Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Στους καιρούς της ολιγάρκειας

Στους καιρούς της ολιγάρκειας

ΜΕΣΣΑΡΑ 1939 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ NELLY’S

Του Νίκου Τσούλια

      Γειτόνευαν με τους καιρούς της φτώχειας και έτσι ολιγάρκεια και φτώχεια έκαναν παρέα στους τόπους των ανθρώπων. Μάλιστα κάποιο γερόντοι έλεγαν ότι η ολιγάρκεια ήταν παιδί της φτώχειας και άμα κάποτε τελείωνε η φτώχεια, θα χανόταν και η ολιγάρκεια. «Και ξέρεις», τόνιζαν με σημασία οι παππούδες στα εγγόνια, «θα είναι κακό να συμβεί αυτό γιατί η ολιγάρκεια κάνει καλό στον άνθρωπο. Του δίνει τη δυνατότητα να σκέπτεται και τον άλλο άνθρωπο και να μην έχει το νου του στα χρήματα μόνο».

      Βλέπαμε άλλωστε τους παλιότερους να τρώνε το ψωμοτύρι με ιερότητα, να μην πετάνε ούτε ψίχουλο και να αφήνουν περισσότερο τυρί προς το τέλος για να μένει πιο ευχάριστη η απόγευση. Τότε οι μεγαλύτεροι πάντα συμβούλευαν τα παιδιά να προσφαϊζουν, και το ψωμί έδινε και έπαιρνε σε κάθε φαγητό. Τίποτα δεν πεταγόταν, ακόμα και το ψωμί το πολυκαιρινό που ξερενότανε το βάζανε μετά στο νερό, μαλάκωνε, στράγγιζε και μετά με τυρί και ντομάτα το καλοκαίρι γινόταν ωραίο κολατσιό, το δε χειμώνα έμπαινε το ξεροκόμματο στα ζεστά φαγητά, στη φασολάδα, στις φακές και στα ρεβίθια και γινότανε καλύτερο από το φρέσκο. Τότε δεν τρώγανε το κρέας σκέτο, πάντα με ψωμί και μάλιστα μπόλικο ψωμί για να πιάνει. Και αυτή τη συνήθεια τη βαστήξανε οι παλιότεροι ακόμα και στα χρόνια που επακολούθησαν, στα χρόνια της κατανάλωσης. «Δεν είναι νόστιμο το κρέας μόνο του», έλεγαν και δεν περίμεναν καμιά απάντηση…

      Τα φαγητά ήταν ελαφριά – όχι για δίαιτες, δεν ήξεραν από τέτοια πράγματα τότε… Ήταν αραιά, με μπόλικο νερό, για να αυγατίσουν και να χορτάσουν τα τόσα στόματα που ήσαν γύρω από το σοφρά και από το τραπέζι της κουζίνας – οι οικογένειες τότε ήταν με μπόλικα παιδιά, με παππούδες και γιαγιάδες. Ό,τι απέμενε πήγαινε στις κλούβες, για να προφυλαχτούνε από τις μύγες και ήταν διαθέσιμο ακόμα και μέχρι τα όρια του ελαφρού ξινίσματος. Και ό,τι απέμενε από τους ανθρώπους, πήγαινε με τη σειρά του στα ζώα… Τίποτα δεν πεταγόταν.

      Τυχεροί όσοι έζησαν σε χρόνια ολιγάρκειας. Ήταν ένα σχολείο ζωής, ένα μεγάλο σχολείο αγωγής και παιδείας. Υπήρχε ως κρατούσα αντίληψη – προφανώς εκ των πραγμάτων προκύπτουσα – η συστολή της επιθυμίας και των επιθυμιών. Τίποτα δεν μπορούσε να προσφερθεί σύμφωνα με τη βούληση του καθενός – έπρεπε να αρκεστεί στο λιγότερο από ό,τι είχε στη σκέψη και στο όνειρό του, στο κυριολεκτικά λίγο. Έτσι, διαμορφωνόταν μια αίσθηση ζωής περί «μεσότητας» – όπως λέει ο μεγάλος μας φιλόσοφος Αριστοτέλης – που είχε διπλό όφελος, αφενός διαπαιδαγωγούμασταν στο να αρκούμαστε στο λίγο και αφετέρου διατηρείτο ζωντανά η επιθυμία πηγαίνοντας από μόνη της στον κόσμο των ονείρων σου – κάτι που σήμαινε ότι έπρεπε να διαβάζεις περισσότερο, για να βελτιώσεις τη ζωή σου σα μεγαλώσεις και να επιτύχεις ό,τι δεν μπόρεσες μικρός.

      Έχει φοβερό παιδαγωγικό φορτίο η αξία του να μην ικανοποιείται κάθε επιθυμία των παιδιών ως φροντίδα των μεγάλων, γιατί πολύ απλά η εύκολη υλοποίηση των επιθυμιών γεννάει όλο και περισσότερες επιθυμίες και κατ’ ουσία δεν χαίρονται τα παιδιά ποτέ την κατάκτηση της επιθυμίας, αφού έχει ήδη γεννηθεί άλλη κι άλλη, χωρίς τέλος και σκοπό. Κάπως έτσι θεωρώ γεννήθηκε και η νοοτροπία ή μάλλον η νόσος των άπειρων προσδοκιών και της ακόρεστης καταναλωτικής μανίας.

      Υπήρξε και μια άλλη στρέβλωση ιδιαίτερα σημαντική. Όλες οι επιθυμίες είχαν υλικό περιεχόμενο. Δεν καλλιεργήθηκε η πνευματική καλλιέργεια, και ως πρόοδος προσδιορίστηκε με έναν απόλυτο σχεδόν τρόπο η απόκτηση υλικών και μόνο αγαθών. Έτσι, υποδουλώθηκε η ζωή μας στα υλικά αγαθά, που αντί να είναι μέσα βελτίωσης της ζωής μας από κοινού με την κατάκτηση των πνευματικών αγαθών, έγιναν αυτά αυτοσκοπός της ζωής μας και όχι τα πνευματικά αγαθά. Η έννοια της ευζωίας, το βασικό ερώτημα κάθε ανθρώπου «πώς πρέπει να ζω», απαντήθηκε με την πιο λανθασμένη επιλογή!

      Για ένα πράγμα η ολιγάρκεια εκείνων των καιρών ήταν άκρως επιζήμια, για το έλλειμμα μόρφωσης και βιβλίων. Πολλές γενιές παιδιών και νέων δεν συνέχιζαν στο Γυμνάσιο είτε λόγω των αυξημένων αγροτικών αναγκών των οικογενειών είτε λόγω της κρατούσας αντίληψης ότι «δεν έπαιρναν τα γράμματα». Φυσικά η εκμάθηση ξένων γλωσσών ήταν στα αζήτητα. Η έλλειψη βιβλίων από τις φτωχές αγροτικές οικογένειες ήταν μεγάλο πρόβλημα – αν και τότε δεν φαινόταν κάτι τέτοιο, γιατί ως βιβλία λογίζονταν μόνο τα σχολικά βιβλία και αρκετοί γονείς θεωρούσαν ότι τα εξωσχολικά λειτουργούσαν εις βάρος των μαθημάτων. Και έτσι διαβάζονταν ξανά και ξανά τα σχολικά βιβλία και ως εξωσχολικά!

      Και έμεινε τελικά αυτή η ακόρεστη δίψα και μετασχηματίστηκε ως στοιχείο της καθημερινής ζωής και η απόκτηση βιβλίων και το διάβασμά τους. Η πιο γλυκιά εκδίκηση στο μοναδικό μας παράπονο για τους καιρούς της ολιγάρκειας…

Παλιούρι Έβρου

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: