Αρχική > διηγήματα > Ασλί Ερντογάν | Ιστανμπούλ | Διήγημα

Ασλί Ερντογάν | Ιστανμπούλ | Διήγημα

Αποτέλεσμα εικόνας για Ασλί Ερντογάν

 

29 Ιουλίου 2019

Ασλί Ερντογάν | Ιστανμπούλ | Διήγημα

Εδώ είναι το σοκάκι όπου ζω, η γειτονιά μου, ο τόπος μου, η πατρίδα μου

Καλά, πού είναι; Μια τόσο παλιά πόλη, αυτή η πόλη που της έχουν δώσει τόσα ονόματα, σχεδόν όσα έχουν δώσει στο Θεό, δεν έχει καθόλου φαντάσματα;

Ανάκατα, λοξά, στρεβλά, στριφογυριστά σοκάκια. Θεόστενες, απότομες ανηφοριές… Δεν είναι ορατά πια τα τείχη που περιτριγύριζαν κάποτε εννιά φορές σαν τον ποταμό της Στυγός το Γαλατά, αυτή τη συνοικία που ρίζωσε τόσο βαθιά σε μια απότομη πλαγιά… Ερείπια. Στοές. Μυστικά περάσματα. Πέτρες. Πεισματάρες, ανθεκτικές, κατάστικτες… Πέτρες βουερές, μέσ’ από τις ρωγμές τους φαίνεται η θάλασσα ως πέρα στον ορίζοντα… Λάσπη ανάμεσα στις πέτρες, λιμνάζοντα νερά, δεν επιστρέφουν καμιά εικόνα που πέφτει πάνω τους. Κάτι ολοζώντανο που περιπλανάται ανάμεσα σε όλη αυτή τη σκόνη και το σκότος, στην εγκατάλειψη και στις σκιές.

Ίσως εδώ, στον τόπο που τα ρολόγια όλο δείχνουν το παρελθόν… Εκεί που ο πύργος λάμπει ολομόναχος σαν ένα κρύο, παγερό αστέρι και σκαρφαλώνει στριφογυριστός προς το μαβί σκοτάδι του νυχτερινού ουρανού… Ίσως πρέπει να θεωρήσει κανείς πως αυτό που εκλαμβάνει ως γαλήνη στη συντροφιά της σιωπής του ουρανού και της πέτρας, στην τυραννική εκκρεμότητα του μέλλοντος και στις κούφιες στοές του είναι ο παλμός του χρόνου που χτυπά.

Εδώ είναι το σοκάκι όπου έζησα κάποτε. Μια στάση όπου κατέλυσα, στάθηκα και ξανάσανα. Το καταφύγιό μου με σβηστές τις γραμμές των συνόρων του, η φυλακή μου. Μια γυμνή, θαρρετή συκιά που φυλλοβόλησε στη δίνη των αιώνων. Ήταν πάντα μακριά, πάντα πιο πέρα, πάντα η άλλη… Ο Γαλατάς, η αδέσποτη αντικρινή ακτή… Μια αποικία περιβεβλημένη με τα δικά της νερά, που λάτρευε τους δικούς της θεούς και έγλειφε μόνη της τις πληγές της… Τόπος εξορίας και καταφύγιο μεταναστών, ένα γκέτο που μιλούσε χίλιες διαφορετικές γλώσσες. Ένα λιμάνι όπου τα καράβια έφερναν δούλους και μπαχαρικά, και απ’ όπου στρατιώτες κι έμποροι ταξίδευαν προς τη Μεσόγειο.

Το νεκροταφείο της Κωνσταντινούπολης στις επιδημίες πανώλης και τις ακατάπαυστες πολιορκίες, όταν φυσούσε ο άνεμος από βορρά, γέμιζε την αρχαία πόλη με την οσμή της σαπίλας… Ένα μάτι από συμπαγή πέτρα χωρίς το ζευγάρι του, που κοίταζε πάντα νότια… Ο ξεφτισμένος καθρέφτης της ηττημένης πόλης, η πρόωρα στημένη ταφόπετρά της. Μια λαβωμένη ματιά με την πλάτη γυρισμένη στο μέλλον, στραμμένη αποκλειστικά και μόνο στο παρελθόν… Σ’ ένα παρελθόν βυθισμένο βαθιά στη γεμάτη χαλάσματα μνήμη της θάλασσας, αδύνατον να αιχμαλωτιστεί στο δίχτυ των λέξεων…

Εδώ βρίσκεται πια και η δική μου ματιά, με τα μυστικά, τις υποσχέσεις, τα μεστά της όνειρα… Με τις ιστορίες που τις θαρρώ δικές μου, τις ήττες της… Με τις εποχές, τις μέρες, τις νύχτες της… Τις χειμωνιάτικες νύχτες, όταν πέφτει το σκοτάδι, τα σοκάκια που φωλιάζουν το ένα μέσα στ’ άλλο σκεπάζονται από μια λεπτεπίλεπτη στρώση χιονιού, κι εγώ κρυώνω μονίμως. Τα ομιχλώδη ανοιξιάτικα πρωινά που στέκουν αναλλοίωτα θαρρείς ως την αιωνιότητα. Τα πρωινά που οι δροσοσταλίδες της χαραυγής λειώνουν στη θλίψη της πραγματικότητας, εκείνα τα πρωινά που με τη μονοτονία και τη ρευστότητά τους μοιάζουν τόσο πολύ στη ζωή… Ορισμένες φθινοπωρινές βραδιές ο ουρανός σκεπαζόταν με ένα θαυμαστό χρυσό χρώμα, τόσο απίστευτο χρώμα, που μ’ έκανε να σκέφτομαι «Πρέπει να έχω πεθάνει πλέον». «Ή μπορεί να είναι η γέννηση ενός ολότελα διαφορετικού σκότους».

Η βροχή χτυπά στις πέτρες που αντανακλούν το φεγγαρόφωτο, βρεγμένα μέχρι το κόκκαλο πουλιά διαγράφουν κύκλους κρώζοντας στο ξέθωρο φως του πύργου, ακούγονται φωνές από μακριά, γνώριμες σκιές στους τοίχους, βήματα που αντηχούν… Περιηγητές, ξεπεσμένοι, δραπέτες, νεότατοι ληστές, γυναίκες μαχαιρωμένες, αδέσποτοι άνδρες που διαγράφουν κύκλους… Πράγματα λησμονημένα, ξαναβιωμένα, λησμονημένα πάλι… Όλες οι ζωές που περάσανε και φύγανε, τελειωμένες προ πολλού, η καθεμιά τους ανασαλεύει και τρίζει σαν παγόβουνο στα βάθη της καρδιάς μου… Θαμποί ορίζοντες που καθημερινά υπόσχονται μια νέα εξαφάνιση.

Ίσως να είναι σ’ αυτό το καραβοτσακισμένο λιμάνι, στην πέτρα, στη θάλασσα… Ίσως, με τα μάτια στραμμένα στο χαμένο τους παρελθόν, ν’ ακούνε το αποχαιρετιστήριο σφύριγμα ενός ισχνού καραβιού, τα ερωτικά τραγούδια των ναυτικών σε χίλιες διαφορετικές γλώσσες… Ένα οποιοδήποτε πρωινό του Αράφ στέκουν –στον καθαρτήριο αμμόλοφο μεταξύ κόλασης και παράδεισου– και αφουγκράζονται, ένα οποιοδήποτε πρωί που δεν μπορείς να διακρίνεις πλέον το κάλεσμα της θάλασσας από της γης, την ιστορία της πέτρας από του ανθρώπου… Ο χρόνος, σαν ένας τεχνίτης που ήρθε από τα πέρατα του κόσμου και παρέμεινε εδώ, σμιλεύει πύλες σε βράχους που τις ανοίγουν μόνο οι νεκροί και μπαίνουν μέσα…

Εδώ, κάθε σπίτι έχει το κελάρι του, κάθε κελάρι το πηγάδι του. Άλλοτε ανοίγει μια πόρτα στις αυλές που μοιάζουν απάτητες για χρόνια, διακρίνεται μια κουρασμένη σκιά στο παράθυρο που έτσι όπως φάνηκε έτσι χάνεται, άλλοτε ακούγεται ένας σκοπός που έρχεται από τα έγκατα της γης, από την ίδια την πέτρα θαρρείς… Ένας γνωστός σκοπός που όμως δεν μπορείς ποτέ να τον αποτελειώσεις… Άνθρωποι καλούν ο ένας τον άλλο, οι φωνές τους αντηχούν στο κενό, ο αντίλαλός τους καλεί και άλλους αντίλαλους. Γκρεμισμένα σπίτια, άδεια σπίτια, εγκαταλειμμένα σπίτια, σπίτια που κατοικούνται μόνο τις νύχτες… Πέτρινα σπίτια χτισμένα από παλιούς μάστορες, που έχουν ξεπεράσει τόσους σεισμούς, τόσες πυρκαγιές.

Σκουριασμένες πόρτες, μια κρήνη στερεμένη πριν από δεκάδες χρόνια, μια γάτα περπατά προσεκτικά ανάμεσα στα θρυψαλιασμένα κεραμίδια στις στέγες που έχουν καταληφθεί από τα περιστέρια, οι κραυγές των γλάρων που ανοίγουν και κλείνουν τη μέρα. Πάνω σε σχοινιά στημένα κατά μήκος των δρόμων κουνιούνται ρούχα, ασώματα, γαλήνια φαντάσματα. Η ψυχή των περασμένων αιώνων τρυπώνει σαν αχνός μέσ’ από τις πολεμίστρες, τις γούβες, τις ρωγμές… Ορθώνεται με μια βαθιά εισπνοή, σου ποτίζει τις πατούσες, το μεδούλι, σκαρφαλώνει στη ραχοκοκκαλιά σου…

Κι εσύ περνάς και φεύγεις από δρόμους που τους περιδιαβαίνουν πομπές και φέρετρα… Βαδίζεις σε αέναους κύκλους κουμπωμένους τον έναν με τον άλλο ανάμεσα σε μαγικές, τρομακτικές, γκρεμισμένες εικόνες, στους έρημους λαβυρίνθους της ψυχής σου… Προς την ατομική, τετριμμένη, μεγαλειώδη εξαφάνισή σου… Μια σε καλεί ετούτη η φωνή, μια η άλλη, σε νέμεται, σε πετάει σαν πέτρα κάτω από την πλαγιά, σε κατρακυλά προς τη θάλασσα, σε παρασέρνει κι εσένα το συλλογικό παρελθόν… Επαναλαμβάνονται για μια ακόμα φορά οι παλιοί θρύλοι στα βήματά σου, με τα καταπατημένα όνειρα, τους εγκαταλειμμένους δρόμους τους…

Αυτοί οι δρόμοι, αυτά τα σοκάκια, αυτά τα άδεντρα καλντερίμια είναι οι φλέβες της ζωής στο χρώμα της καρδιάς, πηχτές από αμέτρητα ριζικά… Κάθε λεκές πάνω στην πέτρα είναι μια ματιά που δεν ξέρεις τα όριά της, μια αρχή που δεν θα μάθεις το τέλος της… Τις νύχτες βαδίζεις κάτω από μουντά κοκκαλωμένα φώτα… Ο Γαλατάς παίρνει στο μεταξύ έναν όλο και πιο σκοτεινό ύπνο, κρύα δάχτυλα καλύπτουν απαλά το μοναδικό του μάτι, που του μεταφέρει τα όνειρα των ανοιχτών θαλασσών κρύβοντας την ερημιά των δρόμων ως το πρωί… Βαδίζεις σε χλωμά βράδια που φυσάει νοτιάς, απομεσήμερα στο χρώμα του αχάτη…

Βαδίζεις στο φεγγαρόφωτο, στο φως των αστεριών, και στο φως της μέρας που μετατρέπει το Γαλατά σ’ αυτό που είναι, απλά και μόνο μια φτωχογειτονιά. Πόσο έχουν ελαφρύνει, πόσο έχουν ελευθερωθεί τα βήματά σου, κι όμως, είναι βαρύ το φορτίο από τόσες κατάρες, τόσα μοιρολόγια, τόσους αποχαιρετισμούς… Ορθώνεσαι με μια βαθιά εισπνοή και συμμετέχεις σ’ αυτό τον παρατεταμένο περίπατο… Αναγνωρίζεις τα χνάρια σου, την εικόνα σου, σαστισμένη. Δεν μπορείς σε καμία περίπτωση να ξεδιαλύνεις τι ήταν αυτό που σας έκανε ν’ ανταμώσετε, όμως δεν έχεις τίποτα να χωρίσεις πλέον.

Βαδίζεις σε σοκάκια που ήταν κάποτε δικά σου. Περνάς κατά μήκος των τειχών όπου τα πτώματα σωριάζονταν το ένα πάνω στ’ άλλο στις επιδημίες της πανώλης, μπουκάρεις σε αυλές γεμάτες με αδύναμες γάτες, ξαποσταίνεις σε κόγχες με κλεμμένα τα αγάλματα των αγίων, και φεύγεις. Εδώ είναι το σπίτι του ποιητή που δολοφονήθηκε με απαγχονισμό στη Γαλλική Επανάσταση. Ακριβώς εδώ στη γωνία που το 18ο αιώνα ζούσε ένας τεχνίτης ρολογιών, μια τραβεστί πήδηξε από το κλειστό παράθυρο με πυροτεχνήματα αναμμένα στο χέρι. Εδώ είναι το σοκάκι όπου μια φορά στα εκατό χρόνια, στην πανσέληνο, εμφανίζεται το φάντασμα μιας δολοφονημένης νέας γυναίκας…

Λαξευμένος από γνήσια μοναξιά, ο Γενουάτικος Πύργος καθαγιάστηκε μόνο μια φορά, χίλια χρόνια πριν, από τα κύματα… Σκαρφαλώνεις στριφογυριστά στον πύργο όπου έκλειναν κάποτε τους κατάδικους. Κοιτάζεις σιωπηλά προς τα κάτω, στον πύργο που σκαρφαλώνουν εκείνοι που θέλουν να πετάξουν στην αντικρινή ακτή, στην «Ασία», όπως κι εκείνοι που επιλέξανε την τελευταία όχθη. Κοιτάζεις τα σοκάκια που δεν αποτυπώνουν κανένα σημάδι σου, κανένα ίχνος από το ταξίδι σου, τις στέγες, τον ορίζοντα… Τη μέρα που φέγγει… Αφομοιώνεις όλα τα ριζικά που διασταυρώθηκαν εδώ, στέκεις στητή, μοναχή, μέσα στην εξαφάνισή σου και επωμίζεσαι όλα τα ψεύδη της ζωής και του θανάτου.

Θα γύρναγες πίσω, αν ήσουν εσύ στη θέση μου; Για ποιον άγνωστο ουρανό που θέλεις να περιγράψεις, για ποια ιστορία που θέλεις να ολοκληρώσεις; Για ποια απεραντοσύνη που θέλεις να της δώσεις ένα τέλος;
Εδώ, μια αλλόκοτη και μακρινή εικόνα αιχμαλωτισμένη στα μάτια της πέτρας που τη σμίλευσε υπομονετικά ο χρόνος· ένα όνειρο υφασμένο από ατόφιο χρυσάφι και λάσπη σε βαθιά, άδεια μάτια χωρίς αντικαθρέφτισμα. Περιμένει ο Γαλατάς, κουλουριασμένος μες στο χιλιοτσακισμένο καβούκι του… Κοιτάζει μόνο μακριά, προς τους ομιχλώδεις, θολούς, αποπλανητικούς ορίζοντες, όμως βλέπει μοναχά το δικό του παρελθόν. Μ’ εκείνη τη ματιά που αναθυμάται και λησμονεί συνάμα όλες τις ζωές και τους θανάτους, τις ιστορίες και τις ήττες, τις απαρχές και τα τέλη… Δεν πιστεύει σε τίποτε πια εκτός από το δικό του αιώνιο όνειρο.

Σαν ντάμα από αχάτη στα μάτια τούτης της πανάρχαιας πόλης, που σκύβει σε ρηχά νερά αναζητώντας τον αντικατοπτρισμό της ρυτιδιασμένης όψης της, δεν καταφέρνει με κανένα τρόπο να κυλήσει στο απέραντο μαβί της θάλασσας.

Είσαι εδώ. Στον τόπο όπου συνειδητοποιείς πως επιστροφή δεν σημαίνει αποκλειστικά και μόνο τύψεις, αποκλειστικά και μόνο απογοήτευση… Ανάμεσα στην πέτρα και στη θάλασσα, στο φως και στη λάσπη, στο τέλος και στην αρχή… Στο λιμάνι όπου οι νεκροί σου τραγουδάνε αποχαιρετιστήρια τραγούδια, έτσι ώστε να μην τους αναζητήσεις ξανά… Στον τόπο όπου αφουγκράζεσαι όλες τις άλλες φωνές για να ακούσεις τη δική σου, εκεί όπου επωμίζεσαι όλες τις κραυγές του κόσμου για να ξαναγεννηθείς…

Οι ονομασίες της Ιστανμπούλ

Από την ίδρυσή της ως σήμερα, η Ιστανμπούλ μνημονεύτηκε με 130 περίπου ονομασίες. Η χρονολογική απαρίθμηση αυτών των ονομασιών που άλλοτε εκφράζουν την πόλη ως το κέντρο μιας αυτοκρατορίας και άλλοτε ορισμένα γεωγραφικά ή δομικά χαρακτηριστικά της είναι πολύ δύσκολη. Παρ’ όλα αυτά οι ονομασίες Λύκος και Βυζάντιο θεωρούνται οι παλαιότερες. Εκτός από αυτές τις δύο, οι ονομασίες Αυγούστα Αντωνίνα, Ανθούσα, Δεύτερη Ρώμη, Νέα Ρώμη, Άλμους Ρόμα, Μίκλαγκαρντ-Μίκλαγκορντ, Τσάριγκραντ, Ιστινπόλιν (Εις την πόλιν), Αγραντόνε, Τζεζιρέ‑ι Χεφτ Τζέμπελ, Αλιάνα, Βιζάντ Καγάκ, Γιαγφούριγε, Γιανκοβίτσε, Κονσταντίνιγε, Σουντέ‑ι Σααντέτ (Πύλη της Ευδαιμονίας), Σεχρ‑ι Αζάμ (Μέγιστη Πόλη), Τάχτ‑ι Ρουμ (Ο θρόνος των Ρωμαίων), Τεκφούριγε (Βυζαντινό Πριγκιπάτο), Νταρού’ς‑Σαλτανά (Έδρα της Αυτοκρατορίας), Ντερ‑ι Ντεβλέτ (Πύλη του Κράτους), Ντεργκιάχ‑ι Σελατίν (Αυτοκρατορική Πύλη), Kωνσταντινούπολη ή απλώς και μόνο Πόλη… αποτελούν ονομασίες που δόθηκαν στην Ιστανμπούλ σε διαφορετικές γλώσσες, σε διαφορετικούς αιώνες.

Πηγη: http://selides.kastaniotis.com

 

Asli Erdoğan

Η Ασλί Ερντογάν γεννήθηκε στην Ιστανμπούλ το 1967. Σπούδασε μηχανική υπολογιστών και φυσική, το μάστερ της το ολοκλήρωσε στο CERN-Εργαστήριο Φυσικής Υψηλής Ενέργειας της Ευρώπης. Παράτησε το διδακτορικό της στη φυσική, που το είχε αρχίσει στο Ρίο ντε Τζανέιρο, επέλεξε τη συγγραφή και έζησε δυο χρόνια στη Νότια Αμερική. Το πρώτο της μυθιστόρημα «Kabuk Adam» (Ο άνθρωπος καβούκι) εκδόθηκε το 1994 και η πρώτη της συλλογή διηγημάτων «Mucizevi Mandarin» (Ο θαυμαστός μανδαρίνος) το 1996. Το δεύτερο της μυθιστόρημα «Kirmizi Pelerinli Kent» (Η πόλη με την κόκκινη πελερίνα) 1998, μεταφράστηκε στα γαλλικά και στα νορβηγικά και εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Actes Sud».

Επιλέχθηκε στη σειρά «Marg» των εκδόσεων «Gyldental». Το διήγημά της με τίτλο «Tahta Kuslar» (Τα ξύλινα πουλιά) κέρδισε το Βραβείο Deutsche Welle και μεταφράστηκε σε εννιά γλώσσες. Στο βιβλίο της «Bir Yolculuk ne Zaman Biter» (Πότε τελειώνει ένα ταξίδι) (2000) συγκέντρωσε τα χρονογραφήματά της στην εφημερίδα «Ραντικάλ». Η Ασλί Ερντογάν συμπεριλήφθηκε ανάμεσα στους «50 συγγραφείς του Μέλλοντος» του περιοδικού «Lire». Έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες. Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Διηγήματος «Σαΐτ Φαΐκ»· τον Αύγουστο του 2016, αμέσως μετά την σύλληψή της, με το σουηδικό βραβείο Τuchoslky και πιο πρόσφατα με το 2017 ΕΙCF Princess Margriet Award for Culture. [www.biblionet.gr]

 

https://www.timesnews.gr/asli-erntogan-istanmpoyl-diigima/

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Ασλί Ερντογάν

Κατηγορίες:διηγήματα Ετικέτες: , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: