Αρχική > βιβλία, λογοτεχνία > Είσαι παράνομος ρε

Είσαι παράνομος ρε

image

 

 

 

Του Νίκου Λαγκαδινού

Έκδοση Μελετών Κοινωνικής Οικονομίας,

επιμέλεια έκδοσης Ευάγγελος Κασσαβέτης, σελίδες 144

NIKOS LAGADINOS

 

      Το καινούργιο βιβλίο του Νίκου Λαγκαδινού είναι συλλογή εμβληματικών διηγημάτων. Πρόκειται για έκφραση εκείνης της αφηγηματικής τέχνης που έχει στον πυρήνα της την ανάδειξη βασικών στοιχείων της ζωής. Σε μια εποχή παρακμής όπου εκδηλώνονται κυρίως τεχνάσματα και φτιασιδώματα της λογοτεχνικής γραφής, σε μια περίοδο όπου η φόρμα φουσκώνει σαν νεοπλασματικό μόρφωμα αποσκοπώντας στην κάλυψη του ελλείμματος του περιεχομένου, η εστίαση στην ουσία της καθημερινής διαπάλης και στον αγώνα των ανθρώπων του λαού είναι μια μορφή αποκατάστασης του Λόγου.

      Η αναδρομή σε παλιότερες περιόδους φτώχειας και σοβαρού δημοκρατικού ελλείμματος στη χώρα μας είναι μια καίρια ανατομία αυτογνωσίας της πορείας του λαού μας. Το σκηνικό, κοινωνικό και πολιτικό, δεν είναι το παραδοσιακό ουδέτερο φόντο, μια αμέτοχη τοιχογραφία, όπου εκδηλώνεται η δράση των ηρώων. Σκηνικό και ήρωες ζυμώνονται μαζί, γιατί είναι οργανικά συνδεδεμένα στοιχεία μιας ενιαίας εικόνας, μιας εικόνας ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και κοινωνικής διαπάλης. Οι ήρωες είναι απλοί άνθρωποι του λαού, που βιώνουν τις κοινωνικές ανισότητες, που αγωνίζονται πεισματικά στα δικά τους οράματα για μια δίκαιη ζωή. Αντιστέκονται στις διώξεις της εξουσίας. Δεν υποκύπτουν ακόμα και όταν φαινομενικά ηττώνται. Έχουν πίστη στα ιδανικά τους και στις αξίες τους. Η σκληρή καθημερινότητά τους πυρώνεται από τη θέρμη του αγώνα και της βαθιάς πίστης στο όραμα της δημιουργίας ενός όμορφου κόσμου, δίκαιου κόσμου.

      Οι δύσκολοι καιροί της Κατοχής, του Εμφυλίου και του αστυνομικού κράτους της Δεξιάς παρουσιάζονται χωρίς δραματοποιήσεις αλλά με νηφαλιότητα και με κριτική διάθεση. Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1940, την εποχή της Γερμανικής βαρβαρότητας και του ηρωικού αγώνα της αντίστασης απλών αλλά και γνωστών ανθρώπων φτάνουμε στη δεκαετία της μεγάλης ελπίδας της πρώιμης Μεταπολίτευσης διασχίζοντας τις σκληρές περιόδους των δεκαετιών 1950 και 1960 με τη φτώχεια και τις αστυνομικές διώξεις, με την μετανάστευση και τις άθλιες συνθήκες της ζωής. Η αστυνομία είναι παντού μέσα στη ζωή των βασανισμένων ανθρώπων, των ανθρώπων του λαού, ακόμα και στα πιο απλά πράγματα. «Για να φύγεις από τον τόπο σου και να έρθεις σε έναν άλλο τόπο, έπρεπε να πάρεις άδεια από την αστυνομία…».

      Η νομιμότητα όλο αυτό το διάστημα δεν είναι το θεσμικό καταφύγιο των πολιτών αλλά μηχανισμός εξουσίας του κράτους. Οι διακρίσεις των πολιτών σε νομιμόφρονες και μη και η διαρκής χειραγώγηση των δημοκρατικών πολιτών που τολμούν να αγοράζουν την «Αυγή» είναι το καθημερινό σκηνικό. Η μετανάστευση αφήνει όλο και πιο πολλές ανοιχτές πληγές. «Πόσες φορές είδα τη μάνα κρυφά να διαβάζει τα παλιά γράμματα των παιδιών και να κλαίει! Η ζωή είναι πια ημερομηνίες και χρονολογίες. Πότε έφυγε η μεγάλη κόρη, πότε έφυγε ο γιος και πότε ακολούθησαν και τ’ άλλα δυο». Ακόμα και οι αφηγήσεις των ηρώων μέσα στην αφήγηση του συγγραφέα αναδεικνύουν το νόημα της ζωής. Έτσι ακόμα και όταν ο φτωχός τσαγκάρης βρίσκεται με έναν πλούτο στα χέρια και βλέπει τη ζωή του να ξεφεύγει από τη δική του κοσμοθεωρία, θα αναφωνήσει λυτρωτικά. «Δεν τα θέλω τα λεφτά! Θέλω την ιστορία μου…», τον αγώνα της ζωής. Τι πιο διαπαιδαγωγικό παράδειγμα; Τα παιδιά των φτωχών ανθρώπων είναι στους δρόμους, στο κυνήγι του σκληρού μεροκάματου. Αγωνίζονταν βιώνοντας τη σκληρότητα του κόσμου. Η απορία του παιδιού είναι πράξη αντίστασης, θέλησης για ζωή. «Κυνηγάς εμένα που αγωνίζομαι για ένα κομμάτι ψωμί;». «Είσαι παράνομος, ρε…», μου λέγανε. Κι εγώ δεν κώλωνα… Το να αγοράσεις καινούργια παπούτσια με το μικρό υστέρημα είναι αμαρτία, γιατί δεν έχουν και τα άλλα παιδιά να φορέσουν. Τα μαστορόπουλα είχαν πιάσει το νόημα από την αρχή. Πρέπει το μυαλό να παίρνει γρήγορες στροφές, το μάτι να κόβει. «Η δουλειά δεν μαθαίνεται, κλέβεται. Αν μπορείς να την κλέψεις, θα την κλέψεις, δεν την έκλεψες, δεν την έμαθες».

      Οι εξιστορήσεις ρέουν με την ορμητικότητα του προφορικού λόγου. Νιώθεις και θεωρείς ότι ο συγγραφέας είναι απέναντί σου και σου μιλάει με ζέον πάθος, με την αίσθηση μήπως δεν προλάβει να τελειώσει την εξιστόρησή του. Δεν παίρνει ανάσα. Θέλει να μιλήσει και μόνο να μιλήσει, όπως έκανε εκείνος ο ήρωας του Κανταρέ, που βλέποντας το τέλος της ζωής του μέσα στο τούνελ που είχαν σκάψει για την πολιορκία του κάστρου τον πιάνει ένας παραληρηματικός λόγος για να προλάβει να αφηγηθεί την ουσία της ζωής του στο σύντροφό του, αν και ξέρει ότι και οι δύο μαζί θα έχουν την ίδια τύχη.

      Ο Νίκος Λαγκαδινός δημιουργεί ανάγλυφες εικόνες και ζωηρές παραστάσεις. Διαβάζοντάς τον ανασυσταίνεις την όλη δράση των ηρώων μέσα από τη δική σου ονειροπλασία επιδιώκοντας να βρεις τα ομόλογα του συγγραφέα. Σε μεταφέρει στη μαύρη περίοδο του εμφυλίου και του μετεμφυλιακού κλίματος, όπου τα κοινωνικά φρονήματα και ο έλεγχος του κράτους επί των προοδευτικών πολιτών παίρνει τραγικές διαστάσεις. Βιώνεις με μια πρωτόγνωρη αμεσότητα τη φρίκη και το βαθύ διχασμό του εμφυλίου και το φοβερό κύμα διώξεων όσων αγωνίστηκαν εναντίον του εχθρού της πατρίδας των, όσων εξακολουθούν να δρουν για τον εκδημοκρατισμό της πολιτείας μας. Οι ήρωές του νοιάζονται και αγωνίζονται ακόμα και για τους διώκτες τους, τους αστυνομικούς που έχουν χειραγωγηθεί από τη σκληρή προπαγάνδα της εξουσίας. Αναδύεται έτσι η απόλυτα μοναδική ομορφιά των κοινωνικών προοδευτικών αγώνων. Ακόμα και όταν ο ήρωας βαδίζει στα παλιά χνάρια του, στις παλιές φτωχικές γειτονιές της Αθήνας αναδύονται οι εικόνες των εφηβικών βιωμάτων. Αν και οι αισθήσεις του άλλα του δείχνουν εκείνος βλέπει με τα μάτια της ψυχής του. «Εκείνα που ζήσαμε έχουν φωλιάσει μέσα μας και πηγαινόρχονται σαν παλίρροια και άμπωτη. Και γρατζουνάνε την ψυχή μου κι όλο μου έρχονται δάκρυα και βουρκώνω και βλέπω μπροστά μου τις φάτσες των γειτόνων μας, μια – μια ξεχωριστή, και γελάω και κλαίω…».

      Τελειώνοντας το διάβασμα προσπαθείς να συνδέσεις την αφήγηση μιας δύσκολης και σκληρής εποχής με τη σημερινή κατάσταση της παρακμής και της κρίσης και σε πιάνει ένα άγχος να ξετυλίξεις το νήμα μέχρι το σήμερα, να βρεις πώς τα λάθη εκείνης της εποχής, της φτώχειας και των διώξεων, μετασχηματίστηκαν σε λάθη στις δεκαετίες της οικονομικής προόδου και νιώθεις ότι είναι ακριβώς το ίδιο έλλειμμα του ουμανισμού και της ανθρωπιάς – μετασχηματισμένο μέσα από το φανταχτερό τύλιγμα του καταναλωτισμού και το εγωτισμού – που οδήγησαν τη σημερινή κοινωνία μας στα μαύρα σκοτάδια.

      Ναι, θεωρώ ότι το διάβασμα του βιβλίου «Είσαι παράνομος ρε» δεν φωτίζει μόνο με ζωντάνια τα πάθη των λαϊκών ανθρώπων μιας δύσκολης εποχής αλλά σε οδηγεί σε μια απόπειρα συνολικής ερμηνείας της σύγχρονης ιστορίας μας. Μαζί με το διάβασμα συνεχίζεις τη δική σου αφήγηση για να εξηγήσεις το σήμερα. Πρόκειται κατ’ ουσία για ένα παιδαγωγικό αφήγημα, που παίρνει θέση επί των ουσιωδών πλευρών της ζωής και σε προβληματίζει αβίαστα να αφηγηθείς μέσα από τη δική σου «υπερκείμενη» ανάγνωση το δικό σου βίωμα – απόσταγμα. Και αυτή η πολύ όμορφη πλευρά του διαβάσματος με ενθουσίασε πολλαπλά…

Νίκος Τσούλιας

 

 

 

image

 

 

image

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. 10/03/2016 στο 11:33 ΠΜ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: