Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Ο βιβλιοβαρεμένος του χωριού

Ο βιβλιοβαρεμένος του χωριού

"Reading a Book", by Adrien Jean Le Mayeur de Merprès (Belgian, 1880-1958)

Reading A Book by Adrien Jean Le Mayeur de Merprès

 

 

Του Νίκου Τσούλια

      Ήτανε από το διπλανό χωριό, αλλά το «περιστατικό» είχε μαθευτεί σ’ όλη την περιοχή από στόμα σε στόμα εκείνες τις μαύρες εποχές της δικτατορίας. Και επειδή τότενες δεν ήξερες ποιος έχει σχέση με ποιον, ήταν όλοι επιφυλακτικοί με το λεγάμενο – έτσι τον προσφωνούσαν. Γιατί αν είχε συγγενή κανέναν από τη δικτατορία, άντε να βγάλεις άκρη, έλεγαν και αυτό ίσα που ακουγόταν.

      «Μα, δεν έχει κάνει κανένα κακό ούτε και έβλαψε κανέναν», έλεγαν οι πιο λογικοί – που και σ’ εκείνους τους καιρούς όπως και σε κάθε καιρό ήταν πολύ λιγοστοί, μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού για κάθε χωριό…

      «Ναι», απαντούσαν οι καλοθελητές αμέσως – αμέσως «δεν έχει βλάψει κανέναν, γιατί δεν πρόλαβε, αφού έβλαψε μια και καλή τον εαυτό του». Άλλοι έλεγαν ότι ήταν αλαφροΐσκιωτος και ρωτούσαν από πού βαστάει η σκούφια του, γιατί μπορεί να είναι μολεμένο το αίμα του σογιού του. «Από πού έχει βγει αυτό πολύ λένε αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», ρωτούσαν με νόημα… Οι πιο πολλοί όμως έλεγαν ότι είναι από το πολύ διάβασμα. «Τα γράμματα του σάλεψαν το μυαλό του», έλεγαν βαθυστόχαστα και σταματούσαν την κουβέντα θεωρώντας πως αυτή είναι η αιτία και τίποτα άλλο.

      Εκείνα τα χρόνια λίγοι, πολύ λίγοι άνθρωποι σπούδαζαν. Στα έξι – εφτά γειτονικά χωριά μόνο ο Αντρέας ήταν φοιτητής. Τελείωσε τις σπουδές του στην Ελλάδα και πήρε υποτροφία για τη Γερμανία. «Έκανε διδακτορικό και διδάσκει στο πανεπιστήμιο», έλεγαν οι χωριανοί του και καμάρωναν, γιατί τα άλλα χωριά δεν είχαν βγάλει έναν τόσο σπουδαγμένο άνθρωπο.

      Περπάταγε στο δρόμο και μονολογούσε. Μα κι άλλοι μονολογούσαν στο χωριό, άμα ήταν πολλές ώρες μόνοι τους στα χωράφια, άμα πήγαιναν με τα πόδια ή με το άλογο σε μακρινό δρόμο, έκαναν τους λογαριασμούς για τα γεννήματα και για τις σοδειές, για ζώα τους και γι’ όλες τις σκοτούρες τους. Αλλά ο Αντρέας δεν μονολογούσε για τέτοιες έγνοιες, έλεγε ακαταλαβίστικα πράγματα. Αργότερα κατάλαβαν ότι συνομιλούσε με τους ήρωες των βιβλίων. «Άνθρωποι είναι κι αυτοί», έλεγε και ξανάλεγε και με τίποτα δεν σταμάταγε.

      Πάντα είχε ένα βιβλίο στη μασχάλη, για να μη λερώνεται και όταν του δινόταν ευκαιρία, να το διάβασμα συνέχεια και συνέχεια. Όταν έκοβε τα λιανόξυλα στην αυλή του σπιτιού του, έβαζε άλλο ένα κούτσουρο παραδίπλα του και είχε ανοιχτό το βιβλίο με μια πέτρα πάνω του για να μη γυρίζει τις σελίδες ο αέρας και κάθε τόσο διάβαζε και όλο κάτι έλεγε. Όταν πήγαινε να φέρει τα πρόβατα ή τις γίδες ή τα άλογα, είχε το σκοινί τους δεμένο γύρω από τη μέση του και αυτός διάβαζε του καλού καιρού, ενώ περπατούσε. Αλλά μια φορά δεν τη γλίτωσε έπεσε μέσα σε μια γράνα με νερό και έγινε μούσκεμα.

      Ρωτούσε και ξαναρωτούσε στα σπίτια μην και έχουν κανένα εξωσχολικό βιβλίο και το ξετίναζε κι αυτό και το επέστρεφε πάντα σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι το έπαιρνε… «Είναι άνθρωπος του βιβλίου, τελεία και παύλα», έλεγε ο νουνός του, «ας μην το στεναχωρούμε».

      Κι έτσι όταν γύριζε στο χωριό, ήξεραν το πώς θα τον αντιμετωπίσουν. Είχαν αλλάξει και οι καιροί και οι άνθρωποι δεν πολυέδιναν και μεγάλη σημασία στους σπουδαγμένους. Τώρα κοιτούσαν και ξανακοιτούσαν όποιον είχε κάνει λεφτά. Του Αντρέα ούτε που πήγαινε βέβαια το μυαλό του στα λεφτά. Αντίθετα ό,τι οικονομίες είχε τις έδινε και έφτιαξαν βιβλιοθήκη στο σχολείο του χωριού του και έστελνε και ξαναέστελνε βιβλία για τα παιδιά του Δημοτικού. Του είχε γίνει καημός που δεν είχε αυτός στα μικρά του χρόνια.

      Και τότε που ήτανε καθηγητής σε γερμανικό πανεπιστήμιο ήταν απλός σαν νάτανε παιδί. «Γιατί κύριε Αντρέα συνέχεια ασχολείστε με τα βιβλία», τον ρώτησε ο νουνός του που πολύ τον αγαπούσε μια μέρα στο καφενείο, «γιατί δεν αφήνεις και λίγο ήσυχους αυτούς τους φιλοσόφους και να κάνεις οικογένεια και να προκόψεις»;

      «Είναι να μην πιάσεις κουβέντα μαζί τους. Αυτοί μετά δεν σε αφήνουνε με τίποτα. Να, ξέρεις τι με απασχολεί; Κάθε φιλόσοφος ασχολείται με τους προηγούμενούς του, τους σχολιάζει και τους δίνει απαντήσεις. Αλλά οι προηγούμενοι δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο, αφού έζησαν πιο πριν. Και μου κόλλησε να τους σχολιάζω εκ μέρους του. Και μου αρέσει τόσο πολύ αυτή η συζήτηση».

Agnes Cleve - Reading Boy

Agnes Cleve – Reading Boy

Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: