Αρχική > φιλοσοφία > Η ανθρώπινη ελευθερία και οι προσδιορισμοί της

Η ανθρώπινη ελευθερία και οι προσδιορισμοί της

from Thorheiten, 1901 - Thomas Theodor Heine

from Thorheiten, Thomas Theodor Heine, 1901

 

του Ηλία Δασκαλάκη*

 

Πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι ο άνθρωπος στις επιλογές του; Ελεύθερος δε από τι; Από καταναγκασμούς ή από προσδιορισμούς;

Α) Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Στην παραδοσιακή σκέψη, και ιδιαίτερα στην κοινή αντίληψη, μπορούμε να εντοπίσουμε δύο κατηγορίες αντιλήψεων για την έννοια της ελευθερίας:

1) την αντίληψη της ελευθερίας ως φυσικής κατάστασης

2) τη μεταφυσική αντίληψη της ελευθερίας

1) Η ελευθερία ως φυσική κατάσταση

Πρόκειται για αντίληψη που έχει φιλοσοφικά τη  καταγωγή της στις θεωρίες του Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Σύμφωνα με αυτήν, η ιστορική πορεία του ανθρώπου είναι μια πορεία έκπτωσης στην οποία το ανθρώπινο γένος υφίσταται μια ουσιαστική απώλεια. Πρόκειται για μια πορεία αποφυσικοποίησης, που τη θέση της φυσικής κατάστασης καταλαμβάνει η πολιτισμένη κοινωνία, ένας κόσμος πλαστότητας και συμβατικότητας, με σαφή υποβάθμιση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο άνθρωπος στη φυσική του κατάσταση διακρίνεται από μια αγαθότητα και ζει χωρίς εχθρότητες και χωρίς τα δεσμά και τους καταναγκασμούς του πολιτισμού. Αντίθετα ο πολιτισμένος ζει αλυσοδεμένος, «ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος και παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος», λέει ο Ρουσσώ στο κοινωνικό του συμβόλαιο. Στη «νεαρή ηλικία του κόσμου» », λέει, οι άνθρωποι ήταν «ελεύθεροι, υγιείς, καλοί, κι ευτυχισμένοι, και είχαν αδιάκοπα την απόλαυση των ηδονών που προσφέρει η ελεύτερη ζωή»[1]. Και σε άλλο σημείο σχολιάζει, «Τα ζώα «όταν υποδουλωθούνε χάνουνε ένα μέρος από τις αρετές τους …». «Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο, όταν γίνεται πολιτισμένος και κοινωνικός και δούλος χάνει την πρωτόγονη ρώμη του, τη σβελτάδα του και την αφοβία του»[2].

Ο άνθρωπος λοιπόν ζει «παρά φύσιν»[3], αλυσοδεμένος με τα δεσμά του πολιτισμού, από το πλήθος των συμβατικοτήτων,   από την άπληστη φιλοδοξία, τη φιλαυτία – που διαφέρει από την αγάπη του εαυτού που είναι μια φυσική και θετική κατάσταση – την  κενότητα της ματαιοδοξίας, του ανταγωνισμού και της αντιπαλότητας. «Ο άγριος ζει με τον εαυτό του και ο πολιτισμένος έξω από τον εαυτό του, πιστεύοντας, ότι είναι όπως τον νομίζουν οι άλλοι, και, γι’ αυτό, αναγκασμένος να επιδιώκει την υπόληψή τους με κάθε τρόπο»[4]. Η έκπτωση του ανθρώπου από την φυσική κατάσταση στον πολιτισμό γίνεται μέσω της γλώσσας, της τεχνολογίας, της γεωργίας και κυρίως μέσω της ιδιοκτησίας για την οποία λέει:

«Όποιος έφραξε πρώτος ένα κομμάτι γη και σκέφτηκε να φωνάξει “αυτό είναι δικό μου” και βρήκε ανθρώπους τόσο απλοϊκούς που να πιστέψουνε το λόγο του , αυτός είναι ο αληθινός ιδρυτής της κρατικής κοινωνίας.

Από πόσα σφάλματα, από πόσους πολέμους , πόσους φόνους, από πόσες δυστυχίες και φρικώδη πράγματα θα γλύτωνε το ανθρώπινο γένος, εκείνος, που θα άρπαζε τους πασσάλους από το φράχτη και θα φώναζε θυμωμένος στους άλλους!

“Προσέχετε, μην πιστεύετε τον απατεώνα αυτόν. Αλλοίμονο αν ξεχάσετε, ότι οι καρποί είναι κοινοί και ότι η γη δεν ανήκει σε κανένα”»[5]

Στη σκέψη του Ρουσσώ, η ελευθερία συναντάται στη φυσική κατάσταση και χάνεται στην κοινωνία. Όμως η ανθρώπινη φύση είναι κοινωνική· δεν υπάρχει άνθρωπος και ανθρώπινη φύση έξω και πέραν της κοινωνικής. Αυτό σημαίνει ότι τόσο η ελευθερία όσο και οι καταστάσεις ανελευθερίας πρέπει πάντα να μελετώνται ως εκφράσεις των κοινωνικών σχέσεων και ως εκδηλώσεις των δικών τους ποιοτήτων.

2) Η μεταφυσική αντίληψη της ελευθερίας

Σύμφωνα με αυτήν ο άνθρωπος είναι δισυπόστατος. Ως βιολογικό ον υπόκειται στους φυσικούς νόμους· πέραν όμως αυτής της φυσικής του υπόστασης διαθέτει και μια πνευματική και ηθική υπόσταση, μόνος αυτός ανάμεσα στα διάφορα όντα της φύσης. Ως ηθικό ον κατέχει έναν κάποιο χώρο ελευθερίας, επιλογής , αποφάσεων, στόχων και ενεργειών των οποίων φέρει την ευθύνη, ένα χώρο μη προσδιοριζόμενο από αιτίες έξω από αυτόν, έξω από την «ελεύθερη βούλησή του».

Πρόκειται για μια μεταφυσική αντίληψη της ελευθερίας, αφού ο άνθρωπος, αν και μέρος της φύσης, μετέχει ταυτόχρονα σε μια περιοχή έξω από αυτήν, σε μια περιοχή στην οποία δεν ισχύει η αρχή της αιτιότητας, στην περιοχή της ελευθερίας και της ευθύνης.

Αδυναμίες των δύο θεωρήσεων

α) Και οι δύο θεωρήσεις παραγνωρίζουν την κοινωνική φύση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι παρά η ψυχοσυναισθηματική και διανοητική έκφραση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων που βρίσκονται σε συμπυκνωμένη μορφή μέσα του. Η αναζήτηση των κοινωνικών συνιστωσών του ατόμου είναι αναγκαία για την κατανόησή του. Άνθρωπος έξω από την κοινωνία δεν υπάρχει, διότι απλούστατα ένα τέτοιο ον θα ήταν ζώο. Ο άνθρωπος εξανθρωπίζεται μέσα στην κοινωνία. Ο λόγος (τόσο ως λογική όσο και ως γλωσσική ικανότητα) αλλά και η ηθική, η συνείδηση, η αυτοεικόνα, η προσωπική ταυτότητα και η αυτοσυνειδησία, καθαρά ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δεν αναπτύσσονται παρά μόνο μέσα στην κοινωνία, εξαιτίας και στη βάση των επικοινωνιακών αναγκών των ανθρώπων.

β) Θα πρέπει βέβαια να αναρωτηθούμε, αν μια φυσική κατάσταση θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα σημείο εγγύτερο στην ελευθερία, όπως υποστηρίζει η πρώτη αντίληψη. Μπορεί άραγε το ζώο να θεωρηθεί ελεύθερο, απλά και μόνο επειδή δεν υπόκειται σε κοινωνικούς καταναγκασμούς, όταν αυτό είναι απόλυτα υποταγμένο στο ένστικτο και στις συνθήκες του φυσικού του περιβάλλοντος;

γ) Η μεταφυσική τοποθέτηση, από την άλλη, παραιτείται από την αιτιότητα και καταστρέφει τη λογική. Είναι ολοφάνερο ότι μας υπαγορεύει την απομάκρυνση από την αναζήτηση των αιτίων και προσδιοριστικών παραγόντων της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αφού αποδίδει αυτήν στην «ελευθερία», στο «αναίτιο». Τούτο βέβαια σημαίνει παραίτηση από κάθε επιστημονική ή άλλη αναζήτηση.

δ) Τέλος, πρέπει να πούμε ότι αυτή η τελευταία εμπεριέχει την εξής αντίφαση: ενώ χρησιμοποιεί την λογική και την αρχή της αιτιότητας για να καταλήξει στην διαπίστωση της ύπαρξης ενός χώρου που δεν ερμηνεύεται αιτιακά , στη συνέχεια και κατά τρόπο εντελώς αυθαίρετο εξοβελίζει λογική και αιτιότητα επικαλούμενο την μεταφυσική ελευθερία του υποκειμένου.

Η ελευθερία ως η πορεία προς μια ολοένα και περισσότερο συνειδητή ύπαρξη

Βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου, από την παραδοσιακή αντίληψη της ελευθερίας ως της ανθρώπινης εκείνης περιοχής στην οποία δεν λειτουργεί η αιτιότητα και οι ανθρώπινες αποφάσεις βρίσκονται πέρα από τους περιορισμούς και τους προσδιορισμούς των ατόμων που τις λαμβάνουν, τείνουμε να καταλήξουμε σε ένα απόλυτα αιτιοκρατικό μοντέλο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Με βάση την αρχή της αιτιότητας κάθε απόφαση είναι το αποτέλεσμα, η συνισταμένη, μιας απειρίας παραγόντων εμφανών αλλά και αφανών που συμμετέχουν στην διαμόρφωσή της.

Τελικά, μήπως η ελευθερία δεν έχει καμία θέση μέσα σ’ όλα αυτά; Θα δείξουμε ότι υπάρχει μια τέτοια θέση. Υιοθετώντας έναν λιγότερο φιλόδοξο και περισσότερο μετριοπαθή ορισμό μπορούμε να πούμε ότι:

Ελευθερία είναι μια πορεία σταδιακού ελέγχου από τον άνθρωπο των συνθηκών της ζωής του, μέσω της διαρκώς αυξανόμενης γνώσης των φυσικών αναγκαιοτήτων και των κοινωνικών προσδιορισμών.

Σε μια τέτοια αντίληψη η ελευθερία είναι πορεία, και μάλιστα χωρίς τέλος, συνειδητοποίησης. Πράγματι, ετυμολογικά, η λέξη ελεύθερος φαίνεται ότι φέρει το στοιχείο της κίνησης[6], ίσως μάλιστα με τη μορφή της ανοδικής πορείας (βλέπε υποσημείωση: ανέβηκα, βγήκα). Η ελευθερία μάλιστα δεν είναι μόνον πορεία ανοδική, αλλά κοπιώδης και με πόνο, που όμως οδηγεί στο καινούριο, στη γέννηση, στη δημιουργία. Το όνομα της αρχαίας θεότητας της γέννας και των πόνων του τοκετού Ειλείθυια ή Ειλειθυία, που απαντάται και με τα ονόματα Ειλήθυια, Ελεύθεια, Ελενθώ ή και Ελειθώ, έχει εμφανή ετυμολογική συγγένεια  με τα Ελευσίνια Μυστήρια[7] που σχετίζονται με τον κύκλο της βλάστησης, με τον ερχομό (ελεύθω – έλευσις – Ειλείθυια – Ελευσίνα), με τη γέννηση και ίσως μέσω αυτών με την ελευθερία.

Η γνώση όμως που συγκεντρώνει ο άνθρωπος σημαίνει έλεγχο και καθυπόταξη της φύσης. Σημαίνει αυξημένη δυνατότητα παρέμβασης εκ μέρους του τόσο στις φυσικές όσο και στις κοινωνικές συνθήκες της ζωής του και κατά συνέπεια αλλαγής τους προς όφελός του.

Η γνώση επομένως συνδέεται με την πράξη (δραστήρια παρέμβαση στον κόσμο) – είναι πράξη (και ως προς την προέλευση και ως προς τις συνέπειές της) – η οποία στην ολοκληρωμένη της μορφή είναι επανάσταση (άρδην μεταβολή των συνθηκών ύπαρξης – τομή με το παρελθόν).

Όλα αυτά καταλήγουν στην ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου από τα άλλα όντα, που δεν είναι παρά η δημιουργία. Στη δημιουργική φύση του ανθρώπου βρίσκεται η ελευθερία (η δυνατότητα ελευθερίας).

Στο σημείο αυτό χρήσιμο είναι να θυμόμαστε ότι η γνώση και ο έλεγχος που αυτή συνεπάγεται, μπορεί, υπό κάποιες συνθήκες, να δημιουργήσει δεσμά στην ανθρωπότητα, αντί να λειτουργήσει απελευθερωτικά. Η τεράστια απελευθερωτική για τον άνθρωπο γνώση, δίνει τη δυνατότητα σε πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα και κέντρα ισχύος να ελέγξουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή και τη συνείδηση των ανθρώπων εγκαθιδρύοντας μια κατάσταση ολοκληρωτισμού. Έτσι, αν η δύναμη της γνώσης αποκοπεί από τον οδηγό της ηθικής, κινδυνεύει να οδηγήσει σε εφιαλτικές καταστάσεις.

Έχοντας αυτά κατά νου, προχωρούμε στις σκέψεις μας αναφορικά με τη δημιουργική φύση του ανθρώπου λέγοντας ότι αυτή δεν είναι βέβαια κάτι το μεταφυσικό. Είναι το αποτέλεσμα των προσπαθειών του ανθρώπου να ξεπεράσει τα εμπόδια, τους φραγμούς και τους περιορισμούς που του βάζει η φύση και η κοινωνική ζωή, πρώτα απ’ όλα για να επιβιώσει και στη συνέχεια για να καλύψει όλες του τις ανάγκες.

Έτσι, κατά τρόπο παράδοξο, και αντίθετα  προς μια απλοϊκή σύλληψη της ελευθερίας, αυτή δεν είναι δυνατή παρά μόνον όπου υπάρχουν περιορισμοί και εμπόδια στην απεριόριστη ικανοποίηση των αναγκών. Ανάγκη και ελευθερία πάνε μαζί.

Συνοψίζοντας λοιπόν θα λέγαμε ότι ελευθερία σημαίνει «συνειδητή πράξη» και ελεύθερη είναι η «συνειδητή ύπαρξη», όπου η «συνειδητή πράξη» είναι ένα είδος σύνθεσης σκέψης και πράξης, γνώσης και δραστηριότητας, ένα είδος επέμβασης στο περιβάλλον που είναι όμως αποτελεσματική λόγω της γνώσης που αποκτήθηκε από προηγούμενη επέμβαση σ’ αυτό, ενώ «συνειδητή ύπαρξη» είναι η ανθρώπινη ύπαρξη που συνειδητά – με γνώση των προϋποθέσεων και συνεπειών των πράξεών της – δραστηριοποιείται στον κόσμο, επιλέγοντας τους δικούς της προσανατολισμούς και στόχους ζωής, στην υλοποίηση των οποίων ρίχνεται ολόψυχα.

Η ελευθερία, έτσι όπως την ορίσαμε, δεν είναι άρνηση της αιτιότητας αλλά μάλλον επίγνωση και κατάλληλη αξιοποίησή της. Δεν είναι μια μεταφυσική έννοια απελευθέρωσης από κάθε φραγμό, από κάθε δεσμό, περιορισμό ή προσδιορισμό φυσικό ή κοινωνικό. Αυτό θα ήταν απλά μία χαοτική κατάσταση. Η ελευθερία είναι γνώση και πράξη, γνώση και δημιουργία. Επομένως δεν υπάρχει έξω από την κοινωνία, διότι έξω από την κοινωνία δεν υπάρχει συνείδηση, σκέψη, άνθρωπος. Κατά συνέπεια η ελευθερία συνδέεται και με την ανθρώπινη επικοινωνία και την κοινωνικότητα, μακριά από τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει.

Στον αντίποδα την ελευθερίας, έτσι όπως την ορίσαμε, βρίσκεται η έννοια της αλλοτρίωσης.

Β) Η ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΠΟΔΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Σύμφωνα με το Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών της UNESCO[8], «Στην ευρύτερη χρήση του στις κοινωνικές επιστήμες ο όρος αλλοτρίωση σημαίνει διάσταση ή αποχωρισμό ορισμένων μερών ή του συνόλου της προσωπικότητας από σημαντικές απόψεις του κόσμου της εμπειρίας».

Η αλλοτρίωση στον Μαρξ

Ο παραπάνω αποχωρισμός, στη σκέψη του Μαρξ, έχει τη ρίζα του, στην περίπτωση του καπιταλισμού, στην αποξένωση του εργάτη από τα μέσα παραγωγής (που ανήκουν στον εργοδότη). Η μισθωτή εργασία του εργάτη είναι αποξενωμένη εργασία, γιατί γίνεται με σκοπό την επιβίωση και όχι την επιβεβαίωση του ανθρώπου, διότι είναι μέσο και όχι αυτοσκοπός. Ο εργάτης βρίσκει τον εαυτό του μόνο έξω από την εργασία του. Την ώρα της εργασίας του αισθάνεται έξω από τον εαυτό του. Νιώθει άνετα μόνο όταν δε βρίσκεται στη δουλειά του.

Ο εργάτης όντας αποξενωμένος από τα μέσα παραγωγής, είναι αποξενωμένος και από το προϊόν της εργασίας του, το οποίο ανήκει στον εργοδότη, στο οποίο ενσωματώνεται η εργασία του και στο οποίο δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του. Επιπλέον είναι αποξενωμένος από τους συνανθρώπους του, ενώ η γενικότερη αποξένωσή του ανθρώπου από την εργασία του καταλήγει στην αποξένωσή του από τον ίδιο του τον εαυτό και από το είδος του.

Στο βαθμό που η εργασία συνιστά βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπινου είδους, η αποξένωση του ίδιου του παραγωγού από αυτήν συνιστά απομάκρυνση, αποξένωση, του ανθρώπου από την ανθρώπινη υπόστασή του. Η εργασία είναι το μέσον με το οποίο ο άνθρωπος εξανθρωπίζεται, είναι το βασικό μέσον παρέμβασης πάνω στη φύση και αλλαγής της, ενώ μαζί μ’ αυτήν αλλάζει και ο ίδιος ο άνθρωπος.

Πλευρές της αλλοτρίωσης

Η εργασία λοιπόν είναι πράξη· και η δημιουργική εργασία ολοκληρωμένη πράξη, πράξη ανατρεπτική. Είναι η κατεξοχήν δημιουργική πλευρά του ανθρώπου και ύψιστη έκφραση της ελευθερίας του, ενώ η αλλοτρίωση στην εργασία σημαίνει απομάκρυνση από τη δημιουργία, την ελευθερία και τελικά την ανθρωπιά.

Αυτός ο ίδιος ο καταμερισμός της εργασίας και η ένταξη των ατόμων σε αυτόν μέσω της ανάληψης κατακερματισμένων ρόλων, με τους οποίους επιτελούν συγκεκριμένες εξειδικευμένες λειτουργίες που καθορίζονται από αυτόν τον καταμερισμό και από τα συμφέροντα των ισχυρών ομάδων, αποστερεί την προσωπικότητα από τη δυνατότητα να εφαρμόσει τις δημιουργικές της δυνάμεις και να επηρεάσει τις ίδιες τις συνθήκες της ύπαρξής της. Πρόκειται στην ουσία για μια συμμόρφωση χωρίς συμμετοχή που προσλαμβάνει έτσι τη μορφή της υποδούλωσης στην αναγκαιότητα[9].

Ο Έριχ Φρομ αναφορικά με το θέμα λέει: «Λέγοντας αλλοτρίωση εννοούμε έναν τρόπο εμπειρίας , με τον οποίο το πρόσωπο αισθάνεται τον εαυτό του σαν ξένο. Έχει, μπορεί να πει κανείς αποξενωθεί από τον εαυτό του. Δεν αισθάνεται τον εαυτό του σαν το κέντρο του κόσμου, σαν δημιουργό των πράξεών του – αλλά οι πράξεις και οι συνέπειές τους γίνονται οι εξουσιαστές του, στις οποίες υπακούει ή τις οποίες μπορεί ακόμη και να λατρεύει»[10].

Καταστάσεις αλλοτρίωσης συναντάμε στη λατρεία των ειδώλων, στην ειδωλολατρική λατρεία του θεού, στην υποτακτική λατρεία ενός προσώπου στην περίπτωση της αλλοτριωμένης μορφής “αγάπης”, στη λατρεία του πολιτικού ηγέτη ή του κράτους, στην ειδωλολατρική λατρεία των εξωτερικεύσεων των παράλογων παθών στην περίπτωση του παράφρονα, που είναι το απόλυτα αλλοτριωμένο πρόσωπο που έχει χάσει την αίσθηση του εγώ. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις «ο άνθρωπος δεν αισθάνεται τον εαυτό του ως τον ενεργό φορέα των δυνάμεών του και των δυνατοτήτων του, αλλά σαν ένα αδύναμο “πράγμα” που εξαρτάται από εξωτερικές δυνάμεις στις οποίες έχει προβάλλει τη ζωϊκή του ουσία»[11].

H Karen Horney τέλος, εξετάζει την αλλοτρίωση από την άποψη της έλλειψης κατανόησης προς τον εαυτό. Εάν λέει καταστείλουμε σημαντικά τμήματα του εαυτού μας αποξενωνόμαστε από αυτόν. Το αποξενωμένο από τον ίδιο του τον εαυτό άτομο χάνει την επαφή του με αυτά που αισθάνεται, αυτά που αγαπά, αυτά που αποστρέφεται ή πιστεύει, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πάρει καν αποφάσεις, αφού δε γνωρίζει τι είναι αυτό που επιθυμεί, ενώ «συχνά χάνει το ενδιαφέρον του για τη ζωή, γιατί δεν είναι εκείνο που ζει τη ζωή αυτή»[12]  –  «Σα νά ’μουν άλλος κι όχι εγώ, μεσ’ τη ζωή πορεύτηκα», λέει ο ποιητής.

Αποξένωση λοιπόν από τον εαυτό μου, από τη ζωή μου, από τα δημιουργήματά μου, που κάποιες φορές αυτονομούνται και με εξουσιάζουν, είναι η αλλοτρίωση που έτσι ταυτίζεται με μη συνειδητή ύπαρξη. Η σύγχρονη κοινωνική οργάνωση οδηγεί στην αλλοτρίωση, που μπορεί να συνοψιστεί στη διάσπαση της πράξης, που καταλήγει σε μια πράξη που μένει ανολοκλήρωτη, αφού παίρνει τη μορφή είτε της δράσης χωρίς συνείδηση (χωρίς γνώση και προσωπική επιλογή) είτε της σκέψης που δεν ολοκληρώνεται από την αναγκαία για τη  υλοποίησή της δράση.

Εκφράσεις αυτής της μη συνειδητής ύπαρξης και της ανολοκλήρωτης πράξης αποτελούν πολλές καταστάσεις που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, όπως: η μισθωτή εξαρτημένη εργασία, ο εντονότατος καταμερισμός εργασίας κα η εξειδίκευση, η μεγάλη εξάρτηση του σύγχρονου ανθρώπου από τους ειδικούς όλων των ειδών για την κάλυψη των αναγκών του, η γενικευμένη εμπορευματοποίηση, η  πολιτική παθητικότητα, η μαζικοποίηση, η κυριαρχία του θεάματος σε βαθμό που ο σημερινός άνθρωπος  περισσότερο να θεάται τη ζωή παρά να τη ζει,  ο άκρατος καταναλωτισμός, η λειτουργία του σχολείου, στο βαθμό που ο μαθητής δεν συμμετέχει ενεργά στη μαθησιακή διαδικασία, η μετατροπή του αθλητισμού σε θέαμα και του φίλαθλου σε θεατή, όπου ο φίλαθλος αντί να ασκεί το σώμα του καταλήγει απλός καταναλωτής αθλητικών θεαμάτων, οι μαζικές μορφές ψυχαγωγίας, η ιδιώτευση, διάφορες μορφές αυτονόμησης των ανθρώπινων δημιουργημάτων, όπως η γραφειοκρατία ή η τεχνολογία που καταλήγει να επιβάλλει ρυθμούς ή τρόπους ρύθμισης των διαφόρων ζητημάτων. Τέλος, να πούμε ότι τέτοιες καταστάσεις  εκφράζονται, υποστηρίζονται και ενισχύονται από ιδεολογίες όπως αυτές του καταναλωτισμού, της αποδοτικότητας, της αξιοκρατίας

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις κοινός παρονομαστής είναι η αδυναμία ελέγχου από τον άνθρωπο της φύσης, των συνθηκών της κοινωνικής του ζωής, των δημιουργημάτων του. Πρόκειται για καταστάσεις ανελευθερίας και αναυθεντικότητας. Καταστάσεις στις οποίες «απουσιάζει» ο εαυτός από εκεί που βρίσκεται. Καταστάσεις που ο άνθρωπος κατασκεύασε, αλλά μέσα στις οποίες δεν βρίσκει τον εαυτό του.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι προϋπόθεση τόσο της ελευθερίας όσο και της αλλοτρίωσης είναι η κοινωνία. Από κει και πέρα είναι θέμα κοινωνικής οργάνωσης το αν θα προωθείται η πρώτη ή η δεύτερη.

Η αλλοτρίωση, σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε, περιγράφει μια κατάσταση υποβάθμισης του ανθρώπου, μια κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος-δημιουργός υποβιβάζεται σε ένα παθητικό και ανίκανο πλάσμα· ταυτίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο η έννοια αυτή με την απανθρωποποίηση, όπου ο άνθρωπος παύει να είναι αυτοσκοπός και γίνεται ένα μέσον για σκοπούς έξω από αυτόν, πράγμα το οποίο μοιραία καταφέρνει ένα πλήγμα στην ανθρωπιά του.

Γ) Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΩΣ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΑΝΑΓΚΗ

«Η υπαρξιακή φαινομενολογία, λέει η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Ευγενία Γεωργαντά, «αντίθετα με τη γενική αντίληψη, υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν πάντα την ελευθερία της επιλογής. Υπάρχουν συνθήκες ύπαρξης στις οποίες δεν παρουσιάζεται καμία δυνατότητα επιλογής. Η κύρια από αυτές είναι η «ερριμμένη» μας κατάσταση. Κανείς μας δεν είχε δυνατότητα επιλογής για το αν θα υπάρξει. Αντίθετα, ο καθένας μας «ρίχνεται μέσα» στην ύπαρξη. Με τον ίδιο τρόπο, κανένας μας δεν έχει δυνατότητα επιλογής σχετικά με το γεγονός ότι σίγουρα, σε κάποια έστω και απροσδιόριστη στιγμή, θα «ριχτεί έξω» από την ύπαρξη, καθώς θα πάψει να υπάρχει ως ανθρώπινο ον.

Επιπλέον, «ριχνόμαστε» επίσης σε ένα συγκεκριμένο σώμα, σε μια συγκεκριμένη εποχή, σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμό, σε ένα συγκεκριμένο σύνολο κυρίαρχων συμπεριφορών και ηθών, στάσεων και απόψεων. Όλα αυτά βρίσκονται επίσης πέρα από κάθε δυνατότητα επιλογής, όπως και τα απειράριθμα ερεθίσματα ή συμβάντα που «μας ρίχνει» ο κόσμος, και στα οποία είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να ανταποκρινόμαστε. Έτσι, οι επιλογές που μπορεί όντως να υπάρχουν είναι πάντα τοποθετημένες μέσα σε ένα σύνολο «ερριμμένων» συνθηκών, την παρουσία των οποίων δεν μπορούμε ούτε να επιλέξουμε ούτε και να ελέγξουμε πραγματικά.»[13].

Και συνεχίζει: «Είμαι εγώ αυτή που ‘ρίχτηκα μέσα’ στην ζωή, χωρίς να το θέλω, με το συγκεκριμένο DNA και είμαι εγώ που θα ‘ριχτώ έξω’ από την ζωή, χωρίς να το θέλω. Είμαι εγώ αυτή που έζησα κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και δέχτηκα όλα αυτά τα ερεθίσματα και τις επιρροές. Όλα αυτά συνθέτουν εμένα και είναι ‘εγώ’. Αν θα τα αξιοποιήσω ή όχι, πως θα αντιδράσω και τι θα κάνω με όλα αυτά είναι δική μου ευθύνη. Όλα όσα αποτελούν την ζωή μου δεν συνέβησαν σε εμένα αλλά εγώ τα έζησα, με διαμόρφωσαν και τα διαμόρφωσα και στο εδώ-και-τώρα μου μπορώ να αποφασίσω τι θα κάνω με όλη αυτή την κληρονομιά».

Το σχόλιο/απορία μου είναι το εξής: μα αν έχω διαμορφωθεί ως «εγώ» από το συγκεκριμένο μου DNA και από το σύνολο των εμπειριών και ερεθισμάτων που δέχτηκα, μήπως ο τρόπος που εγώ θα αξιοποιήσω τις ευκαιρίες της ζωής, μήπως ο τρόπος που εγώ θα απαντήσω στα όποια ερεθίσματα είναι καθορισμένος από αυτό που είμαι; Τι άλλο μένει που θα μπορούσε να καθορίσει τις επιλογές μου, αν όχι το σύνολο των συνθηκών που μέχρι εκείνη τη στιγμή με έχουν διαμορφώσει; Μήπως όταν μιλάμε για «ερριμμένες» συνθήκες δεν κάνουμε τίποτε άλλο από το να δεχόμαστε μόνο το προφανές και να κλείνουμε τα μάτια στο εκπληκτικά  σύνθετο και γι’ αυτό αφανές που η απειρία της αλυσίδας των επιμέρους προσδιορισμών διαμορφώνει τον τρόπο που θα αντιδράσουμε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση; Μήπως τελικά η ελευθερία, η ευθύνη και η βούληση δεν είναι παρά η ανθρώπινη αδυναμία να εντοπίσει και να επεξεργαστεί την απειρία αυτών των συνθηκών;

Αντιλαμβάνομαι ότι μια τέτοια θεώρηση φλερτάρει με μια αντίληψη για τις ανθρώπινες υποθέσεις που θα μπορούσε να οδηγήσει στην πλήρη απαξίωση της ανθρώπινης δράσης και σε μια μοιρολατρική θεώρηση των ανθρώπινων πραγμάτων. Μήπως όμως αυτή δεν είναι η ανθρώπινη μοίρα; Αυτό δεν προσπαθεί να διαχειριστεί ο άνθρωπος πάντα; Να βρει νόημα εκεί που δεν υπάρχει; Γιατί μπορεί να μην υπάρχει αλλά χωρίς αυτό αδυνατεί να ζήσει.

Ο Irvin Yalom, από τη μία, μαζί με τον Rollo May, μιλάει για τις δύο διαστάσεις της ελευθερίας, τις οποίες εντοπίζει στις έννοιες της ευθύνης και της βούλησης,  ενώ αυτός ο ίδιος στο βιβλίο του «Η Μάνα και το Νόημα της Ζωής»[14], προσχωρώντας στη λογική που υιοθετείται στο κείμενο αυτό, λέει, αναφερόμενος στο μείζον ζήτημα του νοήματος της ζωής : «Είμαστε πλάσματα που αναζητούν ένα νόημα …, που είναι υποχρεωμένα να διαχειριστούν τη δυσάρεστη κατάσταση ότι ρίχτηκαν μέσα σ’ ένα σύμπαν που δεν έχει κανένα εγγενές νόημα. … για ν’ αποφύγουμε το μηδενισμό, πρέπει να επιδοθούμε σ’ έναν διπλό στόχο. Πρώτα πρέπει να επινοήσουμε ή ν’ ανακαλύψουμε ένα σχέδιο νοήματος αρκετά στιβαρό για να στηρίξει μια ζωή. Έπειτα πρέπει να κατορθώσουμε να ξεχάσουμε το γεγονός ότι είναι δική μας επινόηση, και να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν το εφεύραμε αλλά το ανακαλύψαμε – ότι έχει μια ανεξάρτητη ύπαρξη στο σύμπαν».

Είναι σαφές ότι ολόκληρος ο πολιτισμός μας στηρίζεται στο δίπολο αιτιότητα – ελευθερία. Και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Μέσα στο πλαίσιο μιας ανθρωπιστικής κουλτούρας, οι αντιφατικές λογικές της αιτιότητας και της ελευθερίας κυριαρχούν ταυτόχρονα στα ανθρώπινα πράγματα. Την ίδια στιγμή που η λογική της αιτιότητας χρησιμοποιείται για να εντοπίσει τις πιθανές αντιφάσεις στη λεκτική συμπεριφορά ενός προσώπου, προκειμένου να αποκαλυφθεί η πλαστότητά των λόγων του, την ίδια στιγμή γίνεται αυτονόητα αποδεκτή η μείζων αντίφαση να ερμηνεύεται η συμπεριφορά με την εγκατάλειψη της λογικής της αιτιότητας και με την προσφυγή στο μη αιτιατά προσδιορισμένο, στο αναίτιο, σε αυτό που λέγεται ελευθερία.

Η ελευθερία στον σύγχρονο πολιτισμό αναφέρεται στο μη ερμηνευόμενο αρχικό αίτιο που είναι η ανθρώπινη ύπαρξη. Σε πολιτισμούς θεοκρατικούς η λογική της αιτιότητας χρησιμοποιείται μέχρι το σημείο που η αλυσίδα των αιτίων φθάνει στο Θεό, όπου και εγκαταλείπεται η προσπάθεια αιτιακής του προσέγγισης. Το πώς δημιουργήθηκε ο Θεός ξεφεύγει από τα πλαίσια των αναζητήσεων μιας τέτοιας κοινωνίας. Ο θεός υπάρχει αφ’ εαυτού και τα πάντα έγιναν από αυτόν. Ανάλογα σε έναν πολιτισμό ανθρωποκεντρικό η λογική της αιτιότητας χρησιμοποιείται μέχρι να φθάσουμε στην πρώτη αρχή, στην κεντρική ύπαρξη που είναι η ανθρώπινη ύπαρξη, οι αποφάσεις της οποίας παύουν να υπόκεινται στους νόμους της αιτιότητας και ερμηνεύονται μέσω της ελευθερίας, της ελεύθερης επιλογής, των ανθρώπινων αποφάσεων που λαμβάνονται ελεύθερα, μολονότι στις μέρες μας ο τεχνοκρατικός πολιτισμός και ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός προκαλούν μία έντονη μετατόπιση του κέντρου βάρους από τον άνθρωπο και την πολιτική, στην οικονομία και την τεχνοκρατία.

Ένα ακόμη ιδιαίτερης σημασίας γεγονός για τον πολιτισμό μας είναι η μεγάλη εξατομίκευση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος έχει αποκοπεί από τους οργανικούς κοινοτικούς δεσμούς του παρελθόντος και στέκει μόνος και μοναχικός απέναντι στην ευρύτερη κοινωνία. Έχοντας  αποκτήσει μια σαφή αίσθηση του «εγώ» αισθάνεται έντονη την ανάγκη ενός χώρου ελεύθερης δράσης και αυτόνομης ύπαρξης. Η ελευθερία λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, εμφανίζεται πλέον ως ανάγκη του πλήρως εξατομικευμένου ανθρώπου και μοιραία συνδέεται με το νόημα ζωής, που γίνεται όλο και πιο προσωπικό και την «ευθύνη» για την κατασκευή του οποίου αναλαμβάνει όλο και περισσότερο ο ίδιος, ενώ συχνά παίρνει τη μορφή της ανάγκης για αυτοεκπλήρωση και προσωπική ολοκλήρωση.

Δ) ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η ελευθερία δεν είναι λοιπόν μια κατάσταση απουσίας αιτίων. Ελευθερία είναι η εσωτερική αίσθηση που έχει αυτός που νιώθει πως έχει τον έλεγχο της ζωής του· που αισθάνεται ότι οι αποφάσεις είναι δικές του και επιλέγει προσωπικά τη ζωή του. Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος αποφασίζει ελεύθερα, δεν σημαίνει ότι η απόφασή του δεν έχει τις αιτίες της. Σημαίνει ότι αυτός ο άνθρωπος αισθάνεται ότι η απόφαση είναι δική του, δεν είναι προϊόν εξαναγκασμού, εξωτερικού ή εσωτερικού.

Η έλλειψη εξωτερικού εξαναγκασμού σημαίνει προσωπική δύναμη· σημαίνει πως δεν υπάρχουν εξωτερικές δυνάμεις τέτοιες που να του υπαγορεύουν το πώς θα δράσει. Από την άλλη, η έλλειψη εσωτερικού εξαναγκασμού σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εσωτερικές δυνάμεις που να τις αισθάνεται το άτομο ως αλλότριες, δυνάμεις που το εξαναγκάζουν να πάρει τη συγκεκριμένη απόφαση, την οποία έτσι δεν αισθάνεται ως δική του, δεδομένου ότι συγκρούεται με άλλες εσωτερικές απαιτήσεις, επιθυμίες ή ανάγκες.

Αν τα παραπάνω είναι σωστά, προϋπόθεση του αισθήματος ελευθερίας για συγκεκριμένη απόφαση και επιλογή είναι η απουσία συγκρουσιακών δυνάμεων στο εσωτερικό του ατόμου που να συνδέονται με το θέμα για το οποίο καλείται να αποφασίσει. Σε γενικότερη έκφραση το αίσθημα ελευθερίας σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εσωτερικές συγκρουσιακές δυνάμεις στο άτομο.

Επομένως ο ψυχισμός του ατόμου που αισθάνεται ελεύθερο θα πρέπει να είναι ενοποιημένος. Να μην έχει εσωτερικά χάσματα, να μη διατρέχεται από εσωτερικές συγκρούσεις. Το άτομο αυτό επίσης θα πρέπει να έχει οικειοποιηθεί την προέλευσή του, τους προσδιορισμούς του και να τους αισθάνεται πλέον ως τον εαυτό του. Ο εαυτός για να είναι ελεύθερος επομένως πρέπει να είναι ενοποιημένος. Αν κάποια τμήματα του εαυτού βρίσκονται σε δυσαρμονική σχέση ή πολύ περισσότερο σε σύγκρουση με άλλα τμήματά του, αν κάποιες ψηφίδες του εαυτού συγκρούονται με κάποιες άλλες, αν επομένως κάποια στοιχεία των προσδιορισμών του εαυτού (πρόσωπα και εμπειρίες) δεν βρίσκονται σε αρμονική συνύπαρξη με τα υπόλοιπα, τότε ο εαυτός αφενός δεν είναι ενοποιημένος, αφετέρου δεν αισθάνεται πως αποφασίζει ελεύθερα, αφού κάποια στοιχεία του θα πρέπει να επιβληθούν στην ουσία πάνω σε κάποια άλλα.

Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι υπάρχουν τμήματα του εξωτερικού κόσμου που έχουν επιβληθεί πάνω στον ψυχισμό του ατόμου, αναφομοίωτα ή κακοχωνεμένα. Στο σημείο αυτό κρίσιμης σημασίας είναι το κατά πόσο το άτομο αισθάνεται αυτοπροσδιοριζόμενο. Το στοιχείο του αισθήματος αυτοπροσδιορισμού από μέρους του ατόμου είναι κρίσιμης σημασίας για το βαθμό και το βάθος της εσωτερίκευσης των κοινωνικών κανόνων και αξιών, των κινήτρων της συμπεριφοράς, της λογικής που διέπει τις εξωτερικές ρυθμίσεις της συμπεριφοράς από τον κοινωνικό κόσμο που έχει τις δικές του απαιτήσεις.

Είναι πολύ σημαντικό η κοινωνικοποίηση να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο που και την ομαλή κοινωνική ένταξη και επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων να εξασφαλίζει, και τις ανάγκες της κοινωνικής συνοχής να ικανοποιεί, αλλά ταυτόχρονα να μην αφήνει ανικανοποίητες βασικές ατομικές ανάγκες, μεταξύ των οποίων ανάγκες αυτοέκφρασης των ατόμων και προσωπικής συμμετοχής στην διαμόρφωση των κοινωνικών πραγμάτων.

Οι Deci & Ryan, εστιάζοντας στο θέμα του αισθήματος αυτοπροσδιορισμού στο άτομο, διακρίνουν τέσσερα είδη εξωτερικής κινητοποίησης της συμπεριφοράς του: την εξωτερική ρύθμιση, την ενδοβολή, την ταύτιση και την ολοκληρωμένη ρύθμιση, τα οποία, με τη σειρά αυτή, κλιμακώνονται από τα χαμηλότερα επίπεδα εσωτερίκευσης προς τα υψηλότερα[15].

Στην περίπτωση της εξωτερικής ρύθμισης (external regulation) δεν υπάρχει εσωτερίκευση της συμπεριφοράς και των κινήτρων. Η δραστηριότητα στην περίπτωση αυτή ρυθμίζεται με εξωτερικά μέσα, τέτοια όπως είναι οι αμοιβές και οι καταναγκασμοί. Παράδειγμα, ο μαθητής που μελετάει με την πίεση των γονέων του ή η μαθήτρια που πηγαίνει σχολείο για να αποφύγει την τιμωρία.

Στην περίπτωση της ενδοβολής (introjection) με χαρακτηριστική την παρουσία αισθημάτων ενοχής, το άτομο, έχοντας αρχίσει να εσωτερικεύει τη λογική που βρίσκεται πίσω από τις πράξεις που πιέζεται να εκτελέσει, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα τις αντιστάσεις του, καταλήγει να εσωτερικεύσει τη σύγκρουση ελέγχοντος και ελεγχόμενου, όχι όμως με τη μορφή της σύγκρουσης δύο προσώπων αλλά ως μια εσωτερική σύγκρουση στην οποία ελέγχων και ελεγχόμενος βρίσκονται μέσα στο άτομο. Παράδειγμα, ο μαθητής που πηγαίνει σχολείο, επειδή αισθάνεται ένοχος να κάτσει σπίτι.

Ταυτοποίηση (identification) έχουμε όταν το άτομο ταυτίζεται με τα εξωτερικά κίνητρα και η πράξη αποκτά αξία ως σημαντική. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει σύγκρουση στο εσωτερικό του εσωτερικευμένου ρυθμιστικού σχήματος της συμπεριφοράς, μπορεί όμως να υπάρχει αντίθεση ή δυσαρμονία ανάμεσα σ’ αυτό και σε άλλες πλευρές της εσωτερικής δομής του παιδιού.

Τέλος, η ολοκληρωμένη ρύθμιση (integrated self-regulation) είναι η πλέον αυτό-προσδιοριζόμενη μορφή εξωτερικής κινητοποίησης της συμπεριφοράς. Στην περίπτωση αυτή η πράξη έχει προσωπική αξία για το άτομο και εκτελείται απολύτως ελεύθερα. Σχετικό παράδειγμα μπορεί να είναι η δέσμευση ενός μαθητή σε έναν επαγγελματικό στόχο που τον οδηγεί στην  ελεύθερη και προσεκτική επιλογή της παρακολούθησης κάποιων μαθημάτων. Στην συζητούμενη περίπτωση, η ρύθμιση η ίδια έχει ενσωματωθεί με άλλες ρυθμίσεις σε μια αίσθηση ενότητας του εαυτού που είναι η βάση του πραγματικού αυτό-προσδιορισμού. Οι συμπεριφορές που πηγάζουν από τέτοιες ρυθμίσεις είναι απόλυτα αυτό-προσδιοριζόμενες. Χωρίς να είναι αυθόρμητες, τώρα πλέον επιλέγονται από το συγκεκριμένο πρόσωπο.

Όπως βλέπουμε το θέμα της εσωτερίκευσης των κοινωνικών επιταγών είναι κάθε άλλο παρά απλό και εύκολο. Είναι όμως ταυτόχρονα πολύ σημαντικό τόσο για το κοινωνικό σύνολο όσο και για το άτομο. Για να μπορεί το άτομο να ζει μια αρκετά ικανοποιητική και ποιοτική ζωή δεν θα πρέπει να έχει την αίσθηση ότι άγεται και φέρεται από εσωτερικές δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει, να νιώθει τον εσωτερικό του κόσμο σαν ένα πεδίο συγκρούσεων, όπου δεν ξέρει πώς να ενεργήσει ή όπου ενεργεί και στη συνέχεια το μετανιώνει και αισθάνεται ενοχές.

Θεωρώ ότι για να αφομοιωθούν ουσιαστικά και γόνιμα τα στοιχεία του κοινωνικού περιβάλλοντος , θα πρέπει η κοινωνικοποίηση του ατόμου να γίνεται με τέτοιο τρόπο που να επιτρέπει σε αυτό να ακολουθήσει μια διαδικασία ανάλογη με αυτήν που ακολουθεί κάθε οργανισμός κατά την λήψη της τροφής.

Ο οργανισμός επιλέγει τι θα φάει, αφού κάποιες τροφές, εάν τις φάει, θα τον βλάψουν. Μετά τη λήψη της τροφής, οι μηχανισμοί που διαθέτει ο οργανισμός θα διασπάσουν την τροφή στα συστατικά της, τα οποία θα επεξεργαστούν για να τα μετατρέψουν σε στοιχεία κατάλληλα γι’ αυτόν. Είναι φανερό ότι το σπανάκι που θα φάει κάποιος δεν θα παραμείνει μέσα του με τη μορφή του γνωστού χόρτου, αλλά θα διασπαστεί στα συστατικά του, τα οποία θα λάβουν μορφές κατάλληλες που να μπορεί να αξιοποιήσει ο οργανισμός. Ο οργανισμός θα πάρει από το συγκεκριμένο χόρτο τον σίδηρο, για παράδειγμα, και μάλιστα με τη μορφή εκείνη που θα του επιτρέψει να τον χρησιμοποιήσει για παραγωγή αίματος, αιμοπεταλίων ή ό,τι άλλο μπορεί να του δώσει (έτσι γίνεται η αφομοίωση – διάσπαση, μετατροπή και τελικά ομοίωση). Ό,τι δεν είναι κατάλληλο ή περισσεύει ο οργανισμός θα το αποβάλει, διαφορετικά θα γεμίσει τοξίνες που θα τον βλάψουν.

Η ιδανική κοινωνικοποίηση, η διαδικασία δηλαδή εσωτερίκευσης των στοιχείων του κοινωνικού περιβάλλοντος από το άτομο, πρέπει να ακολουθήσει ανάλογη επεξεργασία, τέτοια που θα μπορέσει να οδηγήσει στην αφομοίωση των κοινωνικών στοιχείων από το άτομο.

Από αυτά κάποια θα αφομοιώσει, ενώ θα αποβάλει τα υπόλοιπα. Επιπλέον  τα στοιχεία που θα κρατήσει το άτομο θα τα επεξεργαστεί κατά τέτοιο τρόπο που να μπορέσουν να ενσωματωθούν στον ψυχισμό του, στο προσωπικό του σύστημα με τις συγκεκριμένες ανάγκες, τις συγκεκριμένες ευαισθησίες, επιθυμίες, σκοπούς κλπ. Κάτι τέτοιο βέβαια προϋποθέτει ότι τα κοινωνικά δεδομένα θα διασπαστούν στα επιμέρους στοιχεία τους, κάποια από τα οποία θα γίνουν δεκτά από τον οργανισμό, ενώ κάποια άλλα είτε θα αποβληθούν είτε θα κρατηθούν τροποποιημένα, έτσι ώστε να υπηρετούν τις ψυχολογικές ανάγκες του συγκεκριμένου ατόμου κρατώντας το ταυτόχρονα σε αρμονική επαφή με το κοινωνικό του περιβάλλον.

Η διαδικασία της κοινωνικοποίησης πρέπει να οδηγεί σε αφομοίωση των περιβαλλοντικών στοιχείων. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η κοινωνικοποίηση να μην έχει γίνει κατά τρόπο που να βιώνεται από το άτομο ως βίαιος και απειλητικός για το αίσθημα αυτοπροσδιορισμού. Εάν τα περιβαλλοντικά στοιχεία επιβληθούν χωρίς να γίνει σεβαστή η ιδιαιτερότητα του ατόμου τότε δεν ενσωματώνονται αλλά παραμένουν στο εσωτερικό του ατόμου ως ξένες δυνάμεις που του επιβάλλουν καταστάσεις, αποφάσεις και επιλογές που δεν τις αισθάνεται ως δικές του.

Κάθε άτομο χρειάζεται το δικό του χρόνο επώασης των συνθηκών αποδοχής μιας κοινωνικής απαίτησης. Χρειάζεται να κατανοήσει τους λόγους που επιβάλλουν τη ρύθμιση, χρειάζεται να αισθάνεται ότι έχει το δικαίωμα επιλογής. Πρέπει επομένως, στα πλαίσια μιας ευέλικτης κοινωνικοποίησης, να μπορεί να επιλέγει κάποια στοιχεία και κάποια άλλα να τα απορρίπτει· πρέπει να μπορεί να προσαρμόζει τα δεδομένα που ενσωματώνονται στον εαυτό του με τον καταλληλότερο τρόπο, έτσι ώστε αυτά να γίνονται υποστηρικτικά των αναγκών, λειτουργικά και κατάλληλα στη βάση των ιδιαιτεροτήτων του· ταυτόχρονα πρέπει να μπορεί να απαντά το ίδιο το άτομο στο περιβάλλον του, να διεκδικεί, να συμμετέχει στη διαμόρφωση του πλαισίου της ύπαρξής του.

Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία για τον σύγχρονο άνθρωπο είναι η υπαρξιακή αίσθηση αυθεντικότητας και πληρότητας. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι να βρίσκεται σε αρμονική σχέση με τον εαυτό του, κάτι που με τη σειρά του προϋποθέτει ότι δεν θα υπάρχουν εσωτερικά χάσματα και συγκρούσεις, θα έχει πετύχει την ενοποίηση του εαυτού και θα έχει οικειοποιηθεί τις κοινωνικές επιρροές, δεδομένα και απαιτήσεις, έτσι ώστε να μην τα νιώθει ξένα αφού θα τα έχει κάνει δικά του.  Μόνο έτσι μπορεί να ελπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος ότι θα αναπτύξει το δυναμικό του και θα ξεδιπλώσει την ύπαρξή του. Έτσι μπορεί να ελπίζει ότι θα βιώσει μια ύπαρξη αυθεντική και μια ζωή ελεύθερη που αξίζει να τη ζει.


[1] Ζαν Ζακ Ρουσώ, Κοινωνική ανισότητα, μτφρ. Στάθη Πρωταίου, εκδ. Δαρέμα, Αθήναι, σ. 62

[2] Ο.π., …, σ. 23

[3] http://www.synchronathemata.gr/o-roysso-kai-i-politeia-enantia-stin-koinonia/

[4] Ρουσώ, Κοινωνική ανισότητα, …, ό.π. σ.89

[5] Ό.π., …, σ.53

[6] είτε συνδεόμενο με την ομάδα έλευση (λευθ-σις ˃ ἒλευσις), είτε με αρχική ετυμολογική ρίζα την el- (ἐλ-) συνδεόμενη με ομόρριζα συγγενών γλωσσών, όπως αρμ. eli ανέβηκα, βγήκα», λατ. amb-ul-are «περπατώ» (πιθ. ˃ γαλλ. Aller «πηγαίνω», Γ. Μπαμπινιώτη, Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, εκδ. Κέντρο Λεξικολογίας ΕΠΕ, Β΄ανατυπ., Αθήνα 2010

[7] Βικιπαίδεια, Ειλείθυια https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%B8%CF%85%CE%B9%CE%B1

[8] Kurt Lang, Αλλοτρίωση, λήμμα στο Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών της UNESCO, για την ελληνική γλώσσα, σελ.16, τ.1, εκδ. Ελληνική Παιδεία Α.Ε., Αθήναι 1972

[9] Ό.π., σ.17

[10] Έριχ Φρομ, Η υγιής κοινωνία, μτφρ. Δημ Θεοδωρακάτος, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1973, σ. 155

[11] Ό.π., σ. 159

[12] Kurt Lang, Αλλοτρίωση, …, ό.π. σ.17

[13] Ευγενία Γεωργαντά, Το παράδοξο του πρωταρχικού δεσμού και της ελεύθερης βούλησης https://www.ideotopos.gr/posts/ψυχολογία/30-πρωταρχικος_δεσμος_ελευθερη_βουληση.html

[14] Irvin Yalom, «Η Μάνα και το Νόημα της Ζωής», εκδ. Άγρα 2007, σ. 19, https://kupdf.net/download/irvin-yalom-_59904135dc0d60a31c300d1a_pdf

[15] Deci, E. L. and Ryan, R. M., Intrinsic motivation and self-determination in human behavior, Plenum press, New York 1985 (σελ. 133-148)


* Ο Ηλίας Δασκαλάκης είναι εκπαιδευτικός σε σχολείο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Κέρκυρα, με την ειδικότητα του κοινωνιολόγου

 

https://www.alfavita.gr/koinonia/297581_i-anthropini-eleytheria-kai-oi-prosdiorismoi-tis

 

 

The Hammock, 1892 - Thomas Theodor Heine

The Hammock, Thomas Theodor Heine, 1892

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: