Αρχική > φιλοσοφία > Αυτοσχέδια σπουδή στη συνείδηση (α΄μέρος)

Αυτοσχέδια σπουδή στη συνείδηση (α΄μέρος)

Claude Monet, Irises in Monet’s Garden, 1900

Claude Monet, Irises in Monet’s Garden, 1900

Του Νίκου Τσούλια

      Προλογικά θέλω να αναφέρω ότι επιλέγω, ιδιαίτερα στο σημερινό άρθρο, μια αυτοσχέδια προσέγγιση – αν και η βιβλιογραφική στήριξη είναι πάντα ισχυρό στοιχείο τεκμηρίωσης και επιχειρηματολογίας – για δύο συγκεκριμένους λόγους.

      α) Η γνώση και μάλιστα η θεμελιωμένη γνώση ενώ σου δίνει δυνατότητες να πας την έρευνα παραπέρα, την ίδια στιγμή σε παγιδεύει με τις βεβαιότητές της και κυρίως με τις προκαταλήψεις της. β) Θέλω να ανιχνεύσω την πρωτόλεια σκέψη μου – δηλαδή τη σκέψη του όποιου απλού ανθρώπου – επί του θέματος στοχεύοντας στην ανακάλυψη αυτού που ο Κλωντ – Λεβί Στρως ονομάζει «άγρια σκέψη», αν και στην περίπτωσή μου δεν προϋπάρχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις.

     Γιατί εκτιμώ ότι στο θέμα της συνείδησης υπάρχουν ανεξερεύνητα πεδία άγνοιας και ημιμάθειας, ότι υπάρχουν πλούσια κοιτάσματα «άγνωστης γνώσης», που μόνο αν ψάχνεις ξανά και ξανά μπορείς να τα αγγίξεις. Βέβαια πολύ προτιμότερο θα ήταν οι αναζητήσεις αυτές να γίνονταν με το διάλογο, με τη συζήτηση και με τον κοινό στοχασμό των ανθρώπων. Αλλά είναι έτσι διαμορφωμένα τα «ήθη και τα έθιμα» των διαλογικών αναζητήσεων μεταξύ των ανθρώπων που μια θεματολογία περί συνείδησης φαντάζει σαν φαντασιοπληξία. Και έτσι τι απομένει; Να «σκάβεις» διαρκώς μέσα σου, μήπως κάποια στιγμή με το διαρκή εσωτερικό διάλογο – μονόλογο που κάνεις με τον εαυτό σου βρεις αθησαύριστα διαμάντια. Ούτως ή άλλως ό,τι ανακαλύπτει ένας άνθρωπος είναι επί του κοινού πεδίου της ανθρώπινης κατάστασης και έτσι η όποια δική σου εξόρυξη στοχασμού είναι από το κοινό κοίτασμα του «παγκόσμιου ανθρώπου»…

      Φρονώ ότι για μια απόπειρα ανίχνευσης του περιεχομένου της συνείδησης έχεις κατ’ αρχήν τρεις δρόμους να επιλέξεις, έναν «οντογενετικό» (εξετάζοντας την ανάδυσή της στη σταδιακή ανάπτυξη του παιδιού), έναν «φυλογενετικό» (διερευνώντας την εξελικτική καταγωγή της από τα ζωικά σκοτάδια) και έναν καθαρά παρατηρησιακό (μελετώντας τις όψεις της στην καθημερινή της έκφραση). Αλλά και οι τρεις δρόμοι είναι κακοτράχαλοι και, το πιο σημαντικό, είναι απροσδιόριστοι. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δεν υπάρχουν. Και να γιατί.

     Όποια ερευνητική μεθοδολογία και αν εφαρμόσουμε (μαθηματικό λογισμό, πείραμα, παρατήρηση, αναγωγισμό κάθε μορφής κλπ), διαπιστώνουμε ότι πάντα μας διαφεύγει το επίμαχο σημείο. Ίσως γιατί η ίδια η συνείδησή μας αναζητά τον εαυτό της και προσπαθεί με τις αντανακλάσεις της να δει το είδωλό της. Ζητάμε από το φως δηλαδή να αυτοαπεικονισθεί μέσω της σκιάς που αφήνει. Αλλά τότε δεν βρισκόμαστε στον κόσμο του “φαίνεσθαι” και όχι στον κόσμο του “είναι”; Ίσως να υπάρχει και άλλη εξήγηση – υποθέσεις κάνω και τίποτα άλλο -, ίσως ο δρόμος γέννησης της συνείδησης να είναι απόλυτα μονόδρομος. Έτσι και τον κάνεις δεν μπορείς να επιστρέψεις˙ να είναι δηλαδή σαν τη ροή του χρόνου…

      Αν μελετήσουμε την ανάδυση της συνείδησης στην οντογενετική εκδοχή της μπορούμε να σημειώσουμε μερικές χρήσιμες παρατηρήσεις. Η γέννηση της συνείδησης στο παιδί προκύπτει από τη σύμμειξη δύο ρευμάτων: από τη βιολογική δυνατότητα του παιδιού και από την πολιτιστική κοιτίδα του περίγυρού του. Μόνο του κανένα ρεύμα από τα δύο δεν μπορεί να τη δημιουργήσει. Η συνείδηση δεν είναι ούτε στο ένα ούτε στο άλλο.

      Αν χρησιμοποιήσουμε τις δύο κύριες κοσμοθεωρίες που συγκρούονται επί του θέματός μας – όπως και στα μεγάλα ζητήματα / ερωτήματα του ανθρώπου και του πολιτισμού -, θα δούμε και εδώ ελλειπτικές προσεγγίσεις. α) Η “θρησκευτική θεώρηση” έχει έναν απόλυτα μεταφυσικό χαρακτήρα. Μεταθέτει το πρόβλημα στην ύπαρξη του Θεού, στη δογματική της μεθοδολογία, στην έννοια της πίστης και μάλλον φαίνεται να ξενοιάζει στη συνέχεια. Αλλά η ανθρώπινη σκέψη από τη φύση της είναι αναζητητική και δεν μπορεί να μένει σε μια εσαεί «παγωμένη θεώρηση» των πραγμάτων, γιατί κάτι τέτοιο – εκτός των άλλων – θα ακύρωνε την ίδια την ύπαρξή της. Η ανθρώπινη σκέψη είναι πάντα ανήσυχη. Αγωνιά και ερευνά. Ανασαίνει με την κίνηση. Πεθαίνει με την ακινησία.

      β) Η “υλιστική θεώρηση” ερμηνεύει καθετί με τον αναγωγισμό. Ανάγει καθετί στο πιο απλό κάθε φορά επίπεδο ερμηνείας, ισχυρίζεται ότι η εκάστοτε ανάδυση ενός νέου /ανώτερου πεδίου οργάνωσης της ύλης εμφανίζει νέα χαρακτηριστικά που δεν είχαν τα προηγούμενα και κάπου εδώ σταματάει στην εξήγησή της. Έτσι το πέρασμα του ανθρώπου από τη ζωική κατάσταση προέκυψε με την ίδια διαδικασία που από το χημικό επίπεδο οργάνωσης της ύλης περάσαμε στο βιολογικό και απ’ εκεί στο κοινωνικό. Αλλά ενώ αυτή η μεθοδολογία είναι πειστική στα κατώτερα επίπεδα οργάνωσης της ύλης ακόμα και επί της βιολογικής / ανθρώπινης κατάστασης, επί της ανάδυσης της συνείδησης εμφανίζει σοβαρά κενά. Δεν είναι πειστική. Παραμένει σε γενικολογίες και κυρίως στη δογματική υιοθέτηση της μεθοδολογίας της που δεν φωτίζει πλήρως το όλο θέμα μας.

      Τελευταία χρονικά απόπειρα του ανθρώπου για την ερμηνεία της συνείδησης είναι η “θεωρία της ψυχανάλυσης”. Εδώ ανιχνεύονται γειτονικές περιοχές της συνείδησης, το ασυνείδητο και το υποσυνείδητο και οι μεταξύ των σχέσεις αλλά τα μέχρι τώρα ευρήματα είναι πολύ φτωχά για να ισχυριστούμε κάτι σχετικά βάσιμο και να χτίσουμε επ’ αυτού μια νέα γενική κοσμοθεωρία.

Θα συνεχίσουμε με το δεύτερο μέρος

poboh:

L’entrée du port de Marseille, Jean Baptiste Olive. French (1848 - 1936) 
- Oil on Canvas -

L’entrée du port de Marseille, Jean Baptiste Olive. French (1848 – 1936)

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: