Αρχική > σχολείο > Πρότυπα – Πειραματικά Σχολεία: Ένας ιστορικός θεσμός εκπαιδευτικής αξίας (Μέρος Α)

Πρότυπα – Πειραματικά Σχολεία: Ένας ιστορικός θεσμός εκπαιδευτικής αξίας (Μέρος Α)

Πρότυπα - Πειραματικά Σχολεία: Ένας ιστορικός θεσμός εκπαιδευτικής αξίας (Μέρος Α)

Θανάσης Κοπάδης

Στην Ελλάδα η πρώτη νομοθετική πρωτοβουλία για τα πειραματικά σχολεία εμφανίζεται το 1929, στα πλαίσια μιας γενικότερης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης με τον καθορισμό της εξάχρονης υποχρεωτικής φοίτησης.

Η αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης αποτελεί μέλημα της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας με τον θεσμό των Προτύπων – Πειραματικών Σχολείων να διαδραματίζει διαχρονικά σημαντικό ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Οι καινοτόμες εκπαιδευτικές συνθήκες, το γνωστικό επίπεδο και η εξέλιξη των αποφοίτων τους αποτελεί παράδειγμα μίμησης για ολόκληρο το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Παρόλα αυτά οι πειραματικές δράσεις και οι καινοτομίες στην Ελλάδα δεν είχαν μόνιμο χαρακτήρα με αποτέλεσμα να μην αποτελούν, όσο θα έπρεπε, πρότυπα για τις υπόλοιπες σχολικές μονάδες.

Ξεκινώντας με την Πειραματική Εκπαίδευση, αυτή παρατηρείται σε ένα μεγάλος εύρος διαφορετικών χρονικών και γεωγραφικών πλαισίων και εμφανίζεται ιστορικά με διάφορες μορφές.

Μια από αυτές στηρίζεται στην παιδαγωγική έννοια του Σχολείου Εργασίας με βασική αρχή ότι το κέντρο κάθε εκπαιδευτικής δραστηριότητας είναι το παιδί, το οποίο ζει σε έναν ξεχωριστό κόσμο, διαφορετικό από αυτόν των ενηλίκων και με κύριους εκπροσώπους τον Dewey στην Αμερική, τον Decroly στο Βέλγιο και την Montessori στην Ιταλία.

Ανεξαρτησία, ελευθερία με όρια και σεβασμός για την βαθμιαία ανάπτυξη του παιδιού ήταν το τρίπτυχο του Μοντεσσοριανού συστήματος εκπαίδευσης, που ξεκίνησε στις αρχές του 1900 και εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να εφαρμόζεται σε χιλιάδες σχολεία παντού, επηρεάζοντας τις καθημερινές συνήθειες της οικογένειας και της κοινωνίας γενικότερα.

Μια άλλη μορφή της Πειραματικής Εκπαίδευσης, εκτός από μοντέλα θεωρητικών παιδαγωγικών ρευμάτων, ήταν για την προετοιμασία των μαθητών σε μελλοντικές εξελίξεις και ανερχόμενες ανάγκες στην αγορά εργασίας.

Για παράδειγμα, έπειτα από ανθρωπολογικές μελέτες της φυλής των Μαορί στην Αυστραλία, προέκυψε το συμπέρασμα ότι θα υπάρξει ανάγκη εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας, λόγω της μελλοντικής έλευσης Αγγλοφώνων στην Αυστραλία. Αυτή η ανάγκη, αν και ακόμα δεν είχε εκδηλωθεί, οδήγησε την ηγεσία τους στο να εισάγουν πειραματικά την αγγλική γλώσσα στα σχολεία.

Πειραματικά σχολεία εμφανίζονται μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου σε πολλές χώρες.

Στη Γερμανία ξεκινάνε από μια ομάδα 2.000 εξεγερμένων εκπαιδευτικών με στόχο σημαντικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, όπως την αυτοδιοίκηση των σχολικών κέντρων μέσα από συλλογικότητες γονέων και εκπαιδευτικών, την αποβολή της θρησκευτικής εκπαίδευσης κ.α.

Στην Ισπανία εγχειρήματα Πειραματικής Εκπαίδευσης ξεκινάνε από μεταρρυθμιστές της αριστεράς με πολλές σημαντικές καινοτομίες της εποχής, όπως την αντικατάσταση όλου του εκπαιδευτικού προσωπικού που μέχρι τότε αποτελούνταν αποκλειστικά από άντρες, σε μεγάλο βαθμό από γυναίκες.

Στη Βουλγαρία χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός Πειραματικού Σχολείου που στηρίχθηκε αποκλειστικά στην αλληλοεπίδραση μεταξύ των μαθητών.

Στη Νέα Ζηλανδία λειτούργησαν δύο Πειραματικά Σχολεία. Το ένα, είχε βασικό προσανατολισμό την επιλογή των μαθητών αναφορικά με τη γνώση την οποία ήθελαν να διδαχθούν, χωρίς την παραμικρή κατεύθυνση από τους διδάσκοντες. Το άλλο, στήριξε την εκπαιδευτική διαδικασία αποκλειστικά στην συστηματική χρήση της τέχνης, αλλά τα αποτελέσματα έδειξαν μεγάλη πτώση στην εκπαιδευτική επίδοση των μαθητών, λόγω της πολύ μικρής διδακτικής ύλης.

Στην Ελλάδα η πρώτη νομοθετική πρωτοβουλία εμφανίζεται το 1929, στα πλαίσια μιας γενικότερης εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης με τον καθορισμό της εξάχρονης υποχρεωτικής φοίτησης.

Για τη χρονική περίοδο 1929 – 1967 η ιδεολογική οριοθέτηση των Πειραματικών Σχολείων ήταν συντηρητική με στόχο ο μαθητής να αποκτήσει, ως εσωτερική ανάγκη, την αίσθηση της εργασίας και του καθήκοντος, προκειμένου να καταπολεμηθούν εθνικά ελαττώματα, όπως η ανοργανωσιά.

Αρχικά ιδρύθηκε το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, ως υλοποίηση της πρότασης που είχε διατυπώσει ο καθηγητής Παιδαγωγικής Νικόλαος Εξαρχόπουλος.

Ο βασικός σκοπός του ήταν η θεωρητική και πρακτική παιδαγωγική μόρφωση των καθηγητών της Μέσης Εκπαίδευσης και η παιδαγωγική κατάρτιση των δημοδιδασκάλων. 

Σε σχέση με τα άλλα σχολεία της εποχής ξεχώριζε για την ενιαία διεύθυνση δημοτικού και γυμνασίου, για την καλλιέργεια οικογενειακής ατμόσφαιρας στις σχέσεις μαθητών – δασκάλων και για την ελευθερία έκφρασης και αυτενέργειας των μαθητών κατά την διδασκαλία.Οργανώνεται για πρώτη φορά στην ιστορία ο θεσμός των σχολικών κοινοτήτων και λειτουργεί βιβλιοθήκη, εργαστήρια και σχολικός κήπος, ακόμη και τις απογευματινές ώρες.

Την ίδια εποχή ιδρύθηκε και το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με παρόμοιο τρόπο λειτουργίας.

Την επταετία 1967 – 1974 τα Πειραματικά Σχολεία διατηρούνται και αξιοποιούνται από το στρατιωτικό καθεστώς για την προώθηση των κυβερνητικών εκπαιδευτικών στόχων, ενώ το 1972 ιδρύεται και το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Πατρών.

Το 2000 ιδρύεται το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

Ο αρχικός νόμος του 1929 που όριζε τις βασικές αρχές λειτουργίας των Πειραματικών Σχολείων βρίσκεται ακόμα σε ισχύ.

Βασική αλλαγή υπάρχει το 2011 με την ενοποίηση των Πειραματικών Σχολείων με τα Πρότυπα, η ιστορία των οποίων θα παρουσιαστεί στο Μέρος Β.

Η συμμετοχή των μαθητών στα Πρότυπα – Πειραματικά Σχολεία πλέον ορίστηκε να πραγματοποιείται μετά από κλήρωση στο νηπιαγωγείο, ενώ για τις υπόλοιπες τάξεις μετά από γραπτές εξετάσεις, κατόπιν σχετικής αίτησης του μαθητή.

Ο συγκεκριμένος νόμος του 2011 συνάντησε πολλές αντιδράσεις από την εκπαιδευτική κοινότητα, καθώς η επιβολή εξετάσεων για την εισαγωγή των μαθητών στα Πειραματικά Σχολεία θεωρήθηκε πως μεταβάλλει τον παιδαγωγικό χαρακτήρα των σχολείων αυτών. Βασικό επιχείρημα ήταν ότι τα Πειραματικά Σχολεία έχουν τελείως διαφορετικό προσανατολισμό από τα Πρότυπα Σχολεία και ότι οι εκπαιδευτικές καινοτομίες θα πρέπει να εφαρμόζονται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα μαθητών και όχι στους καλύτερους από αυτούς, μέσω εξετάσεων.

Το 2015 ο διαχωρισμός τους επανήλθε, έτσι ώστε οι μαθητές να εισάγονται με κλήρωση στα Πειραματικά και με εξετάσεις στα Πρότυπα.

Πρότυπα Σχολεία έμειναν 5 στον αριθμό, ενώ με νομοσχέδιο του 2019 ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά. Σήμερα στο δίκτυο των Π.Σ. (Πρότυπων Σχολείων) και ΠΕΙ.Σ. (Πειραματικών Σχολείων) ανήκουν 62 εκπαιδευτικές δομές, εκ των οποίων τα 28 είναι Π.Σ. και τα 54 είναι ΠΕΙ.Σ.

Συνεχίζεται με την ιστορία των Προτύπων Σχολείων μέχρι σήμερα.

Θανάσης Κοπάδης

Μαθηματικός – Συγγραφέας

https://www.alfavita.gr/ekpaideysi/344916_protypa-peiramatika-sholeia-enas-istorikos-thesmos-ekpaideytikis-axias-meros

Πώς μπορούν οι εκπαιδευτικοί να κάνουν τα παιδιά να αγαπήσουν το διάβασμα –  Times News

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: