Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Άνθρωποι παλιότερων εποχών

Άνθρωποι παλιότερων εποχών

σάρωση0072

Οι φωτογραφίες τότε ήταν ένα σημαντικό γεγονός. Ο φωτογράφος απλώς είχε πάρει τη μηχανή από τη Γερμανία και κατέγραφε τις καλές στιγμές στο χωριό..

Του Νίκου Τσούλια

      Ίσα – ίσα που τους πρόλαβα και τους απόλαυσα στην πλήρη διαδρομή της ζωής τους. Για μένα είναι άνθρωποι – υποδείγματα, άνθρωποι της αμέριστης προσφοράς, άνθρωποι της αγάπης για τον άλλο άνθρωπο, άνθρωποι της δουλειάς. Αν ήταν και άνθρωποι της γνώσης και του διαβάσματος – κάτι που εκείνες τις εποχές φάνταζε απόμακρο και εκτός πολιτισμικού πλαισίου …-, θα ήταν άνθρωποι ιδανικοί. Κάποιοι διάβαζαν, αλλά ήταν λίγοι. Και τους δικαιολογώ.

      Αναφέρομαι στους αγρότες του μικρού περιουσιακού κλήρου που ξεκινούσαν την οικογενειακή τους ζωή κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, σε σκληρές και δύσκολες εποχές. Αναφέρομαι στους συγχωριανούς μου, στους κατοίκους ενός μικρού χωριού, της Αυγής κοντά στην Αμαλιάδα της Ηλείας. Αναφέρομαι με σεβασμό σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους – πέραν των γονέων μου -, γιατί εκείνα τα χρόνια ένα χωριό ήταν μια μεγάλη οικογένεια και όλοι οι μικροί επηρεαζόμαστε από τους μεγαλύτερους. Κάποια κουβέντα, κάποια παρατήρηση, κάποια συμβουλή, κάποια ενθάρρυνση είναι ακόμα μαζί μας και τώρα στο ζύγιασμα της μέσης ηλικίας μας ακόμα πιο πολύ, σαν να βγήκαν στην επιφάνεια ορμητικά νερά από άμπωτη άγνωστη και κρυμμένη.

      Ήταν άνθρωποι που κατακτούσαν με τον καθημερινό μόχθο τους τη ζωή τους σε αντίξοες συνθήκες. Οι άντρες ήταν κάθε μέρα στα χωράφια, σκληρή δουλειά «από ήλιο σε ήλιο» το …ωράριό τους, γύριζαν πάντα βουτηγμένοι μέσα στον ιδρώτα, στη λάσπη και στη σκόνη, κουβαλούσαν τα «συμπτώματα» των εποχών πάντα μαζί τους. Ήταν αποκαμωμένοι ιδιαίτερα στις περιόδους όπου υπήρχαν οι πιο σκληρές αγροτικές δουλειές˙ η ανάσα τους βαριά, οι κινήσεις τους αργές. Η μόνη διακοπή της δουλειάς τους αφορούσε τις «βαριές γιορτές.

     Η μόνη τους διασκέδαση ήταν το καφενείο τα βράδια μετά το συμμάζεμα των ζώων και το πρωινό της Κυριακής μετά τον εκκλησιασμό και το μάζεμα όλων των αντρών στη μικρή πλατεία του χωριού. Το καφενείο και η πλατεία ήταν ο δημόσιος χώρος για τους μεγάλους. Εκεί γίνονταν οι πολιτικές συζητήσεις, τα μικρά και τα μεγάλα γλέντια, οι αναφορές στους δικούς τους «παλιότερους ανθρώπους», στον πόλεμο και στην κατοχή (όχι τον εμφύλιο τον απέφευγαν), στους μετανάστες του χωριού που βρίσκονταν στην Αυστραλία ή στη Γερμανία, στις σπουδές των παιδιών, στις αρρώστιες, στα παιδιά που είχαν φύγει στην Αθήνα.

     Για τους μικρούς η πλατεία ήταν χώρος για κάποια «προσεκτικά» παιχνίδια και χώρος κοινωνικοποίησής μας, εκεί θα βλέπαμε κανέναν ξένο καλοντυμένο, εκεί θα βλέπαμε κανένα αυτοκίνητο και θα διαβάζαμε ελληνιστί τις μάρκες και έτσι το VOLVO το λέγαμε «νόϊνο» (!) κλπ κλπ. Όχι, στο καφενείο δεν επιτρεπόταν η παραμονή των παιδιών˙ μόνο για να ειδοποιήσουμε κάποιον και μάλιστα έπρεπε να αποχωρούμε και με «δρομαίον βήμα».

      Οι γυναίκες εργάζονταν σκληρά στα χωράφια και στο σπίτι, πραγματικές ηρωίδες. Σπάνια θυμόμαστε τις μανάδες μας να ξεκουράζονται ή να κοιμούνται. Τα βράδια κοιμόμαστε με το θόρυβο που έκαναν οι σκάφες, του ζυμώματος ή του πλυσίματος, τα πρωινά ξυπνάγαμε ή από το τριζοβόλημα του τζακιού τον χειμώνα ή από τις δουλειές του αχάραγου πρωινού, τότε που η νύχτα ζυγιαζόταν με το ξάνοιγμα της ανατολής.

     Ακόμα και όταν οι άντρες έφευγαν για το καφενείο και έπαιρναν τις «ανάσες τους», αυτές είχαν το πλύσιμο, το ζύμωμα, το μαγείρεμα, το μπάλωμα, το σιδέρωμα, την φροντίδα των παιδιών, την ετοιμασία των αντρών για την άλλη μέρα… Η μόνη τους ξεκούραση ήταν οι λιγοστές κουβέντες με τις άλλες γυναίκες της γειτονιάς σε καμιά αυλή – που λειτουργούσε ως μικρή πλατεία του χωριού – και οι γιορτές που έβαζαν τα φτωχά γιορτινά τους, αν και στις γιορτές και πάλι ήταν σε συναγερμό.

      Οι άντρες και οι γυναίκες εκείνων των εποχών ήξεραν και έκαναν σχεδόν όλες τις δουλειές. Η μέριμνά τους ήταν να κάνουν τα σπιτικά τους αυτοτελή, «να μη λείπει τίποτα», τρόπος του λέγειν γιατί «το τίποτα» είναι σχετικό και αφορά τις συνθήκες και τις δυνατότητες των δύσκολων καιρών. Ό,τι μπορούσε να βγάλει η γη και τα ζώα και τα διάφορα επεξεργασμένα προϊόντα τους έπρεπε να εξασφαλίζονται για όλη τη χρονιά. Οι αγορές αφορούσαν την καφέ, τη ζάχαρη, τα μακαρόνια, κάνα μπακαλιάρο ή κάτι τέτοιο σχετικό.

     Έπρεπε να κάνουν όλες τις δουλειές των χωραφιών και οι πολλές δουλειές απ’ αυτές απαιτούσαν γνώση και τέχνη, να επισκευάζουν τις αβαρίες του σπιτιού και ακόμα να πηγαίνουν δανεικαριές ή και να ξενοδουλεύουν όταν έμενε καμιά μέρα ελεύθερη. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έκαναν ποτέ διακοπές, δεν πήγαινε καν στο μυαλό τους, οι διακοπές ήταν προνόμια μόνο για τους πλούσιους και για κατοίκους της πόλης που δούλευαν με ωράρια και τα συναφή. Εμείς σήμερα ασκούμε ένα επάγγελμα και με τα χρήματα που μας δίνει η εργασία μας αγοράζουμε όλα τα προϊόντα και πληρώνουμε όλες τις υπηρεσίες που μας παρέχονται. Αυτή η λειτουργία ήταν άγνωστο είδος εκείνες τις εποχές.

      Οι άνθρωποι των παλιότερων εποχών έδιναν τα πάντα για τα παιδιά τους, δεν χαίρονταν τίποτα παρά μόνο πώς θα δώσουν μικροχαρές στα παιδιά τους και κυρίως στο πώς θα τα συμβουλεύουν ξανά και ξανά και στο πώς θα σπουδάσουν για να φύγουν από τις λάσπες, για να μην κάνουν τη δική τους ζωή. Ήταν άνθρωποι της προσφοράς. Ήταν μεγαλείο ψυχής.

σάρωση0077

Μάλλον Κυριακή πρωί μετά τον εκκλησιασμό, ντύσιμο βαρύ και γιορτινό. Τα χαμόγελα δεν είναι μόνο για τις ανάγκες της φωτογραφίας……

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: