Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Βασανισμένη μάνα

Βασανισμένη μάνα

Vincent van Gogh - Bäuerin beim Umgraben2.jpg

 

painting by Vincent van Gogh, Peasant Woman Digging

Του Νίκου Τσούλια

     Έτσι ήταν οι περισσότερες μανάδες εκείνης της εποχής της δεκαετίας του 1960 στα χωριά μας, γεμάτες στεναχώριες και πίκρες, μέσα στη δοκιμασία της σκληρής αγροτικής δουλειάς· λίγες οι χαρές τους, μικρές ανάσες σε μια ζωή γεμάτη υποχρεώσεις και απαιτήσεις.

     Δούλευαν μέρα και νύχτα παντού στα δικά τους χωράφια, σε ξενοδουλειές, στο σπιτικό τους τα άγρια χαράματα και τα βαθιά μεσάνυχτα. Η φτώχεια έτρωγε κάθε απόπειρα ξεγνοισιάς και ξεκούρασης. Και στις γιορτές και στα πανηγύρια, που όλοι οι άλλοι, άντρες και παιδιά, γνώριζαν την παροδική έστω όαση της χαράς, οι μανάδες σήκωναν μόνες τους το βάρος της προετοιμασίας τους και της όλης τελετουργίας τους.

     Το είχε βάλει καλά στο μυαλό της, ήταν στη σκέψη της συνέχεια, είχε γίνει το μοναδικό όνειρό της: τα παιδιά της να μη ζήσουν τη δική της ζωή! Και δεν εννοούσε τόσο τη σκληρή δουλειά όσο και τη δυνατότητα να ονειρεύονται και να αγωνίζονται για ένα καλύτερο μέλλον κάθε φορά. Γιατί ήξερε πολύ καλά ότι και η επόμενη μέρα θα είναι το ίδιο σκληρή με την προηγούμενη και τίποτα δεν θα άλλαζε.

     Να σπουδάσουν ήθελε με τις δικές της θυσίες. Το είχε μαράζι. Αν και ήταν άριστη μαθήτρια στο Δημοτικό σχολείο στους δικούς της ακόμα πιο δύσκολους παιδικούς χρόνους, ο πατέρας της δεν την έστειλε στο Γυμνάσιο, γιατί θα έφευγε από το χωριό και δεν ήθελε· γιατί ήταν μοναχοπαίδι και τα κορίτσια τότε δεν χρειάζονταν και πολλά γράμματα! Και επειδή είχε έφεση για μάθηση, ζήτησαν από το δάσκαλο πηγαίνει στο σχολείο στην ΣΤ΄ τάξη άλλη μια χρονιά, γιατί της άρεσε…

     Πολύτεκνη η οικογένειά της, το ένα παιδί πίσω από το άλλο· έτσι γινόταν εκείνους τους καιρούς. Βαρύ το φορτίο για να αναστήσεις τα παιδιά στις εποχές της φτώχειας. Πήγαινε στις δουλειές των χωραφιών εκτός από τις πολύ βαριές. Όλα τα χωράφια τότε έπρεπε να καλλιεργηθούν: στάρια, ελιές, αμπέλια, σταφίδες. Και όσο για τα βοσκοτόπια που χρειάζονταν για τα ζώα: πρόβατα, γίδες, άλογα υπήρχαν οι λόγγοι, τα σπαρμένα με βρώμη χωράφια και οι άκρες των δρόμων. Κάθε μέρα πήγαινε στα πρόβατα, όταν τα παιδιά είχαν σχολείο. Και όταν οι απαιτήσεις των παιδιών μεγάλωσαν και έπρεπε να πάνε γυμνάσιο και να μείνουν στην κοντινή πόλη με επιπλέον έξοδα, τα πράγματα δυσκόλεψαν πιο πολύ. Πήγαινε σε εργοστάσιο που έβγαζε τουρσί πιπεριού από αχάραγο και ήταν μέσα στα νερά γιατί εργαζόταν στο πλυντήριο. Ερχόταν μούσκεμα κάθε φορά και κάπως έτσι επιδεινώθηκε το άσθμα της που θα την ακολουθήσει σε όλη της τη ζωή και θα την ταλαιπωρεί με τρόπο βασανιστικό.

     Τα καλοκαίρια, που πήγαιναν στο κοντινό χωριό του άντρα της για να βοσκούν τα πρόβατα τις καλαμιές στα σταροχώραφα, είχε αναλάβει την τροφοδοσία. Καβάλα στο άλογο μονοκάπουλα καθημερινή η διαδρομή μέσα από το πυκνό δάσος. Και επειδή οι δουλειές δεν είχαν τελειωμό και ο χρόνος δεν περίσσευε, πήγαινε το άλογό της με μικρό καλπασμό για να προλαβαίνει τις τόσες και τόσες υποχρεώσεις. «Ντε, νυχτώσαμε», ήταν η χαρακτηριστική της προτροπή προς το άλογο· ακόμα και αν ήταν μεσημέρι… Μα όταν επέστρεφε, πάντα είχε φόρτωμα ξύλων. Όλο το καλοκαίρι κουβαλούσε κούτσουρα χοντρά για το τζάκι και ξύλα λιανά για το τζάκι και το φούρνο. Πάντα η σκέψη της ήταν η φροντίδα για το φτωχικό της.

     Το κουβάλημα στο σπιτικό της με χρήσιμο υλικά ήταν κύριο μέλημά της. Και όταν πέρναγε από το δρόμο που είχε το εξοχικό η φίλη της, η κυρά – Μαγδαληνή και την φίλευε με κάθε είδους κηπευτικό, τα φορτωνόταν χωρίς να νοιάζεται για το αν τα καταφέρει να τα μεταφέρει. Και σαν έβγαινε αγνάντιο στην άκρη του δάσους που χώριζε τα δύο σπίτια, φώναζε τα παιδιά της να πάνε να τη βοηθήσουν. Είχαν το δικό τους περιβολάκι αλλά ήταν μικρό, γιατί τα χωράφια τα μεγάλα τα έσπερναν με στάρια, καλαμπόκια και βρώμες. Και επειδή δεν έφτανε η γη, έβαζαν κολοκυθιές μέσα στο αραποσιτοχώραφο για να κερδίζουν χώρο.

     Πάντα έτρωγε ό,τι περίσσευε από τους άλλους, σαν αποτέλειωναν οι άλλοι μόνη της. Κάθε κομμάτι κρέας, κάθε κουταλιά φαί που έμενε από τα παιδιά της ήταν το φαγητό της. Στεκόταν πάνω από το τραπέζι για να δίνει ό,τι χρειαζόταν. Την πρώτη φορά που της πήρε ο άντρας της παγωτό στην κοντινή πόλη, θεώρησε καλό να το φυλάξει μέσα στην τσέπη της να το πάει στον πρωτότοκο γιο της – που τον ξεχώριζε στο φαί. Και το έλεγε χρόνια και χρόνια αργότερα, που δεν ήξερε ότι το παγωτό λιώνει.

     Σαν μεγάλωσαν τα παιδιά της και έφυγαν όλα για την Αθήνα, άρχισε να ξεκουράζεται. Έζησε στο τέλος της χωρίς το άγχος του μέλλοντος των παιδιών της, αφού ξέφυγαν από τη φτώχεια και μπορούσαν να ονειρεύονται κάθε φορά ένα καλύτερο αύριο. Μα το άσθμα δεν την άφηνε ήσυχη. Με πολλή υγρασία το χωριό της το χειμώνα ταλαιπωρήθηκε και απ’ αυτή και έτσι είχε μόνιμη σύντροφο μπουκάλα οξυγόνου στο κρεβάτι της. Μια ζωή στη σκληρή δουλειά και στα βάσανα της αρρώστιας. Μια ζωή αμέριστης προσφοράς, προσωπικής θυσίας στην οικογένειά της…

Breton Women.jpg

Van Gogh, Breton Women

Advertisements
Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: