Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Όχι, δεν είναι εικόνες που σβήνουν…

Όχι, δεν είναι εικόνες που σβήνουν…

σάρωση0021

Του Νίκου Τσούλια

      Όλες οι εικόνες έχουν την ίδια τύχη… Έρχονται και παρέρχονται, όπως καθετί στον κόσμο μας και στη ζωή μας. Αλλά δεν αρκεί αυτή η διαπίστωση. Δεν αναφερόμαστε για τις τόσες και τόσες εικόνες – που ανά στιγμή συμβαίνουν είτε τις αντιλαμβανόμαστε είτε όχι – αλλά για εκείνες που σε αφορούν με κάποιο ενεργό ή και απροσδιόριστο τρόπο ή σε έχουν σημαδέψει και σε απασχολούν διαρκώς ή απλώς σου έχουν κάνει εντύπωση.

      Λένε ότι ό,τι λαμβάνει χώρα στο χωροχρόνο δεν χάνεται εντελώς – κάπου ταξιδεύει ως «πληροφορία», που με την κατάλληλη τεχνολογία μπορεί να ανασυσταθεί, όπως μπορεί να γίνει στη βιολογική νεκρανάσταση εξαφανισμένων έμβιων ειδών με τη συνέργεια του DNA. Αλλά τότε δεν θα ανακατωθεί το μέλλον με το παρελθόν και θα μετασχηματιστούν σε ένα συνεχές παρόν, δεν θα βρεθούμε σε υπαρξιακή σύγχυση; Όμως, συνεχίζουν οι ειδικοί, αυτή η εξέλιξη δεν αφορά εμάς με τη μορφή που έχουμε σήμερα αλλά τη μετεξέλιξή μας, εκείνα τα όντα που θα είναι υβρίδια της δικής μας βιολογικότητας και πνευματικότητας και της τεχνολογικής δυνατότητας των νεότερης / μελλοντικής γενιάς των υπολογιστών και των ανδροειδών.

      Τέλος πάντων, εμάς μας ενδιαφέρουν εκείνες οι εικόνες που ξεθωριάζουν και μαζί τους παίρνουν και ένα κομμάτι του εαυτού μας, και αυτό το χαμένο μας είδωλο αναζητούμε σε ό,τι προσδιορίζουμε ως νοσταλγία. Είναι εικόνες της καθημερινής ζωής, που κάποτε μπορεί να μην είχαν καμιά αξία αλλά τώρα έχουν γίνει επίμαχο σημείο του στοχασμού μας. Είναι εικόνες της αγροτικής ζωής, της ζωής που έφυγε τόσο γρήγορα από την επέλαση και τον δελεασμό της συνεχούς προόδου, εικόνες που σημάδεψαν τη σημειολογία της ανθρώπινης συμπεριφοράς στη μικροκοινωνιολογική της θεώρηση.

      Είναι η αυλή μπροστά στις μικρές χαμοκέλες, που έπρεπε να είναι πάντα σκουπισμένη με τη σαρωματιά να είναι έτοιμη ανά πάσα στιγμή σε μια γωνιά περιμένοντας τα χέρια κάποιου παιδιού, είναι η επιστροφή του πατέρα από τα χωράφια με το σακάκι ανάρριχτο στους ώμους, με το παντελόνι φορτωμένο λάσπες από το γόνατο και κάτω, είναι τα χωράφια γεμάτα άντρες, γυναίκες και παιδιά να δουλεύουν χωρίς να σηκώνουν κεφάλι για να προλάβουν του ήλιου το βασίλεμα, είναι το λιομάζωμα μέσα στο ψιλόβροχο με τους εργάτες – δηλαδή όλη την οικογένεια – να είναι μόνιμα σκυφτοί με ένα τσουβάλι προσαρμοσμένο στο κεφάλι και στη πλάτη σαν του καλόγερου το ένδυμα να μαζεύουν τη χαμάδα για να μην πηγαίνει ούτε μια ελίτσα χαμένη…

      Είναι εικόνες μικροχαράς, της Κυριακής το απομεσήμερο που το ραδιόφωνο θα γίνει δικό σου για δύο ώρες για να ακούσεις το αγαπημένο σου ποδόσφαιρο μαζί με το αφιέρωμα των λαϊκών τραγουδιών της Κολούμπια και να προβλέπεις τη νίκη της ομάδας σου με ανατροπή και να ετοιμάζεσαι το τι θα πρωτοπείς την άλλη μέρα στο σχολείο στους μαθητές – οπαδούς της αντίπαλης ομάδας, μιας καλής κουβέντας του δάσκαλου στο Δημοτικό σχολείο που θα σου προαναγγείλει το φωτεινό μέλλον σου και εσύ θα τη δέσεις κόμπο – σαν πουγκί πολύτιμου θησαυρού – γιατί ήταν εποχές της μορφής «αφού το είπε ο δάσκαλος, έτσι θα γίνει»…

      Είναι εικόνες γέννησης των πρώτων σκιρτημάτων του συναισθήματός σου, εικόνες περισσότερο σχημάτων φαντασίωσης παρά προβολών της πραγματικότητας για τη συμμαθήτρια που σε έχει «ξεσηκώσει» και εσύ πλάθεις και ξαναπλάθεις γι’ αυτήν ιστορίες επί ιστοριών χωρίς να της έχεις πεις τίποτα πιστεύοντας ότι και αυτή κάτι ανάλογο (θα) κάνει και φιλοτεχνείς το πορτρέτο της γυναίκας που θα πάρεις με τα χαρακτηριστικά του πρώτου σου έρωτα, εικόνες κατάκτησης μακρινών κόσμων, ονειρεμένων τόπων, άγνωστων επιτυχιών – και εσύ πάντα πρωταγωνιστής, πάντα να ανοίγεις δρόμους στη ζωή σου!  Ατέλειωτες εικόνες, που διαρκώς τις ανασύρεις στο συλλογισμό σου και ζεις μαζί τους, χωρίς κανένας να το ξέρει…

      Όταν οι εικόνες της καθημερινότητας γίνονται κάθε ημέρα ή και κατά κύματα ανάλογα με το τι κουβαλούν οι εποχές και οι καιροί, γίνονται στερεότυπα καθημερινότητας και τρόπου ζωής, μετασχηματίζονται σε σύμβολα που φωλιάζουν για τα καλά μέσα στη σκέψη των ανθρώπων, μεταστοιχειώνονται σε αρχιμήδεια σημεία σε έναν κόσμο διαρκών και απρόβλεπτων μεταβολών, μετατρέπονται σε απάγκιο κάθε υπαρξιακής αγωνίας. Είναι εικόνες του απόλυτα προσωπικού για κάθε άνθρωπο σύμπαντος.

      Όχι, δεν είναι εικόνες που σβήνουν. Είναι εικόνες της ψυχής και όχι των ματιών. Εικόνες καλά κρυμμένες στην καρδιά κάθε ανθρώπου. Πού να τις βρει ο χρόνος για να τις σβήσει;

σάρωση0072

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: