Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Τα δέντρα της ζωής μας

Τα δέντρα της ζωής μας

3-25-2013_001

Του Νίκου Τσούλια

 

      Στους καιρούς της πάλαι ποτέ αγροτικής μας ζωής η αντίληψη και η νοοτροπία μας ήταν πολύ διαφορετικές από αυτές που συναντήσαμε και υιοθετήσαμε αργότερα στο αστικό μέρος της ζωής μας. Τα ζώα και τα δέντρα ήταν βασικά στοιχεία της ζωής. Τα φροντίζαμε με περισσή έγνοια και αυτά ήσαν πολύ γενναιόδωρα μαζί μας˙ έδιναν τα πλούσια αγαθά τους. Στις διαχρονικές εικόνες της ζωής μας είναι παρόντα τα δέντρα αυτά και δεν ξεθωριάζουν με τίποτα τα είδωλά τους στη διαλυτική επέλαση της εντροπίας…

      Δίπλα στη μικρή μας χαμοκέλα, στα ανατολικά της αυλής μας, κοντά στο δρόμο είχαμε τρεις αμυγδαλιές. Ήταν πολύ αγαπητές, γιατί όταν άρχιζαν να ανθίζουν, σήμαινε και το τέλος των χειμώνων, των άγριων χειμώνων, αφού το σπιτικό μας ήταν τόσο φτωχικά φτιαγμένο με χωματόπλιθα και γύφτικο κεραμίδι πάνω σε καλαμένια σκεπή και το διαπερνούσε το κρύο πολύ εύκολα. Είχαμε τρία λιοστάσια, ένα ανάμεσα στο μεγάλο αμπέλι και στον κυπαρισσώνα, ένα στο χωράφι δίπλα από τα αλώνια της σταφίδας και ένα δίπλα από το χωράφι, που συνήθως σπέρναμε στάρι και αραποσίτι, και έφταναν οι ελιές – μικρές αυτές – μέχρι επάνω στο λόφο με τις πεύκες και το μεγάλο λόγκο.

      Οι ελιές ειδικά αυτές που ήσαν μέσα στο αμπέλι είχαν την τιμητική τους αλλά μόνο όταν δεν είχαν τους καρπούς τους, γιατί αλλιώς υπήρχε ο μέγας φόβος του ξυλοδαρμού που εκείνους τους καιρούς έδινε και έπαιρνε. Πιο πάνω από το αμπέλι, τα κυπαρίσσια πυκνά – πυκνά έφτιαχναν έναν ατέλειωτο μέρος που προστατευόταν και από τον καλοκαιρινό ήλιο και από τις χειμωνιάτικες βροχές. Εκεί άλλωστε είχαμε και τα στέκια των ζώων. Στο κάτω μέρος του αμπελιού, ακριβώς στην αρχή του, ήταν το καμάρι του σπιτιού μας, η βασιλαπιδιά. Γι’ αυτή έρχονταν με τα καλάθια οι γυναίκες να ζητήσουν απίδια όταν είχαν «καλούς καλεσμένους» δηλαδή από την Αθήνα ή από την ξενιτιά. Εκεί ήταν και ο Κοκκίνης μας, ο άγριος σκύλος, που αν και δεμένος φόβιζε κάθε ξένο που πλησίαζε από το φόβο μήπως κόψει το σκοινί και άντε μετά να τα έβγαζες πέρα…

      Η μεγάλη συκιά απ’ εκεί στο κτήμα μας στη σταφίδα ήταν και αυτό ξεχωριστό δέντρο. Γιατί παραβγαίναμε στις κουβέντες μας η πιτσιρικαρία στο ποιος είχε τα καλύτερα δέντρα. Εκεί όταν τρυγάγαμε, στηνόταν το τραπέζι και για το κολατσιό με ντομάτες, τυρί, ψωμί και ρέγγα και για το μεσημεριανό χυλοπίτες με κοτόπουλο και όταν είμαστε μικροί, κοιτάζαμε τους μεγάλους από πάνω σκαρφαλωμένοι με τις ώρες στις γερτές κλάρες τους και όταν είχαμε μπει και εμείς στο πανηγύρι του τρύγου, στον ίσκιο τους πλέον παίρναμε ανάσες από τη σκληρότητα του λιοπυριού και από το θειάφι και το χαλκό που είχαν τα κλήματα.

      Πιο πέρα πάνω στο μεγάλο μας λιοστάσι ήταν η μεγάλη απιδιά. Πήγαινε προς τον ουρανό και δεν την ένοιαζε καθόλου που δεν μπορούσαμε να ανέβουμε πάνω της. Αλλά έλα που είχε τέσσερις ξεχωριστές ποικιλίες – που τις είχε μαζέψει από άλλα χωριά και τις είχε κεντρώσει ο πατέρας μας – ακόμα και χειμωνάπιδα προς το δυτικό μέρος έβγαζε, όταν οι άλλες απιδιές είχαν όλα τα κλαδιά τους προς τα πάνω αφού έλειπε το βάρος των φρούτων. Από την άλλη πλευρά ήταν η μικρή απιδιά μας με τα θεριστάπιδα που γινόντουσαν γρήγορα – γρήγορα και τα ρήμαζαν οι θεριστάδες στο χωράφι του σταριού μέσα στον Ιούνιο τότε που εμείς είχαμε το μυαλό μας στα Διαγωνίσματα.

      Στην άκρη της σταφίδας στα σύνορά της με το δεύτερο αμπέλι μας υπήρχαν οι κυδωνιές, που ακόμα και σήμερα παραμένουν ακμαίες και θαλερές. Οι κυδωνιές – μαζί με τις απιδιές – ήταν πάντα περισσευούμενες˙ είχαμε πολλές ίσως γιατί τα γλυκά του κουταλιού ήταν ή του σταφυλιού (της τσιμπίπως) ή του κυδωνιού, ίσως γιατί κυδώνια τα κρεμάγαμε – όπως και τα χειμωνάπιδα – και τα τρώγαμε ίσαμε πέρα και απ’ τα Χριστούγεννα. Η μικρή παρέα των τεσσάρων πεύκων στο μικρό υψωματάκι κοντά στα αλώνια της σταφίδας δεν ήταν δική μας αλλά ούτε και κανενός άλλου. Ήταν του κράτους, αλλά επειδή είμαστε μόνο εμείς δίπλα τους, τις νιώθαμε σαν δικές μας. Στα καλοκαίρια που έσφιγγαν οι ζέστες εδώ πάντα είχε αεράκι και ο ίσκιος τους ήταν δροσερός…

      Και όταν ήλθε το «τέρας του φράγματος» και έκοψαν κάθε δέντρο που υπήρχε στη γειτονιά μας και πολύ μακρύτερα απ’ αυτή, δεν ήθελα με τίποτα να ξεριζωθούν από τη σκέψη μου και τη μνήμη μου. Πήγα και μέτρησα με τα βήματά μου από τις αρχές των χωραφιών μας, των δρόμων και του σπιτιού μας τις αποστάσεις για να φτιάξω αργότερα σχέδια και πίνακες με την εικόνα των χωραφιών και των δέντρων μας. Αλλά έχασα το χαρτί των σημειώσεων τότε στα φοιτητικά μου χρόνια που κοίταζα μόνο το μέλλον και δεν έριχνα ματιές στο παρελθόν μου. Και προσπαθώ τώρα να βγάλω τις αποστάσεις – θυμούμενος ξανά και ξανά τα βράδια αλλά και τις ημέρες όταν δήθεν χαζεύω, ενώ ταξιδεύω στης μνήμης τους καιρούς και τους τόπους – για να ανασυστήσω στο χαρτί τα δέντρα της ζωής μας…

σάρωση0020

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: