Αρχική > βιβλία, λογοτεχνία > Λόρενς Ντάρελ: «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο»

Λόρενς Ντάρελ: «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο»

By Hopper – A reader in a public garden at night

 

Η τοξίνη της πόλης: γοητεία και παρακμή

 

Γράφει η Γιόλα Πετρίτση //

Λόρενς Ντάρελ: «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», Μετάφραση: Μαριάννα Παπουτσοπούλου, Εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 997

 

Ο Λόρενς Ντάρελ με το μυθιστόρημά του αυτό δείχνει πόσο καλός λογοτέχνης είναι, με περιγραφές γεμάτες λυρισμό και χρησιμοποιώντας όλα τα λογοτεχνικά είδη, όπως διαλόγους, μονολόγους, αφηγήσεις, σχόλια, μύθους, ποίηση, παροιμίες, μεταφορές, παρομοιώσεις και λαϊκά τραγούδια, αλλά και πόσο εμπνευσμένος συγγραφέας είναι με τον τρόπο που διάλεξε να μας παραθέσει την τετραλογία του. Βάζει τον κύριο ήρωά του τον  Ντάρλι, έναν δάσκαλο, αλλά και συγγραφέα στην Αλεξάνδρεια να κρατά σημειώσεις, κάτι σαν ημερολόγιο, από τις ζωές των ανθρώπων που συναναστρέφεται. Ας γνωρίσουμε καλύτερα τους ήρωες του βιβλίου.

Ο Ντάρλι είναι Άγγλος, όμως  ζει στην Αλεξάνδρεια  και διδάσκει σ’ ένα σχολείο. Συγκατοικεί με τον Πομπάλ, που είναι Γάλλος και υπηρετεί ως υπάλληλος στη γαλλική Πρεσβεία. Είναι νέοι και περνούν τις ελεύθερες ώρες τους σε νυχτερινά κέντρα, διασκεδάζοντας με γυναίκες και ποτά. Σ’ ένα απ’ αυτά ο Ντάρλι γνωρίζει  τη Μελίσα μια φτωχή κι αξιολύπητη χορεύτρια και σχεδόν αμέσως  έγιναν εραστές. Ωστόσο ο Ντάρλι γνώρισε και τη Τζαστίν, που την ερωτεύτηκε τρελά και παρ’ όλο που ήταν παντρεμένη με τον Νεσίμ πέρναγαν πολύ χρόνο μαζί. Όταν τελικά φεύγει από την Αλεξάνδρεια και αποτραβιέται σ’ ένα ελληνικό νησί με την ιδιότητα του συγγραφέα, προσπαθεί να φτιάξει ένα μυθιστόρημα με όλα αυτά που έχει συγκεντρώσει, τοποθετώντας τα μέσα στην όμορφη γεμάτη ερωτισμό, αλλά συγχρόνως παρηκμασμένη Αλεξάνδρεια. Οι σημειώσεις του αυτές όμως αποδείχτηκαν ελλιπείς κι έρχεται ο Μπαλτάζαρ κεντρικός ήρωας κι αυτός του μυθιστορήματος, να συμπληρώσει με τις δικές του σημειώσεις τα προφίλ των ηρώων που είχε διαλέξει ο Ντάρλι. Έτσι, έχουμε τις ζωές και τη δράση τεσσάρων σημαντικών ηρώων, που ο καθένας τους απαρτίζει κι ένα βιβλίο του κουαρτέτου.

Το πρώτο βιβλίο είναι αφιερωμένο στην Τζαστίν. Η Τζαστίν ήταν Εβραία, είχε όμως βιαστεί σε μικρή ηλικία κι από τότε σαν πεινασμένη του έρωτα, και για πολλούς νυμφομανής, έψαχνε ανάμεσα σε πολλούς άντρες να βρει τον εαυτό της. Παντρεύτηκε στην αρχή τον Αρναούτη, ο οποίος αναγκάστηκε να τη χωρίσει γιατί μαζί του, όπως υποστήριζε, είχε αναπτύξει ένα ψυχωσικό μοντέλο, που αυτός προσπαθώντας να ερμηνεύσει την όλη της συμπεριφορά έγραψε ένα βιβλίο στα γαλλικά, μια μελέτη περί νυμφομανίας και ψυχικών παθήσεων, που το ονόμασε «Moeurs». Αργότερα παντρεύτηκε  τον Νεσίμ, όχι γιατί τον ερωτεύτηκε, αλλά επειδή της ζήτησε να συνεταιριστούν στην επιχείρηση «διάσωση της Παλαιστίνης», μια κι αυτός πουλούσε όπλα εκεί για την εξέγερσή τους κι εκείνη σαν Εβραία πίστευε πως βοηθούσε και πως μ’ αυτόν τον τρόπο θα έβρισκε τη θέση της στη ζωή.

Δυστυχώς τα σχέδιά τους ναυάγησαν γιατί η επιχείρησή τους ανακαλύφθηκε και ο μεν Νεσίμ με την περιουσία του κατάφερε να μείνει ελεύθερος, χωρίς όμως να καταφέρει να τη σώσει, γιατί δημεύτηκε από τους Αιγυπτίους και για να βιοπορίζεται έγινε οδηγός ασθενοφόρου. Ενώ η Τζαστίν παρέμενε με περιοριστικούς όρους στο πατρικό σπίτι του Νεσίμ και κατάντησε σχεδόν νευρασθενής. Όταν πέθανε η Λάιλα και ωστόσο είχε τελειώσει και ο πόλεμος, ο Νεσίμ ένιωσε πάλι ελεύθερος και αφού ήρθε σε επικοινωνία με τον Καποδίστρια, ο οποίος μετά το σκηνοθετημένο του θάνατο και με τη βοήθεια του Νεσίμ κατέφυγε στην Ελβετία, ζήτησε τη βοήθειά του, ώστε να κανονίσει   μία μετάβαση του Νεσίμ και της Τζαστίν στη Γενεύη.

Το δεύτερο βιβλίο είναι αφιερωμένο στον Μπαλτάζαρ. Ο Μπαλτάζαρ ήταν γιατρός και Εβραίος θρησκευτικός δάσκαλος, που ερμήνευε το Καμπάλ στους πιστούς. Κάποια στιγμή και σε προχωρημένη ηλικία ερωτεύτηκε έναν Έλληνα ηθοποιό, ο οποίος όμως δεν ανταποκρινόταν στον έρωτά του. Εξαιτίας της άρνησης αυτής ο Μπαλτάζαρ κατάντησε μέθυσος, περίγελος του κόσμου,  έκοψε τα δάχτυλά του, που πίστευε πως ήταν άσχημα, άσπρισαν τα μαλλιά του, έχασε τα δόντια του κι έβαλε μασέλα. Ευτυχώς οι φίλοι του ο Μαουντόλιβ, ο Αμαρίλ, ο Πομπάλ και η Κλέα του συμπαραστάθηκαν, τον θεράπευσαν και τον επανέφεραν  στην κανονική του ζωή.

Το τρίτο βιβλίο είναι αφιερωμένο στον Μαουντόλιβ. Ο Μαουντόλιβ ήταν ένας νεαρός μορφωμένος Άγγλος, που το Υπουργείο Εξωτερικών τον έστειλε στην Αλεξάνδρεια για να εξασκήσει τα αραβικά του κι έτσι βρέθηκε στο σπίτι της Λάιλα, μητέρας του Νεσίμ και του Ναρούς, για να τον φιλοξενήσουν. Η Λάιλα και ο Μαουντόλιβ αλληλοερωτεύτηκαν. Η Λάιλα ήταν μια ηγεμονική μορφή της παρακμάζουσας αιγυπτιακής φεουδαρχίας των κοπτών, με δυτική μόρφωση. Όταν ο Μαουντόλιβ έφυγε από την Αλεξάνδρεια συνέχιζαν να είναι ερωτευμένοι και αντάλλαζαν συχνά ερωτικές επιστολές, μέσα στις οποίες βέβαια της έγραφε και για τις καινούριες του περιπέτειες και κυρίως για μια Ρωσίδα χορεύτρια που ήταν ερωτευμένος και την οποία παράτησε όταν έμαθε πως είναι έγκυος. Ώσπου μετά από χρόνια επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια ως Πρέσβης του Ηνωμένου Βασιλείου, όμως δεν ξανάσμιξαν ερωτικά, γιατί κι αυτή κρατούσε μια απόσταση, με τη δικαιολογία ότι, επειδή είχε περάσει μια σοβαρή ασθένεια την ευλογιά, που της σημάδεψε το ωραίο της πρόσωπο, δεν ήθελε να τη δει σ’ αυτήν την κατάσταση.

Στην πραγματικότητα όμως είχε καταλάβει ότι αφού μπόρεσε κι ερωτεύτηκε άλλη, δε θα μπορούσε πια να τη δει όπως παλιά. Όμως κι από τη δική του πλευρά είχε κρυώσει συναισθηματικά, επειδή του είχαν καταγγείλει ότι ο Νεσίμ πουλά όπλα στην Παλαιστίνη, εναντίων των Άγγλων και πίστευε ότι κι αυτή ήταν αναμεμιγμένη, αλλά κι επειδή στο Λονδίνο είχε γνωρίσει την τυφλή αδελφή του Περσγουόρντεν τη Λίζα και ήταν ερωτευμένος μαζί της, και η οποία μετά το θάνατο του αδελφού της πήγε στην Αλεξάνδρεια να μαζέψει τα πράγματά του κι έμεινε μαζί του. Η Λίζα μάλιστα ήταν πεπεισμένη ότι ο αδελφός της αυτοκτόνησε εξαιτίας της σχέσης της με τον Μαουντόλιβ, γιατί δεν μπορούσε να διαχειριστεί το ότι αυτή ήταν σ’ ενός άλλου άντρα την αγκαλιά.

Lawrence Durrell

Τέλος το τέταρτο βιβλίο είναι αφιερωμένο στην Κλέα. Η Κλέα ήταν ζωγράφος. Ό,τι την είχε πληγώσει σα γυναίκα, την έτρεφε σαν καλλιτέχνη. Δεν ήταν παντρεμένη, όμως είχε διάφορες ερωτικές περιπέτειες, ακόμα και με την Τζαστίν. Όλοι οι ήρωες του μυθιστορήματος ήταν φίλοι της και μάλιστα ο Ναρούς ήταν κρυφά ερωτευμένος μαζί της και ήθελε να τη ζητήσει σε γάμο, που όμως ποτέ δεν το έκανε. Είχε φιλίες ακόμα και με το γερο-Σκόμπι τον ναυτικό, που κάτω από παράδοξους λόγους, βρέθηκε να τον λατρεύουν οι κάτοικοι της περιοχής του ως Άγιο μετά το θάνατό του. Όταν ο Ντάρλι πήγε στην Αλεξάνδρεια για δεύτερη φορά, μέσα στην αντάρα του πολέμου, επισκέφτηκε την Κλέα στο σπίτι τη στιγμή που άρχισαν οι βομβαρδισμοί. Αυτοί έγιναν η αιτία να έρθουν πιο κοντά και να καταλάβει ο Ντάρλι πόσο ερωτευμένος είναι μαζί της και πόσο διαφορετικός είναι ο έρωτάς του αυτός από τους δυο προηγούμενους, γιατί αυτή του ανήκε εξολοκλήρου, ενώ οι άλλες ανήκαν και σε άλλους.

Γρήγορα όμως ήρθαν κάποια σύννεφα στη σχέση τους και ο Ντάρλι αποφάσισε να φύγει για λίγο, πηγαίνοντας στο ελληνικό νησί. Όμως πριν φύγει, συνέβη ένας αιφνίδιος τραυματισμός στην Κλέα. Όταν κολυμπούσε στο βυθό, ένα καμάκι κάρφωσε το χέρι της πάνω σ’ ένα ναυάγιο κι αναγκάστηκε ο Ντάρλι να της το κόψει, για να την ελευθερώσει ώστε να μην πνιγεί. Αφού μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και οι γιατροί επιβεβαίωναν ότι η υγεία της καλυτέρευε, ο Ντάρλι επέστρεψε στο νησί. Όταν του έγραψε γράμμα δεν αναγνώρισε το γραφικό  της χαρακτήρα, γιατί όπως του έγραφε μέσα, ήταν από το πρόσθετο χέρι από ατσάλι και καουτσούκ που ο Αμαρίλ της τοποθέτησε και με το οποίο όχι μόνο μπορούσε να γράφει, αλλά και να ζωγραφίζει. Ωστόσο θέλοντας ν’ αλλάξει ζωή ετοιμάζεται να πάει για οριστική εγκατάσταση στη Γαλλία και βεβαίως προσκαλεί και τον Ντάρλι να την ακολουθήσει.

Μέσα όμως σε κάθε βιβλίο βλέπουμε τις ζωές κι άλλων ηρώων που εμπλέκονται με τη ζωή των κύριων πρωταγωνιστών, όπως του Αμαρίλ γιατρού και συνεργάτη του Μπαλτάζαρ, του Πομπάλ συγκάτοικου του Ντάρλι και υπαλλήλου της γαλλικής Πρεσβείας, της Μελίσα και άλλων.

Υπάρχει κι ένας ποιητής και συγγραφέας ο Περσγουόρντεν, ο οποίος έγινε φίλος με όλους τους ήρωες του μυθιστορήματος. Η Λάιλα διάβαζε τα βιβλία του κι αυτή παρακίνησε τον Μαουντόλιβ να τον γνωρίσει. Ήταν εραστής της Τζαστίν και φίλος του Νεσίμ, συγκάτοικος κάποια στιγμή με τον Ντάρλι και συνεργάτης στην Πρεσβεία με τον Μαουντόλιβ. Ο Μεσλίκ ένας στρατιωτικός της μυστικής υπηρεσίας είχε ανακαλύψει όλη την επιχείρηση του Νεσίμ και έστειλε αναφορά στην Πρεσβεία. Επειδή δεν τον πολυχώνευε τον Μεσλίκ ο Περσγουόρντεν μ’ ένα μακροσκελέστατο γράμμα προς το Μαουντόλιβ, προσπάθησε να αποδείξει την αθωότητα του Νεσίμ, γιατί συμπαθούσε τον Νεσίμ και νόμιζε ότι ο άλλος προσπαθεί να τον διαβάλλει. Όταν όμως συναντήθηκε στο κρεβάτι με τη Μελίσα και του απεκάλυψε ότι  ένας φίλος της μαζί με τον Νεσίμ, πουλούσαν όπλα στην Παλαιστίνη κι ότι όταν σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί του βρέθηκε δολοφονημένος, τόσο πολύ του στοίχισε, γιατί χωρίς να καλοεξετάσει το θέμα υπεραμύνθηκε για την αθωότητα του Νεσίμ, αναγκάστηκε ν’ αυτοκτονήσει. Πριν όμως έστειλε πάλι γράμμα στον Μαουντόλιβ και του απεκάλυψε το λόγο της αυτοκτονίας του,  διότι αυτά που είχε ανακαλύψει ο Μεσλίκ ήταν αλήθεια. Ο Περσγουόρντεν ήταν παντρεμένος και είχε δυο παιδιά, η γυναίκα του όμως μια παραδοσιακή Ιρλανδέζα τον χώρισε όταν έμαθε ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με την τυφλή αδελφή του και μάλιστα για να τον εκδικηθεί μετά το θάνατό του ήθελε να τα βγάλει όλα αυτά στη δημοσιότητα για να προσβάλει τη μνήμη του, αλλά και να σπιλώσει τη φήμη που είχε αποκτήσει σα συγγραφέας.

Άλλοι δευτερεύοντες ήρωες ήταν ο Ναρούς και ο αδελφός του ο Νεσίμ. Ο Ναρούς επειδή ήταν λαγώχειλος, δεν ήθελε να πάει να μείνει στην Αλεξάνδρεια, αλλά παρέμεινε στο πατρικό σπίτι στο Καρμ Αμπού Ζιργκ κι έγινε αγρότης, όμως επειδή μπλέχτηκε με θρησκευτικά θέματα εξαιτίας μιας ερημίτισσας, αγίας, της Ταόρ, που θεράπευε κάνοντας θαύματα ζώντας σε μία σκήτη στην έρημο, κι επειδή άρχισε να γίνεται επικίνδυνος στα σχέδια του Νεσίμ, δολοφονήθηκε και μάλιστα κάποιοι είπαν ότι ο Νεσίμ έβαλε ανθρώπους να τον σκοτώσουν. Εντωμεταξύ ο Νεσίμ πριν δολοφονηθεί ο Ναρούς, φυγάδευσε τη μητέρα του τη Λάιλα στην Κένυα, για να τη σώσει επειδή είχε καταλάβει ότι η επιχείρησή τους αργά ή γρήγορα θα ανακαλυπτόταν. Ο Νεσίμ προσπαθούσε να απομακρύνει αυτούς που του στέκονταν εμπόδιο και μία από αυτούς ήταν και η Μελίσα.

Έμπλεξε μαζί της, την έκανε ερωμένη του, για να μάθει πόσα πράγματα ξέρει γι’ αυτήν την επιχείρηση, και σε ποιους τα έχει πει, γιατί συμπτωματικά είχε σχέσεις με κάποιον που είχε προδώσει τα σχέδια του Νεσίμ και ο οποίος βρέθηκε δολοφονημένος. Από τον έρωτα αυτό γεννήθηκε ένα κοριτσάκι, αλλά η Μελίσα πέθανε στο νοσοκομείο μετά τη γέννα γιατί ήταν πολύ άρρωστη. Το κοριτσάκι ο Νεσίμ το εμπιστεύθηκε στον Ντάρλι που το πήρε μαζί του σ’ ένα ελληνικό νησί. Μετά από λίγα χρόνια όταν μεγάλωσε αρκετά το κοριτσάκι και του το ζήτησε, ο Ντάρλι του το πήγε. Του το πήγε μάλιστα σε περίοδο που είχε ξεσπάσει ο πόλεμος. Τώρα η πόλη έχει καταντήσει ένα πελώριο ορφανοτροφείο, μοιάζει να είναι ένα μεγάλο δημόσιο ουρητήριο και το χειρότερο αναγκάζεται κανείς να περπατά πάνω σε σώματα μεθυσμένων, που προσπαθούν να ξεχάσουν την απώλεια πίνοντας. Ο πόλεμος όμως έγινε και η αιτία να σμίξει ερωτικά ο Ντάρλι με την Κλέα.

Μαζί με τις ζωές αυτών ξεπροβάλλουν τα υπέροχα σκονισμένα από την άμμο της ερήμου τοπία της Αλεξάνδρειας με την υπέροχη λίμνη της Μαρεώτιδας, την αντίθεση πλουσίων και φτωχών, τη μεγάλη ποικιλία ανθρώπων, γλωσσών, Θρησκειών και φυλών, όπως Ελλήνων, Εβραίων, Γάλλων, Άγγλων, Ιταλών και Αράβων, αλλά και ωραίων στίχων με αναφορές από τα ποιήματα του Αλεξανδρινού Καβάφη. Εμφανίζονται επίσης και ορισμένα πράγματα και γεγονότα, που αναφέρονται με τ’ όνομά τους, προχωρημένα για την εποχή, που έχει γραφτεί το μυθιστόρημα, όπως η παιδική πορνεία, η ομοφυλοφιλία, η παιδική κακοποίηση, η κλειτοριδεκτομή στις μουσουλμάνες, το ουίσκι μπόμπα, το Τζιχάντ (θρησκευτικός πόλεμος), η αποτέφρωση και άλλα.

Πόσο προφητικός όμως είναι βλέποντας με ανοιχτά μάτια την πραγματικότητα με το πόσο γρήγορα αλλάζουν τα πράγματα σ’ ένα τόπο, και όχι προς το καλύτερο για τους κατοίκους του, όταν βλέπει ότι και μόνο δέκα ξένοι με χρήμα μπορούν να βελτιώσουν μεν την οικονομία του τόπου, δημιουργούν όμως ένα σωρό νέες ανάγκες, που πριν κανείς δεν τις είχε ανάγκη και ότι οι πιέσεις τους διαλύουν την ενότητα και τη συνοχή του τόπου αυτού. Μοιάζει να είναι αναπόδραστος ο θάνατος της παλιάς τάξης πραγμάτων, γιατί γεννιέται μια νέα τάξη που είναι η απληστία.

Αποτέλεσμα εικόνας για Lawrence Durrell

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Lawrence Durrell

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: