Αρχική > διηγήματα > ΠΟΔΗΛΑΤΩ ΚΑΙ ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ…

ΠΟΔΗΛΑΤΩ ΚΑΙ ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ…

Αποτέλεσμα εικόνας για νέος με ποδήλατο

 

Χρίστος Σαμαντάς

Αναμφίβολα, μια από τις συγκλονιστικότερες εφευρέσεις που καθόρισαν την πορεία του πολιτισμού είναι ο τροχός! Για φανταστείτε να είχε μείνει ακόμη η τεχνολογία στο τετράγωνο, αλλά να είχε κατά νου φιλόδοξα σχέδια για αυτοκίνητα, τραίνα, σούστες, μοτοσυκλέτες, ποδήλατα, πατίνια και τόσα άλλα τροχήλατα. Ωχ μανούλα μου τι ναυτίες θα έπαιζαν! Θα ξεριζώνονταν τα σωθικά μας. Άντε λοιπόν τότε να κάνεις κόρτε με τη βέσπα και να ελπίζεις από πίσω σου να γαντζωθεί μια αιθέρια θηλυκιά ύπαρξη, ενώ θα κροταλίζουν οι μεταλλικές τετράγωνες ρόδες…

Προέκταση του τροχού είναι και το ποδήλατο, που αν και φαινομενικά φαντάζει ζογκλερική ατραξιόν (εκτός αν είσαι ολότελα ανεπίδεκτος επιβήτωρ), είναι οι φυσικοί νόμοι αυτοί, που το κρατούν όρθιο, ταπεινό και τελικά πολύ εξυπηρετικό.

Στην εποχή των άγουρων χρόνων μας το ποδήλατο ήταν φετίχ και ως εκ τούτου διαρκές παιδικό όνειρο προτεραιότητας. Αλλά πού τέτοια πολυτέλεια σε καιρούς φτώχειας. Άρα μας εμφυτεύονταν ακαταμάχητες ζήλειες για τους ελάχιστους τυχερούς συνομηλίκους, που διέθεταν τέτοιο ακριβό όχημα. Στο χωριό μας μάλιστα με ανηφόρες περισσότερες από τις κατηφόρες δεν ήταν και τόσο αναγκαίο ακόμη και για τους μεγάλους, γι’ αυτό κυκλοφορούσαν δυο – τρία ποδήλατα. Κατά σύμπτωση – θέλω να πιστεύω – αυτοί που κατείχαν το μαγικό δίτροχο ήταν φυγόπονοι, μποέμ και φιγουρατζήδες νεανίες. Έχοντες δε αντιληφθεί και την ημέτερη κάψα, δούλεψε το επιχειρηματικό τους ένστικτο και νοίκιαζαν το όχημά τους με τη βόλτα (αφού δεν υπήρχαν ρολόγια). Εκεί λοιπόν έμαθαν μερικοί ισορροπία, μακριά από τα μάτια των γονέων και δασκάλων, αφού το ποδήλατο ήταν στο χωριό μας απόλυτα συνυφασμένο με την αλητεία. Ο Παντελής του Παναή, ας πούμε, ενώ ως χαρακτήρας ήταν καλό παιδί, για τους μεγάλους είχε επιγραφεί ως αλήτης, επειδή δούλευε λιγότερο στα καπνά και φυσικά τριγυρνούσε ασκόπως με το ποδήλατο σε ώρες εργασιακής αιχμής.

Προσωπικά δεν τόλμησα να μάθω λάθρα ποδήλατο στο χωριό, αλλά μαθητής ων μεγάλων τάξεων Λυκείου βοηθώντας μια μικρότερη γειτονοπούλα στα μαθηματικά, δέχθηκα για αμοιβή το συμψηφισμό με βόλτες του ποδηλάτου της (μακριά από τα βλέμματα των γονιών μου). Έφαγα μερικές φορές τα μούτρα μου, έσκισα παντελόνια, αλλά υπερηφανεύομαι ότι ανακάλυψα μόνος μου την Αμερική της ισορροπίας. Μα τι δροσιά έφερνε στο πρόσωπό μου εκείνο το ράθυμο αεράκι της σχετικής κίνησης! Ξεκούμπωνα συνήθως και το πουκάμισο να αρμενίζει δεόντως. Έμαθα γρήγορα και ορθοπεταλιές με προοπτική να αφήνω τα χέρια από το τιμόνι. Έριχνα ως ποδηλατονάρκισσος και λοξές ματιές, να ιδώ αν με κρυφοκαμαρώνουν τα κορίτσια. Αλλά πού να ήξερα ο φουκαράς ότι φιλενάδα το ποδήλατο έβγαζε μόνο στα πρώτα χρόνια της εφεύρεσής του…

Κάποτε βρέθηκα με μερικούς συμφοιτητές μου στα Τρίκαλα, όπου η πλατεία ήταν γεμάτη από παρκαρισμένα ποδήλατα. Η πρώτη αυθόρμητη σκέψη μου ήταν το πόσοι αλήτες υπήρχαν σ’ αυτή την πόλη!… Αρπάξαμε τεντιμπόικα από ένα και όταν καταϊδρωμένοι επιστρέψαμε, βρήκαμε τους κατόχους έξαλλους. Ευτυχώς κατάλαβαν την ποδηλατική μας πείνα και μας συγχώρεσαν.

Αργότερα ως καθηγητής στην Αριδαία – περιοχή με μηδενικές ανηφοριές έως τα απομακρυσμένα χωριά – πιστός στην υπόσχεσή μου, έσπευσα με τον πρώτο μου μισθό να εκπληρώσω ακριβά το παιδικό μου όνειρο. Έκτοτε πού σε βρίσκω, πού σε χάνω. Δεν θυμάμαι πόσες φορές άλλαξα τα φθαρμένα λάστιχα. Μια φορά, μάλιστα, έβαλα ένα σαμάρι στην πλάτη για τη νεογέννητη κόρη μου και από την ακραία ταχύτητα άρπαξε το καημένο το μωρό ένα φοβερό κρυολόγημα. Με το ποδήλατο πήγαινα καθημερινά στο σχολείο, αφού δεν είχα αυτοκίνητο και διότι δεν το είχα ακόμη χορτάσει.

Την εποχή εκείνη δεχθήκαμε για πρώτη φορά επίσκεψη από τους ηλικιωμένους γονείς μου, να καμαρώσουν ντε το βλαστάρι τους. Το μεσημέρι, μετά το φαγητό, φοράω το μπλουτζίν, τα σπορτέξ, το στρατιωτικό τζάκετ (ταίριαζαν με το επαναστατικό μούσι) και καβαλάω το ποδήλατο για το σχολείο. Τότε ο πατέρας μου άνθρωπος μετρημένος και αυστηρών αρχών με ρώτησε για πού το έβαλα. Μόλις του απαντώ ότι πάω στο σχολείο, έχασε αίφνης πάσα ιδέα για τον φαντασμένο κανακάρη του και πέταξε αυθωρεί και παραχρήμα το αμίμητο:

-«Και ποιος είσαι τέλος πάντων, ο Παντελής του Παναή ή καθηγητής;»

Το ποδήλατο αυτό για δέκα χρόνια έβγαλε τα λεφτά του και κυρίως εγγράφηκε μέσα μου ως άψυχος σύντροφος. Κλάπηκε όμως μαζί με άλλα μέσα από την πολυκατοικία. Στενοχωρήθηκα αφάνταστα. Επειδή δε με ευκολία από την αστυνομία καταλογίστηκε αόριστα το αδίκημα στους αλβανούς, όταν επισκέπτομαι την Αλβανία προσέχω όλα τα ποδήλατα μην τυχόν και το συναντήσω. Οι αντικαταστάτες του, αν και δίτροχα μοδάτα, αγωνιστικά, με πολλές ταχύτητες, σεβρόφρενα και σημαιούλες δεν με κέρδισαν.

Η πρώτη αγάπη δε λησμονιέται

δεν ξεριζώνεται απ’ την καρδιά…

 

Αποτέλεσμα εικόνας για νέος με ποδήλατο

 

Σχετική εικόνα

Κατηγορίες:διηγήματα Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: