Αρχική > φιλοσοφία > Πώς πρέπει να ζούμε;

Πώς πρέπει να ζούμε;

huariqueje:
“ Flower Still Life - Léon de Smet , 1928
Belgian, 1881-1966
Oil on canvas, 65 x 70 cm
”

Flower Still Life, Léon de Smet, 1928

 

 

Του Νίκου Τσούλια

 

      Πρόκειται για ένα από τα πιο βασικά ερωτήματα της φιλοσοφίας. Μπορεί βέβαια να προκληθούν ενστάσεις για τη σπουδαιότητα ή μη του ερωτήματος. Επειδή το έχει ως πρώτιστο ερώτημα η φιλοσοφία, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απασχολεί και τον άνθρωπο; Τώρα σε τόσο δύσκολες εποχές έχει κανένα νόημα να θεωρητικολογούμε περί των βαθυστόχαστων ζητημάτων;

      Κι όμως το ζήτημα της ευζωίας είναι θεμελιακό πρόβλημα για κάθε άνθρωπο, για κάθε κοινωνία και σε κάθε εποχή. Σε καιρούς δυσχερειών αναπτύσσονται οι πιο ουσιαστικοί προβληματισμοί και τίθενται τα πιο ουσιώδη θέματα της αυτοκριτικής και του στοχασμού. Έτσι κι αλλιώς στις περιόδους της οικονομικής ευημερίας δεν απασχολούμαστε με κανένα άλλο θέμα παρά μόνο με τα κυνηγητό των υλικών αγαθών και επομένως η αιτιολογία του τύπου «τέτοια ώρα τέτοια λόγια» είναι κενή περιεχομένου.

      Το πώς πρέπει να ζούμε θα έπρεπε να είναι και ένα από τα πρώτα – αν όχι το πρώτο – ερώτημα για κάθε άνθρωπο από τη φάση που αποκτά συνείδηση του εαυτού του. Αλλά τι γίνεται στην πραγματικότητα; Κινούμαστε όπως κάποτε τα ζώα με τις ζέβλες και τα σκοινιά όταν όργωναν τα χωράφια σε συγκεκριμένες πορείες των βηματισμών τους, χωρίς να ξεφεύγουν αριστερά ή δεξιά με την καθοδήγηση των καλλιεργητών. Ζούμε τη ζωή μας σχεδόν «φασκιωμένοι» με δεδομένο το όλο πλαίσιο της συνολικής πορείας της ζωής μας.

      Ένα σύνολο υποχρεώσεων, δεσμεύσεων, φιλοδοξιών και ονείρων καθορισμένο από τις κοινωνικές επιταγές και από τους οικογενειακούς προγραμματισμούς διαμορφώνει το σκηνικό της ζωής μας. Η παρακολούθηση του σχολείου συνδέεται μονομερώς με τις σπουδές, αυτές με την επαγγελματική εξέλιξη και αυτή με την εξασφάλιση οικονομικών πόρων και μετά όλο αυτό το πλαίσιο, που έχει κάνει ένας πολίτης, το «περνάει» μέσα από την πολιτισμική κληρονομιά στα παιδιά του και πάει λέγοντας, σαν να παραδίδεται η σκυτάλη και ο εκάστοτε δρομέας πρέπει να τρέχει προς μια ορισμένη κατεύθυνση σε ένα τερματισμό που συνεχώς μετακινείται μέσα από το αέναο ταξίδι των γενεών. Υπάρχει μάλιστα και ο φόβος του αποτυχημένου. Αν δεν ανταποκριθώ σ’ αυτό το καθολικό κάλεσμα, αν δεν τρέξω στο δικό μου κουλουάρ και επί του γενικού γηπέδου, μήπως βρεθώ περιθωριοποιημένος και ξοφλημένος;

      Και αυτό το κυνηγητό δεν αφήνει ούτε το χρόνο να σκεφτείς και να αναλογιστείς. Μήπως πρέπει να προβληματιστώ στο τι πρέπει να κάνω και το πώς πρέπει να ζήσω της ζωή μου; Έχω τη δυνατότητα να αυτοπροσδιοριστώ έστω εν μέρει ή πρέπει να ακολουθήσω την πεπατημένη; Αλλά αυτά τα ερωτήματα αφορούν την τεχνική και όχι την ουσία. Τελικά το όλο πρόβλημα τίθεται ως εξής. Κάθε πολιτισμός και κάθε κοινωνία διαμορφώνει ένα πλαίσιο ζωής, μέσα στο οποίο οι δυνατότητες ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου είναι φοβερά περιορισμένες.

      Και έτσι το ερώτημα της ευζωίας – με δεδομένο ότι δεν τίθεται ούτε καν ως σημείο θεωρητικού προβληματισμού – γίνεται ένα ερώτημα φιλοσοφικό με την έννοια της επαγγελματικής εικόνας της φιλοσοφίας˙ δηλαδή είναι ένα ερώτημα με το οποίο θα απασχολούνται κάποιοι ειδικοί στοχαστές και οι υπόλοιποι ή μάλλον όσοι επιθυμούμε – δηλαδή πολύ λίγοι – θα διαβάζουμε περί αυτού στα σχετικά βιβλία!

      Αυτή η φοβερή χειραγώγηση του πνεύματος του ανθρώπου δημιουργεί – κατά τη γνώμη μου – και τον ορίζοντα αλλά και τον τρόπο της σκέψης του. Σε καμιά περίπτωση δεν υπαινίσσομαι ότι οι πολίτες δεν πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τα κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα – κάτι τέτοιο άλλωστε δεν μπορεί να συμβεί. Εκείνο που ισχυρίζομαι είναι ότι ο άνθρωπος έχει και πρέπει να έχει ουσιαστικές ελευθερίες στη ζωή του. Έτσι, για να γίνω συγκεκριμένος, θεωρώ ότι σαφώς η άσκηση ενός επαγγέλματος είναι απαραίτητη για την κοινωνική μας ένταξη και τη δημιουργικότητά μας αλλά απ’ αυτό το σημείο μέχρι που να ετεροκαθοριζόμαστε επί όλων των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής από τις καταναλωτικές και οικονομικές επιταγές της αγοράς υπάρχει χάος.

      Και να γιατί. Η ελληνική κοινωνία θεώρησε ως πρόοδο σ’ όλη τα μεταπολιτευτική περίοδο την οικονομική ανάπτυξη και τον διαρκώς αυξανόμενο καταναλωτισμό, έχοντας ανάγει την πρόσκτηση όλο και πιο πολλών υλικών αγαθών ως το νόημα της ζωής. Γιατί δεν προβληματιστήκαμε επί του πεδίου της ολιγάρκειας; Γιατί δεν αναρωτηθήκαμε, μήπως πολλές από τις ανάγκες μας, που σκοτωνόμαστε να υπηρετήσουμε, είναι φενακισμένες και μας έχουν επιβληθεί; Ακόμα και στο ζήτημα της διατροφής, το οποίο έχουμε ανάγει σε μείζον κοινωνικό θέμα προβολής, δεν έχουμε αναρωτηθεί: μήπως όλος αυτός ο καταναλωτικός παροξυσμός και η βουλιμία στη διατροφή βλάπτει την υγεία μας;

      Υπάρχουν άπειρα τέτοια ζητήματα της καθημερινής μας ζωής εκτός από τη διατροφή (η αγωγή των παιδιών, η πνευματική καλλιέργεια, το ντύσιμο, η ψυχαγωγία, η χρήση του ελεύθερου χρόνου κλπ), επί των οποίων κινούμαστε με μια κρατούσα αντίληψη και πρακτική χωρίς να αναρωτιόμαστε: μήπως τα πράγματα είναι διαφορετικά; Αυτό είναι και το πρώτο βήμα για να απαντήσει ο καθένας μας επί του ερωτήματος του άρθρου, να προβληματιζόμαστε επί όσων θεωρούνται δεδομένα και μας καθορίζουν σε απόλυτο βαθμό τη ζωή μας, χωρίς εμείς να παίζουμε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση των δεδομένων…

 

lilithsplace:
“ The Guests - Henry Botkin (1896–1983)
”

The Guests – Henry Botkin (1896–1983)

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: