Αρχική > κοινωνία > Παλιότερες διατροφικές συνήθειες

Παλιότερες διατροφικές συνήθειες

Αποτέλεσμα εικόνας για πανηγυρι στο χωριο δεκαετια 1960

Του Νίκου Τσούλια

     Αναφέρομαι στη δεκαετία του 1960 και στην τότε κρατούσα αγροτική ζωή του τόπου μας. Είναι η εποχή που καταδυναστεύεται ακόμα από τις συνέπειες του τελευταίου παγκόσμιου πολέμου, ενώ και οι πληγές του εμφυλίου πολέμου είναι ακόμα χαίνουσες και αιμάσσουσες.

     Ωστόσο, υπάρχει προσωπική και συλλογική θέληση για έξοδο της χώρας από τη φτώχεια και για εθνική πρόοδο, που εκφράζεται με σκληρό αγώνα από την ελληνική κοινωνία. Μπορεί το πολιτικό σύστημα να είναι ασφυκτικά χειραγωγημένο από τον ξένο παράγοντα και από το εγχώριο σύστημα εξουσίας, αλλά υπάρχει δημοκρατικός άνεμος παντού και τίποτα δεν φαίνεται ότι θα σταματήσει την «Άνοιξη», που έρχεται ορμητική. Άλλωστε, η άνθηση των Γραμμάτων και των Τεχνών είναι δηλωτική ενός προοδευτικού πολιτισμικού ρεύματος με αιχμές τη μουσική, την ποίηση, την πεζογραφία, την εικαστική τέχνη.

     Η οικονομία της κρατούσας αγροτικής ζωής χαρακτηρίζεται από μια διάθεση αυτάρκειας και ολιγάρκειας. Τα νοικοκυριά αγωνίζονται με τον πιο σκληρό τρόπο για να εξασφαλίσουν τα πιο απαραίτητα μέσα για την επιβίωση των οικογενειών τους. Κάθε σπιτικό προσπαθεί να παράγει όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά διατροφής: στάρι (ψωμί, ζυμαρικά), λάδι, κρασί, κηπευτικά, οικόσιτα ζώα (κρέας, αυγά, γάλα), φρούτα (ακόμα και για το φθινόπωρο και για το χειμώνα τα κυδώνια, τα αχλάδια, τα σταφύλια, τα ρόδα, τα ξελάγκουρα κρέμονταν στα πατερά των σπιτιών), γιατί τα ρευστά χρήματα είναι σε έλλειψη. Όσο λιγότερα υλικά αγαθά διατροφής χρειάζονταν, τόσο πιο νοικοκυρεμένη ήταν η οικογένεια. «Αυτός είναι νοικοκύρης», έλεγαν για όποιο εξασφάλιζε μεγάλη γκάμα διατροφής, χωρίς να εξαρτάται από το εμπόριο. Άλλωστε υπήρχε και η μεγάλη σκιά του βερεσέ, όπου το πανωγράψιμο έδινε και έπαιρνε σκιάζοντας τις σχέσεις καταναλωτών και εμπόρων.

     Η κουλτούρα της οικονομίας είναι κραταιά και διάχυτη παντού. Η λέξη προσφάι «δίνει και παίρνει», αποτελεί μέγα οικογενειακό παιδαγωγικό πρόταγμα από τις μικρές ηλικίες και γίνεται βιωματική συμπεριφορά. Κάθε πιρουνιά και κάθε κουταλιά έπρεπε να συνοδεύεται με μπόλικο ψωμί, για να πιάνει τόπο το φαί. Με ένα μικρό κομμάτι τυρί έπρεπε να τρως πολύ ψωμί. Τα γλυκά είναι πάντα κατασκευής των σπιτιών και το πολύ – πολύ να αγοράζονται από τα μαγαζιά καμιά καραμέλα και καμιά σοκολάτα. Τα ζυμαρικά (χυλοπίτες, που είναι και πιο …γιορτινές και ο τραχανάς, που είναι σχεδόν καθημερινής χρήσης) μαζί με τα όσπρια (φασόλια, φακές, ρεβίθια) είναι στην πρώτη γραμμή της διατροφής στη χειμωνιάτικη περίοδο, ενώ την αντίστοιχη καλοκαιρινή περίοδο κυριαρχούν τα κηπευτικά (φασολάκια, πατάτες, κολοκύθια, μελιτζάνες, μπάμιες κλπ) τα οποία είναι και αυτά οικογενειακής παραγωγής. Φυσικά, δεν πετάγονταν τρόφιμα και φαγητά και στη χειρότερη εκδοχή κατέληγαν ως τροφή στα ζώα.

     Οι περισσότερες οικογένειες είναι πολυμελείς (μαζί ζούσαν και οι παππούδες και οι γιαγιάδες) και φυσικά τότε δεν υπήρχε γι’ αυτές ούτε καν σκέψη για ξεχωριστή μέριμνα από την πολιτεία. Σαν κοβόταν το καρβέλι για το βραδινό φαγητό έφευγαν οι φέτες η μία πίσω από την άλλη – όσο για το μεσημεριανό φαγητό δύσκολα βρισκόταν όλη η οικογένεια μαζεμένη στο σπίτι, αφού ήταν σκορπισμένη στα χωράφια και στις σκληρές δουλειές. Τα παιδιά σαν γύριζαν από το σχολείο έτρωγαν στο πόδι και μετά βρίσκονταν και αυτά στα χωράφια και στα ζώα. Τότε δεν υπήρχε διάβασμα με το φως της ημέρας, παρά μόνο αν φυλούσαν παράλληλα κάποιο κοπάδι ζώων. Το διάβασμα ερχόταν με το σκοτάδι και με το μάζωμα στο σπίτι ή όταν έβρεχε δυνατά και έφευγαν όλοι αναγκαστικά από τις δουλειές.

     Τα πολύ φτωχά παιδιά, τα πιο αδύνατα παιδιά, αφού ζυγίζονταν στις πλάστιγγες, είχαν μερικές φορές και το τυχερό τους και πήγαιναν στις καλοκαιρινές κατασκηνώσεις, όπου γνώριζαν για πρώτη φορά μια σχετική αφθονία στο φαί. Φυσικά, οι περισσότεροι γονείς δεν τα άφηναν, αφού τα χρειάζονταν για τις τόσες και τόσες δουλειές της οικογένειας. Το μαγείρεμα των φαγητών γινόταν με μπόλικο νερό – γιατί πού να πιάσει αλλιώς τόπο όταν υπήρχαν δέκα και παραπάνω στόματα; «Έχω …τόσα στόματα να θρέψω», έλεγε πάντα κάποιος για να δικαιολογηθεί όταν χρειαζόταν να πάει και για ξενοδουλειά. Τότε οι οικογένειες πάσχιζαν να παχύνουν τα παιδιά τους, γιατί ήταν δείγμα φροντίδας και νοικοκυροσύνης. Από κοντά στο όλο πνεύμα της οικονομίας στο φαί, ήταν και η νηστεία, η οποία είτε για θρησκευτικούς λόγους είτε όχι τηρείτο με ευλάβεια. Είχαμε ανατροπή της διατροφικής ολιγάρκειας μόνο σε οριακές περιπτώσεις: γιορτές, πανηγύρια, γάμους.

     Η όλη στάση ζωής και η κουλτούρα για τη διατροφή σαφώς και είχαν σχέση με τις δεσμεύσεις και τις συνθήκες της φτώχειας, αλλά ταυτόχρονα συνδέονταν με την ολιγάρκεια της ελληνικής γης και με τις παραδόσεις του λαού μας. Δεν είχε καν γεννηθεί η υποψία του παρακμιακού καταναλωτισμού ούτε και η βουλιμική διάθεση, που τόσο πολύ αλλοίωσαν την ορθολογική σχέση του Έλληνα με τη διατροφή και μάλιστα στην παραδοσιακή της εκδοχή, εκείνη του μεσογειακού χαρακτήρα. Και φυσικά δεν υπήρχε παιδικός διαβήτης ούτε και …επιδημία παιδικής παχυσαρκίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για παλιες φωτογραφίες οικογένειας που τρωνε

Αποτέλεσμα εικόνας για παλιες φωτογραφίες οικογένειας που τρωνε

Κατηγορίες:κοινωνία Ετικέτες: , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: