Αρχική > πολιτισμός, ιστορία > Ο ελληνικός μύθος

Ο ελληνικός μύθος

Ο ελληνικός μύθος

Φασιανός

Τι είναι ελληνικότητα;

  • Του ΚΩΣΤΑ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ιούνιος 21, 2019

 

Η αυθόρμητη απόκρισή μου στο ερώτημα, είναι η ακόλουθη: «Ελληνικότητα είναι η γλώσσα μας». Όχι μονάχα γιατί η ελληνίδα λαλιά φανερώνει μιαν ελληνικότητα εκείνου που την λαλεί, ελληνικότητα που ανεβαίνει στην κορυφή ενός πολιτισμού όπου στέκεται η γλώσσα. Αλλά κι επειδή ο χαρακτήρας της γλώσσας κρυσταλλώνει φωνητικά – και οπτικά, θα πρόσθετε ο Σεφέρης, – στοιχεία ελληνικά: την απαράμιλλη ευκρίνεια που θωρούμε έκθαμβοι σε όλη την τριγύρω ελληνική φύση και που εισχώρησε ακόμη και τα βάθη του στοχασμού των Ελλήνων, αποτυπωμένη στις Τέχνες τους με τρόπο θεϊκά ευπροσήγορο.

Ύστερα, η μουσικότητα της γλώσσας που είναι συνύπαρξη της αρμονίας. Και τέλος, αυτή η ευπροσηγορία της που έρχεται σε θαυμαστή συναλληλία με την συμπεριφορά των Ελλήνων.

Αλλά η βαθειά μελέτη της πραγματικότητας με την γλώσσα που εδώ κι αιώνες άρχισαν να κάνουν οι Έλληνες, αποσαφήνισε ορισμένες ιδέες που με την σειρά τους τεχνούργησαν ένα ήθος ζωής. Τελικά, ελληνικότητα θα έλεγα πως είναι ένα ξεχωριστό ήθος ζωής στηριγμένο σε ιδέες ελληνικές.

Δεν υπήρξε ευρύτερο και γονιμότερο περιβόλι καλλιέργειας ιδεών στην οικουμένη από την Ελλάδα. Όλες οι ιδέες αυτές συναρθρώθηκαν σ’ έναν κορμό ανθρωποκεντρικό με ανύσταχτη την διερώτηση περί του Θεού και του μυστηρίου του κόσμου που ζούμε. Και η ιδέα της ελευθερίας, και η ιδέα του διαλόγου, και η ιδέα του ανθρώπου ως προσώπου που συνιστά μέτρο όλων των πραγμάτων και η ιδέα της «πόλεως» – και οι άλλες εκείνες βαθύτερες ιδέες, της φιλίας, του έρωτα,της ψυχής, όλες τους υφαίνονται γύρω από τον άνθρωπο και τον υφαίνουν και τον ίδιο, τον πλάθουν ανεβάζοντάς τον στην ύψιστη τραγική συνειδητότητα του όντος. Όλες αυτές οι ιδέες πρωτοεμφανίστηκαν στον ελληνικό χώρο μισοκρυμμένες μέσα στον διαφανή βόμβυκα των μύθων.

Οι μύθοι αυτοί ανοίχτηκαν με τον διαλογισμό των Ελλήνων των κλασικών χρόνων και οργανώθηκαν σ’ ένα σύστημα συλλογισμών και συναισθημάτων, αλλά και πολλών διαισθήσεων. Τα όρια του ελληνικού στοχασμού, εκεί όπου η σιωπή ορθώνονται, η αποφατική έκφραση, τα κατέχει πάλι ο μύθος, ο αιώνιος σύντροφος και συνεργάτης του μοναχικού ανθρώπου.

Λειτουργώντας οι ιδέες αυτές μέσα στις συνειδήσεις, μαλάζοντάς τες, χαλυβδώνοντάς τες, διαμόρφωσαν και την συμπεριφορά των ανθρώπων που τις εβίωναν και κατόπι, της κοινωνίας ολόκληρης τη φυσιογνωμία. Η «πόλις» είναι έκφραση του ελληνικού ήθους ζωής, της ελληνικότητας. Είναι χτισμένη στα μέτρα του ανθρώπου, με θεσμούς που κι αυτοί βρίσκονται στα μέτρα του ανθρώπου, που υπηρετούν την ανθρωπιά με την ελευθερία και τον δημοκρατικό διάλογο. Κι αυτή η «πόλις» πυργώνεται στα ιερά και τα θυσιαστήριά της, από τότε, ως την Νέα Ελλάδα (όπως αφηγήθηκε με λέξεις ελληνικές και με ασύγκριτη ευκρίνεια ο Πρεβελάκης στο «Χρονικό μιας Πολιτείας» κι ακόλουθα στον τρίτο τόμο του ¨Κρητικού»).

Η Γλώσσα, οι Ιδέες, το ξεχωριστό ήθος ζωής, η «πόλις» – αυτό το ειδικό σύμπαν μνήμης, βίου και οραματισμών είναι, για μένα, η ελληνικότητα.

Όσοι δεν είναι Έλληνες, μετέχουν στην ελληνικότητα με τις Ιδέες, το ήθος ζωής, την οικοδόμηση και αρμονική λειτουργία της «Πόλης». Αλλά δεν μετέχουν στο γεγονός της Γλώσσας που ολοκληρώνει την βίωση της ελληνικότητας ανάγοντάς την  στις πιο μυστηριώδεις επιτεύξεις του ανθρώπου: τις λέξεις.

Αλλά κι εκείνοι που κατέχουν με τρόπο επίπεδο, αυτόματο και φτωχό ή αδέξιο την πανάρχαιη γλώσσα των Ελλήνων και διατείνονται πως είναι Έλληνες, γιατί και τα αποδεικτικά τους στοιχεία το πιστοποιούν, όταν τους λείπουν οι ελληνικές Ιδέες, το ελληνικό ήθος ζωής που μαζί υψώνουν την αξιοζήλευτη «Πόλι» της αρετής των ανθρώπων, αυτοί Έλληνες δεν μπορεί να είναι, επειδή τους λείπει η ελληνικότητα..

Έτσι, καταλήγουμε στο δραματικό παράδοξο που ζει ο Ελληνισμός του αιώνα μας: να έχουμε αρκετούς αλλοδαπούς, αυθεντικούς Έλληνες, επειδή συνειδητά βιώνουν την ελληνικότητα, και να έχουμε πολλούς γεννημένους στ’ αντρειωμένα και ποιητικά αυτά χώματα που να λένε πως είναι Έλληνες αλλά ου στ’ αλήθεια να μην είναι, επειδή ακριβώς τους λείπει η ελληνικότητα.

Όταν δεν σεβόμαστε και δεν λειτουργούμε  αρμονικά, με ταπείνωση και βαθιά συνειδητότητα, μέσα στην γλώσσα μας· όταν τις Ιδέες του ανθρωποκεντρικού ελληνικού σύμπαντος με την μεταφυσική κορύφωσή του τις ανταλλάζουμε με τις χοντροειδείς κι απάνθρωπες ιδέες της σημερινής αγοράς· όταν στην καθημερινή μας συμπεριφορά και στις κρίσιμες στιγμές της ύπαρξής μας δεν εκφραζόμαστε ελληνόπρεπα, «παρά πάντας ανθρώπους υπερβεβληκότες αρετή» (Πλάτωνος «Τίμαιος» 24 δ), αλλά ως τυχαία πλάσματα μιας τυφλής κι ασύνειδης τυχαιότητας· κι όταν η φιλοτιμία και ο καημός μας δεν είναι να υψώσουμε, για την ελευθερία των Ελλήνων και την δημιουργία πολιτισμού, την ελληνική «Πόλι» («το δε το των Ελλήνων γένος… ελεύθερόν τε διατελεί και βέλτιστα πολιτευόμενον και δυνάμενον άρχειν πάντων, μιας τυγχάνον πολιτείας» (Αριστ. «Πολιτικά» 1327β, 31-33), τότε Έλληνες δεν είμαστε γιατί δεν ζούμε και δεν εκφράζουμε την ελληνικότητά μας.

Μπορεί να είσαι Σουηδός και τα γραφειοκρατικά σου πιστοποιητικά αρκούν για να βεβαιώσεις πως πραγματικά αυτό είσαι. Αλλά για να είσαι Έλληνας – τουλάχιστον όπως εγώ το εννοώ – δεν αρκούν τα πιστοποιητικά. Κάποιας άλλης υψηλής κατηγορίας αιτήματα καθορίζουν την ύπαρξή σου και τον βίο σου. Είναι της Ιστορίας σου και του Ελληνικού Πολιτισμού τα αιτήματα.

Η «πόλις» των Ελλήνων δεν μπορεί να υψωθεί με τις ιδέες και τα σχέδια της αγοράς κάθε αιώνα. Έχει την δική της νομοτέλεια, την δική της ψυχή η ελληνική «πόλις», τους δικούς της ρυθμούς και τους αιώνιους οραματισμούς εξανθρωπισμού της ζωής δια του πολιτισμού και του ανθρώπου δια της ελευθερίας και της αρετής.

Η ελληνική αυτή «πόλις» όπως τόσο εύστοχα φανέρωσε ο Gustave Glotz στο ομώνυμο έργο του ήταν αρκετά «ανοιχτή» ώστε να χωρέσει μέσα της άνετα τον χριστιανικόν οραματισμό. Άλλαξαν στους πύργους οι θεοί της αρχαίας «πόλεως» αλλά η ιδέα της «κάτω πόλεως», της συγκρότησης και λειτουργίας της ανθρώπινης κοινωνίας απέμεινε η ίδια. Βέβαια, ο Χριστός επηρέασε την ουσία, το περιεχόμενο, δηλαδή τους θεσμούς της «πόλεως» κι ας διακηρύχτηκε στην Καινή Διαθήκη πως «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν».

Αυτή η «μένουσα πόλις» απόχτησε ηθική χριστιανική και η αρετή έπαψε να είναι νόμισμα μόνο με κοινωνικό αντίκρισμα. Έγινε νόμισμα φιλίας με τον Θεό. Δυο όμως νέα στοιχεία μετάγγισε η Εκκλησία του Χριστού στην «μένουαν πόλιν»: την αγάπη και την πίστη στην ανάσταση των νεκρών.

έτσι, μέσα από τέτοιο πλέγμα Ιδεών πια η νεοελληνική «πόλις» βιώθηκε στο Βυζάντιο και με τρόπο πιο ταπεινό, πιο εσωτερικό, τον καιρό της Τουρκοκρατίας, όταν η ελληνικότητα των Ελλήνων εκφραζόταν με την γλώσσα, τον Χριστό και την αδελφοσύνη: η πολιτεία, η «πόλις» είχε μέσα στις ιστορικές διαδικασίες μεταμορφωθεί σε οικογένεια, σε «ιεράτευμα», σε «λαό Θεού». και με τέτοιες ατίμητες αποσκευές έφτασε η ελληνικότητα των Ελλήνων στον αιώνα μας: η γλώσσα, οι Ιδέες, το ξεχωριστό Ήθος Ζωής πάλι, η «Πόλις»-«λαός Θεού’.

Γιατί όσο και συχνά να συζητούμε για την ελληνικότητα των αλλοδαπών, είναι νόμιμο βαθύτερα και σοβαρότερα να μας απασχολεί η ελληνικότητα των Ελλήνων. Νιώθουμε τρομαγμένοι ο λαός μας να χάνει την ελληνικότητά του με ραγδαίο τρόπο, να αποσβένονται τα εσωτερικά χαρακτηριστικά του, να νεκρώνεται η ψυχή του, να έχουμε δηλαδή Έλληνες χωρίς ελληνικότητα.

Αυτό είναι το μέγιστο πνευματικό πρόβλημα του τόπου. Και αν υπήρχε – που δεν υπάρχει, δυστυχώς – πνευματική και πολιτική ηγεσία άξια του ονόματος, σ’ αυτό θα έπρεπε το πρόβλημα να στρέψει με τρόπο εναγώνιο τις προσπάθειές της κι από αυτό να ξεκινήσει ένας νέος οραματισμός της Ελλάδας.

Κι αντί να γίνει αυτό, με διαλυμένο τον πνευματικό τους πυρήνα οι Έλληνες της Ελλάδας, προσδοκούν το φως της ζωής και το νόημα της ύπαρξής τους να τους τα προσφέρει ο Καρλ Μαρξ – ερήμην, φυσικά, της ελληνικότητας και εναντίον της.

Αν όμως οι Έλληνες της Ελλάδας παραιτήθηκαν κι αποστράφηκαν την ελληνικότητά τους, συντρίβοντας τις αναιώνιες πνευματικές τους ρίζες και σπαράζοντας το σύστημα της ψυχής του Έθνους των, τότε δεν απομένει παρά να διασώσουν και να εκφράσουν πάλι την ελληνικότητα οι Έλληνες της αλλοδαπής και οι χαρμόσυνοι προσήλυτοι του Νέου Ελληνισμού.

  • Πρώτη δημοσίευση: ΕΥΘΥΝΗ, Φυλλάδιο νεοελληνικού προβληματισμού, τεύχος 132, Δεκέμβριος 1982. Αφιέρωμα: Τι είναι ελληνικότητα;

The Combat of Ares and Athena.jpg

The Combat of Ares and Athena, Jacques-Louis David – Louvre

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: