Αρχική > πολιτική, φιλοσοφία > Σχέσεις θεωρίας και πράξης: ένα διαχρονικό, “ανοικτό” ζήτημα

Σχέσεις θεωρίας και πράξης: ένα διαχρονικό, “ανοικτό” ζήτημα

Του Νίκου Τσούλια

      Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα στοχαστικά προβλήματα, που επηρεάζουν τόσο την καθημερινή ζωή μας όσο και τις γενικότερες πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Αν και δεν εμφανίζονται με σαφή κάθε φορά μορφή, εν τούτοις διαπιστώνεται με μια κριτική ματιά ότι υποβόσκει συχνά μια λογική προστριβών μεταξύ θεωρίας και πράξης.

      «Άλλο θεωρία και άλλο πράξη», συνηθίζουμε να τονίζουμε στους διαλόγους μας όταν κάποιος θεωρητικολογεί υπερβολικά ή όταν θέλουμε να αιτιολογήσουμε την αδυναμία μας να επιλύσουμε ένα πρακτικό πρόβλημα ή όταν έχουμε διαφορές στις πολιτικές μας αντιλήψεις. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι σχέσεις θεωρίας και πράξης υπεισέρχονται άλλοτε φανερά και άλλοτε «υπόγεια» στη λειτουργία μας. Πάντα έχει λοιπόν αξία να συζητάμε ένα ούτως ή άλλως επίμαχο ζήτημα και προσφέρει μια τέτοια συζήτηση στην αποσαφήνιση μερικών βασικών τουλάχιστον παραμέτρων του όλου θέματος.

      Στην ιστορική πορεία της ανθρωπότητας μπορούμε να διακρίνουμε διάφορες φάσεις των σχέσεων μεταξύ θεωρίας και πράξης. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι εν λόγω σχέσεις έχουν μια γραμμικότητα και μια συγκεκριμένη λογική κατεύθυνσης. Ωστόσο, στις διάφορες περιόδους των πολιτισμών μπορούμε να διακρίνουμε ισχυροποίηση της μιας όψης έναντι της άλλης και τουναντίον.

      Συχνά αποτελούν και το «μήλον της έριδος», όσον αφορά την πρωτοκαθεδρία στην επιρροή των εξελίξεων. Και αυτό για ένα απλούστατο λόγο. Ναι μεν η πράξη είναι αυτή που συνδέεται αυτονόητα περισσότερο με την ίδια την πραγματικότητα, αλλά και η θεωρία είναι αυτή που γεννιέται στη σκέψη του ανθρώπου και που αποτελεί σημαντικότατο παράγοντα του προσδιορισμού της βούλησής του και της στοχοθεσίας του. Βρίσκουμε δηλαδή εδώ, εκτός των άλλων, και την πάντα ανοιχτή και ταραχώδη σχέση μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας.

      Στη σφαίρα της πολιτικής και της ιδεολογίας, το σκηνικό των σχέσεων θεωρίας και πράξης είναι ένα διαρκώς διεγερμένο πεδίο. Δεν υπάρχει στοχαστής οποιασδήποτε μορφής της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας που δεν εντρυφεί με σχολαστικότητα και με επιμέλεια στον τομέα αυτό προκειμένου να διατυπώσει την όποια αντίληψή του. Και αν δεν αναλύσει αυτό το πεδίο, τότε η οποιαδήποτε προσέγγισή του πάσχει εξ ορισμού και δύσκολα βρίσκει υποστηρικτές. Τα όρια μεταξύ θεωρίας και πράξης δεν είναι σαφή και δεν θα μπορούσαν να είναι. Θεωρία και πράξη αλληλοσυνδέονται με πολλαπλούς δεσμούς, διεισδύουν η μια μέσα στην άλλη, δεν μπορεί να υπάρξει η μια χωρίς την άλλη, όπως δεν μπορεί να υπάρξει ένα νόμισμα χωρίς δύο όψεις.

      Ας δούμε μια κάποια απόπειρα ορισμών των δύο εννοιών.«Με τη λέξη πράξη εννοείται το σύνολο των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, που αποβλέπουν να δημιουργήσουν συνθήκες απαραίτητες για την ύπαρξη της κοινωνίας. Για το μαρξισμό η πράξη είναι πριν από όλα η υλική δραστηριότητα για την παραγωγή, γιατί η ίδια η ύπαρξη των ανθρώπων και της κοινωνίας εξαρτάται από αυτή την παραγωγή. Η μαρξιστική φιλοσοφία υποστηρίζει ότι η κοινωνική πράξη αποτελεί τη βάση της θεωρίας. Η θεωρία γεννιέται από την πράξη. Η επιστημονική θεωρία είναι επίσης μια μορφή της πράξης, είναι το αποτέλεσμα της γενίκευσης της πρακτικής πείρας των ανθρώπων. Τα δεδομένα της επιστήμης επαληθεύονται με το πείραμα. Η θεωρία, που είναι η γενίκευση της πείρας της πρακτικής, δίνει στους ανθρώπους την προοπτική για την πρακτική τους δράση. Γεννημένη από την πράξη, από την πρακτική δραστηριότητα των ανθρώπων η θεωρία ασκεί με τη σειρά της μια τεράστια επίδραση επάνω στην πράξη και αποκαλύπτει στους ανθρώπους νέες προοπτικές»[i].

      Ο Ευτύχης Μπιτσάκης, ένας από τους καλύτερους διανοούμενους της εποχής μας, καταθέτει ένα σαφές πλαίσιο συζήτησης για το συγκεκριμένο θέμα. «Για το μαρξισμό η σχέση θεωρίας και πράξης δεν είναι μια σχέση εξωτερική ού­τε είναι μια γραμμική σχέση χρονικής διαδοχής. Βέβαια από τα εμπειρικά δεδο­μένα η νόηση συχνά (όχι πάντα) προχω­ρεί στη θεωρητική γενίκευση. Ωστόσο το εμπειρικό δεδομένο δεν είναι κάποιο «καθαρό δεδομένο», σύμφωνα με την α­πλοϊκή αντίληψη του εμπειρισμού. Η πρόσληψη του δεδομένου προϋποθέτει ή­δη κάποιο νοητικό, θεωρητικό πλαίσιο (ή «παράδειγμα» κατά Κuhn) και το δεδο­μένο θα εναρμονίζεται με το υπάρχον πλαίσιο ή θα αντιφάσκει και θα αποτελέ­σει το «ανήσυχο» στοιχείο που θα οδηγή­σει ίσως στην ανατροπή της υπάρχουσας θεωρίας. Η σχέση θεωρίας και πράξης δεν είναι συνεπώς η γραμμική σχέση: ε­μπειρικά δεδομένα – θεωρητική γενίκευ­ση. Είναι μια σχέση αντιφατική, συνολι­κά συγκρουσιακή, κινητήρια δύναμη της θεωρίας η οποία εξελίσσεται μέσα από κρίσεις και επαναστάσεις. Φυσικά υπάρ­χουν «πρακτικές πρακτικές» χωρίς θεω­ρητική θεμελίωση, όπως υπάρχουν και θεωρησιακές κατασκευές που αγνοούν την πράξη ή τη βιάζουν στο προκατα­σκευασμένο πλαίσιο. Εντούτοις, συνολι­κά δεν μπορούμε να αυτονομήσουμε τη θεωρία, ούτε, αντίστροφα, να βεβαιώ­σουμε με τρόπο απόλυτο: η πρακτική προηγείται της θεωρίας. Και αν το τελικό κριτήριο της θεωρίας είναι η πράξη, το κριτήριο αυτό είναι σχετικό. Εξάλλου, η σχετική αυτονομία της θεωρίας είναι δε­δομένη χωρίς αυτήν θα ήταν ακατα­νόητος ο ιδεαλισμός, ο μυστικισμός και το σύνολο των φανταστικών σχέσεων του ανθρώπου με τον κόσμο»[ii].

     Το εν λόγω ζήτημα εμφανίζεται πιο έντονα στο χώρο της αριστεράς παρά στο χώρο της δεξιάς. Και ο λόγος είναι προφανής. Στην αριστερά ευδοκιμεί καλύτερα ο στοχαστικός λόγος, εδώ είναι το κύριο εργαστήριο του στοχασμού για την κοινωνική απελευθέρωση και για τη δημιουργία ενός όμορφου και δίκαιο κόσμου. Για την αριστερά το θέμα των σχέσεων θεωρίας και πράξης είναι ζωτικής σημασίας, γιατί είναι συστατικό στοιχείο της ίδιας της ύπαρξής της και της ουσιώδους λειτουργίας της. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι και εσωτερικά στους κόλπους της αριστεράς το θέμα παίρνει συχνά διαστάσεις έντονων αντιπαραθέσεων που οδηγεί και σε επιμερισμούς και επιπλέον και σε διασπάσεις, ιδεολογικές και πολιτικές!

      Οι σχέσεις θεωρίας και πράξης δεν έχουν το ίδιο περιεχόμενο στα διάφορα πεδία του επιστητού. Οι θετικές επιστήμες έχουν διαφορετικά εσωτερικά ισοζύγια από τις ανθρωπιστικές και τις κοινωνικές επιστήμες. Σε κάθε περίπτωση όμως αποτελούν ένα «ανοιχτό ζήτημα», που ποτέ μάλλον δεν θα βρει οριστικές απαντήσεις. Και αυτό αποτελεί και ένα επιπλέον στοιχείο άσκησης γοητείας στην έρευνα και στο στοχασμό μας.

[i] http://chryssablog.wordpress.com/2011/04/15/%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%B7-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B7%CF%82/

[ii] Ε. Μπιτσάκης, Θεωρία και πράξη: μια δύσκολη και άνιση ιστορική σχέση, εφημερίδα ΠΡΙΝ, 5.5.1991

cheza.blogter.hu

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: