Αρχική > κοινωνία > Νικήτας Σινιόγλου: Από το ημερολόγιο ενός μισανθρώπου

Νικήτας Σινιόγλου: Από το ημερολόγιο ενός μισανθρώπου

Νικήτας Σινιόγλου: Από το ημερολόγιο ενός μισανθρώπου

Ξεπόρτισα αμελώντας να στείλω το λεγόμενο «μήνυμα» στον πενταψήφιο αριθμό 13033

Αρχές Δεκεμβρίου και το βλέμμα της Μόνα Λίζα διαπερνά την άδεια πόλη. Μια πόλη σε παύση, όπου ο δημόσιος χώρος έχει μετατραπεί σε χώρο διέλευσης. Φωτ. ΑP Photo/Petros Giannakouris

ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΙΝΙΟΓΛΟΥ*

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 03.01.2021

Η πόλη είναι σε παύση κι είναι πόλη άρρωστη. Οι διανομείς τη διασχίζουν από άκρη σε άκρη με ευσυνειδησία νοσοκόμων. Ο αναβαθμισμένος ρόλος των διανομέων είναι σύμπτωμα μιας γενικευμένης μεταβολής: ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε χώρο διέλευσης· και δη μιας διέλευσης προγραμματισμένης με αφετηρία δηλωμένη και προορισμό σαφή. Απαγορεύονται οι άσκοπες μετακινήσεις!

Τον δέκατο ένατο αιώνα και ώς τις αρχές του εικοστού ο πλανόδιος και απροσχεδίαστος βίος ήταν ενδημικός στη ζωή της πόλεως. Γανωματήδες, χτίστες, φωτογράφοι και τεχνίτες, μανάβηδες και γαλατάδες, παλαιστές, σαλτιμπάγκοι και λαϊκοί θαυματοποιοί, ποιητές σε κάρα και μαέστροι της μασκαράτας, ηθοποιοί και κρεατέμποροι τριγυρνούσαν εδώ κι εκεί για πάσα δουλειά του ποδαριού και «θεάματα των οδών», όπως τα ονομάζει ο Κονδυλάκης.

Η εμπορική δραστηριότητα και η ψυχαγωγία βρίσκονταν σε κοινή θέα και μόνιμη περιοδεία, ώστε περνούσαν από το παράθυρο του καθενός. Διόλου τυχαίο· οι πόλεις ενθαρρύνουν μεν τον εδραίο βίο και τον σχεδιασμό των πραγμάτων, ωστόσο ποτέ δεν απέβαλαν τον νομαδικό βίο, αντιθέτως τρέφονται από τις μεταμορφώσεις του όπως τα όργανα από το αίμα που κυκλοφορεί. Τι είναι ένα άστυ χωρίς πλανόδιες υπάρξεις και ζωή του ποδαριού, τι απομένει από έναν τόπο που στερείται τις άσκοπες μετακινήσεις, τις περιστασιακές συναντήσεις και τους αυτοσχεδιασμούς εν μέση οδώ;

Κάποιοι Στωικοί έλεγαν πως αν έχεις έναν κήπο και μια βιβλιοθήκη δεν χρειάζεσαι τίποτα άλλο. Πόσο άδικο είχαν! Το ένστικτο να δεις και να μιλήσεις με ανθρώπους μοιάζει με αυτό της πείνας. Μόνον οι έκτακτες συνθήκες της πανδημίας καθιστούν θεμιτή την απομόνωση των προσώπων, οπότε η αποκοινωνικοποίηση κατοχυρώνεται θεσμικά. Παράξενο βέβαια να προτρέπει κανείς ένα φίλο ή συγγενή να αποφεύγει τους ανθρώπους, να μένει μακριά τους· μέχρι πρόσφατα ο φυγάνθρωπος τύπος περιθωριοποιούνταν, αν δεν δαιμονοποιούνταν κιόλας σε ένα κλίμα καταναγκαστικής ευτυχιοκρατίας. Φαίνεται πως υπό πίεση αλλάζουμε συμπεριφορά πολύ εύκολα.

Είναι Χριστούγεννα, μεσημέρι. Ηδη πολλές οικογένειες θα ορμούν στα στρωμένα τραπέζια τους. Εντός των τειχών έχει ο ένας τον άλλον. Σε ένα προφητικό βιβλίο του 1977, ο Ρίτσαρντ Σένετ ισχυρίζεται πως όσο αυξάνεται η οικειότητα μεταξύ των ανθρώπων τόσο μειώνεται η κοινωνικότητά τους και συρρικνώνεται η εμπειρία του δημόσιου χώρου. Αυτή είναι η περιβόητη «τυραννία της οικειότητας»: μας ζητείται να είμαστε όλο και πιο διαφανείς, ώστε εντέλει χάνουμε το φυσικό δικαίωμα να γινόμαστε ξένοι κι απόξενοι μεταξύ ξένων, εάν αυτό επιθυμούμε.

Ξεπόρτισα αμελώντας να στείλω το λεγόμενο «μήνυμα» στον πενταψήφιο αριθμό 13033. Είμαι κατ’ ελάχιστον πιο αφανής απ’ όσο αν το είχα στείλει. Σκέφτομαι πως μια παρουσία υποχρεωτικά έκδηλη χάνει το φυσικό σκοτάδι της, τον άγνωστο πυρήνα της, άρα φτωχαίνει, μικραίνει λες κι έχει απολέσει ένα μέρος του κόσμου της.

Σε μια ψησταριά στον Νέο Κόσμο η ουρά είναι μεγάλη, οι άνθρωποι στέκουν απέξω για να παραλάβουν τις παραγγελίες τους. Τόση αναμονή υπενθυμίζει πως η πόλη εκτός από τόπος διέλευσης τρέπεται και σε τόπο αναμονής. Ανοίγω το βήμα.

Ο πλανόδιος βίος εξυπηρετεί την ανάγκη για φυγή. Οσο βαδίζουμε δεν πέφτουμε, το σώμα μοιάζει να αντέχει. Από τι επιζητούμε να ξεφύγουμε τους τελευταίους μήνες; Από τον φόβο πως είμαστε ευάλωτοι, ότι αν αρρωστήσουμε μπορεί να πέσουμε. Η φυγή την εποχή της πανδημίας καθίσταται ψηφιακή, η λεγόμενη cyberflanerie ή «κυβερνοπεριπλάνηση». Ο εξαϋλωμένος χώρος του Διαδικτύου παραμερίζει το αστικό τοπίο κι είναι χώρος αλγοριθμικός, επομένως περισσότερο υπολογισμένος από αυτόν του πολεοδομικού σχεδιασμού.

Το χαρακτηριστικό της ψηφιακής περιπλάνησης είναι η επιτάχυνση. Πώς αλλάζουν οι εποχές! Αλλοτε οι φλανέρ αναζητούσαν το εφήμερο και το ακαριαίο στην κίνηση των δρόμων. Εψαχναν τα σημάδια της νεωτερικότητας που ανέδειξε ο Μποντλέρ, τον αντίποδα των άχρονων και αμετάβλητων πλατωνικών ιδεών και κάθε «αλήθειας». Ηταν η εποχή κατά την οποία οι δανδήδες στις στοές του Παρισιού έπαιρναν μαζί μια χελώνα ώστε να συντονίζονται με την αργή της κίνηση, κι η βραδύτητα ήταν ένδειξη ανωτερότητας, η έμπρακτη άρνηση να συμμορφώνεσαι με τον χρόνο του πλήθους· τώρα ζητάμε μεγαλύτερες ψηφιακές ταχύτητες κι είμαστε ευγνώμονες που υπάρχουν, η διαφυγή πρέπει να τελεστεί, το ξέχασμα. Τότε ψάχναμε το φευγαλέο, τώρα μας βομβαρδίζει. Οι ανθρώπινες επιθυμίες –ατομικές και συλλογικές– είναι ένα εκκρεμές.

Νύχτωσε και υποπτεύομαι πως η παραβατικότητα έχει μεταλλαχθεί προκειμένου να επιβιώσει. Εστίες παραβατικότητας ξεπηδούν απροσδόκητα, όπως συνέβη με τα επεισόδια εναντίον της «κοινωνικής συμμόρφωσης» του lockdown στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ· κι όχι στο Σύνταγμα των πάλαι ποτέ «Αγανακτισμένων». Μάλιστα στο Σύνταγμα επικρατούσε συνωστισμός. Ανθρωποι κοίταζαν τα λαμπάκια. Ηδη ο φωτεινός πίνακας επί της Λεωφόρου Συγγρού έγραφε: «Συμφόρηση – Λ. Αμαλίας». Η λέξη «συμφόρηση» προκαλεί τώρα περιέργεια κι όχι γκρίνια. Πώς αλλάζει η ψυχική επενέργεια των λέξεων!

Ο πλάνης δεν έχει τόπο και γι’ αυτό παρωθείται στη δημιουργία του. Αλλοτε είχε τη δύναμη με ένα βλέμμα να γυρνά το μέσα της πόλης έξω και τανάπαλιν σαν πουκάμισο. Για παράδειγμα, οι επιγραφές των μαγαζιών θυμίζουν τους πίνακες στα σπίτια των αστών, τα μαγαζάκια στις στοές μοιάζουν με ντουλάπες στα υπνοδωμάτια, οι μικροπωλητές κι οι εργάτες είναι οι ένοικοι των δρόμων: με τέτοιες εικόνες ο Βάλτερ Μπένγιαμιν «διάβαζε» τους δρόμους του Παρισιού σαν να επρόκειτο για ένα διαμέρισμα και ισχυρίστηκε πως για τον φλανέρ το «μέσα» και το «έξω» του χώρου είναι πολύ σχετικά μεγέθη. Σε συνθήκες πανδημίας οι δρόμοι μοιάζουν με άδεια διαμερίσματα. Αραγε, πόσο τους κατοικεί ο περίφημος ιός; Αναρωτιέμαι μήπως τον εισπνέω.

Στην πραγματικότητα ο ιός κάνει ό,τι κι εμείς, ζητεί να επιβιώσει. Αν σκοτώσει τους ξενιστές, θα πάψει να υπάρχει, οπότε μάλλον προτιμά να μολύνει περισσότερους κατά το δυνατόν, ώστε να διασφαλίσει τη συνέχειά του. Είναι ο εχθρός μας, λένε οι γιατροί. Και δεν είναι αφανής απλώς, αλλά ίσως δεν ζει καν – παράξενος εχθρός!– καθώς το ερώτημα αν οι ιοί εν γένει είναι ζωντανοί παραμένει ανοικτό. Πάντως είναι εχθρός εσωτερικός σε κάποιον βαθμό, καθώς πρόκειται για ασθένεια της «ανθρωπόκαινου» εποχής, δηλαδή της εποχής που χαρακτηρίζεται από τη δυσανάλογη παρέμβαση του ανθρώπινου είδους στο περιβάλλον του. Ο άνθρωπος διαταράσσει την τροφική αλυσίδα και τη βιοποικιλότητα επιταχύνοντας τη διασπορά παθογόνων παραγόντων· όταν αυτοί τον βλάπτουν, εκείνος φτάνει να αφανίσει τους φορείς τους αδίστακτα, όπως στην περίπτωση των μινκ που θανατώθηκαν μαζικά με συνοπτικές διαδικασίες.

Εάν διά μαγείας αφανίζονταν όλα τα μικρόβια, οι συνέπειες για τον πλανήτη θα ήταν δυσμενέστατες· η φωτοσύνθεση θα επηρεαζόταν, η αποσύνθεση επίσης. Κι αν αφανίζονταν οι άνθρωποι; Τότε η Γη θα συνέχιζε να υπάρχει με μικρές απώλειες, για να το θέσουμε ευφημιστικά. Οπότε το καίριο ερώτημα είναι άλλο, τι θα συμβεί στον πλανήτη αν ο άνθρωπος συνεχίσει να υπάρχει. Πάντα με διασκέδαζε που η επιστήμη μοιάζει κάποτε με πρωτεξαδέλφι της μισανθρωπίας κι ας κόπτεται για το αντίθετο.

Οι δυστοπίες ασκούν μεγαλύτερη έλξη από τις ουτοπίες. Είναι δυναμικές και γεμάτες εντάσεις. Κοιτώ το κινητό τηλέφωνό μου και το φαντάζομαι ως τεχνο-απολίθωμα καταχωμένο σε ένα αδιευκρίνιστο ίζημα από συσκευές, μπάζα και πλαστικά που ίσως κάποτε γίνει η έσχατη προσθήκη των ανθρώπων στο γεωλογικό αρχείο της Γης. Ο άνθρωπος δεν είναι ο μόνος που γνωρίζει να καταστρέφει· κι η Φύση κάνει το ίδιο εδώ και εκατομμύρια χρόνια, γι’ αυτό κάποιοι Διαφωτιστές ήταν έξω φρενών μαζί της και ζητούσαν να την καθυποτάξουν με κάθε τρόπο.

Πώς τολμά η Φύση να απειλεί τον πολιτισμό μας, να ερημώνει τις περίλαμπρες πόλεις και να διαλύει τους δρόμους μας! Η Φύση είναι το τέρας, ή ο άνθρωπος; Εκτός αν είναι καταστροφείς αμφότεροι, κι η ισορροπία τόσο δύσκολη, πάντα.

* Ο κ. Νικήτας Σινιόσογλου είναι συγγραφέας.

Survey finds 400,000 New Zealand adults didn't read a book in 2016 |  Stuff.co.nz

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: