Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Πάντα εκεί θα επιστρέφω

Πάντα εκεί θα επιστρέφω

image

 

Του Νίκου Τσούλια

 

     Ο ουρανός δεν είχε δώσει υγρές πνοές ζωής εδώ και πολύ καιρό. Το φθινόπωρο πέρασε καλοκαιριάτικα αλλά και ο χειμώνας πήγε πίσω πολύ. Οι τόποι στέγνωναν. Αλλαγμένες οι εποχές δεν έλεγαν να συμμορφωθούν. Η ζωή συρρικνωνόταν. Η λίμνη αποτραβιόταν προς την εστία της – στη δέση του ποταμού. Τα παλιά χωράφια φανερώνονταν – μια κουβέντα είναι το φανέρωμά τους – τίποτα δεν ξεχωρίζει, όλα μια απέραντη έκταση λάσπης.

    Μα ήταν θείο δώρο για μένα. Η παλιά μου εστία απαλλάχτηκε από το υγρό βάρος και τα γύρω μέρη της το ίδιο. Παντού ρείκια, άλλα σαπισμένα, άλλα μισολασπωμένα, άλλα ακέραια και τυχερά έπνιγαν καθετί που γειτόνευε με τη λίμνη. Δικό τους ήταν το νερό, το ποτάμι τα είχε κουβαλήσει, απλώθηκαν και έγιναν αφεντικά. Λόγγος έγιναν, δύσκολα περνούσε ανάμεσά τους.

    Πάντα εκεί θα επιστρέφω, στην παιδική μου ηλικία, στα πρωτόλεια βιώματά μου. Όλοι οι άνθρωποι το ίδιο κάνουν. Ακόμα και αν δεν έχουμε οδύσσεια, τον Οδυσσέα έχουμε μορφή αρχέτυπη.

     Εύκολο να βρω το σπιτικό μου. Εκατό μέτρα περίπου από το δρόμο, που κάποτε ήταν δημόσιος και περνούσαν οι κάτοικοι όλοι της περιοχής της Πηνείας, πάνω από τριάντα χωριά και τώρα με την άσφαλτο χιλιοφαγωμένη από του βυθού τα σκοτάδια, το χαλίκι εδώ και εκεί, στενωμένος από τα νεροφαγώματα και από τη βλάστηση, ίσα να περνάς.

     Έκοψα με μίσος τα ρείκια, τα κουβαλήματα του ποταμιού. Δεν υπήρχε ένα δα μικρό ίχνος για να δώσει λίγη χαρά στις αναμνήσεις μου. Τι να μείνει από μια πλίνθινη χαμοκέλα μετά από σαράντα χρόνια; Μόνο κάτι κεραμίδια. Τα μάζεψα σαν αρχαιολόγος της δικής μου αρχαίας εποχής. Θα πάρουν θέση εκεί στη βιβλιοθήκη του γραφείου μου για να τα βλέπω κάθε στιγμή, να νιώθω ότι υπήρξε το σπιτικό μας – το πνεύμα θέλει πάντα την ύλη συντροφιά του.

     Προσπάθησα να περιδιαβώ τα χωράφια μας και τα γειτονικά σπίτια. Δίπλα στο δρόμο οι μεγάλες πέτρες και τα τσιμέντα από τον αλευρόμυλο και το λειτουργιό ήταν οι σταθεροί φύλακες της μνήμης. Θα έμεναν εκεί για πάντα. Κάτι είναι και αυτό.

     Οι πόθοι μου θέριεψαν. Δεν υπάρχει κάτι άλλο να πιαστώ, να ημερέψει η αγωνία μου, να γλυκάνει η νοσταλγία μου; Από τη στιγμή που θέλησα να τα βάλω με τους δαίμονές μου, πρέπει να τους αντιμετωπίσω. Ο τόπος της χαμένης γειτονιάς μου δεν μου έδινε τίποτα άλλο.

     Έκατσα πάνω στην πιο μεγάλη πέτρα του ελαιοτριβείου και άρχισα να διαβάζω μήπως και βρω κάτι – άμα είσαι καλός υπηρέτης του διαβάσματος, πάντα και κάτι άλλο βρίσκεις από τα μηνύματα του συγγραφέα, σκάβεις στα δικά σου βιώματα και μπορείς να συλλογιστείς όμορφους στοχασμούς, παλιά γεγονότα και πρόσωπα ξεχασμένα. Και αν έρθει βοήθεια από κοντά και το γράψιμο, πολλά μπορούν να συμβούν. Και συνέβησαν…

     Ναι, ο τόπος δεν μπορεί να μου δώσει άλλες μαρτυρίες – είναι λεηλατημένος. Ο ουρανός όμως; Αν έλθω πρωί – πρωί, αχάραγο, και κάτσω να δω την ανατολή, τον ορίζοντα με τον αγαπημένο μου Ερύμανθο και το ροδοχάραμα, αν έλθω και το απόγευμα και το βραδάκι, να δω το πέσιμο του ήλιου που ποτέ δεν το έχανα σαν δεν ήταν συννεφιά, δεν θα δω τις αρχέγονες εικόνες μου εκεί στη δύση στους λόφους στο Καλαθέικο, δεν θα συναντήσω το παιδικό μου βλέμμα;

 

image

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: