Αρχική > φιλοσοφία > Νόηση και συναίσθημα: «δύο όψεις του ίδιου νομίσματος»

Νόηση και συναίσθημα: «δύο όψεις του ίδιου νομίσματος»

14 λιγότερο γνωστοί πίνακες του Βαν Γκογκ σε υψηλή ανάλυση | LiFO

Βαν Γκογκ 

Του Νίκου Τσούλια

      Δημιουργούμε τις λέξεις για να κατανοήσουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας. Μετασχηματίζουμε τις λέξεις για να εκφράζουν όλο και καλύτερα το πολιτισμικό μας φορτίο, τις φιλοσοφικές και τις επιστημονικές αναζητήσεις μας και τις ανησυχίες και τις αγωνίες της τέχνης. Εξειδικεύουμε τις λέξεις για να γίνουμε πιο διεισδυτικοί και πιο ακριβείς στις αναλύσεις μας και στο στοχασμό μας.

      Σ’ αυτό το διαρκώς εξελισσόμενο γλωσσικό παιχνίδι το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα κερδοφόρο. Υπάρχουν και απώλειες. Για παράδειγμα κάθε λέξη που πεθαίνει καταστρέφει και μια συγκεκριμένη σημασιολόγηση στη σκέψη μας. Αλλά οι απώλειες προέρχονται και από άλλες πλευρές, από την ίδια τη σύσταση των λέξεων. Λέμε τη λέξη «καρέκλα» και όλοι συνεννοούμαστε περί τίνος πρόκειται, γιατί ναι μεν είναι μια γενική ιδέα αλλά έχει πάντα ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο. Αλλά όταν λέμε τις λέξεις «νόηση» ή «συναίσθημα», η συνεννόηση δεν είναι καθόλου εύκολη. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι όλοι οι άνθρωποι κατανοούμε το ίδιο σημασιολογικό περιεχόμενο. Το περιεχόμενο των λέξεων συναρτάται από πολλούς παράγοντες: από το πολιτιστικό συγκείμενο, από το πνευματικό κεφάλαιο του κάθε ανθρώπου, από την ψυχική διάθεση. Οι λεγόμενες αφηρημένες έννοιες έχουν ευρύ περιεχόμενο. Δεν αντιστοιχούν σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο αλλά περιγράφουν μια κατάσταση, ένα ευρύ φάσμα «γεγονότων» και πραγμάτων.

      Το όλο ζήτημα βέβαια είναι βαθιά φιλοσοφικό, αρκεί να παραπέμψουμε στη φοβερή διαμάχη μεταξύ δύο κορυφαίων φιλοσόφων του προηγούμενου αιώνα, του Βιντγκενστάιν και το Πόπερ όσον αφορά το αν το βασικό φιλοσοφικό μας πρόβλημα είναι η πρόσβαση στη γνώση ή στις επινοήσεις της γλώσσας. Η νόηση εμφανίζεται να είναι η ρεαλιστική όψη της λειτουργίας μας, ενώ το συναίσθημα εκφράζει συγκριτικά καλύτερα τη διάθεση και τη βούληση. Εδώ άλλωστε έχουμε και ένα σημαντικό ζήτημα γνωσιοθεωρίας. «Αν το συναίσθημα περικλείει την απόσταση μεταξύ της ανάγκης και της ικανοποίησης, ο λόγος βρίσκεται στο χωρισμό του υποκειμένου από το αντικείμενο και κατά συνέπεια συμπίπτει με την κατάσταση της αντίληψης και της κινητικής ικανότητας, οι οποίες περικλείουν επίσης το στοιχείο της απόστασης. Η «απόσταση» από όλες αυτές τις απόψεις συνεπάγεται τη διάσπαση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου»[i].

      Αλλά ορίζοντας κάθε φορά μια λέξη για να περιγράψουμε μια κατάσταση δεν είναι βέβαιο ότι η αντιστοίχηση λέξης – κατάστασης είναι η ίδια για όλους τους ανθρώπους. Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και με τα όρια των λέξεων. Οι λέξεις δεν έχουν συγκεκριμένες επικράτειες, δεν έχουν σαφή σύνορα δίκην ορίων χωρών – κρατών. Έτσι, πώς μπορούμε να ορίσουμε που αρχίζει και που τελειώνει η περιγραφή των λέξεων «νόηση» και «συναίσθημα» και πώς ξέρουμε ότι δεν τέμνονται πολλαπλά μεταξύ τους; Γιατί «σώνει και καλά» να τίθενται σε αντιπαράθεση μεταξύ τους επειδή υπάρχει μια μερική διαφοροποίηση στο περιεχόμενό τους; Και πιο απλά, υπάρχει νόηση χωρίς συναίσθημα και, αντιστρόφως, υπάρχει συναίσθημα χωρίς νόηση; Λειτουργούν αυτές οι δύο «καταστάσεις» του εαυτού μας χωριστά επειδή εμείς έχουμε κατασκευάσει δύο χωριστές λέξεις;

     Θεωρώ ότι οι έννοιες αυτές περιγράφουν ένα «συνεχές φάσμα» της όλης λειτουργίας του εαυτού μας, με τις έννοιες αυτές να είναι στα άκρα του φάσματος, αλλά σε καμιά περίπτωση να μην μπορούν να διακριθούν απόλυτα μεταξύ τους, απλά και μόνο γιατί εκφράζουν μια και ενιαία κατάστασή μας. Το γεγονός ότι επινοήθηκε ο όρος «συναισθηματική νοημοσύνη» καταδεικνύει μια απλή πραγματικότητα που απλώς το λεξιλόγιό μας την προσπερνούσε και ο όρος αυτός έρχεται να «συνενώσει» ως ένα βαθμό λειτουργίες μας που ούτως ή άλλως ήταν ενιαίες ή έστω συναρθρωμένες και ενωμένες.

      Βέβαια η δρομολόγηση των προαναφερθέντων εννοιών έλκει την καταγωγή της από τον προσδιορισμό των εννοιών του «πνεύματος» και της «ψυχής» – «οι Έλληνες επινόησαν την ιδιότητα της ψυχής για τις αισθήσεις και την ιδιότητα του Νου για τις σκέψεις»[ii] – αλλά και πάλι το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και γι’ αυτές τις έννοιες. Αν παρατηρήσουμε τον εαυτό μας απέναντι σε ένα γεγονός, θα δούμε ότι συνυπάρχει η λειτουργία της νόησης με εκείνη του συναισθήματος και εκείνο που μπορούμε να ξεχωρίσουμε είναι το ποια από τις δύο λειτουργίες είναι πλεονασματική ή επικρατούσα αλλά και αυτή η αξιολόγηση είναι εντελώς συγκυριακή.

     Ας δούμε όλη αυτή τη συζήτηση με ένα παράδειγμα. Ένα συγγενικό μας πρόσωπο προχωρημένης ηλικίας βρίσκεται σε προθανάτια φάση. Νιώθουμε θλίψη γι’ αυτό αλλά την ίδια στιγμή σκεπτόμαστε πολύ απλά ότι ο θάνατος σ’ αυτή την περίπτωση είναι απολύτως φυσιολογικός και η θλίψη μας δεν έχει και πολύ νόημα. Όταν πεθάνει το πρόσωπο αυτό, η θλίψη μας πλεονάζει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η νόησή μας έπαυσε να υπάρχει και να δημιουργεί μια άλλη εικόνα για το συμβάν. Όταν δε απομακρυνθούμε χρονικά από το γεγονός, η νόησή μας εμφανίζεται να έχει το «πάνω χέρι» στην όλη ερμηνεία του συμβάντος και στη δική μας στάση και συμπεριφορά.

      Το όλο ζήτημα της σχέσης «νόησης – συναισθήματος» εμφανίζεται πιο έντονα σε δύο κυρίως πεδία, στο πεδίο της λήψης των αποφάσεων και στο ερωτικό πεδίο. Εδώ η ένταση προφανώς οφείλεται από την επίδραση που προοικονομούμε ότι θα έχει η στάση μας σε μια συγκεκριμένη στιγμή για όλη την υπόλοιπη ζωή μας. Ποιος και ποια δεν ταλαντεύεται επί μακρόν για το πώς θα αποφασίσει για τον / την σύντροφο της ζωής σταθμίζοντας προφανώς (και κυρίως) την έννοια του έρωτα και της αγάπης αλλά πέραν τούτων την κουλτούρα, την αντίληψη της ζωής, την κοινωνική τάξη ή ακόμα και την οικονομική κατάσταση του άλλου / της άλλης;

      Το να λαμβάνουμε υπόψη μας και το συναίσθημα και τη νόηση στα μεγάλα ζητήματα που μας απασχολούν είναι μια στάση φρόνησης και αποτελεσματικότητας. Να νιώθουμε το σκίρτημα της ψυχής και το πάθος του συναισθήματος αλλά ταυτόχρονα να σκεπτόμαστε ορθολογικά. Να λαμβάνουμε υπόψη μας μια σχετική άποψη του Βολταίρου, να συνάπτουμε τη λογική της νόησης με τον ενθουσιασμό του συναισθήματος. «Ο λογικός ενθουσιασμός χαρακτηρίζει τους μεγάλους ποιητές. Αυτός ο λογικός ενθουσιασμός τελειοποιεί την τέχνη τους – γι’ αυτό και πίστευαν άλλοτε πως τους ποιητές τούς έχουν εμπνεύσει οι Θεοί, κάτι που ποτέ δεν είπαν για τους άλλους καλλιτέχνες»[iii].

[i] Γιόνας, Χ. (2001), Φιλοσοφικές έρευνες & μεταφυσικές εικασίες, Αθήνα: Ίνδικτος, σ. 34

[ii] Βολταίρος (2001), Φιλοσοφικό λεξικό, Αθήνα: Στάχυ, σ. 63

[iii] Βολταίρος (2001), Φιλοσοφικό λεξικό, Αθήνα: Στάχυ, σ. 175

Γυναίκα που περπατά σε κήπο - Βικιπαίδεια

Βαν Γκογκ

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: