Αρχική > φιλοσοφία > «Τι θα πει ο κόσμος!»

«Τι θα πει ο κόσμος!»

Επιστροφή από τους αγρούς, Κριτσά, Κρήτη, δεκαετία 1960

Του Νίκου Τσούλια

      «Τι θα πει ο κόσμος!». Ήταν μια χαρακτηριστική φράση κυρίως των γονέων προς τα παιδιά τους όταν ήθελαν να τα πείσουν για κάτι επί του οποίου είχαν ήδη εξαντλήσει τα άλλα επιχειρήματά τους, και ακόμα ήταν μια γενική ισχυροποίηση της επιχειρηματολογίας των ανθρώπων στις συζητήσεις τους σε παλιότερες εποχές. Σήμερα η φράση αυτή δεν ακούγεται σχεδόν καθόλου και φυσικά δεν είναι τυχαίο˙ ίσα – ίσα ο «γλωσσικός κώδικας» αποτελεί μάλλον τον ασφαλέστερο δείκτη των συμπεριφορών μας και των αντιλήψεών μας και μέσα απ’ αυτόν μπορούμε να αναλύσουμε πολλά ζητήματά μας.

      Αλλά γιατί γινόταν αναφορά στον κόσμο και ποια είναι η βαρύτητα της φράσης αυτής; Και πριν απαντήσουμε στο βασικό μας ερώτημα, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η έννοια κόσμος αναφερόταν στους άλλους συνανθρώπους μας και γενικότερα στην κοινωνία. Επιπλέον θα πρέπει να αναφέρουμε ότι τη φράση αυτή τη χρησιμοποιούσαμε όταν μια κίνησή μας ή μια ενέργειά μας είχε αρνητικό περιεχόμενο ή αποτελούσε μια έννοια κακής πράξης και λειτουργίας.

      Υπήρχαν λοιπόν συγκεκριμένοι λόγοι που έφερναν στην επιφάνεια την πολύ συνηθισμένη χρήση της. Πρώτον, δήλωνε ευθέως ότι μας ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων πολιτών. Βέβαια μιλάμε για εποχές όπου το μεγάλο μέρος του πληθυσμού ήταν κατανεμημένο σε αγροτικές περιοχές και η έννοια των «άλλων» παρέπεμπε σε μεγάλο βαθμό στην έννοια των «γνωστών». Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν αφορούσε μόνο αυτούς, αφού στους γνωστούς θα μπορούσες να δώσεις και κάποια εξήγηση, ενώ τους μη γνωστούς δεν είχες αυτή τη δυνατότητα. Η γνώμη των άλλων ήταν βαρόμετρο στη συμπεριφορά αλλά και στην αξιολόγηση μιας πράξης ως συνετής ή όχι ή ως ηθικής και ορθής.

      Δεύτερον, η εν λόγω φράση προϋπόθετε σαφή όρια στη δράση μας. Και τα όρια αυτά ήταν προσδιορισμένα σε μεγάλο βαθμό από τη γνώμη των άλλων και όχι από τις προσωπικές θεωρήσεις, ήταν – πιο απλά – πολύ πιο ασφυκτικά ακόμα και από ό,τι τα έθετε και η ίδια η πραγματικότητα και η ζωή και φυσικά δεν έχουν καμιά σχέση με τα σημερινά όρια. Ακόμα και στο ντύσιμο υπήρχαν άκαμπτα όρια…

      Τρίτον, το τι «θα πει ο κόσμος» έκανε ορατή και απτή την έννοια της ηθικής. Δηλαδή έπρεπε να σταθμιστεί η γενικότερη αντίληψη για την όποια συμπεριφορά του ανθρώπου. Μιλάμε βέβαια για εποχές όπου ο παιδαγωγικός λόγος τόσο στους κόλπους της οικογένειας όσο και πρωτίστως στο σχολείο ήταν πληθωρικός και οξύς, για εποχές όπου η αυστηρότητα κυριαρχούσε σ’ όλες τις συμπεριφορές των ανθρώπων και όχι μόνο των παιδιών. Εδώ υπεισερχόταν και η θρησκευτική εκδοχή στην ηθική στάση και συμπεριφορά, αφού τόσο η λειτουργία του Κατηχητικού σχολείου για τα παιδιά όσο και η θρησκευτικότητα για τους μεγάλους ήταν συστατικά στοιχεία της καθημερινής ζωής.

      Τέταρτον, η συζητούμενη φράση μας εξέφραζε και την έννοια της ντροπής. Βέβαια το συναίσθημα της ντροπής μπορεί να ήταν έκδηλο και για μη ηθικούς λόγους, από έλλειψη κοινωνικότητας ή από έλλειψη αυτοπεποίθησης και θάρρους. Ιδιαίτερα τα παιδιά στα χωριά, όποτε έρχονταν «ξένοι» – ακόμα και γνωστοί συγγενείς – στο σπίτι τους εξαφανίζονταν για κάποιο διάστημα μέχρι να συνηθίσουν στην εικόνα και στην ιδέα των «ξένων». Ωστόσο, η ντροπή δεν απέρρεε μόνο από αρνητικά στοιχεία αλλά και από απολύτως θετικά. Συνδεόταν με την αξία του σεβασμού και της σε μεγάλο βαθμό αναγνώρισης της αξίας των «άλλων», όπως επίσης και με τη συστολή των δικών μας προσόντων και όχι με τη στείρα και εγωιστική προβολή τους που τόσο πολύ ευδοκιμεί στις ημέρες μας.

      Όλα αυτά τα συμπαρομαρτούντα – η γνώμη των άλλων, η έννοια των ορίων, η αγωγή και η ηθική αντίληψη και το συναίσθημα της ντροπής – συναρθρώνονταν σε μια γενικότερη κουλτούρα της εποχής, μιας κουλτούρας που περιστρεφόταν γύρω από μια κεντρική ιδέα, ότι η ζωή κερδίζεται με σκληρό αγώνα και ότι η εργασία είναι η βασική κοινωνική δράση του ανθρώπου – αν όχι και η μοναδική – με την οποία κερδίζεται ένα καλύτερο μέλλον. Όταν στις αγροτικές κοινωνίες η δουλειά ήταν κυριολεκτικά παίδεμα, ήταν «δουλειά ήλιο με ήλιο», σκληρή χειρωνακτική δουλειά χωρίς χρησιμοποίηση μηχανών και σε συνθήκες πολύ αντίξοες, και μόνο η εικόνα της «οκτάωρης εργασίας» που ακουγόταν για κάθε άλλη κατηγορία εργαζομένων φάνταζε σαν μια μεγάλη κατάκτηση, σαν ένα όνειρο επαγγελματικής προόδου για τα παιδιά.

      Βέβαια αναφερόμαστε σε εποχές φτώχειας, όπου η ολιγάρκεια και η περιστολή της «επιθυμίας» ήταν μέγιστες αξίες και προτεραιότητες ζωής, όπου η διαβρωτική και παρακμιακή επέλαση του καταναλωτισμού ήταν άγνωστα και αδιανόητα ζητήματα. Η φράση «τι θα πει ο κόσμος» μπορεί να θεωρηθεί ότι απορρέει και από μια ψευδεπίγραφη αισθητική αντίληψη της ζωής, αφού η όποια κουλτούρα απέπνεε ήταν προϊόν εξωτερικής συνθήκης και όχι μιας εσωτερικής / προσωπικής στάσης. Μπορεί να συνυπάρχει και μια τέτοια ερμηνεία, αλλά δεν παύει να είναι απείρως προτιμότερη αυτή αντίληψη από την αντίστοιχη σημερινή της μορφής «δεν με νοιάζει τίποτα / δεν δίνω λογαριασμό σε κανέναν». Και σε κάθε περίπτωση, αναγνωρίζει μια βαθιά ενότητα που πρέπει να διέπει τις σχέσεις των ανθρώπων, και γι’ αυτό το λόγο είναι μια εμβληματική θεώρηση για τη ζωή και για τον εαυτό μας.

Χαρακτικό του Τάσσου από το κείμενο με τον τίτλο «Το όργωμα»από παλιό Αναγνωστικό.

gym-irakl.ser.sch.gr

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: