Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Της νοσταλγίας φανέρωμα

Της νοσταλγίας φανέρωμα

image

Του Νίκου Τσούλια

     Τους γνώρισα μικρός. Τους συμπάθησα επειδή δεν είχαν (και δεν έχουν…) στον ήλιο μοίρα, επειδή τους θεωρούσαν “κατώτερους” – ακόμα και εκείνοι που δεν θα έπρεπε, γιατί οι πλούσιοι τους είχαν φτιάξει μια κοινωνία τέτοια, ώστε να είναι οι φτωχοί “κατώτεροι”.

     Απορούσα, γιατί οι “κατώτεροι” αισθάνονταν καλύτερα, αν υπήρχαν και πιο “κατώτεροι” απ’ αυτούς; Όμως, η μεγάλη μου αντίρρηση ήταν αλλού. Οι “κατώτεροι” άνθρωποι του χωριού μου ήταν καλύτεροι, πιο φιλότιμοι, πιο πρόσχαροι, πιο αγαπητικοί, πιο χαμογελαστοί απ’ αυτούς που ήσαν και έκαναν τα αφεντικά.

     Εκείνα τα χρόνια, οι μεγάλοι ορμήνευαν τα παιδιά στο πώς θα προσέχουν τα σπίτια, άλλωστε δεν είχαν και κλειδαριές. “Να έχετε το νου σας τους αρκουδόγυφτους, αυτοί κλέβουν, οι καλαθόγυφτοι δεν πειράζουν τίποτα”.

     Και ήταν ο γυφτο-Δημητράκης που έγινε γείτονάς μας με την οικογένειά του και την πραμάτειά του. Έστησε τη σκηνή του στο χέρσο χωράφι απέναντι από τη στάση του λεωφορείου, για να βλέπουν και οι επιβάτες το εμπόρευμά του. Έφτιαχνε χεροκάλαθα, τρυγοκόφινα και κάθε είδους καλάθι. Ήταν χαρά να τους βλέπεις, όλη η οικογένεια ένα εργαστήρι, με χέρια και με πόδια έπλεκαν τα καλάθια με λεπτά κομμένα καλάμια και λυγαριά, με σχέδια όμορφα. Και ήταν τόσο γερά, κανένα παράπονο από πουθενά.

     Σχεδόν όλες οι αγροτικές δουλειές εκείνων των καιρών αλλά και οι οικογένειες χρειάζονταν καλάθια, για να βάζουμε το ψωμί (μαλάθες), για να μεταφέρουμε τρόφιμα για το κολατσιό και για το φαγητό, για τα προικιά, για να τρυγάμε τα σταφύλια και τη σταφίδα – ακόμα και μεγάλες κοφίνες για να αποθηκεύουμε στάρι.

     Τα γυφτόπουλα τα συμπαθήσαμε αμέσως και σαν ήμασταν και λίγα παιδιά στη μικρή γειτονιά, που ήταν έξω από το χωριό, τα βάλαμε στην παρέα μας αμέσως. Ο γυφτο- Δημητράκης είχε μια καραμούτζα και έπαιζε δημοτικά τραγούδια όλη την ώρα όταν δεν έπλεκε καλάθια. Ήταν ο τραγουδιστής της περιοχής μας. Στη σκηνή του έφαγα σκαντζόχοιρο, που δεν τον τρώγαμε εμείς οι …άλλοι. Τι να κάνω και εγώ, για να τους φιλέψω; Πήρα τα γυφτόπουλα με ένα χεροκάλαθο και πήγαμε κρυφά στη σταφίδα μας και το γεμίσαμε.

     Φτιάχτηκε το φράγμα και όλη η γειτονιά μας έγινε βυθός της λίμνης. Χάθηκαν και οι γύφτοι. Οι νέοι πήραμε το δρόμο για την Αθήνα. Να φτιάξουμε το μέλλον μας. Οι γονείς έφτιαξαν καλύτερα σπιτικά σε άλλα μέρη που δεν είχε φτάσει η λίμνη. Ερήμωσε ο τόπος μας. Εκείνο το κομμάτι της ζωής μας έγινε παρελθόν, αργότερα θα γίνει και η μόνιμη εστία της νοσταλγίας μας.

     Σαν πέρασαν τα χρόνια και ήλθαν άλλοι καιροί, σαν κανόνισα το μέλλον και το παρόν, άρχισα να σκέπτομαι σιγά – σιγά αλλά όλο και πιο έντονα το παρελθόν. Ο γυφτο-Δημητράκης και τα παιδιά του φώλιασαν για τα καλά στους τόπους της νοσταλγίας μου.

     Είχαν πάει μακριά, σε χωριό του Πύργου. Πήγα και τους βρήκα. Θα με θυμόντουσαν; Αυτό ήθελα να μάθω, θα ένιωθα γλυκιά τη νοσταλγία μου. Αυτό δεν γίνεται κάθε φορά, η νοσταλγία για να γίνει γλυκιά και όμορφη δεν θέλει του παρελθόντος φανερώματα;

     Δεν με θυμόντουσαν. “Ήσασταν πολύ καιρό εκεί δίπλα από τη στάση του λεωφορείου στο χωριό μου, στην Κάτω Λουκάβιτσα”. Α, ναι – αυτό το θυμόντουσαν. Σκίρτημα με επισκέφτηκε αμέσως.  Βρήκα φως. Προχώρησα.

     – Παίζαμε τόσα παιχνίδια, ακόμα και μέσα στα άχυρα δεν τρυπώναμε;

    –  Μα, εσύ δεν είσαι που μας πήγες στα χωράφια σου να πάρουμε σταφίδα; Ήταν η Ευταλία.

      Η νοσταλγία πάντα θρέφεται από την πραγματικότητα. Η νοσταλγία μου βρήκε φανέρωμα. Άγγιξα μια ομορφιά της ζωής μου.

image

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες:
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: