διεύθυνση, με ορχήστρα ελαφράς μουσικής και με ερμηνεύτρια που είχε επιλέξει ο ίδιος, τη Νάνα Μούσχουρη. Ο Μίκης δεν έμεινε ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα: «ήταν ωραίο ελληνικό τραγούδι, αλλά προς το ελαφρό… Εγώ όμως ήθελα να πάρω τη ρίζα και η ρίζα για μένα ήταν το λαϊκό τραγούδι μαζί με τους εκφραστές του, το μπουζούκι και το λαϊκό τραγουδιστή. Αυτό ήταν μια πρόκληση και προς την Αριστερά και προς την ιντελιγκέντσια της εποχής…». Με αμηχανία είχε αντιμετωπίσει αυτή την εκτέλεση και ο ποιητής Ρίτσος, που κάπως αλλιώς είχε φανταστεί τη μελοποίηση του έργου του.

Ο Μίκης ήθελε μια καθαρά λαϊκή φωνή, που να γίνει η συνισταμένη των φωνών όλων των ανθρώπων, στο γιαπί, στο δρόμο, στην αγορά, στο Πανεπιστήμιο. Αγνοώντας τις αντιδράσεις της δισκογραφικής εταιρίας Columbia που δε συμφωνούσε με την επιλογή του Μπιθικώτση, ο Μίκης τον επιλέγει ως τραγουδιστή, αρχίζουν με εντατικό ρυθμό τις πρόβες και με την τεράστια συμβολή του Μανώλη Χιώτη, προκύπτει ένα έργο καταπληκτικό: Μακριά από το λυρισμό της Χατζιδακικής εκδοχής και την αβρή εκτέλεση της Μούσχουρη, αποδίδεται με μοναδική λεβεντιά και παλικαριά ο σπαραγμός της μάνας μπροστά στην άδικη δολοφονία του μοναχογιού, ο πόνος μπροστά στο τετελεσμένο γεγονός, που μετατρέπεται όμως σε ισχυρή κατάφαση ζωής, σε έλλειψη ηττοπάθειας και σε προσκλητήριο αγώνα και κοινής δράσης. Η δεύτερη αυτή ηχογράφηση έγινε το Σεπτέμβρη του 1960, με το Γρηγόρη Μπιθικώτση και με το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη. Σε παράσταση στο θέατρο «Ακροπόλ» παρουσιάστηκαν και οι δυο εκτελέσεις, πρώτα του Χατζιδάκι και μετά του Θεοδωράκη. Ο καθένας τους προλόγισε και επιχειρηματολόγησε για τη δική του εκδοχή. Όλα τα έντυπα της εποχής συμμετείχαν στο γεγονός με κριτικές της μιας ή της άλλης άποψης.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή(2) ο Λαμπρόπουλος της Columbia κάλεσε από το Παρίσι το Μίκη ως αντίπαλο δέος του Μάνου, διαθέτοντάς του συγχρόνως τους Μπιθικώτση και Χιώτη, οι οποίοι συνέβαλαν τελικά στην επιτυχία της δεύτερης αυτής εκτέλεσης. Η άποψη αυτή, πέρα από το ότι αδικεί το Μίκη και τη μουσική του παιδεία, δεν έχει βάση, καθώς δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές στη δομή των τραγουδιών μεταξύ της πρώτης και δεύτερης εκτέλεσης, παρά μόνο στην ενορχήστρωση. Απλά, η μια είναι λυρική και επιθαλάμια, η άλλη λαϊκή και στιβαρή. Άρα, η επιτυχία του «Επιτάφιου»(3) πρέπει να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στη σύλληψη του Θεοδωράκη. Εξάλλου, ο Μίκης σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά τον «Επιτάφιο» έγραψε τραγούδια σε ρυθμό ζεϊμπέκικο («Σαββατόβραδο», «Δραπετσώνα», «Ένα δειλινό», «Το φεγγάρι κάνει βόλτα», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά» κλπ.), που έχουν απόλυτα τη δική του σφραγίδα, είτε τα έπαιξε ο Χιώτης είτε ο Καρνέζης κι ο Παπαδόπουλος είτε ο Ζαμπέτας. Ακολούθησε τρίτη ηχογράφηση, το 1963, με το Μίκη Θεοδωράκη – Μαίρη Λίντα – Μανώλη Χιώτη και ορχήστρα εγχόρδων. Ο«Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου σφράγισε μια εποχή λαϊκών αγώνων και ανέδειξε το Γιάννη Ρίτσο, τον ποιητή των οραμάτων μιας νέας, αναγεννησιακής Πρωτομαγιάς του ανθρώπου και του κόσμου όλου.
Σημειώσεις:

(1). «Στα κονσέρτα των πρωτοποριακών με πιάνει το στομάχι μου από τους σνομπ… η μουσική πρωτοπορία απευθύνεται σε πολύ μικρό «σνομπ – μυημένο» κοινό… Έπλασα σιγά-σιγά μέσα μου το ιδανικό της ζωής μου: να δημιουργήσω ηχητικές τοιχογραφίες, όμως με υλικά απολύτως ζωντανά… αυτή την ηχητική τοιχογραφία να την νιώθει ο λαός, να τη λογαριάζει για κάτι εντελώς δικό του, που βγαίνει απ’ αυτόν…»
(2). Γιώργος Ζαμπέτας: «Βίος και πολιτεία», επιμέλεια Ιωάννας Κλειάσιου, Εκδ. Ντέφι, Αθήνα 1997, σελ. 215-216
(3). Απόσπασμα από επιστολή του Μίκη Θεοδωράκη που γράφτηκε στις 21/10/1960 στο Παρίσι και δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχος 73-74, τόμος ΙΓ΄, σελ.75

Βιβλιογραφία

  • Φ. Γρηγοριάδη «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας», 1909-1940, εκδ. «Καπόπουλος», τόμος 4ος.
  • Σπ. Λιναρδάτου «Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου», εκδ. «Θεμέλιο», 1965.
  • «Θέματα Παιδείας», τεύχος 23-24.
  • Mario Vitti «Η γενιά του ’30 – Ιδεολογία και Μορφή», εκδ. «Ερμής», Αθήνα, 1982.
  • Mario Vitti, «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», εκδ. «Οδυσσέας», Αθήνα, 1978.
  • Αρχείο εφημερίδας «Ριζοσπάστης».

http://www.klika.gr/cms/index.php/ar8rografia/ar8ra/200-elegeio-matomeni-protomagia.html

Σχολείο

Παράξενη πρωτομαγιά

{Παράξενη πρωτομαγιά
μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.} δις

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

{Παράξενη πρωτομαγιά
ο ήλιος καίει το πέλαγο στη δύση
μα της καρδιάς την πυρκαγιά
πού θα βρεθεί ποτάμι να την σβήσει.} δις

Στα δυο σου μάτια τα χρυσαφιά
σκοτάδι πέφτει και συννεφιά
ποιες μπόρες φέρνεις και ποιες βροχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές
σε κουρασμένες νεκρές ψυχές.

{Παράξενη πρωτομαγιά
μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια
ηρθ’ ο καιρός του «έχε γεια»
τι να την κάνεις πια την περηφάνια.} δις

Παράξενη πρωτομαγιά, παράξενη πρωτομαγιά.

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη & Μανώλης Μητσιάς ( Ντουέτο )

Πηγή στίχων: Στίχοι.info

http://istologio.org/?p=2677

Σχολείο

 

Επιλεγμένες ιστοσελίδες:

Κατηγορίες:πολιτική Ετικέτες: , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: