Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Του ονείρου και της προσμονής…

Του ονείρου και της προσμονής…

Αποτέλεσμα εικόνας για pretty woman in classical paintings

 

boredart.com

 

 

Του Νίκου Τσούλια

      Ούτε που κατάλαβα το πώς γεννήθηκε αυτή αντίληψη και έγινε στοιχείο της ταυτότητάς μου, που ποτέ δεν πρόκειται να με αφήσει. Ίσως να ήταν τόσο ισχυρός ο εφηβικός μου έρωτας, που έγινε νοητικός και κυρίως ψυχικός ιδεότυπος – κάτι σαν η μοναδική βάση του συναισθηματικού μου κόσμου.

      Όπου και νάμουνα, ό,τι κι αν έκανα το μυαλό μου ήταν μόνιμα σ’ αυτή. Έβλεπα το πρόσωπό της, όπου κι αν έστρεφα το βλέμμα μου. Είχε φωλιάσει στη σκέψη μου. Σκαλίζαμε το αμπέλι, μαζεύαμε ελιές, πήγαινα να μαζέψω τα άλογα, τρυγάγαμε τη σταφίδα… εγώ ονειρευόμουνα ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστεί, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ήταν πολύ μακριά από εμένα. Κοιτούσα συχνά πυκνά προς τη μεριά του ορίζοντα που ήταν ο δρόμος των χωραφιών και στην αρχή …έβλεπα μια κουκίδα, μετά μια σκιά να μεγαλώνει και μετά να ξεχωρίζει το σώμα της και «να και το πρόσωπό της – είναι αυτή, καλά το σκεπτόμουνα εγώ» και κόλλαγα στο πρόσωπό της για όσο διάστημα μπορούσα και μετά ξανά από την αρχή.

      Μου άρεσε αυτό το μόνιμο ερωτικό δέσιμο. Το ένιωθα σαν ελευθερία μακριά από το μικρό ορίζοντα του ακόμα πιο μικρού χωριού μου. Όταν άρχισα να νιώθω τα βαριά δεσμά του, ήταν πλέον αργά. Δεν μπορούσα να απαλλαγώ από την έμμονη ιδέα. Με βασάνιζε και με τυραννούσε – κι όμως είχα κολλήσει για τα καλά. Μετά σκεπτόμουνα μήπως όλοι οι άνθρωποι έχουν το ίδιο πρόβλημα, αλλά φοβόμουνα να ρωτήσω κανένα άλλο παιδί. «Κι αν αυτό του φανεί παράξενο, δεν θα με πει μετά βαρεμένο»; Θα μου βγάλουν και κανένα παρατσούκλι – που τόσο συνηθιζόταν τότε. Αν έδινες αφορμή μάλιστα για κάτι ξεχωριστό από τους άλλους, δεν τη γλίτωνες. Και έτσι το κουβαλάω μαζί μου ή με κουβαλάει αυτό – που να ξέρω… – ακόμα και τώρα που είμαι μεγάλος (…) και η παιδική μου ηλικία επανήλθε και πάλι ζωηρή ζωηρή με όλες τις εκκρεμότητές της – και άντε να τα βγάλεις πέρα!

       Όμως παρασύρθηκα και πέρασα χρόνια και χρόνια, σχεδόν τη ζωή μου όλη. Δεν είπα τι ακριβώς μου συμβαίνει. Μετά από τον πρώτο μου έρωτα μου γεννιόταν πάντα στο μυαλό ένα όνειρο, το πρόσωπο μιας άγνωστης κοπέλας, που θα την ερωτευόμουνα και θα προσμονούσα το πώς θα τη βρω και θα τη συναντήσω και το πώς θα την κατακτήσω. Δημιουργούσα το πορτρέτο της και ονειρευόμουνα το πού, το πώς και την προοπτική της σχέσης. Και όταν η σχέση έφευγε από τη χώρα του ονείρου και την κατακτούσα (ερχόταν η πραγματικότητα και πρόδιδε την ιδέα του ονείρου), άρχιζα πάλι τα ίδια, χωρίς να ελέγχω πλέον τη σκέψη μου και το συναίσθημά μου. Και ένιωθα ότι ήμουνα χαμένος, ότι το πνεύμα μου και η ψυχή μου διατρέχονταν από κάποιου είδους συναισθηματικό ανορθολογισμό ή ότι είχα κάποια νεύρωση από την οποία δεν μπορούσα να απαλλαγώ με τίποτα, με μοναδικό αντίκρισμα κάποιες στιγμές θεωρητικής ευτυχίας.

      Αλλά το πιο φοβερό είναι το εξής. Μου ξανασυνέβη τώρα ό,τι μου είχε συμβεί πριν από πολλά χρόνια, ένα πραγματικό ερωτικό σκίρτημα, και νιώθω συστολή και μόνο που μου γεννήθηκε αυτό το συναίσθημα και δεν τολμώ να το πω ούτε καν στον εαυτό μου. Και έτσι είμαι τώρα όμηρος όχι μόνο της ιδέας. Αλλά και εμφανίστηκε και η ίδια η πραγματικότητα, για να με ταράξει δελεάζοντάς με ότι θα με πάει σε τόπους ονειρεμένους – και θα πρέπει να νιώθω πολύ τυχερός που ήλθε το πρόσωπο του έρωτα σ’ αυτή την ηλικία – αλλά ένιωθα ότι το τόσο έντονο φως κρύβει μέσα του σκοτάδι, βαθύ σκοτάδι.

      Το πήρα απόφαση. Ή ήμουνα περίεργα φτιαγμένος ή εγώ το είχα δημιουργήσει χωρίς να το συνειδητοποιήσω ή έτσι είναι καμωμένη η ζωή. Δεν είχε πια καμιά σημασία τι απ’ όλα αυτά συνέβαινε. Το βίωμά μου δεν θα άλλαζε την τυραννική του επιρροή. Αλλά πώς θα κάνω ότι ζω μια κανονική ζωή, όταν είμαι αλλοπαρμένος, όταν είμαι διχοτομημένος ανάμεσα στις δύο επικράτειες, του ονείρου και της πραγματικότητας, που δεν έχουν ούτε καν κοινά σύνορα; Δεν έλειπαν και οι στιγμές που θεωρούσα ότι μπορεί να έχω κάποια μορφή ήπιας σχιζοφρένειας και με τρόμαζε η ιδέα, αλλά μετά σκεπτόμουνα ότι ξεχώριζα το «πραγματικό» από το «φανταστικό», ότι δεν ακούω φωνές, ότι δεν καταλαβαίνει κανένας γύρω μου κάτι το παράξενο, ότι ζω και εξελίσσομαι στο επάγγελμά μου και στην κοινωνία όχι μόνο χωρίς κάποιο ορατό πρόβλημα αλλά και με επιτυχία – και έτσι ησύχαζα. Ησύχαζα από την ερμηνεία αλλά όχι και από τη διαρκή εμμονή του ονείρου και της προσμονής – μόνο που τώρα αποκόπηκε η ιδέα της κατάκτησης σαν κομμένο βαγόνι του τρένου που προχωράει μόνο μπροστά, το τρένο του χρόνου και δεν βλέπει τι γίνεται πίσω του…

Αποτέλεσμα εικόνας για pretty woman in classical paintings

An He

Advertisements
Κατηγορίες:διηγήματα Ν. Τσούλια Ετικέτες: ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: