Αρχική > διηγήματα > Η ΑΓΙΑ ΣΥΜΠΤΩΣΗ

Η ΑΓΙΑ ΣΥΜΠΤΩΣΗ

DSC_0081

Του Χρίστου Σαμαντά

Όταν επιθυμείς κάτι διακαώς

όλο το σύμπαν συνωμοτεί για την πραγματοποίησή του.

Paolo Coelho

Εκτός από τη φημολογούμενη μηχανή του χρόνου με την οποία, όπως διατείνονται οι ευφάνταστοι επιστήμονες θα μπορούμε να κάνουμε μια βόλτα στο παρελθόν και, αν θέλουμε, θα ελέγχουμε ή και θα αποτρέπουμε ήδη πραγματοποιηθέντα γεγονότα (!) μπορεί να έχει μυστικ(ιστι)κά κατασκευαστεί και η μηχανή των συμπτώσεων!

Θα μου πείτε, βέβαια, «συμπτώσεις είναι, βρε αδερφέ, κι όχι τίποτα το μεταφυσικά προγραμματισμένο, και ως εκ τούτου, πέρα από κάποια έκπληξη, παύει το ενδιαφέρον». Αμ οι τόσες πολλές συμπτώσεις που ο καθένας έχει καταθέσει, έχουν κάνει σμπαράλια το νόμο των πιθανοτήτων. Να μην ανοίξουμε και το φάκελο «προφητικά όνειρα», γιατί αυτοί που τα θυμούνται το πρωί, έχουν πολλά να αφηγηθούν, αν και δεν προλαβαίνουν συνήθως να εξασφαλίσουν μάρτυρες για του ονείρου το αληθές εκβάν.

Ήδη δεν αντέχω στον πειρασμό να ισχυρισθώ ότι παραμονές της έκδοσης των αποτελεσμάτων για την εισαγωγή μου στο Πανεπιστήμιο είδα πεντακάθαρα όνειρο ότι ο κολλητός μου ξεκίνησε από τη Λαμία για σπουδές στην Αθήνα, ενώ εγώ πήρα αντίθετο δρόμο. Προτού μάλιστα επιβεβαιωθεί η προφητεία, είχα μια λανθάνουσα στενοχώρια για τα χαμένα σχέδια που κάναμε από κοινού για τη μελλοντική φοιτητικής μας ζωή.

Και όντως, σε λίγες ημέρες πήρα το τραίνο για τη Θεσσαλονίκη – στο παρθενικό μου ταξίδι – με μια αρχαία σκοινόδετη βαλίτσα ανά χείρας και μπόλικη στενοχώρια για το άγνωστο, μιας και οι προσανατολισμοί των Λαμιωτών έρεπαν συνήθως κατά Αθήνα μεριά (άλλωστε από παλιά η Λαμία ήταν ο αιμοδότης των σωμάτων ασφαλείας, των ΣΕΚ και των… θυρωρών της Αθήνας).

Ευτυχώς που είχα νωρίς καπαρώσει συγκάτοικο και πάλι ευτυχώς που μας περίμενε στο σταθμό της συμπρωτεύουσας ένας χωριανός μου φίλος, δευτεροετής φοιτητής. Το βράδυ στο σπίτι του στρωματσάδα σχεδιάζαμε το σεργιάνι της επόμενης ημέρας με πρώτη προτεραιότητα το νοίκιασμα κάποιου δωματίου (διαμέρισμα δικαιούνταν οι εύποροι και οι παλιοσειρές). Αν και η εποχή προσφερόταν να κάνεις το κομμάτι σου σαν φοιτητής, η οικονομική ανέχεια και ο επαρχιωτισμός μας καθήλωναν στ’ αυγά μας. Ουδείς μαξιμαλισμός επιτρεπόταν από την πλευρά μας, με διάχυτη όμως τη ζήλια για μερικούς συνομηλίκους που διέθεταν διάφορα εφήμερα (!) αγαθά (π.χ. ποδήλατο, γυαλιά ηλίου, τρανζιστοράκι, κιθάρα, μαγνητόφωνο, παλτό, κουστουμιά κλπ.).

Το πρωί λοιπόν ξαμοληθήκαμε στη γειτονιά ρωτώντας κυρίως τους ψιλικατζήδες (αυτοί έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα) κι αφού χάσαμε επανειλημμένα τον προσανατολισμό μας, γύρω στο μεσημέρι ένας κουρέας (μερακλής στις γυναίκες – επένδυε στη πιθανότητα να του γνωρίζαμε φοιτήτριες) μας έστειλε στην οδό Ιουλιανού (του παραβάτη, ντε). Μας καλοδέχτηκε μια νόστιμη κυρία με μπικουτί στα μαλλιά και χρυσό δόντι στα αριστερά. Δεν αργήσαμε στα παζάρια για το ενοίκιο του δωματίου, όπου χωρούσαν μετά βίας τα δυο μονά κρεβάτια κι ένα πτυσσόμενο τραπεζάκι. Μας άρεσε το δωμάτιο, γιατί ήταν κοντά στο Πανεπιστήμιο, έβλεπε στο δρόμο και γιατί η κυρά μας – μοδίστρα στο επάγγελμα – είχε οικότροφα δυο όμορφα μοδιστράκια (κάτι ήξερε ο κουρέας). Όταν αργότερα γυρίσαμε με τα μπογαλάκια μας στο καινούργιο δωμάτιο, άνοιξα την εντοιχισμένη ντουλάπα να βολέψω τη βαλίτσα, όπου εντελώς ανέλπιστα ένιωσα σε ένταση και συμπύκνωση τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής μου. Τι ήταν τούτο, Θεέ μου! Ένα παλιό τσιτσανίστικο μπουζούκι έχασκε με το άνοιγμά του προς εμένα λες και με χαιρετούσε. Οποία εσωτερική χαρά! Τύφλα να’ χε ο πρώτος λαχνός του λαϊκού.

Εδώ επιβάλλεται μια παρένθεση για να αιτιολογήσω επαρκώς το ντελίριο χαράς μου. Από μικρός, που λέτε, «γούσταρα» πολύ τα διάφορα ελληνικά άσματα, πρώτα τα δημοτικά που ακούγαμε με κατάνυξη στους γάμους και τα πανηγύρια κι ύστερα όλα τα άλλα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Ο πατέρας μας, προοδευτικός άνθρωπος, αν και αγράμματος, είχε αγοράσει πρώτος στο χωριό ραδιόφωνο GRUNDIG με μπαταρία, που ξελιγωνόταν γρήγορα από τη συνεχή χρήση. Τα καλοκαίρια κυρίως, που αρμαθιάζαμε με τις ώρες καπνό, είχαμε συντροφιά στην κούρασή μας τα τραγούδια, τα οποία λόγω ηλικίας και μελωδικών γονιδίων τα αφομοιώναμε εν ριπή οφθαλμού. «Να μαθαίνατε με την ίδια ευκολία και τα μαθήματά σας», παρατηρούσε κάπως αυστηρά και ηθικολογικά ο πατέρας μας.

Τις υπόλοιπες ώρες στα χωράφια γινόταν αναπαραγωγή των μεμαθημένων ασμάτων εν είδει διαγωνισμού ανάμεσα στα αδέρφια. Εγώ μάλιστα ήθελα να αποδίδω ακέραια τη μελωδία στο κάθε τραγούδι και γι’ αυτό προσπαθούσα να μιμηθώ με το στόμα τα διάφορα συνοδευτικά μουσικά όργανα, αλλά με χαρακτηριστική ευκολία απέδιδα τον ήχο του μπουζουκιού. Οι πενιές του δονούσαν ανεξήγητα όλα τα κύτταρά μου και δε χόρταινα τα τραγούδια που είχαν μπουζούκι. Αυτή η (από)κλιση ήταν για την περίπτωσή μου λίγο περίεργη, διότι στην περιοχή μας κυριαρχούσαν τα κλαρίνα και δεν είχα δει ποτέ κάποιον από κοντά να παίζει μπουζούκι. Ας είναι καλά ο ελληνικός κινηματογράφος με τον Ζαμπέτα του, τον Χιώτη, τον Τσιτσάνη, τον Μητσάκη, τον Χρυσίνη και τόσους άλλους βιρτουόζους που γεμίζανε τις ταινίες με όμορφες πενιές από τα τέλια αυτού του «θεϊκού οργάνου». Αυτούς ειδικά τους μπουζουκοπαίχτες τους θεωρούσα κάτι σαν μικρούς θεούς.

Επόμενο ήταν λοιπόν να έχω στα υπόψη των μελλοντικών μου σχεδίων ένα μπουζούκι και με κρυφά όνειρα για τη χρήση του. Λέω κρυφά, γιατί ο πατέρας μου, αν και αγαπούσε σαν πρωτοψάλτης πολύ τη μουσική, είχε καημό να μάθουμε γράμματα κι όχι να γίνουμε οργανοπαίχτες. Άσε που στη Λαμία οι περισσότεροι από αυτούς ήταν «γύφτικης» καταγωγής πανηγυρτζήδες, που συνωθούνταν τον υπόλοιπο καιρό αργόσχολοι στο καφενείο του Παναγή. Ρατσισμός- ξερατσισμός, αυτή ήταν τότε η επαρχιώτικη αντίληψη για τους οργανοπαίχτες, που σίγουρα τους αδικούσε ηθικά και καλλιτεχνικά.

Έτσι έγιναν λοιπόν τα πράγματα κι εγώ έμεινα να χάσκω μπροστά σε ένα μπουζουκάκι, το αδιαπραγμάτευτο φετίχ μου. Κατακλύστηκα από ένα κύμα τεράστιας χαράς, αλλά δεν μπορώ ακόμη να εξηγήσω γιατί δεν την εκδήλωσα πανηγυρικά. Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Είναι αλήθεια ότι δεν μοιράστηκα τη χαρά μου ούτε με το συγκάτοικο, λόγω της μεγάλης αδιαφορίας που έδειξε για το εύρημα και που συνδυαζόταν με τη γενικότερη αδιαφορία του για τα μουσικά δρώμενα. Όταν συνήλθα, το χάιδεψα και το φίλησα κρυφά με συγκίνηση. Αυτές οι στιγμές ήταν ολοδικές μου και καμπύλωσαν το χρόνο. Μυριάδες συνειρμοί άστραψαν σαν ηλεκτρικές εκκενώσεις και, ξαφνικά, μακάρισα τη στιγμή που εκείνο το λάθος μου στην τριγωνομετρία των πανελληνίων εξετάσεων με κατέταξε φοιτητή στη Σαλονίκη. Και η Θεσσαλονίκη είναι κατά την άποψή μου η πόλη των πόλεων για ένα λόγο παραπάνω. Πήγα αμέσως δειλά – δειλά στην κυρά – Χρυσούλα και της ανέφερα τα σχετικά με το «εύρημα» προσπαθώντας μάταια να κρύψω τη χαρά μου. Αυτή όμως, γάτα στην ψυχολογία και με υψηλή ενσυναίσθηση, μου είπε αμέσως γενναιόδωρα: «Πάρ’ το παιδάκι μου, αν το θες, το αγόρασα με στερήσεις για τον κανακάρη μου, αλλά αυτός δεν έχει μεράκι. Πάρ’ το, να ευφρανθεί η καρδούλα σου».

Έκτοτε η κυρά- Χρυσούλα έμελλε να γίνει χαϊδευτικά η «μάδερ», κι ήταν όντως η πρώτη μου επαφή με την απαράμιλλη φιλοξενία καρδιάς των βορείων. Όλο το απόγευμα έμεινα κλεισμένος στο δωμάτιό μου και με ένα δίφραγκο για πένα άρχισα να γρατζουνάω τις λίγες σκουριασμένες χορδές. Ήταν ένα τρίχορδο με λιγοστά μπιχλιμπίδια και με δύο διαφορετικές εναλλασσόμενες δόγες στο σκάφος του. Ο «Λευτέρης» και η «Άπονη ζωή» άρχισαν σιγά – σιγά να ισορροπούν στο σύρμα, ενώ, καθώς ήμουν βιρτουόζος με το …στόμα, συμπλήρωνα μ’ αυτό τα δύσκολα μέρη. Μπορεί να φάνταζε ανιαρό ή και κωμικό για έναν τρίτο που θα με παρακολουθούσε, να προσπαθώ με κάθε τρόπο να κάνω το οργανάκι να μιλήσει, αλλά αυτό ποσώς το λογάριαζα. Ακόμη και σήμερα όταν παίζω αυτά τα τραγούδια, χορεύουν στο μυαλό μου οι συνειρμοί και η νοσταλγία στην καρδιά.

Το βράδυ από τη χαρά μου άργησα να κοιμηθώ. Τοποθέτησα μάλιστα το οργανάκι πλάι μου και υποθέτω βάσιμα ότι κάθε γυναίκα θα ζήλευε τέτοιου είδους τρυφερότητες. Κάνει όμως λάθος όποιος νομίζει ότι το όργανο που αγαπάς δεν έχει ψυχή. Έχει και παραέχει και δε σε ζημιώνει ποτέ. Μόνο χαρές και παρήγορο λόγο έχει στο αμπάρι του. Όσο από κοινωνικές σχέσεις, είναι ο μαγικός καταλύτης φιλίας με άπειρους ομοίους σου. Όταν, πάλι, είσαι τελεμένος από τον καθημερινό κάματο, μια ολιγόλεπτη έστω επαφή είναι άριστο παυσίπονο. Χάνεις την αίσθηση του χρόνου και δε μετανιώνεις.

Λίγες μέρες αργότερα πηγαίνοντας με άλλον αέρα προς το Πανεπιστήμιο, έπεσα πάνω σε ένα μαγαζάκι, δίπλα στο μιναρέ της Ροτόντας, το «Οργανοποιείον ο Δεκαβάλλας». Μετά από λίγο πήρα παραμάσχαλα γυμνό το μπουζούκι και το πήγα στο μάστορα, που έμοιαζε καταπληκτικά με τον Βιολάρη. Μου είπε μάλιστα με ευγένεια και υπερηφάνεια ότι το μπουζούκι αυτό ήταν από τα πρώτα που έφτιαξε ο μακαρίτης ο πατέρας του. Περιττό να πω ότι με τον κυρ-Κώστα Δεκαβάλλα και τον γιο του Βίκτωρα, (σημερινό συνεχιστή της παράδοσης που σαν μαθητή τον φρόντιζα με ιδιαίτερο μάθημα στη φυσικοχημεία) μας τιμάει μέχρι σήμερα μια αμοιβαία και αρραγής φιλία. Με την κατασκευαστική τους δεξιοτεχνία και τελειομανία βάζουν στα όργανα φωτιά. Μπορεί άραγε να μετρηθεί το μερίδιο του συνολικού λαϊκού συναισθήματος που τους ανήκει, για τα χιλιάδες εκλεκτά μπουζούκια που έχουν κατασκευάσει;

Με μια φτηνή πλαστική θήκη που αγόρασα στο νέο σύντροφό μου, έκοβα από προϊούσα έπαρση κάθε τόσο βόλτες στη γειτονιά χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, μόνο και μόνο για να αυτοπροσδιοριστώ καλλιτεχνικά, έστω και με αυτή την ψευδαίσθηση. Ήθελα – αν και ακόμη στο μουσικό νηπιαγωγείο – για τον υπόλοιπο κόσμο να θεωρούμαι μπουζουξής. Ο καθένας με τη λόξα του κι εγώ με το μπουζούκι μου. Ούτε για τη φοιτητική μου ιδιότητα καμάρωνα πλέον ιδιαίτερα, ούτε για τα κάλλη μου, όπως έκανε ένας νάρκισσος συμφοιτητής μου, ο οποίος γυρνούσε όλη τη μέρα με τα διανοουμενίστικα γυαλιά, ριχτό κασκόλ και μια θεόρατη δερμάτινη τσάντα, που μέσα της είχε όλα κι όλα ένα μπλοκάκι κι ένα μοσχοσάπουνο! Δεν σταμάτησα ποτέ, έστω και ανορθόδοξα, να προσπαθώ εντελώς μόνος για το καλύτερο αποτέλεσμα.

Το μπουζούκι έγινε συνέχεια του χεριού μου, ενώ από απύθμενο θράσος αναλάμβανα από νωρίς ρόλο μουσικού μαέστρου στις παρέες και τα πάρτυ της εποχής. Αυτό με βοήθησε καλλιτεχνικά τα μέγιστα. Πιστεύω ακράδαντα στο σαββοπουλικό απόφθεγμα «Των ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλον γαλαξία…» και δε χρειάζεται αναγκαστικά να είσαι ο Νικολόπουλοος για να περάσει καλά η συντροφιά, αρκεί η διάθεση – που έτσι κι αλλιώς περισσεύει στην καρδιά μας – και το ρεπερτόριο, για το οποίο διαθέτουμε πολύ μεγάλο αποθηκευτικό χώρο στη μνήμη μας. Και μην ξεχνάμε πως το νεοελληνικό τραγούδι εν πολλοίς βασίστηκε και αναδείχτηκε με το μπουζούκι και γι’ αυτό το τίμησαν δεόντως εκτός από τους ρεμπέτες και «λαϊκούς» τα μεγαθήρια Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, Κουγιουμτζής, Λεοντής, Λοΐζος, και τόσοι άλλοι «έντεχνοι».

Αλλά ας σταματήσουμε εδώ, γιατί το μπουζούκι δεν έχει ανάγκη της φτωχής μου συνηγορίας ούτε και ήταν σκοπός αυτού του αφηγήματος. Απλώς παρασύρθηκα στη λογοδιάρροια από τον διαρκή έρωτα θέλοντας συνεκδοχικά να φτάσω και στην τιτλοφορούμενη «αγία σύμπτωση».

Μετά από σαράντα συναπτά έτη – χωρίς στιγμή να μου περάσει η παιδική μου μποζουκοαρρώστια – χρειάστηκε επειγόντως να νοικιάσουμε άλλο σπίτι στη Θεσσαλονίκη για τις επαγγελματικές υποχρεώσεις της μεγάλης μας κόρης, διότι εκείνο που μόλις είχαμε ξενοικιάσει έπρεπε να εκκενωθεί πάραυτα. Πού να πάμε όλο το σύγχρονο εργένικο νοικοκυριό, μέχρι να βρούμε άλλο σπίτι; Συζητώντας λοιπόν τηλεφωνικά με μια οικογενειακή φίλη για το μεγάλο ζόρι μας, μεσολάβησε αυτή απρόσμενα σε μια γνωστή της (και συμπτωματικά ήταν γνωστός μας ο άντρας της ιδιοκτήτριας!), ώστε να τακτοποιηθούμε έστω και προσωρινά. Πήγε μάλιστα η κόρη μας να ιδεί το σπίτι, της ψιλοάρεσε, (μάλλον από ανάγκη), το καπάρωσε και έδωσε σήμα για την τσιγγάνικη μετακόμιση με τη βοήθεια ενός φίλου μας. Η αφεντιά μου, μετά από τόσες διαχρονικά μετακομίσεις, έχει μια απαράμιλλη εμπειρία και γι’ αυτό με προτιμούν ανέκαθεν οι φίλοι. Θυμάμαι στην εποχή της φοιτητικής ζωής είχαμε ένα φίλο βολιώτη, ο οποίος άλλαζε κρυφά σπίτι περί το τέλος του κάθε μήνα (για να μην πληρώνει ο μπαγάσας), οπότε σφύριζε κλέφτικα και μετά τα μεσάνυχτα άρχιζε η δόλια επιχείρηση.

Έχω μάλιστα μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με την παλιοπαρέα στο μέσον της Εγνατίας με όλο το τσιγγάνικο νοικοκυριό πάνω στο κρεβάτι. Χωρίς ιδιαίτερη αγωνία για το σπίτι που επέλεξε η κόρη μου, φτάσαμε στην παλιά μου γειτονιά και σταματήσαμε έξω από την πιο γνώριμη πολυκατοικία της Σαλονίκης. Ναι, καλά καταλάβατε, Ιουλιανού 9! Ανάμεσα σε χιλιάδες πολυκατοικίες αυτή μας έλαχε πάλι. Σε λίγο αγαπητοί μου, ώ της αγίας σύμπτωσης, ξεκλειδώσαμε το διαμέρισμα της πρώτης φοιτητικής μου χρονιάς!!! Αμέσως έτρεξα στο θρυλικό δωμάτιο να αντικρίσω την ντουλάπα. Ολοδική μου η νέα στιγμή στην πιο γνώριμη γωνιά, δική μου η περισυλλογή, δικά μου και τα δάκρυα. Σε ποιον να το πεις ότι, χωρίς καμιά προηγούμενη σκέψη γι’ αυτό το απρόσμενο συγκινησιακό βίωμα, υπήρξα πρωταγωνιστής ενός ανεπανάληπτου κομμού*.

Την άλλη μέρα έβαλα το μεταγενέστερο τρίχορδο μπουζούκι μου στην ίδια ντουλάπα και έκανα τις ίδιες κινήσεις όπως πριν σαράντα χρόνια. Έμεινε μόνο μια υπόσχεση, να γυρίσω κάποτε για τον εαυτό μου ένα ολιγόλεπτο φιλμ με το αυθεντικό σκηνικό.

Έχω ωστόσο κάποιες τύψεις για την τύχη του πρώτου μπουζουκιού μου. Με απορρόφησαν που λέτε τα καινούργια γυαλιστερά, οχτάχορδα μπουζούκια που ήταν τότε της μόδας και άφησα την πρώτη μου αγάπη ασυντήρητη και περιφρονημένη να κρέμεται στον τοίχο, εκτός από την Αποκριά που άλλαζε πολλά αφιλόξενα χέρια. Κάποτε διαλύθηκε και όπως δυστυχώς κατά κανόνα συμβαίνει, αναγνώρισα την αξία του μετά θάνατον. Παραμένει όμως ζωντανό στο μουσείο της καρδιά μου.

*κομμός: στιγμή έντονα συγκινητική που εμπεριέχεται στις αρχαίες τραγωδίες, π.χ. η αναγνώριση του Ορέστη από την αδελφή του Ηλέκτρα που τον θεωρούσε πεθαμένο.

 

 

249189_10151431140063652_501310752_n

 

 

DSC_0062

Κατηγορίες:διηγήματα Ετικέτες: , ,
  1. N.T.
    23/01/2018 στο 7:29 ΜΜ

    Όταν η αγάπη του ανθρώπου συναντά την ομορφιά του μπουζουκιού και της μουσικής μυσταγωγίας του, όταν το προσωπικό βίωμα εκφράζεται τόσο αυθεντικά, μόνο ένα κείμενο λογοτεχνικό μπορεί να γεννηθεί.

    Νώντα, μήπως η συνωμοσία είναι μια βαθιά επιθυμία που παραμένει καιρούς και καιρούς σε φαινομενική αδράνεια του ασυνείδητου και κάποια στιγμή ξεπηδάει από τη σκουληκότρυπα του χωροχρόνου;

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: