Αρχική > ιστορία > Οι παράγοντες του 1821

Οι παράγοντες του 1821

Η άλλη... Επανάσταση του 1821

(24 Μαρτίου 1952)

Σπύρος Μελάς
Ἀπό «Το Εἰκοσιένα» Πανηγυρικοί Λόγοι Ἀκαδημαϊκῶν, ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθῆναι 1977.

Μέρος Πρώτο

Ὅταν ὁ ἀθάνατος Κολοκοτρώνης, ἐπιστρέφων ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον, ἀπεβιβάσθη εἰς Μάνην, διὰ νὰ συγκροτήσῃ τὸ πρῶτον ἐπαναστατικὸν σῶμα, εἶπεν εἰς τὰ ὀλιγάριθμα παλληκάρια του:
—Ὁ Θεὸς ὑπέγραψε, παιδιά, τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος! Καὶ ὁ Θεὸς δὲν παίρνει πίσω τὴν ὑπογραφήν του!

Τὸν Θεὸν ἔθετεν ἐγγυητήν, ὁ βαθυστόχαστος ἀρχηγός, διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ τεραστίου ἀγῶνος, διότι ἐγνώριζεν ἄριστα, ὅτι δὲν θὰ εἶχεν εἰς τὴν ἀρχὴν ἄλλον βοηθὸν καὶ παραστάτην ἀπὸ τὸν Παντοδύναμον. Τὰ πυκνότερα σκότη περιέβαλλον ἀπὸ παντοῦ τὸ Ἔθνος, ὅταν ἀνελάμβανε τὸ ὑπεράνθρωπον ἐγχείρημα.

Τὸ κλῖμα τῆς Εὐρώπης, δημιουργημένον ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Συμμαχίαν, ἦτο σαφέστατα καὶ ἀπολύτως ἐχθρικὸν πρὸς κάθε ἰδέαν ἐξεγέρσεως. Οἱ ἰσχυροί τῆς Γῆς, συνηγμένοι, ὀλίγον πρίν, εἰς τὸ Συνέδριον τῆς Βιέννης, εἶχαν ἀνάγκην μακρᾶς ἡσυχίας διὰ τὴν καλὴν χώνευσιν τῶν πλουσίων λαφύρων, ποὺ ἄφηνε πίσω της ἡ πτῶσις τῆς Αὐτοκρατορίας τοῦ Κορσικανοῦ. Οὔτε λέξις εἰς αὐτὸ τὸ Συνέδριον, ὅπου ἔλαμπεν, ἐν τούτοις, ἡ μεγάλη μορφὴ τοῦ Καποδίστρια διὰ τὴν τύχην τῶν Ἑλλήνων. Τὰ ὑπομνήματά των ἐπήγαιναν εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων. Διὰ τοὺς συνηγμένους ἐκεῖ μονάρχας, ὁ Σουλτάνος ἦτο καὶ αὐτὸς ἕνας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπρεπε νὰ ἐνοχληθῇ, διὰ νὰ μὴ πάρουν ἀέρα καὶ οἱ ἄλλοι λαοί.

Κι’ ἔπειτα ἦταν ἀκόμη πανίσχυρος: ἐκίνει στρατοὺς καὶ στόλους κραταιοὺς καὶ πληθυσμοὺς συμπαγεῖς καὶ πολυαρίθμους καὶ χρῆμα ὑπεράφθονον καὶ μέσα ἐπιβλητικά. Ὁ τρομερὸς Ἀλῆ πασᾶς δὲν εἶχεν ἀποκαλύψει ἀκόμη, εἰς τὰ ἔκπληκτα μάτια τοῦ κόσμου ὅτι ὁ κολοσσὸς αὐτὸς εἶχε πόδας ἀπὸ εὔθραυστον ἄργιλον. Ἡ Εὐρώπη τὸν ἔτρεμε. Οἱ πρεσβευταί της προσέκλινον ἐδαφιαίως πρὸ τῶν ποδῶν του, ὅταν ἐγίνοντο δεκτοί• κι’ ἐχρειάσθησαν ἀγῶνες διὰ νὰ τοὺς ἐπιτρέψουν νὰ φέρουν τὰ διπλωματικὰ ξίφη των. Καί, ὅταν τοὺς ἐγίνετο ἡ ὑψίστη τιμὴ νὰ προσκληθοῦν εἰς γεῦμα, δὲν παρεκάθηντο εἰς τὴν σουλτανικὴν τράπεζαν ὡς ὁμότιμοι, ἀλλὰ σχεδὸν ὡς ἐπαῖται. Διότι ὁ σουλτάνος δὲν ἦτο κοινὸς ἡγεμών, ἀλλὰ «μέγιστος τῶν Βασιλέων καὶ ὑπέρτατος μονάρχης τῶν αἰώνων —κατὰ τὴν πομπώδη ἀνατολικὴν φρασεολογίαν— κύριος τῶν δύο Ἠπείρων καὶ τῶν δύο θαλασσῶν, Αὐτοκράτωρ τῶν δύο Ἀνατολῶν καὶ τῶν δύο Δύσεων, θεράπων τῶν δύο Ἱερῶν πόλεων τῶν θνητῶν καὶ κόρη ὀφθαλμοῦ πάσης ὑφηλίου». Ἀπὸ παντοῦ οἱ Ἕλληνες ἐδέχοντο ἢ συμβουλὰς ἐγκαρτερήσεως εἰς τὸν ζυγὸν τοῦ κραταιοῦ Δυνάστου ἢ ἀπειλὰς τρομερῶν ἀντιποίνων. Ἴλιγγος καὶ δέος θὰ ἐκυρίευε τὸν νοῦν καὶ τὴν ψυχὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε ν’ ἀναμετρήσῃ, μὲ τοῦ ψυχροῦ λογισμοῦ τὰ κριτήρια, τὸ κίνημα, ποὺ ἔμελλε νὰ ἐπιχειρηθῇ.

Ἀλλ’ ἡ Ἱστορία τῶν Ἑλλήνων δὲν ἔχει γραφῆ ποτὲ μὲ τὸν διαβήτην τῶν καλῶν ὑπολογισμῶν. Ἀλλὰ μὲ τὴν θείαν φλόγα τῆς βαθυτάτης πίστεως πρὸς τὸ θαῦμα. Ἡ ἀσάλευτος αὐτὴ πίστις ὅτι διὰ τοὺς Ἕλληνας εἶναι κατορθωτά, ὅσα ὁ ψύχραιμος λογισμὸς θεωρεῖ ἀδύνατα, δὲν εἶναι ἀπαύγασμα μυστικισμοῦ, ἀλλὰ καταστάλαγμα μακροτάτης ἐθνικῆς πείρας. Αὐτὸς ὁ βίος τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἡ ὁποία ἀνεβαίνει ὑπερηφάνως τὰς χιλιετηρίδας, μὲ συνοχὴν ἀδιάπτωτον καὶ ἀναλλοίωτον πνεῦμα, εἶναι, αὐτὸς καθ’ ἑαυτόν, ἕνα θαῦμα. Καί, μέσα εἰς αὐτὸ τὸ θαῦμα, εἶναι τόσα τὰ ἄλλα θαύματα, τόσον πολυάριθμα καὶ ἀλλεπάλληλα καὶ ἀσύλληπτα, ὥστε καὶ ἡ πλέον ξηρὰ καταγραφὴ τῶν γεγονότων τῆς Ἐθνικῆς μας Ἱστορίας, νὰ δίδῃ τὴν ἐντύπωσιν ἀληθοῦς μυθολογίας.

Aφιέρωμα στην επανάσταση του 1821: Οι αθέατες γωνιές του μεγάλου αγώνα |  Έθνος

Εἶναι θαῦμα ἡ ἐξόρμησις τοῦ ὀλιγαρίθμου αὐτοῦ ἔθνους καὶ ἡ ἐγκατάστασις τοῦ λαμπροτάτου συστήματος τῶν ἀποικιῶν• θαῦμα ἡ διατήρησις τῶν ἐν μέσῳ διαφορωτάτων βαρβάρων λαῶν• θαῦμα ἡ ἀνύψωσίς των εἰς ὑπέροχον ἀφετηρίαν τῶν ὑψίστων ἐκφράσεων τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς, τῆς φιλοσοφίας, τῆς τέχνης, τῆς ποιήσεως, τῆς ἐπιστήμης• θαῦμα ἡ ραγδαία γονιμοποίησις ὅλων αὐτῶν τῶν πρώτων σπερμάτων εἰς τὴν ἐξαίσιαν ἄνθησιν τῶν Ἀθηνῶν — τὸ γλυκύτατον αὐτὸ ἔαρ τῆς ἀνθρωπίνης Ἱστορίας— ποὺ τόσον ἁρμονικὰ συνανεπτύχθησαν ὅλα τὰ δῶρα τῆς σοφίας, τῆς τέχνης καὶ τῆς ἀρετῆς, ὥστε νὰ εἶναι σήμερον ὁ κανὼν ζωῆς κι’ ἐξελίξεως ὅλων τῶν πολιτισμένων λαῶν τῆς γῆς• θαῦμα ἡ ἀπόκρουσις τῆς φοβερᾶς Ἀσιατικῆς ἐπιδρομῆς• θαύματα οἱ Μαραθῶνες καὶ αἱ Σαλαμῖνες• θαῦμα ἡ ἐξόρμησις μὲ τὸν Ἀλέξανδρον, ἡ κατάλυσις τῶν Ἀσιανῶν τυράννων καὶ ἡ μετάδοσις τῶν φώτων εἰς τὰ μοιρολατρικὰ πλήθη τῆς Ἀνατολῆς• θαῦμα ἡ ἐπιβίωσις καὶ ἡ ἀναγέννησις ὑπὸ τὴν Ρώμην• θαῦμα ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία καὶ ἡ χιλιετὴς ζωή της, ὁ θρίαμβος τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, ὑπὸ τὸ ἔνδυμα τῆς νέας πίστεως, τὸ μοναδικὸν καὶ λαμπρότατον φῶς τοῦ κόσμου μέσα εἰς τὰ σκότη τοῦ μεσαίωνος καὶ πηγὴ ἀναγεννήσεως τῆς Δύσεως• θαῦμα οἱ ἀγῶνες τῆς Αὐτοκρατορίας αὐτῆς διὰ τὸν ἐκπολιτισμὸν τῶν λαῶν, ποὺ ἐκυβέρνα μὲ τὸ πνευματικὸν σκῆπτρον τοῦ χριστιανισμοῦ• θαῦμα καὶ οἱ ἀγῶνες της ἐναντίον τῶν ἐπιδρομῶν τῶν βαρβάρων εἰς τὰς μακρυνὰς ὄχθας τοῦ Τίγρητος καὶ τοῦ Εὐφράτου καὶ τὰς ὀρεινὰς διαβάσεις τοῦ Ταύρου καὶ τοῦ Ἀντιταύρου, ὅπου ἀνέζησαν τὰ ὁμηρικὰ ἔπη εἰς τὸν ὑπέροχον «Ἀκριτικὸν Κύκλον».

Αὐτά, τὰ προηγούμενα θαύματα, εἶναι ὁ πρώτιστος καὶ θεμελιώδης παράγων τοῦ θαύματος τοῦ Εἰκοσιένα. Διότι συναποτελοῦν τὴν μεγάλην καὶ ἀσύγκριτον παράδοσιν τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ποὺ δὲν ὑπῆρξε ποτέ, ὅπως εἰς ἄλλους λαούς, μία σεπτὴ νεκρά, τὴν ὁποίαν φυλάσσουν εὐλαβεῖς ἐπίγονοι, ἀλλὰ ζῶσα δύναμις, ζυμωμένη μὲ τὰ κύτταρα τῶν Ἑλλήνων, κυκλοφοροῦσα εἰς τὸ αἷμα των καί, συχνά, εἰς τοὺς πολλοὺς ἀνεπίγνωστος, ὅπως ἡ λειτουργία τῆς καρδίας των. Καὶ πρέπει νὰ τονίσω, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀκριβῶς, ὅτι τὴν ἠθικὴν προσωπικότητα τοῦ Ἔθνους δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἡ συνείδησις τῆς ἱστορίας του, ἀλλὰ καὶ αἱ κληρονομημέναι ὑποσυνείδητοι τάσεις —ἴσως, μάλιστα, πρὸ πάντων αὐταὶ— ποὺ φαίνονται ὡς ἀγνοούμεναι, ἀλλ’ αἰφνιδίως ἀφυπνίζονται, ἀστράπτουν, φωτίζουν καὶ καταπλήσσουν αὐτὸν τὸν ἴδιον, τὸν φορέα των! Καὶ κατὰ τὴν τραγικωτάτην ἀκόμη στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατέρρεεν εἰς αἱματόβρεκτα ἐρείπια ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία ἔλαμψεν, εἰς ὅλην τὴν αἴγλην της, ἡ ὑψηλὴ παράδοσις τῆς φυλῆς, εἰς τὴν πρᾶξιν ἑνὸς νέου Κόδρου καὶ νέου Λεωνίδα: Πίπτων, ὡς μάρτυς καὶ ὡς ἥρως, ὡς ἁπλοῦς μαχητὴς μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν του, εἰς τὴν πύλην τοῦ Ρωμανοῦ, ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, κατέλιπε τὸν θρῦλον του ὡς βαρύτιμον κληρονομίαν πίστεως καὶ ἐλπίδος εἰς τὸ θαῦμα τῆς αὐριανῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὸς ὁ θρῦλος ἐξέθρεψε καὶ συνετήρησε τὸ αἴσθημα τῆς ἀνωτερότητος τῆς φυλῆς, τόσον ἀπόλυτον καὶ ἀδιάλλακτον, ὥστε καὶ μέσα εἰς τοὺς πλέον σκοτεινοὺς χρόνους τῆς σκλαβιᾶς, οὐδέποτε οἱ Ἕλληνες προσηρμόσθησαν πρὸς τὴν ὑλικὴν πραγματικότητα τῆς βαρβάρου κατακτήσεως. Οὐδέποτε ἔπαυσαν νὰ πιστεύουν, ὅτι τὸ κακὸν αὐτό, τόσον ἀντίθετον πρὸς τὴν ἠθικὴν τάξιν τοῦ κόσμου, δὲν θὰ ἦτο διαβατικόν.

Ἔβλεπαν φοβερὰς στρατιὰς νὰ ὁρμοῦν διαρκῶς, ἀπὸ τὰ παράλια τοῦ Βοσπόρου, πρὸς τὴν καρδίαν τῆς Εὐρώπης• ἔβλεπαν στρατοὺς νὰ συντρίβωνται, φρούρια νὰ κυριεύωνται, πόλεις νὰ λεηλατοῦνται, πληθυσμοὺς νὰ ἐξανδραποδίζωνται, βασιλεῖς καὶ στρατηγοὺς νὰ χάνωνται, τὴν Βιέννην νὰ πολιορκῆται καὶ νὰ σῴζεται μόλις ἀπὸ τὸν Γιὰν Σομπιέσκυ τῆς Πολωνίας. Ἀλλ’ αὐτοὶ ἐπίστευαν ὅτι φθάνει, ἔρχεται ἡ μεγάλη ἡμέρα τῶν θαυμάτων, ποὺ ὁ Δαυΐδ μὲ τὴν ἐλαφρὰν σφενδόνην θὰ κατίσχυε τοῦ πανόπλου γίγαντος Γολιάθ. Καὶ ὁ λαϊκὸς τραγουδιστής, ἀντὶ νὰ μοιρολογῆ, ἔψαλλε τὴν χαρμόσυνον στροφὴν τῆς ἐλπίδος:

«Πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιροὺς
πάλε δικά μας εἶναι».

Καί, ἀφοῦ ἐθέσαμεν τώρα ὡς πρώτιστον παράγοντα τοῦ Εἰκοσιένα τὴν ὑψηλὴν καὶ ἀείζωον παράδοσιν τῆς φυλῆς, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸν δεύτερον παράγοντα. Εἰς τὴν ἱερὰν κιβωτόν, ποὺ διεφύλαξεν αὐτὴν τὴν παράδοσιν ἀλώβητον καὶ γονιμοποιόν, μέσα εἰς τὸν ἐθνικὸν κατακλυσμὸν —τὴν ὀρθόδοξον ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν. Ὅταν ὁ Πορθητὴς εἰσῆλθεν εἰς τὰ παλάτια τῶν Αὐτοκρατόρων, λέγεται, ὅτι ἐστάθη, ἐπὶ πολλὴν ὥραν, σιωπηλός. Καὶ εἶπεν ἔπειτα, μὲ βαθὺν ἀναστεναγμὸν:

—Ἡ ἀράχνη ὕφανε τὸν ἱστόν της εἰς τὸν οἶκον αὐτὸν τῶν Βασιλέων. Καί, ἀντὶ τοῦ ἄσματος τῶν φρουρῶν, ἀκούγεται ὁ θρῆνος τῆς κουκουβάγιας εἰς τὸν πύργον τοῦ Ἐφρασυάβ!

Ἀλλ’ ἐβιάσθη πολὺ ν’ ἀπαγγείλη τὸν ἐπικήδειον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διότι, αὐτός, ὁ ἴδιος, ποὺ κατέλυσε τὴν Αὐτοκρατορίαν, τὴν ἀνέστησε, τὴν ἐπαύριον τῆς νίκης του, ὑπὸ νέαν ὑπέροχον, πνευματικὴν μορφὴν —τὴν μορφὴν τῆς παραχωρηθείσης προνομιακῆς θέσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ἐνεχείριζεν εἰς τὸν πρῶτον, μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πατριάρχην τὴν ἀργυρᾶν ποιμαντορικὴν ράβδον, συνεκρότει ἐκ νέου τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποὺ εἶχεν ὑποτάξει. Τὴν συνεκρότει, κάτω ἀπὸ τὸ ἱερὸν σκῆπτρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀνεγνώριζεν ἐμπράκτως τὴν ὑπεροχήν του. Ὡς βαρύτατον σφάλμα κατελόγισαν οἱ ἱστορικοὶ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ Μωάμεθ τοῦ Β’. Ἀλλ’ ἂν ἦτο σφάλμα ἐπεβλήθη ἀπὸ σκληρὰν ἀνάγκην, ὑπηγορεύθη ἀπὸ τὴν ἀδυναμίαν τοῦ κατακτητοῦ νὰ κυβερνήσῃ ἐν εἰρήνῃ Ἔθνος ἀνώτερον, μὲ τ’ ἄξεστα στίφη, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ εἶχε νικήσει ἐν πολέμῳ. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, οὐδέποτε ἀπὸ καταβολῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, οὔτε πρό, οὔτε μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Βασιλίδος, οὔτε μέχρι σήμερον, εὑρέθη τόσον ὁλοκληρωτικά, τόσον σφικτὰ καὶ πειθαρχικὰ ἡνωμένος ὁ Ἑλληνισμός, ὅσον ἀκριβῶς ὅταν ἔπεσεν ἡ Αὐτοκρατορία.

Ελληνική Επανάσταση του 1821 - Βικιπαίδεια

Αὐτοκράτορα τῶν ἑλλήνων, αἰχμάλωτον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Σουλτάνου, χαρακτηρίζει ὁ Μένδελσων Βαρθόλδυ, τὸν Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτός, ὁ αἰχμάλωτος αὐτοκράτωρ, καὶ τὸ ἐπιτελεῖον του, τὸ ἀνώτερον ἱερατεῖον, ποὺ τὸν περιστοιχίζει καὶ οἱ πνευματικοί του Μέραρχοι, οἱ μητροπολῖται καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶται του, οἱ ἱερεῖς εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία, ὅλον τὸ ἀπέραντον στράτευμά του ἐργάζονται, εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς πτώσεως, διὰ τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ Γένους. Διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Ἱστορίαν τῶν λαῶν ἐμφανίζεται, μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν, τὸ φαινόμενον, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐστάθη ἀντιδραστικὴ εἰς τὴν πρόοδον τῶν φώτων, ἀλλὰ ἐκράτησεν ὑψηλὰ τὴν λαμπάδα των. Εἰργάσθη, μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις της, διὰ τὴν ἐξάπλωσιν τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας, ἀπὸ αὐτὴν προσδοκῶσα τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Ἔθνους.

Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καί, πολὺ συχνά, ὁ ἱερωμένος καὶ ὁ διδάσκαλος, ὁ ἐθνικὸς παιδαγωγός, εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, ὅπως ἀργότερα, ὅταν ἔλθῃ ἡ μεγάλη ἡμέρα τῶν θαυμάτων, ὁ ἴδιος θὰ γίνῃ μάρτυς καὶ ἥρως τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, εἰς φάλαγγα ὁλόκληρον αἱματωμένων ράσων, ποὺ ἐκάησαν ὅλα εἰς τὴν πελωρίαν πυρκαϊὰν τῆς ἐθνικῆς ἐξεγέρσεως. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς ἐδῶ τὸ σημεῖον, ποὺ πρέπει νὰ σαρωθοῦν αἱ ἄστοχοι γνῶμαι, ὅτι τὸ Εἰκοσιένα ἔλαβε τὴν ἔμπνευσίν του ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν. Ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη, κοινωνικὴ πρωτίστως, εἶχε καὶ σαφεστάτην ἀντικληρικὴν ἀπόχρωσιν. Ἀλλὰ τὴν σημαίαν τοῦ Εἰκοσιένα ὕψωσαν κι’ ἐκράτησαν χέρια ἐπισκόπων.

Ὡς τρίτον κατὰ σειρὰν παράγοντα τῆς Ἐθνικῆς Ἀναστάσεως, μετὰ τὴν Ἐκκλησίαν, πρέπει νὰ θέσωμεν τὴν πνευματικὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἔθνους. Διότι, ἂν ἡ Κωνσταντινούπολις, μὲ τὴν πτῶσιν της, πνευματικῶς ἀπεκεφαλίσθη, σχεδὸν εὐθὺς ὅμως, ἀπὸ τῆς ἑπομένης, ἤρχισε ν’ ἀνασχηματίζῃ τὴν πνευματικήν της ἀριστοκρατίαν. Ὁ διδάσκαλος τοῦ Γένους Κωνσταντῖνος ὁ Οἰκονόμος, εἰς τὸ ἔργον του «περὶ γνησίας προφορᾶς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης», γράφει διὰ τοὺς λογίους τῶν πρώτων δεκαετηρίδων τῆς σκλαβιᾶς: «Τὸ ἔδαφος τῆς Ἐλλάδος (καὶ οὕτω διακειμένης —δηλαδὴ ὑπὸ δουλείαν) δὲν ἔπαυσεν ἐκφέρον εἰς ἀραιάς τινας ἐπιφυλλίδας καὶ ἄνθη μικρά, πεπαιδευμένους Ἕλληνας, οἵτινες διετήρησαν ἀδιάκοπον τῆς παλαιᾶς ἑλληνικῆς παιδείας τὴν συνέχειαν, θεραπεύοντες ὅσον ἠδύναντο τοῦ ἔθνους τὴν δυστυχίαν». Εἰς διάστημα χρόνου μικρότερον τῶν πενῆντα ἐτῶν, κατὰ τὰ τέλη τοῦ δεκάτου πέμπτου καὶ πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ δεκάτου ἕκτου αἰῶνος, εἰς τὴν ἀκάματον κυψέλην τοῦ Φαναρίου, ὅπου εἶχεν ἐγκατασταθῆ ὁριστικῶς τὸ πατριαρχεῖον, ἀνεφαίνοντο οἱ πρῶτοι πυρῆνες τῆς μεταβυζαντινῆς πνευματικῆς ἡγεσίας, τὴν ὁποίαν ἀπετέλεσαν οἱ ἐκ περάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ συρρεύσαντες λόγιοι ρασοφόροι καὶ κοσμικοί.

Ἔφθαναν ἐκεῖ, ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον καὶ ἀπὸ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, ἀπὸ τὴν Τραπεζοῦντα καὶ ἀπὸ τὴν Ἤπειρον, ἀπὸ τὴν Μικρασίαν καὶ ἀπὸ τὴν Κρήτην, τὰ περισσότερον καλλιεργημένα στοιχεῖα ἐκ τῶν λειψάνων τῆς πνευματικῆς ζωῆς τῆς Αὐτοκρατορίας, διὰ ν’ ἀγωνισθοῦν εἰς τὸν στίβον τῆς παιδείας καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ὀλισθήσουν εἰς αὐτὴν τὴν διοικητικὴν μηχανὴν τοῦ κατακτητοῦ. Διότι εὐθὺς σχεδὸν ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς εἰσόδου του εἰς τὴν Βασιλίδα, ἤρχισε νὰ προσλαμβάνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, πρὸ πάντων διὰ τὰς διαπραγματεύσεις μὲ τοὺς ξένους διπλωμάτας, Ἕλληνας «Γραμματικούς», ἐπειδὴ κι’ εὐστροφίαν εἶχαν μεγαλειτέραν καὶ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἦτο περισσότερον κατάλληλος διὰ διπλωματικὰς ἐκφράσεις καὶ ἀποχρώσεις.

Καί, δι’ ἀρκετὸν χρόνον, παρουσιάζετο τὸ μοναδικὸν εἰς τὴν ἱστορίαν θέαμα Κραταιοῦ Νικητοῦ, ὁ ὁποῖος, προκειμένου ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὡμίλει μὲ τὸ στόμα καὶ τὴν γλῶσσαν, τῶν ἡττημένων καὶ ὑποδούλων! Ὁ ἴδιος ὁ Κατακτητὴς ὕψωνεν εἰς τὰ μάτια τῶν «ραγιάδων» τὴν ἀξίαν τῆς παιδείας των καὶ τῆς πνευματικῆς των παραδόσεως. Καὶ ἦτο φυσικὸν οἱ εὔποροι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ὠθήσουν τὰ τέκνα των εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν Γραμμάτων, διὰ νὰ πάρουν ἄλλα μὲν τὸ μοναχικὸν σχῆμα καὶ νὰ γίνουν διδάσκαλοι εἰς τὰ Μοναστήρια καὶ κατόπιν ἐπίσκοποι, διὰ νὰ ἱδρύσουν μὲ τὴν σειράν των σχολεῖα εἰς τὰς περιφερείας των• καὶ ἄλλα νὰ μείνουν κοσμικοί, ἐπιστήμονες, ἰατροὶ πρὸ πάντων, ν’ ἀποκτήσουν σχέσεις κι’ ἐπιρροήν, ν’ ἀναμιχθοῦν εἰς τὰς ὑποθέσεις τοῦ Πατριαρχείου ὡς Μεγάλοι Λογοθέται καὶ «Ὀφφικιάλιοι» τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τέλος τὴν πολιτικὴν κυβέρνησιν τοῦ Κατακτητοῦ.

Η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 με Ιστορικά Ντοκουμέντα -  AgrinioTimes.gr

Ἀρκεῖ νὰ ρίψῃ κανεὶς ἁπλοῦν βλέμμα εἰς τὰ «Σχεδιάσματα», τὸ πολύτιμον τομίδιον τοῦ Ματθαίου Παρανίκα, ὅπου καταγράφονται λεπτομερῶς αἱ διάφοροι σχολαὶ καὶ τὰ σχολεῖα, ποὺ ἐλειτούργησαν, κατὰ τοὺς χρόνους τῆς σκλαβιᾶς, διὰ νὰ καταπλαγῇ διὰ τὸ πλῆθος των, διὰ τὴν ἐξαίρετον ποιότητα τῆς διδασκαλίας των καὶ τὴν μακρὰν σειρὰν τῶν ἐξόχων πνευματικῶν φυσιογνωμιῶν ποὺ ἀνέδειξαν. Κατ’ ἀρχάς, τὸ κέντρον τῆς πνευματικῆς αὐτῆς προετοιμασίας διὰ τὴν ἀπολύτρωσιν κατέχει ἡ «Μεγάλη του Γένους Σχολή», τὴν ὁποίαν δικαίως ὁ Καντεμίρης, ἐκ τῶν λαμπροτέρων μαθητῶν της, θὰ ὀνομάση «Ἀκαδημίαν». Ἀπὸ τοῦ Ματθαίου Καμαριώτη, ὁ ὁποῖος φέρεται πρῶτος σχόλαρχος, μετὰ τὴν Ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μέχρι τοῦ Κούμα τοῦ Σμυρναίου, ποὺ ἀνῆλθεν εἰς τὴν σχολαρχικὴν ἕδραν κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ Μεγάλου Ἀγῶνος (1813), πόσαι φωτειναὶ προσωπικότητες δὲν ἐπέρασαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν «Ἀκαδημίαν»!

Ὁ Μανουὴλ ὁ Κορίνθιος, ἀπὸ τοὺς μεγαλειτέρους ρήτορας τῆς Ὀρθοδοξίας, συγγραφεὺς Ἀκολουθιῶν καὶ Κανόνων. Ὁ Ἀθηναῖος Θεόφιλος Κοριδαλεύς, φιλόσοφος δεινὸς εἰς τὰ προβλήματα τῆς γνώσεως• ὁ Ἰωάννης ὁ Λέσβιος μύστης ἐπίσης τῆς φιλοσοφίας καὶ μέγας πριμικήριος• ὁ Ἀνανίας ὁ Ἀντιπάριος, συγγραφεὺς περιφήμου πραγματείας περὶ τῶν μορίων τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης• ὁ Ἰάκωβος Μάνος ὁ Ἀργίτης φιλόσοφος καὶ θεολόγος• ὁ Κριτίας ἀπὸ τὴν Προῦσσαν, ἑλληνιστής, λατινιστής, μεταφραστὴς τῆς Λογικῆς του Κοριδαλέως εἰς τὴν Τουρκικήν, ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης καὶ τόσοι ἄλλοι!

Ἀλλὰ συντόμως ἀποκτᾷ ἡ Μεγάλη Σχολὴ τὴν ἀντίζηλόν της, εἰς τὸ Ἁγιοταφικὸν Μετόχιον, ὅπου ἐσχολάρχευσεν ὁ ἰατροφιλόσοφος Ἀλέξανδρος Μαυροκορδᾶτος, συγγραφεὺς τοῦ πρώτου μετὰ τὴν Ἅλωσιν —1665— ἐπιστημονικοῦ βιβλίου «περὶ κυκλοφορίας τοῦ αἵματος». Καὶ δὲν εἶναι ἡ μόνη ἐπιστήμη, ποὺ καλλιεργεῖται εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ὁ Χρύσανθος Νοταρᾶς θὰ ἐκδώσῃ μετὰ σαράντα περίπου ἔτη, Ἀστρονομίαν καὶ θὰ ἱδρύσῃ ἀστεροσκοπεῖον εἰς τὸν Γαλατᾶν. Ὁ δὲ Δημήτριος Ἀργυράμμος θὰ καταγίνῃ εἰς τὴν βοτανικήν, θὰ ὀργανώσῃ βοτανικὸν κῆπον καὶ θὰ συντάξῃ τὸ πρῶτον βοτανικὸν λεξικόν. Κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ Μεγάλου Ἀγῶνος ἡ Κωνσταντινούπολις —γράφει ὁ Παρανίκας— «ἔβριθεν ἀνδρῶν πολυμαθῶν• ταύτην ἐκάλλυνον Ἡγεμόνες καὶ Ἀρχιερεῖς πεπαιδευμένοι, ἄρχοντες καὶ ἄλλοι, πλοῦτον κεκτημένοι μαθήσεως οὐ τὸν τυχόντα καὶ κρίσιν αὐστηράν. Περιηγητής τις ἀναφέρει, ὅτι παρέστησαν τοὺς «Πέρσας» τοῦ Αἰσχύλου ἐν οἰκίᾳ Φαναριωτικῇ». Κατὰ τὰ μέσα τοῦ δεκάτου ἑβδόμου αἰῶνος ἀναπτύσσονται τὰ γυμνάσια καὶ πολλαπλασιάζονται μὲ ραγδαῖον ρυθμόν.

Θὰ μοῦ ἐχρειάζοντο ἑκατὸν σελίδες, διὰ ν’ ἀναφέρω μὲ τὴν αὐστηροτέραν συντομίαν, τὴν δρᾶσιν καὶ τὸν ἀριθμὸν ὅλων αὐτῶν τῶν σχολῶν, ποὺ ἀπετέλεσαν Γαλαξίαν ὁλόκληρον, ὁ ὁποῖος ἤρχιζεν ἀπὸ τὰς ἑλληνικὰς παροικίας τῆς Πολωνίας καί τῆς Ρωσίας, διὰ ν’ ἁπλωθῇ εἰς τὸν Ἀνατολικὸν Εὔξεινον, νὰ περιλάβῃ τὰς Παραδουναβίους Ἡγεμονίας, νὰ κατέλθῃ πρὸς τὴν Θράκην, τὴν Μακεδονίαν, τὴν Ἤπειρον, τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Ρούμελην, τὴν Πελοπόννησον, τὸ Ἰόνιον, τὸ Αἰγαῖον καὶ τὰ παράλια τῆς Δυτικῆς Μεσογείου. Θὰ ἔπρεπε νὰ καταγράψω ἀκόμη καὶ τὰς σχολὰς τῶν Ἀφρικανικῶν κοινοτήτων τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς Βενετίας, τῆς Παβίας, τῆς Ρώμης (τὸ «Ἑλληνοπαίδων Φροντιστήριον»), τοῦ Λιβόρνου, τῆς Βιέννης καὶ τῆς Πέστης… Ἀλλὰ τὸ κορύφωμά των ὑπῆρξεν ἡ ἀπὸ τοῦ 1698 ἱδρυθεῖσα «Ἀκαδημία» τοῦ Βουκουρεστίου, ὅπου ἐδίδαξαν ἄνδρες, ὡς ὁ Γρηγόριος Κωνσταντᾶς καὶ ὁ Νεόφυτος Δούκας.

Ἀπὸ τὴν τεραστίαν αὐτὴν κίνησιν ἐξεπήδησαν αἱ μεγάλαι ἡγετικαὶ μορφαὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀναγεννήσεως. Ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας ἐβλάστησαν οἱ ἡγεμόνες τῆς Βλαχίας καὶ οἱ Μεγάλοι Δραγομᾶνοι, Ὑψηλάνται, Μουροῦζαι, Καρατζάδες, Μαυρογέννηδες καὶ τόσοι ἄλλοι, ποὺ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐπέτυχαν νὰ βάλουν τὴν Πύλην νὰ ὑπογράψῃ συνθήκας, ὅπως τοῦ Κιουτσοὺκ Καϊναρτζῆ καὶ Καβὰκ Ἀϊναλῆ, αἱ ὁποῖαι ηὐνόησαν ἐμμέσως τὴν ἀνάπτυξιν τῆς δυνάμεως τῶν Ἑλλήνων. Ἀπὸ τὴν κίνησιν αὐτὴν ὑψώνεται ὁ Ρήγας, διὰ νὰ ὁλοκληρώσῃ τὴν ὑπέροχον μορφήν του ὡς προδρόμου, ἐθνοκήρυκος κι’ ἐθνομάρτυρος, εἰς τὰ φῶτα τῶν Ἡγεμονιῶν «εἰς τὰς Αὐλὰς τῶν ὁποίων, ἀναμιμνησκούσας τὴν τοῦ Περιάνδρου, ὡς περὶ κέντρα συνήρχοντο, ἐν τοῖς τελευταίοις, μάλιστα, oἱ λογάδες τοῦ Ἔθνους, οἱ ἀναμορφωταὶ καὶ μύσται τῆς τότε ἀναγεννωμένης παιδείας». Ἀπὸ τὴν Κερκυραϊκὴν σχολὴν θὰ ἐκπηδήσῃ ὁ ἐκπληκτικὸς Καποδίστριας, ποὺ ἐκράτησεν εἰς τὰς χεῖρας του τὰς τύχας μιᾶς Αὐτοκρατορίας• καὶ ἀπὸ τὸ σχολεῖον τῆς Σμύρνης θὰ ἐκκινήσῃ ὁ Αδαμάντιος Κοραῆς διὰ τὴν λαμπρὰν σταδιοδρομίαν τοῦ μεγάλου Ἐθνοδιδασκάλου καὶ τοῦ προφήτου τῆς Ἐπαναστάσεως, μὲ τὸ ἱστορικὸν ὑπόμνημά του εἰς τὴν Γεωγραφικὴν Ἑταιρείαν τῶν Παρισίων «περὶ τῆς συγχρόνου καταστάσεως τοῦ πολιτισμοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα».

Πρὶν ἀποβιβασθῇ εἰς τὴν Μάνην ὁ Κολοκοτρώνης ἐκάθισε, μαθητής, εἰς τὰ θρανία τῆς σχολῆς τοῦ Μαρτελάου, εἰς τὴν Ζάκυνθον• καὶ πρὶν ὁ Παπαφλέσσας πυρπολήσῃ τὴν Πελοπόννησον μὲ τὴν φλόγα τοῦ ἐνθουσιασμοῦ του, εἶχε γίνει μαθητὴς τοῦ Αἰνιᾶνος, ὁ ὁποῖος ἤνοιξεν εἰς τὰ ἔκθαμβα μάτια του τοὺς θησαυροὺς τῆς μεγάλης ἐθνικῆς παραδόσεως. Πρὶν ὁ Γεώργιος Λασσάνης, ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ Ἱεροῦ Λόχου σύρῃ τὸ σπαθί, θὰ δώσῃ εἰς τὸ θέατρον τῆς Ὀδησσοῦ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα νεοελληνικὰ δράματα, τὸν «Ἁρμόδιον καὶ Ἀριστογείτονα» ποὺ δὲν εἶναι παρὰ σάλπισμα ἐπαναστατικόν. Οἱ μορφωμένοι νέοι, ποὺ γεμίζουν ἀσφυκτικῶς τὴν αἴθουσαν, τὸ ὑποδέχονται μὲ φρενήρη χειροκροτήματα. Εἶναι ὅλοι αὐτοί, ποὺ τὸν Φεβρουάριον τοῦ Εἰκοσιένα, μὲ τὸν Ἀλέξανδρον Ὑψηλάντην, εἰς τὴν Βλαχίαν, θ’ ἀνοίξουν τὴν αὐλαίαν εἰς τὸ ἄλλο τὸ μεγάλο καὶ ἀληθινὸν δρᾶμα τοῦ πολέμου διὰ τὴν ἐλευθερίαν. Εἶναι αὐτοί, ποὺ μὲ τὴν μαύρην στολὴν τῶν ἱερολοχιτῶν καὶ τὰ λευκά των λοφία, θὰ προχωρήσουν, νυμφίοι τῆς δόξης, εἰς τὴν πρώτην μάχην μὲ τοὺς Τούρκους, εἰς τὸ Δραγατσάνι, ψάλλοντες τὸν ὕμνον τοῦ Σώματος:

«Φίλοι μου, συμπατριῶται
Δοῦλοι νά ‘μαστέ ὡς πότε;»
ὡς θαλεροὺς στάχεις τοὺς ἐθέρισαν τὰ γιαταγάνια τῶν Σπαχήδων.

Καὶ ὁ ποιητὴς ἐσκόρπισεν εἰς τὸν τάφον των τὰ ὡραιότερα ἄνθη τῆς τέχνης του:

«Ἂς μὴ βρέξη ποτὲ
τὸ σύννεφον καὶ ὁ ἄνεμος
σκληρὸς ἂς μὴ σκορπίση
τὸ χῶμα τὸ μακάριον
ποὺ σᾶς σκεπάζει…
Σᾶς ἅρπαξεν ἡ τύχη
τὴν νικητήριον δάφνην
καὶ ἀπὸ μυρτιάν σᾶς ἔπλεξε
καὶ πένθιμον κυπάρισσον
Στέφανον ἄλλον.
Ἀλλ’ ἄν τις ἀποθάνῃ
διὰ τὴν πατρίδα, ἡ μύρτος
εἶναι φύλλον ἀτίμητον
καὶ καλὰ τὰ κλαδιὰ
τῆς κυπαρίσσου…»

Pin on Ιστορία/History

Οι παράγοντες του 1821
(24 Μαρτίου 1952)

Ἀπό «Το Εἰκοσιένα» Πανηγυρικοί Λόγοι Ἀκαδημαϊκῶν, ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθῆναι 1977.

Μέρος Δεύτερο

Ἀλλὰ βιάζομαι τώρα νὰ ἔλθω εἰς τὸν τέταρτον παράγοντα τοῦ Εἰκοσιένα: τὴν Φιλικὴν Ἑταιρίαν. Αὐτὴ ὤθησε τὸ Ἔθνος ἀπὸ τὸ στάδιον τῶν ὀνείρων καὶ τῶν ἐλπίδων εἰς τὴν περίοδον τῶν ἐνδόξων ἒργων• αὐτὴ ἔδοσε εἰς τὸν διάχυτον πόθον τῆς ἐλευθερίας τὴν μορφὴν Πανελληνίου Συνωμοσίας — μιᾶς συνωμοσίας, ποὺ δὲν εἶχαν γνωρίσει, οὔτε πρόκειται νὰ γνωρίσουν ποτὲ τὰ χρονικὰ τῶν λαῶν: Διότι, ὅπως ἔγραφεν ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης εἰς τὸν Τσάρον Ἀλέξανδρον τὸν Α’ διὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλη τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν «ποὶα συνωμοσία, ὄχι ἀπὸ ἕξ ἄνδρας, οὔτε ἀπὸ ἑξῆντα ἢ ἑξακοσίους, ἀλλ’ ἀπὸ ἑκατοντάδας χιλιάδων• συνωμοσία ἡ ὁποία εἶχε συμπεριλάβει ὅλον τὸν ἄρρενα πληθυσμόν, ὄχι τὸν ζῶντα εἰς τὴν Ἑλλάδα μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν σκορπισμένον ἔξω ἀπὸ αὐτήν, ἀπὸ τὴν Πετρούπολιν καὶ τὴν Μόσχαν μέχρις Ὀδησσοῦ καὶ Καρπαθίων καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον καὶ εἰς τὴν Ἀσίαν• συνωμοσία ὁλοκλήρου Ἔθνους, ἡ ὁποία εἶχε τὸ κέντρον της εἰς αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας κι’ ἐκυβερνᾶτο ἀπὸ ἀόρατον Ἀρχήν, κατώρθωσε ποτὲ νὰ συντηρηθῇ, νὰ δρᾷ καὶ νὰ κινῆται, ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη, χωρὶς ποτὲ νὰ ἀποκαλυφθῇ, παρ’ ὅλην τὴν κατασκοπείαν καὶ τὰς ὑποδείξεις τῆς Αὐστριακῆς Πρεσβείας;»

Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ θαῦμα τῆς τεραστίας μυστικῆς ὀργανώσεως ὠχριᾶ ἐνώπιον τῆς βαθυτάτης πίστεως, τῆς ὑπερηφάνου καὶ παρατόλμου ἰδέας καὶ ἀφθάστου ἡρωικῆς ἀποφάσεως, ποὺ ἐνεψύχωνε τοὺς ἀφανεῖς καὶ ἁπλοϊκούς, ἀλλὰ μεγάλους Ἱδρυτάς της. Εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον χαρακτηριστικὰ γεγονότα τοῦ Εἰκοσιένα, ὅτι εἰς τὴν κεφαλὴν δύο ἀτυχησάντων καὶ σχεδὸν ἀμαθῶν ἐμπόρων —οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς, διότι εἶχον ἀτυχήσει ἔπρεπε νὰ εἶναι τώρα προσεκτικοὶ εἰς τοὺς λογαριασμοὺς των— τοῦ Σκουφᾶ καὶ τοῦ Ξάνθου, ἐφύτρωσεν ἡ ἀπίστευτος ἀπόφασις νὰ ρίψουν τὸ Ἔθνος, μόνον καὶ ἀβοήθητον, εἰς τὸν τεράστιον καὶ ἀφαντάστως ἄνισον ἀγῶνα. Διότι ἐκαλλιέργουν μὲν πρὸς ἐνθάρρυνσιν τῶν ραγιάδων τὸν μῦθον περὶ ξένης βοηθείας, ἀλλ’ αὐτοὶ ἐγνώριζαν ὅτι ἐλπὶς ξένης βοηθείας δὲν ὑπῆρχε καμμία καὶ τὸ ἔργον των ἐστήριξαν εἰς μόνας τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους.

Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τὴν ὑψίστην ἀξίαν τῆς συλλήψεώς των. Γονυκλινεῖς προσφέρομεν σήμερον τὸ θυμίαμα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς λατρείας μας πρὸς τὰς μεγάλας αὐτὰς μορφάς• διότι περιεφρόνησαν τὴν ἐχθρότητα τῆς Εὐρώπης• διότι δὲν ἐφοβήθησαν τὴν ἀπομόνωσιν• οὔτε ἐδειλίασαν πρὸ τοῦ ὀλιγαρίθμου τῶν πληθυσμῶν, ποὺ θ’ ἀνελάμβαναν τὸν ἀγῶνα• διότι δὲν τοὺς ἐτρόμαξεν ἡ ἔλλειψις τῶν ὑλικῶν μέσων• διότι δὲν ἔδωσαν προσοχὴν εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν φρονίμων, ἀλλ’ ἐπίστευσαν ἀκλόνητα εἰς τὸ θαῦμα. Ἡ πραγματικότης τοὺς ἐδικαίωσε μὲ τὸν λαμπρότερον τρόπον. Ἀπέδειξαν ὅτι εἶχαν βαθυτάτην συνείδησιν τοῦ θαυματουργοῦ δαιμονίου τῆς φυλῆς των• ὅτι ἐγνώριζαν, εἰς ὅλον τὸ μεγαλεῖον της, τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον μυστικὰ ἐξεσήκωσαν διὰ τὸν ἡράκλειον ἆθλον. Συνέλαβαν τὰ τολμηρότερα σχέδια, τὴν κατάληψιν τοῦ Τουρκικοῦ Ναυστάθμου, τὴν αἰχμαλωσίαν αὐτοῦ τοῦ Σουλτάνου. Ἀντιμετώπισαν τοὺς μεγαλύτερους κινδύνους• καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑταίρους κατεστράφησαν. Τὰ ὑπόλοιπα τῆς κολοσσιαίας περιουσίας τοῦ Σέκερη διηρπάγησαν ἀπὸ τοὺς τούρκους• ἀπὸ τὰ ἐννέα πλοῖα του δὲν τοῦ ἔμεινε κανένα• καὶ ἀπέθανεν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ὁποίας ἔδοσε καὶ τὰ τελευταῖα του γρόσια, πάμπτωχος, τελώνης Ναυπλίου.

Ἂς προσεγγίσωμεν ὅμως τώρα τὸν πέμπτον παράγοντα τοῦ κινήματος: Τὴν ἐκπληκτικὴν ἀκμὴν καὶ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ. Διασπῶντα τοὺς ἀποκλεισμοὺς τοῦ Νέλσωνος, τροφοδοτοῦντα τὴν πεινῶσαν Εὐρώπην, τὰ ἑλληνικὰ ἐμπορικὰ καράβια κι’ ἐπιστρέφοντα εἰς τὰς βάσεις των, φέροντα, ἀντὶ ἕρματος, σάκκους ἀργυρῶν ταλλήρων, ὑπεχρεώθησαν νὰ ἐξοπλισθοῦν μὲ πυροβόλα καὶ μὲ ἀγήματα, διὰ ν’ ἀμύνωνται ἀπὸ τὰς ἐπιθέσεις τῶν Μπερμπερίνων πειρατῶν καὶ νὰ δίδουν καθημερινὰς ναυμαχίας μὲ ἀγρίας ἐφόδους, τὰ λεγόμενα «ρεσάλτα» μέσα εἰς αὐτὰ τὰ πλοῖα καὶ μάχας σῶμα πρὸς σῶμα. Τὰ καθημερινὰ κατορθώματα ἐγέμιζαν ἀπὸ ὑπερηφάνειαν τὰ πληρώματα. Ἡ ψυχὴ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος ἀρχίζει νὰ φυσᾷ καὶ εἰς τὴν καθημερινὴν ἀκόμη ζωὴν αὐτοῦ τοῦ στόλου. Εἰς τὰς πρύμνας τῶν πλοίων ξαναφαίνονται τ’ ἀρχαῖα, δοξασμένα ὀνόματα: Κίμων, Μιλτιάδης, Θεμιστοκλῆς, Ἀριστείδης καὶ ὁλόκληρος ἡ μυθολογία: Ἄρης, Ἥρα, Ἀφροδίτη. Καὶ αἱ πρῶραι γεμίζουν μὲ ξυλογλύπτους μορφὰς θεῶν καὶ ἡρώων.

Ενότητα Γ: Η Μεγάλη Επανάσταση (1821-1830) - Ψηφιακή Τάξη

Ὁ Γάλλος ἀκαδημαϊκὸς Πέτρος Λεμπρέν, ὁ ὁποῖος ἐταξίδευσε, τοὺς χρόνους ἐκείνους, μὲ τὸν «Θεμιστοκλῆ» τοῦ Τομπάζη, μᾶς ἄφησε ζωντανὴν σελίδα μεγάλης ἀξίας, διότι προέρχεται ἀπὸ φωτισμένον ξένον, διὰ τὴν ζωὴν καὶ τὸ πνεῦμα, ποὺ ἐβασίλευεν εἰς αὐτά, τ’ ἁπλᾶ «σιτοκάραβα» τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀποτυπώσει τὴν σφραγῖδα της —γράφει— καὶ εἰς τὰς παραμικρὰς λεπτομερεὶας τοῦ πλοίου. Μοῦ ἤρεσεν, ὅτι ἐπανεύρισκα τὴν μεγαλοφυΐαν της καὶ τὰ ὡραῖα ὀνόματά της ὡς καὶ εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ εἶχαν τὴν πλέον κοινὴν καὶ πεζὴν χρῆσιν. Εἰς κάθε μέρος τοῦ πλοίου ὑπῆρχε καὶ ἀπὸ μιὰ ποιητικὴ ἐπιγραφή: «Ναὸς τῆς Ἀφροδίτης» —ὁ Γάλλος τὰ ἔχει ἑλληνικὰ εἰς τὸ κείμενον— «Ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος», «Ναὸς τῆς Καλυψοῦς». Αὐτὸς ὁ ναὸς ἦτο, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλά, ὁ ὀρνιθών. Ἀλλὰ δὲν εἶχαν βάλει εἰς τὴν τύχην, αὐτὰ τὰ ὀνόματα: ὁ τρόπος, ποὺ τὰ μετεχειρίζοντο ἀπεδείκνυεν ὅτι κατεῖχον τὴν ἑλληνικὴν ἱστορίαν. Εἰς τὰς λέμβους τοῦ πλοίου εἶχαν δώσει τὰ πραγματικὰ ὀνόματα τῶν παιδιῶν τοῦ Θεμιστοκλέους: Τὰς ἔλεγαν Λυσίμαχον, Νικοκλέα καὶ Ἀσπασίαν. Καὶ εἰς τὰ πυροβόλα τοῦ πλοίου εἶχαν δώσει τὰ παλαιὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ ἀστερισμῶν: Σείριος, Ἀρκτοῦρος, Ὠρίων, Κάστωρ, Περσεύς. Ὡς καὶ ὁ σκύλος τοῦ καραβιοῦ ἤρχετο ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν μυθολογίαν. Ὅλην τὴν ἡμεραν ἤκουα τοὺς ναύτας νὰ τὸν φωνάζουν:

— Κέρβερε!… Κέρβερε!…

«Καὶ ὅταν ἐκοιμῶντο τὴν νύκτα, μὲ τὴν κεφαλὴν ἀκουμπισμένην εἰς τὸν κυλίβαντα τῶν πυροβόλων, ὁ Κέρβερος ἠγρύπνει πλάϊ των, πιστὸς καὶ ἄγριος φρουρός. Παρ’ ὅλὴν τὴν ζέστην δὲν ἐκοιμώμεθα τὴν ἡμέραν. Ἔβαζαν τὴν τέντα, ἔστρωναν τάπητα εἰς τὸ κατάστρωμα, ἔπαιζαν ὄργανα καὶ ἐχόρευαν. Βιολὶ καὶ λαγοῦτο ἐμψύχωναν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο καὶ γρήγορα ἤρχοντο εἰς τὰ τραγούδια τοῦ ποιητοῦ κι’ ἐθνομάρτυρος Ρήγα Φεραίου. Ἕνας ναύτης τραγουδεῖ μόνος εἰς τὴν ἀρχήν, ἔπειτα ὅλοι ὁμοῦ, ὁ καπετάνιος καὶ τὸ πλήρωμα. Καὶ ἦτο συγκινητικὸν νὰ βλέπῃ κανείς, πῶς ἄναβαν οἱ Ἕλληνες εἰς τὸ ὄνομα τῆς πατρίδος. Εἰς τὰς στροφάς, ποὺ ὡμίλουν δι’ ἐκδίκησιν κι’ ἐλευθερίαν ἐκτύπων δυνατὰ τοὺς γρόνθους των εἰς τὸ τραπέζι. Ἀπέδειξαν ἔπειτα μὲ τὰ ἔργα των, ὅτι αὐτὰ ὅλα δὲν ἦταν εὐκολόσβηστος ἐνθουσιασμός».

Ὁ ψημένος αὐτὸς ναυτικὸς λαὸς συνεπλήρωσε τὴν πολεμικήν του ἀνατροφὴν εἰς τὸν αὐτοκρατορικὸν στόλον. Ὁ Τοῦρκος δὲν ἦτο ἄξιος ναύτης. Ἐγνώριζε νὰ σταθῇ εἰς τὸ κανόνι, νὰ ρίξῃ τὸ τρομπόνι, νὰ πολεμήσῃ. Ἀλλὰ ν’ ἀναρριχηθῇ εἰς τὰ ξάρτια, ὅταν ὁ ἄνεμος ἐμαίνετο καὶ ἡ θάλασσα ἐκόχλαζε, νὰ κρεμασθῇ ψηλὰ ἀπὸ τὸ πινὸ τῆς γάπιας καὶ νὰ αἰωρῆται μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ πελάγους —δι’ αὐτὰ τὰ ἔργα δὲν ἦτο παρὰ μόνον ὁ Ἕλλην. Αὐτὸς ἦτο ἡ πραγματικὴ δύναμις εἰς τὰ πολεμικὰ πλοῖα τῆς Τουρκίας. Καὶ εἰς αὐτὰ ἐδιδάσκετο, πῶς θὰ τὰ πολεμήσῃ. Ἐμίσουν τόσον τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν αὐτοκρατορικὸν στόλον, ὥστε ἡ πλέον μαύρη των ἡμέρα ἦταν, ὅταν ἔφθαναν εἰς τὰς νήσους οἱ τοῦρκοι στρατολόγοι, οἱ σεφερλῆδες, νὰ πάρουν ναύτας διὰ τὴν Κωνσταντινούπολιν. Εἰς τοὺς λιμένας τότε ἀντήχει τὸ παθητικὸν τραγοῦδι των, ὅμοιο μὲ μοιρολόϊ:

«Κλάψε με, καημένη μάννα•
Ἦρθαν νὰ μὲ πάρουνε
Στὰ καράβια τοῦ σουλτάνου
Σκλάβο νὰ μὲ βάλουνε.»

Ἀπὸ τὰ σπλάχνα τοῦ κόσμου αὐτοῦ θὰ ἐκπηδήσουν, ἐντὸς ὀλίγου, οἱ τρομεροὶ θαλασσομάχοι μας, οἱ Μιαούληδες καὶ οἱ Τομπάζηδες, οἱ Κανάρηδες καὶ οἱ Πιπίνοι, οἱ Τσαμαδοὶ καὶ οἱ Σαχίνηδες καὶ οἱ Ματρόζοι καὶ ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος Γεώργιος Πολίτης, ὁ ὁποῖος εἰς μίαν νύκτα, σχεδὸν εἰς μίαν στιγμήν, ἀπὸ ἁπλοῦς ναύτης ἔγινε πλοίαρχος καὶ ἥρως, εἰς τὸ ἀπίστευτον τρόπαιον τῆς Μεθώνης, ὅπου παρεδόθησαν εἰς τὰς φλόγας εἰκοσιοκτὼ πλοῖα τοῦ ἐχθρικοῦ στόλου. Κανεὶς οὔτε ὁ Ραφαλιᾶς, οὔτε αὐτὸς ὁ Πιπῖνος, τολμοῦν νὰ εἰσπλεύσουν εἰς τὸν λιμένα καὶ νὰ κολλήσουν τὰ πυρπολικά των εἰς τὴν Αἰγυπτιακὴν ἀρμάδα. Τὸ ναυτάκι παρουσιάζεται εἰς τὴν Ναυαρχίδα, ὅπου ὁ Μιαούλης μαίνεται ἀπὸ ἀγανάκτησαν:

— Δῶσε μου τὸ μπουρλότο τοῦ Ραφαλιᾶ —λέει— ἐγὼ θὰ πάω…
— Εἶσαι καπετάνιος ἐσύ;
— Ὄχι, μὰ τί ἔχει νὰ κάνῃ; Μιὰ φορὰ θὰ γίνῃ δουλειά…
Δίνω ὑπόσκεσι.
— Νοιώθεις ποῦ θὰ πᾶς μπρέ; —ἐρωτᾶ ὁ ναύαρχος— Δὲν εἶναι ζεῦκι… Θὰ πᾶς νὰ σκοτωθῇς…
— Ὅ,τι πῇ ὁ Θεός, ναύαρχε!… Μὲ τὴν εὐκή σου!…

Καὶ τοὺς παρασύρει ὅλους: Τὸν Πιπῖνο, τὸν Δημαμᾶ, τὸν Τσάπελη, τὸ Μπίκο, τὸ Σπαχῆ. Καὶ τὸ θαῦμα γίνεται. Δεκαοκτὼ ἐτῶν ἦταν αὐτὸ τὸ ναυτάκι, ποὺ τοὺς ἔβαλε μπροστά… Δὲν ἐτοποθέτησα ὅμως τὸν παράγοντα τοῦ Ναυτικοῦ, πρὶν ἀπὸ τὰς δυνάμεις τῆς ξηρᾶς, διότι εἶχε προβάδισμα τῆς ἀνδρείας, ἀλλὰ διότι τὸ κύριον πρόβλημα τοῦ Εἰκοσιένα ἦτο ναυτικόν. Ἂν οἱ Ἕλληνες θαλασσομάχοι δὲν ἀπέφρασσαν εἰς τὴν Αὐτοκρατορίαν τοὺς εὐκόλους καὶ γοργοὺς δρόμους τῆς θαλάσσης, θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν συντριπτικὴν ὑπεροχὴν τῶν μέσων της καί, ἀμέσως μεταφέρουσα ἰσχυρὰς δυνάμεις, νὰ καταπνίξῃ τὴν Ἐπανάστασιν εἰς τὰς πρώτας ἑστίας της. Ὁ ἑλληνικὸς στόλος, μὲ τὴν ὑπέροχον παρέμβασίν του, κατέστησεν ἀδρανῆ καὶ σχεδὸν ἄχρηστον τὴν ὑπεροπλίαν τῆς Αὐτοκρατορίας.

Ελληνική Επανάσταση 1821 - Historical Quest

Ἂς ἔλθωμεν ὅμως τώρα εἰς τὸν ἕκτον παράγοντα τοῦ Εἰκοσιένα: Τὴν στρατιωτικήν του δύναμιν. Χάρις εἰς τ’ Ἀρματωλήκια, τοὺς ἐπισήμους καὶ τοὺς ἀνεγνωρισμένους φρουροὺς τῶν ὀρεινῶν διαβάσεων καὶ τοὺς ἀνταγωνιστάς των, τοὺς Κλέφτες, κατώρθωσε τὸ δουλωμένον ἔθνος, νὰ ἑτοιμάσῃ, κάτω ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Κατακτητοῦ, λαμπρὰ στελέχη, ὁλόκληρον στρατιωτικὴν τάξιν, ἡ ὁποία, εἰς τὸν μεγάλον ἀγῶνα, ἔδειξε τὴν ὑπέροχήν της ἀπέναντι τῶν στελεχῶν λαοῦ ἐξόχως πολεμικοῦ, ὅπως ὁ τουρκικός. Ὅταν ὁ Ἄμιλτων, εἰς μίαν δεινὴν κρίσιν τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐπρότεινεν εἰς τὸν Κολοκοτρώνην μεσολάβησιν τῆς Ἀγγλίας, διὰ μίαν ἔντιμον συνθηκολόγησιν πρὸς τὴν Τουρκίαν, ὁ Γέρος τῆς Πελοποννήσου ἀπήντησεν ὑπερηφάνως:

— Ἐμεῖς καμμιὰ συνθήκη δὲν ἐκάμαμε ποτὲ μὲ τοὺς Τούρκους… Ὁ βασιληᾶς μας ἐσκοτώθη… Ἀλλὰ τὰ κάστρα του ἔμειναν ἄπαρτα καὶ ἡ φρουρά του δὲν ἔπαυσε τὸν πόλεμο…
Ἔκπληκτος ἐρώτησε ὁ Ἄγγλος:
— Ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ φρουρὰ καὶ ποιὰ τὰ κάστρα;
— Ἡ φρουρά του εἶναι οἱ Κλέφτες• καὶ τὰ κάστρα του ἡ Μάνη, τὸ Σοῦλι καὶ τὰ βουνά…

Οἱ πιὸ ζωντανοὶ ἀπεσχίζοντο ἀπὸ τὴν μᾶζαν τῶν ραγιάδων. Ἀκριβὸν ὄνειρόν των, ἀλλὰ καὶ πόρος ζωῆς, εἶχε γίνει τὸ ντουφέκι καὶ τὸ σπαθί. Καὶ ἂν τὸ Πάσχα ἢ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἢ ἄλλη καλοκαιρινὴ ἑορτὴ ἀνέβαινε κανεὶς εἰς τὰ ὀρεινὰ χωριὰ ἢ τὰ μοναστήρια ἢ ἀκόμη ψηλότερα, εἰς τ’ ἀπάτητα λημέρια, ἔβλεπε ἀναστημένην τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα εἰς τοὺς λεβέντες τῆς Κλεφτουριᾶς, ποὺ ἠγωνίζοντο εἰς τὸ πήδημα, εἰς τὸ λιθάρι, εἰς τὸ τρέξιμο, εἰς τὶς ἀμάδες, συνεχίζοντας τὴν λαμπρὰν παράδοσιν τῆς φυσικῆς ἀγωγῆς τῶν ἀρχαίων. Αἱ σωματικαὶ ἱκανότητες, καλλιεργημέναι, ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν, τῶν ἀρματωλῶν καὶ κλεφτῶν, ἔφθασαν εἰς ἀπίστευτον ἀκμήν. Μ’ ἕνα πήδημα περνοῦσαν ἐπάνω ἀπὸ τρία καὶ τέσσερα ἄλογα εἰς τὴν σειράν. Ἔφθαναν εἰς τὸ τρέξιμο ἄτια, ποὺ ἐκάλπαζαν. Ἡ ἱκανότης των εἰς τὸ σπαθὶ φαίνεται σήμερον ὡς μῦθος. Μὲ μίαν καὶ μόνην ἀστραπὴν γιαταγανιοῦ ἐχώριζαν τὸ σφάγιον εἰς δύο. Καὶ στὸ ντουφέκι ἔγιναν τόσον ἄξιοι, ὥστε νὰ περνοῦν τὸ βόλι ἀπὸ δακτυλίδι. Καὶ εἶχαν ἱεραρχίαν, βαθμούς, ἀγράφους καὶ ὅμως αὐστηροτάτους κανονισμούς. Μάχες καὶ θάνατοι ἦσαν αἱ καθημεριναί των ἀσκήσεις. Καὶ «καλὸ βόλι» ἡ συνηθισμένη εὐχή των.

Ὅταν ἤρχιζαν νὰ λειώνουν τὰ χιόνια κι’ ἐπρασίνιζε τὸ χορτάρι καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δένδρων ἤνοιγαν χαρούμενοι εἰς τὸ φῶς καὶ ἡ φύσις ἐστολίζετο μὲ τὰ αἰώνια νειᾶτα της, ὡσὰν τὰ ὄρνεα καὶ τ’ ἀγρίμια, ποὺ αἰσθάνονται τὴν «θέρμην τῶν ὀνύχων των», ὅπως λέγει ὁ ποιητής, ἐξώρμων ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ. Καί, κάτω ἀπὸ τὰ μάτια τῶν πασσάδων, ἐτιμωροῦσαν, ἐκτυποῦσαν, ἔκαιγαν, ἅρπαζαν. Σημαία τοῦ Κατακτητοῦ δὲν ἐστήθη ποτὲ εἰς τὰς φωλεὰς τῶν ἀστῶν τοῦ Ὀλύμπου, τοῦ Πάρνωνος, τοῦ Παρνασσοῦ καὶ τοῦ Λυκαίου. Ἀπὸ τοὺς κεραυνογείτονας βράχους Χειμάρρας καὶ Σουλίου μέχρι τῶν θαλασσοπλήκτων τοῦ Ταινάρου, ὅλα σχεδὸν τὰ βουνὰ ἦσαν θέατρα πολέμου, μὲ συντόμους, πολὺ συντόμους ἀνακωχάς. Καὶ ὅταν, μετὰ τοὺς σκληροὺς ἀγῶνας, τὰ παλληκάρια ἐστρώνοντο, ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν πλατάνων, διὰ τὸ λιτὸν γεῦμα των, διὰ νὰ εἶναι πλήρης ἡ Ἀνάστασις τῆς Ἰλιάδος, ὁ μάντις ἐδιάβαζε τὰ μέλλοντα εἰς τὴν πλάτην τοῦ ἀρνιοῦ καὶ ὁ ραψωδὸς ἐπλησίαζε μὲ τὴν λύραν του, νὰ ψάλλῃ τὰ νέα κατορθώματα τῶν ἡρώων. Καὶ ἀκούσατε τὴν ὑπερήφανον εἰσαγωγὴν του.

«Ὅσο ‘ν’ ὁ κλέφτης ζωντανός, Τοῦρκο δὲν προσκυνάει
Κι’ ἂν πέση τὸ κεφάλι του, δὲν μπαίνει σὲ ταγάρι
Τὸ παίρνουν οἱ σταυραετοὶ νὰ θρέψουν τὰ παιδιά τους
Νὰ κάνουν πῆχυ τὸ φτερὸ καὶ πιθαμὴ τὸ νύχι.»

Ἀπὸ τὰ σπλάχνα των ἔμελλε νὰ ἐκπηδήσουν οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ ἀγῶνος, τελειοποιημένοι εἰς τὴν τέχνην τοῦ πολέμου καὶ εἰς ξένους στρατούς• ἄλλοι ὡς ὁ Καραϊσκάκης εἰς τὸν στρατιωτικὸν οἶκον τοῦ Ἀλῆ-πασᾶ —αὐτὸ τὸ Σαὶν – Σὺρ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅπως εὐφυέστατα τὸ ὠνόμασαν— ἄλλοι, ὡς ὁ Κολοκοτρώνης, εἰς τὸν Ἀγγλικὸν στρατὸν κατοχῆς τῶν Ἑπτανήσων, ἄλλοι, ὅπως, ὁ Ἀναγνωσταρᾶς, εἰς τὸν Ρωσσικὸν καὶ ἄλλοι εἰς τὸν Γαλλικόν.

Οἱ ἕξ αὐτοὶ παράγοντες, εἰς ἀπόλυτον ἁρμονίαν, συνέκλιναν διὰ τὸ θαῦμα τοῦ Εἰκοσιένα, τὸ πυκνὸν αὐτὸ δάσος τῶν μεγαλουργημάτων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων αἱ λέξεις γίνονται πτωχαὶ καὶ οἱ τόνοι τῆς ὑψηλοτέρας λύρας ψελλίσματα. Πῶς νὰ ὑμνήσῃ καὶ τί νὰ πρωτοϋμνήσῃ κανείς; Τὸν Κανάρην εἰς τὸ τραγικὸν πυροτέχνημα τῆς Χίου, ποὺ ἀπεθέωσεν ἡ παγκόσμιος ποίησις, τὸν Μιαούλην εἰς τὴν ναυμαχίαν τοῦ Γέροντα, ποὺ ὁ Γάλλος ναύαρχος Ζουριὲν ντὲ λὰ Γκραβιὲρ ἐπαραλλήλισε μὲ τὸν Νέλσωνα, ὅταν τὸν εἶδε νὰ κατατροπώνῃ  τοὺς ἡνωμένους στόλους Τουρκίας καὶ Αἰγύπτου, τὸν Κολοκοτρώνην εἰς τὴν μάχην τῆς Γράνας καὶ τὴν ὑπέροχον ἐνέδραν τῶν Δερβενακίων, ποὺ ἠνάγκασε τοὺς Γάλλους ἀξιωματικοὺς Βουτιὲ καὶ Ρεμπὼ νὰ τοῦ ἀναγνωρίσουν τὴν «φυσικὴν ἀντίληψιν τοῦ πολέμου» μὲ ἄλλους λόγους τὸν φυσικὸν στρατηγικὸν νοῦν, τὸν Καραϊσκάκην εἰς τὴν μάχην τῆς Ἀραχόβης, ὅπου ἔκλεισε τὸν ἐχθρὸν εἰς ποντικοπαγίδα, τὸν Δημήτριον Ὑψηλάντην εἰς τὴν Ἀκρόπολιν τοῦ Ἄργους, εἰς τὸ Ἁγιονόρι —τὸ μεγαλύτερον στρατιωτικὸν κατόρθωμα τῆς ἐποχῆς, διότι ἐπέρασεν εἰς τὰ νῶτα τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἀπετελείωσε τὰ λείψανα τῆς στρατιᾶς τοῦ Δράμαλη— καὶ τέλος εἰς τὴν λαμπρὰν μάχην τῆς Πέτρας, ὅπου ὑπέβαλε τοὺς Τούρκους εἰς σκληρὰν ταπείνωσιν, ἢ τὸν Νικηταρᾶν εἰς τὸν Ἄη-Σώστην, ὅπου τὸ ξίφος του ἐκόλλησεν εἰς τὴν φούκταν του ἀπὸ τὰ αἵματα; Ἢ νὰ ἐνθυμίσω τὴν ἔξοδον τῆς ἀθανάτου φρουρᾶς τοῦ Μεσολογγίου, τὰ ὁλοκαυτώματα τῶν Ψαρῶν καὶ τῆς Κάσσου, τὸν Διάκον εἰς τὴν Ἀλαμάναν, τὸν Ἀνδροῦτσον εἰς τὸ χάνι τῆς Γραβιᾶς, τὸν Ἀναγνωσταρᾶν εἰς τὴν Σφακτηρίαν καὶ τὸν Παπαφλέσσαν εἰς τὰς Θερμοπύλας τῆς Μεσσηνίας, εἰς τὸ ἀσύγκριτον Μανιάκι;

Αὐτὰ ὅλα εἶναι ἀθάνατα ἔργα ἡρώων. Ἀλλὰ ἡ ἀξία τοῦ Εἰκοσιένα εὑρίσκεται ἀκόμη ὑψηλότερα. Ὅ,τι τοποθετεῖ τὸ μέγα τοῦτο κίνημα ὑπεράνω ὅλων τῶν Ἐπαναστάσεων τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς ‘Αμερικής, ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀγώνων τῶν Βορειοαμερικανῶν διὰ τὴν ἐλευθερίαν των, ὑπεράνω τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ τέλους τοῦ δεκάτου ὀγδόου αἰῶνος, ὑπεράνω παντὸς ἐπαναστατικοῦ κινήματος τυπικοῦ καὶ χρονικοῦ προσδιορισμοῦ, εἶναι ἡ κοσμοϊστορικὴ ἔννοιά του καὶ αἱ κοσμοϊστορικαί του συνέπειαι. Δὲν ὑπῆρξεν ἁπλῶς ἀγὼν διὰ τὴν ἀποτίναξιν ἑνὸς ζυγοῦ, οὔτε ἐξέγερσις μιᾶς φυλῆς ἐναντίον ἄλλης, οὔτε κίνημα τάξεως κοινωνικῆς ἢ ὁμάδος, ἡ ὁποία ζητεῖ δικαιώματα ἰσοπολιτείας ἢ πολιτειακὴν μεταβολήν. Ὑπῆρξεν ἡ καθολικὴ ἐξέγερσις καὶ ὁ καθολικὸς ἀγὼν ἑνὸς ὁλοκλήρου κόσμου, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ εἶχε δημιουργήσει τὸ πνευματικὸν φῶς τῆς ἀνθρωπότητος καὶ εἶχεν ἀποτελέσει, ἐπὶ χιλιετηρίδας, τὸ ὑψηλὸν κέντρον τῆς ἱστορικῆς της ζωῆς, ἐθεωρεῖτο διὰ παντὸς νεκρός.

Ἦτο ἀγὼν ἀναβιώσεως τῆς ἑλληνικῆς ἰδέας, ἀναστάσεως τοῦ ἐπὶ ἀμετρήτους αἰῶνας φωτοδότου τοῦ κόσμου, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν θέσιν του εἰς τὴν ἱστορικὴν δημιουργίαν. Διὰ τοῦτο ἡ παγκόσμιος ποίησις καὶ ἡ παγκόσμιος διανόησις ἐχαιρέτισαν εἰς τὸ Εἰκοσιένα τὴν μεγαλοπρεπῆ ἀναγέννησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου. Διὰ τοῦτο ἦλθεν εἰς τὸ Μεσολόγγι ὁ Βρεταννικὸς κύκνος, νὰ εἴπῃ τὸ τελευταῖον του τραγοῦδι καὶ τὸ εὐγενέστερον αἷμα τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς ν’ ἀναμιχθῇ μὲ τὸ ἑλληνικόν. Δι’ αὐτὸ πλάϊ ἀπὸ τὸν Ἀθανάσιον Διάκον πίπτει ὁ Βάλδεμαρ Κουάλεν, ἡγεμονικὸς βλαστὸς τοῦ οἴκου τοῦ Ὀλστάϊν καί, πλάϊ εἰς τὸν Ἄναγνωσταρᾶν ὁ ἐπαναστάτης καὶ πρωθυπουργὸς τοῦ Πιεμόντου Σανταρόζα, διωγμένος ἀπὸ τὴν πατρίδα του διὰ τῆς λόγχης τῶν Αὐστριακῶν. Οἱ λαοὶ ἐξεγείρονται, τὸ φιλελληνικὸν πνεῦμα γιγαντοῦται, τ’ ἀνακτοβούλια ἐκβιάζονται, τὸ πᾶν μεταβάλλεται. Ἕνας καινούργιος κόσμος ἀρχίζει νὰ προβάλλῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, ποὺ ἐφαίνετο ἀποκοιμισμένη μέσα εἰς στατικὰ σχήματα.

Αἱ παγκόσμιαι συνέπειαι τοῦ Εἰκοσιένα ὑπῆρξαν ἄπειροι καὶ ἀκόμη σήμερον δὲν ἔχουν ἐξαντληθῆ. Ἡ Ἱερὰ Συμμαχία, καταρρακωμένη ἠθικῶς, ἀπὸ τὸν θρίαμβον τοῦ ἑλληνικοῦ ἀγῶνος, διαλύεται καὶ ὡς πολιτικὸς συνασπισμὸς μετὰ τὴν διάστασιν Ρωσσίας καὶ Αὐστρίας. Ἡ ἐπίδρασις τοῦ Εἰκοσιένα εἰς τὴν πορείαν καὶ τὰς τύχας τῶν μεγάλων Ἐθνῶν ὑπῆρξεν ἀληθινὰ εὐεργετική. Ἐνίσχυσεν εἰς τὴν Ἰταλίαν τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας. Εἰς τὴν Γαλλίαν τὰ φιλελεύθερα πολιτικὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐνδυναμώθησαν ἀπὸ τὴν διάλυσιν τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, κατέλυσαν τὸ 1830 τὸ ἀπολυταρχικὸν σύστημα, χωρὶς ἡ ἄλλη μοναρχικὴ Εὐρώπη νὰ τολμήσῃ νὰ παρέμβῃ. Τέλος ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις ἐδημιούργησε τὸ νέον δίκαιον καὶ τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν λαῶν —τὸ δίκαιον τῶν ἐθνοτήτων— τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἡ σημαία τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου• ἠλευθέρωσε λαούς, ἐδημιούργησε κράτη καί, εἰς τὰς γενικὰς του γραμμάς, εἶναι σήμερον ἡ βάσις τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου.

Ἀλλὰ τὸ μεγαλείτερον εὐεργέτημα τοῦ Εἰκοσιένα πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα εἶναι ὅτι ἐνεφύσησε νέαν πνοὴν εἰς ὅλον τὸν διανοούμενον κόσμον τῆς Δυτικῆς καὶ τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης: «Ἡ δεκαετία ἐκείνη (1820-1830) —γράφει ὁ Γερμανὸς ἱστορικὸς τοῦ δεκάτου ἐνάτου αἰῶνος Bulle —ὑπῆρξεν ἅλυσις γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐνίσχυσαν τὸ φρόνημα τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ ἐλευθερίας καὶ διέλυσαν τὴν ἀπογοήτευσιν ποὺ ἐξώθει τὰ πλήθη εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν παντὸς ἰδανικοῦ εἰς τὴν δημοσίαν ζωήν. Αὐτὰ τὰ γεγονότα ἦσαν οἱ ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων διὰ τὴν ἐλευθερίαν. Οἱ ἀγῶνες αὐτοὶ διετήρησαν, ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη, λαμπρὰν καὶ ἁγνὴν τὴν φλόγα τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἔδωσαν παρηγορὶαν κι’ ἐλπίδα, εἰς μίαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφερον τὸν ἄνθρωπον εἰς ἀθυμίαν καὶ ἀπογοήτευσιν. Ἐστερέωσαν ἀφ’ ἑνὸς τὴν πίστιν ἐπὶ τὸ ἀναφαίρετον τῶν ἐθνικῶν δικαίων καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι πᾶσα τυραννία ἔχει ἕνα τέλος».

Ἑκατὸν τριανταένα ἔτη, ποὺ ἀπὸ τότε παρῆλθον, ἐδικαίωσαν τὴν πίστιν τοῦ Εἰκοσιένα, τὴν σύλληψίν του, τὸ πνεῦμα του καὶ τοὺς ἀθανάτους ἐργάτας του. Τὸ ὅραμα, ποὺ ἐκυμάτιζεν εἰς τὰ ἐκστατικά των μάτια ὅταν εἰς τὸ πεῖσμα τῶν τεραστίων ἐμποδίων, ἀνελάμβαναν τὸν ἀπίστευτον ἆθλον ν’ ἀναστήσουν τὸ φῶς τοῦ κόσμου, εἰς ὅλην τὴν αἴγλην του, εἶναι σήμερον πραγματικότης.

Τὰ θαύματα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς συνεχίζονται. Εἰς τὸν μεγάλον καὶ σκληρότατον ἀγῶνα τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, κατὰ τῆς τυραννίας, ἡ ὁποία τὸν ἠπείλησε τὸ 1940, ἡ Ἑλλὰς ἐκρατήθη, μὲ πνεῦμα ἡρωικὸν καὶ θυσίας ἀφαντάστους, εἰς τὸν προαιώνιον ρόλον τοῦ πρωτοπόρου καὶ τοῦ πρωταγωνιστοῦ. Ὅταν τὰ ἔθνη τῆς Εὐρώπης ἔπιπτον τὸ ἕν μετὰ τὸ ἄλλο, ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς μηχανοκινήτου βίας, ἐβρόντησεν ἀπὸ τῶν κορυφῶν τοῦ Σμόλικα καὶ τοῦ Γράμμου, τὸ κοσμοϊστορικόν της «Ὄχι»• καί, ἀνανεώνουσα τὰ τρόπαια τῶν Μαραθώνων καὶ τὰ ὁλοκαυτώματα τῶν Ψαρῶν, ἐνεψύχωσε τοὺς λαοὺς εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἔσωσεν, ὅπως ἄλλοτε, ὅπως πάντοτε, τὸν ἀνθρώπινον πολιτισμόν.

Αυτές είναι οι ηρωίδες της Επανάστασης του 1821 | Ανοπαία ατραπός

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: