Αρχική > ποιήματα, λογοτεχνία > Μνήμη Τάσου Λειβαδίτη

Μνήμη Τάσου Λειβαδίτη

tasos_leivaditis

Γράφει ο Γιώργος Δουατζής //

http://fractalart.gr/mnimi-tasou-leivaditi/

Πέρασαν κιόλας 28 ολόκληρα χρόνια χωρίς τη φυσική παρουσία του μεγάλου μας ποιητή Τάσου Λειβαδίτη – εσαεί παρόντος μέσα από το υπέροχο έργο του – ο οποίος πέθανε στις 30 Οκτωβρίου του 1988.

Δυο μέρες πριν, περιμέναμε οι φίλοι του έξω από το χειρουργείο του Γενικού Κρατικού νοσοκομείου, όπου οι χειρουργοί προσπαθούσαν να τον σώσουν από το επικίνδυνο ανεύρισμα αορτής που τον απειλούσε. Ο Μανώλης Πρατικάκης μπαινόβγαινε στο χειρουργείο με την ιατρική του ιδιότητα και μας πληροφορούσε. Κάποια στιγμή μας ανακοίνωσε την οριστική αναχώρηση του αγαπημένου μας ποιητή. Σκορπιστήκαμε στον εξωτερικό χώρο του νοσοκομείου, με τον βουβό λυγμό να μας μπουκώνει τα μάτια.

Την παραμονή του χειρουργείου τον είχα επισκεφτεί, προσπαθούσα να τον αποσπάσω από τον φόβο της επερχόμενης εγχείρησης με την κουβέντα, αλλά εκείνος με φοβισμένο βλέμμα, μου έλεγε ότι διαισθανόταν πως δεν θα ξαναβρεθούμε. Και επιβεβαιώθηκε…

Φωτο: από εφημερίδα της εποχής. Από αριστερά Μανώλης Πρατικάκης, Γιάννης Ρίτσος, η γυναίκα του Μαρία Λειβαδίτη, Γιώργος Δουατζής

Φωτο: από εφημερίδα της εποχής. Από αριστερά Μανώλης Πρατικάκης, Γιάννης Ρίτσος, η γυναίκα του Μαρία Λειβαδίτη, Γιώργος Δουατζής

Ο Τάσος Λειβαδίτης άφησε ένα σημαντικό έργο, το οποίο αγαπήθηκε από κάθε αναγνώστη της Ποίησης, κυρίως από τους νέους, τους νέους κάθε εποχής, μέχρι σήμερα. Η Ποίησή του ήταν σημαντική, πολυσήμαντη διότι – κατά την ταπεινή μου γνώμη – κατάφερε με απλές καθημερινές λέξεις να οικοδομήσει ένα έργο υψηλής αισθητικής και συγχρόνως βαθειά στοχαστικό, φιλοσοφικό.

Ήταν η σπάνια περίπτωση ενός δημιουργού, με ζωή ταυτισμένη με το αξιακό σύστημα το οποίο είχε κατακτήσει με το έργο του. Με συνέπεια, επιμονή, αφιέρωσε τη ζωή του στη μεγαλόπνοη Ποίηση, σκυμμένος πάνω στα προβλήματα των απλών ανθρώπων με αγάπη και πίστη σε ιδανικά για έναν καλύτερο κόσμο με διαχρονικές αξίες.

Μεγάθυμος, γενναιόδωρος, έδινε απλόχερα σε όλους – ιδιαίτερα στους νέους ποιητές – την άδολη αγάπη του, τον πολύτιμο χρόνο του, τις  γνώσεις του, την πείρα του στη ζωή και την τέχνη. Ως και υλική βοήθεια πρόσφερε σε ανθρώπους αδύναμους και μάλιστα σε περιόδους που ζούσε ο ίδιος μέσα στη στέρηση ως και των στοιχειωδών. Απολύτως φυσική στάση ζωής για έναν ποιητή που έγραψε: «Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας νεκροί».

Κύρια χαρακτηριστικά του, η ηπιότητα, παρά την ταραχώδη ζωή του με φυλακίσεις και εξορίες, η επιλεγμένη μοναχικότητα, παρά τους δεκάδες φίλους που τον αγαπούσαν, η φιλαρέσκεια, παρά το ότι ήταν από τη φύση του όμορφος, η ευγένεια, η αριστοκρατική συμπεριφορά του, η απλοχεριά του, παρά το ότι έζησε στερημένα, η αδυναμία του στο ποτό και τις όμορφες γυναίκες. Μα πάνω από όλα, ο Λειβαδίτης είχε κατακτήσει την ταπεινότητα, αυτή την μεγάλη αντίπαλο της ματαιοδοξίας, έχοντας απόλυτη επίγνωση της φθαρτότητας και της θνητότητας που σημαδεύει κάθε ανθρώπινο ον. Η άρνηση της επιβεβαίωσης της ύπαρξής του, αποτελεί την πιο βαθιά κατάφαση της ταπεινοσύνης του. Σπάνια θα άκουγες τον Λειβαδίτη να χρησιμοποιεί τη λέξη Εγώ… ΄Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να γράψει:

«…γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή / υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ / απ” τον εαυτό της / η ζωή των άλλων».

«Μας φτάνει να μιλήσουμε/ απλά/ όπως πεινάει κανείς απλά/ όπως αγαπάει/ όπως πεθαίνουμε/ απλά».

«Kι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας,

τα βιβλία μου, στέρεα και απλά, θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια, ανάμεσα στο ψωμί και τα εργαλεία του λαού».

Τον πίεζα επί πολλά χρόνια, να μου δώσει συνέντευξη ή να μου μιλήσει, έστω για κάποια έκδοση βιβλίου του. Η απάντηση του πάντα ίδια: «O δημιουργός μιλάει με το έργο του.» Το μόνο που καταφέραμε ήταν να απαγγείλει δυο – τρία ποιήματα στην τηλεοπτική κάμερα…

Ο Λειβαδίτης έφερε βιώματα από τη Μικρασιατική καταστροφή, την προσφυγιά, τη δικτατορία Μεταξά, τους αγώνες της Αριστεράς,  την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τις διώξεις, τις εξορίες, τις φυλακίσεις, τη δικτατορία του 1967 και τόσα άλλα. Παρά τις τόσες κακουχίες, παρέμενε λάτρης, υμνητής της ζωής. Έζησε καθοριστικά γεγονότα μιας ιστορικής διαδρομής «εκ των έσω», με μύριες δυσκολίες, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να κάμψουν το φρόνημά του. Αυτός προτίμησε να υψώσει το ανάστημα του πνευματικού ανθρώπου, του ταγμένου να φυλάει Θερμοπύλες.

Κλείνω με την υπέροχη παραίνεσή του:

«Γι αυτό σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική».

Γιώργος Δουατζής,  26 Οκτωβρίου 2016

Αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη από τον Γιώργο Δουατζή

Από τη σειρά της ΕΡΤ «Οι ποιητές μας» – 1983

Α΄μέρος >>

Β΄μέρος >>

Ποιήματα από το βιβλίο «Απάνθισμα Τάσου Λειβαδίτη» του Γ. Δουατζή εκδόσεις Κέδρος 1997 (εξαντλημένο)

MAXH ΣTHN AKPH THΣ NYXTAΣ   (1952)

…πως θα ξαναπιστέψουμε στον κόσμο

τι ώρα νάναι;

…πικρή νύχτα

σαν την αδικία πικρή.

…πικρή νύχτα

σαν την ταπείνωση μικρή.

Μας κοίμιζε άλλοτε η μάνα μας

μ” ένα τραγούδι σιγανό

τι κάνατε το τραγούδι αυτό;

Ένας άνθρωπος καίγεται

ένας άνθρωπος φωτίζει την νύχτα…

 

AYTO TO AΣTEPI EINAI ΓIA OΛOYΣ MAΣ   (1952)

…δός μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου.

…μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πως να την  αγγίξω;

Πως θάνοιγα μια πόρτα όταν δε θάτανε για να σε συναντήσω

πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θάναι για να σε βρώ.

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου

αγαπημένη μου.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Θάθελα να φωνάξω τ” όνομά σου, αγάπη, μ” όλη μου τη δύναμη.

Nα το φωνάξω τόσο δυνατά

που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο

καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

 

ΦYΣAEI ΣTA ΣTAYPOΔPOMIA TOY KOΣMOY     (1953)

…ο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγού…

…τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα απο το θάνατό μας

για να κλαίνε

φυσάει.

…φυσάει μες απ” τα τρύπια βρακιά των ανέργων

φυσάει

φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού.

…ερχόμαστε

παραμερίστε

κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει.

 

O ANΘPΩΠOΣ ME TO TAMΠOYPΛO    (1956)

…μήπως δούμε το χαμόγελό σου

να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ” τη δίψα μας.

Mας φτάνει να μιλήσουμε

απλά

όπως πεινάει κανείς απλά

όπως αγαπάει

όπως πεθαίνουμε

απλά.

…δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του

μη του το πάρουν.

…κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο

σφίγγω στα χέρια το άγνωστο όνομά μου…

Kι όταν σου πούν να με πυροβολήσεις

χτύπα με αλλού

μη σημαδέψεις την καρδιά μου.

Kάπου βαθιά της ζεί το παιδικό σου πρόσωπο.

Δεν θάθελα να το λαβώσεις.

…δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

ΣTIXOI ΓPAMMENOI ΣE ΠAKETA TΣIΓAPA

Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ” τους πεθαμένους.

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων

εμείς καθόμασταν τα βράδια

και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.

Eτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.

Kι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πιά μέσα στους

δρόμους σας

τα βιβλία μου, στέρεα και απλά

θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια

ανάμεσα στο ψωμί

και τα εργαλεία του λαού.

Kατά που πέφτει, λοιπόν, ο κόσμος;

 

ΣYMΦΩNIA  Aρ. 1     (1957)

…η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.

Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο

των αγέννητων παιδιών.

…και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι

και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ” τον άλλον. Γιατί ο έρωτας

είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι

γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

…χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πια

να μας προδώσουν…

Kι ύστερα μπήκατε ορθοί στη γη, όπως μπαίνει ο άντρας στη

γυναίκα.

Έτσι γεννήθηκαν τα στάχυα κι οι σημαίες.

Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ” τη στιγμή που βρίσκουνε

μια θέση

στη ζωή των άλλων.

 

OI  ΓYNAIKEΣ  ME  TA  AΛOΓIΣIA  MATIA   (1958)

…γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ

απ” τον εαυτό της – η ζωή των άλλων.

…η μοναξιά είναι τόσο απέραντη

ώστε έρχονται δυο – δυο για να την υπομείνουν.

Δεν ήξερε,

πως το κλειδί της φυλακής του καθένας το κρατάει στην τσέπη του…

Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους,

μυστικούς δεσμούς με το αίμα

αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης…

Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει

και δυο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή…

…ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνέψει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα.

…τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον  – κι άλλες

τέτοιες βλασφημίες.

Kαι μόνο εκείνη η γυναίκα, θάρθει η αναπότρεπτη ώρα,

μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,

πως στέρησε τον εαυτό της απ” την πιο βαθιά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη

μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

Kι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για νάχουν όλοι κοιμηθεί

στο σπίτι…

 

25η PAΨΩΔIA THΣ OΔYΣΣEIAΣ   (1963)

Kαι νάμαι τώρα

διασχίζοντας το Άπειρο

πιο ανάλαφρος απ” τους τρελούς και τα παιδιά…

…όσα δε ζήσαμε

αυτά μας ανήκουν…

…αγαπημένες μου,

εσείς, που ριχτήκατε τη νύχτα πάνω στα μαχαίρια της γύμνιας μου…

…κι ολόδροσος

σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο.

 

ΠOIHMATA   (1958 – 1964)

…οι ερωτικές κραυγές μας

τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια

απ” όπου θα περνούσαν οι αιώνες…

…ά, για να γεννηθείς εσύ,

κι εγώ για να σε συναντήσω,

γι” αυτό έγινε ο κόσμος.

…αφού έζησα όλο

το μαρτύριο της ελπίδας, έφτασα στο πιο ανθρώπινο

έγκλημα: να πιστέψω στους ανθρώπους.

Kι ο άντρας είπε: θάθελα νάμαι Θεός. Kι η γυναίκα είπε:

θα γεννήσω σε λίγο.

…αδερφωμένοι ξαφνικά

μες στην παμμέγιστη αρετή της Tέχνης.

…κι η γριά πόρνη που σηκώνει τα φουστάνια της, για ένα γιαούρτι

δείχνοντας έναν ολόκληρο γκρεμισμένο Παράδεισο…

Oι εραστές είναι ακριβά, ένδοξα κύπελλα, όπου ο ένας πίνει

τον άλλον.

Kι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις, κλείνεις έξω απ” την πόρτα σου

έναν ολάκαιρο πικραμένο κόσμο.

…σταθήκαν τίμιοι, μα Aπόντες.

 

OI TEΛEYTAIOI  (1966)

Tα μαλλιά της γεράσανε και πάνω στα ωχρά της χείλη

σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά και πολλά ανοιξιάτικα λόγια.

…και μέναμε κι οι δυο μετέωροι κι ολομόναχοι, κρεμασμένοι

απ” την αρπαγή

μιας ασυνάντητης ηδονής…

Oλα όσα αρνηθήκαμε – αυτό είναι το πεπρωμένο μας.

…κάθε τόσο σηκωνόταν κι έβγαζε το καπέλο του

σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.

 

NYXTEPINOΣ EΠIΣKEΠTHΣ (1972)

Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου;

… όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ” όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ…

O ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο – σαν το Θεό.

…είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν

…σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, που να βρεις καιρό…

…γιατί την ώρα που πεθαίνεις, σαν ένας φονιάς που απομακρύνεται βιαστικά,

φεύγει από μέσα σου ο άγνωστος που υπήρξες.

…» τώρα, μου λέει, θα πάμε μακριά», » μα δεν βλέπεις, του λέω, μας ξέχασαν», » γι” αυτό» μου λέει…

…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγιόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.

» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ” άλογό μου΄», «μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…

Kανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου…

 

ΣKOTEINH ΠPAΞH (XOPIKO) 1974

Kάτω απ” το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, που προχωράει σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι” αυτό και πιο αληθινός…

Kαι μόνο ο τυφλός χαμογελούσε καθώς το ραβδί του, σοφό, τον πήγαινε πέρα απ” τη ματαιότητα, μες στο σκοτάδι.

…κι έπρεπε σαν έναν άλλο, πιό μεγάλο ουρανό, ν” αντέξουμε

την καθημερινή μας ιστορία.

…ακόμα κι άν δεν υπήρχε ουρανός εμείς εκεί θα πηγαίναμε.

…ζήσαμε έξω απ” τη θλίψη μας για να μη μας βρίσκουν.

OI TPEIΣ  (1975)

…άνθρωπος ασήμαντος δεν είχα φτιάξει ποτέ στη ζωή μου επισκεπτήρια…

…αυτοί, που έζησαν χωρίς ιστορία, σαν τον Θεό…

…έτσι η πιο αλησμόνητη ιστορία δε θα γραφτεί ποτέ, αφού πρέπει να την ξεχάσουμε, για να ζούμε ακόμα…

…κι εκείνος ο θλιμμένος άντρας, στο γειτονικό θάλαμο, ήθελε να πετάξει, έλεγε, και τρεφόταν μόνο με ψίχουλα…

…ίσως αργότερα μάθουν πως έζησα…

…ώρα που ο αιμομίχτης πρέπει να ονειρευτεί τη μητέρα του, ο φονιάς το άλλο του χέρι, η πόρνη να γυρίσει επιτέλους, στο πλευρό της, και ν” ανάψει το λύχνο του ο τυφλός.

 

O ΔIABOΛOΣ ME TO KHPOΠHΓIO  (1975)

Σκέφτομαι, αλήθεια, γιατί όλα αυτά, αφού με πολύ λιγότερα μπορεί κανείς να χαθεί.

…η εξέγερση θα γίνει τα μεσάνυχτα, έλεγαν, «έτσι θα μάθουμε και την ώρα», είπε κάποιος…

Είμαι άντρας, και με μια φτωχή βιογραφία πρέπει να ετοιμάσω

μια δίκαιη αναχώρηση.

…στις έγκυες μάλιστα σήκωναν το φόρεμα

κι έβρισκαν πανάρχαια κλοπιμαία…

Υπάρχουν, αλήθεια, χιλιάδες τρόποι να κερδίσει κανείς τη ζωή του

μα ένας μόνο για να τη χάσει.

…ή να πονέσω τόσο πολύ που ο Θεός να υπάρξει…

…κάθε φορά που κάποιος μπαίνει στη ζωή σου,

είναι σαν να σου παίρνει μια βελόνα γραμμοφώνου, ώσπου, τελικά,

πρέπει να τραγουδήσεις μόνος σου…

 

BIOΛI ΓIA MONOXEIPA  (1976)

…ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία

όταν τη διηγούμαι σε κάποιον…

…ή ο παιδικός μας φίλος, που καθισμένοι στο πεζούλι τα βράδια

μοιράζαμε τον κόσμο – αλλά εγώ τον έκλεβα.

…έτσι δεν μπόρεσα ν” αποτελειώσω καμιά ηλικία…

…σαν ένα παιδί που το αθώωσαν για να μην έχει τίποτα δικό του…

…ώ έρημοι δρόμοι, που μπορείς όλα να τους τα πείς, χωρίς να

τ” ακούσουν…

…το πιό θανάσιμο αμάρτημα είναι να μήν αγαπάς τον εαυτό σου…

… ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ” ένα χέρι βιολί, όταν με τ” άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του…

… και το πρωί θα πρέπει να ξαναντυθείς, μόνο και μόνο για να πονέσεις…

 

ANAKAΛYΨH (1977)

… οι άγιοι φοβισμένοι είχαν καταφύγει στα ημερολόγια…

… ίσως γιατί υπάρχει κάτι που γι” αυτό δε μίλησε ποτέ κανείς – και μόνο εκεί ζήσαμε…

… έτσι έμεινα χωρίς ηλικία σαν τα παλιά σφάλματα….

… και ξεκινάει μια μέρα καλή, όταν παραδεχτείς απ” το πρωί τη νύχτα που φτάνει…

Και κάθε τόσο ανοίγω το ερμάρι και βεβαιώνομαι πως το παιδικό μου χέρι είναι ακόμα εκεί και κάποτε θα μου χτυπήσει το τζάμι.

… κινδύνεψα μπρος σε μια λέξη…

Κανείς δε μας συγχώρησε που ζήσαμε σιωπηλοί…

… τις νύχτες κοιμόμουν στο πάτωμα, αφήνοντας το κρεβάτι για τον εφιάλτη…

… τα σκυλιά, το βράδυ, κοιτάζουν δακρυσμένα προς τα κει πού ήμαστε κάποτε παιδιά

Πόσες ψευδομαρτυρίες δεν έσωσαν μιά ζωή.

… «μην τον ακούς, είπε η γριά, αυτός είναι ο πεθαμένος – αφού κρύβει ακόμα τα λεφτά του».

… οι λέξεις είναι η ποινή μου, ο ύπνος η βιογραφία μου

 

EΓXEIPIΔIO EYΘANAΣIAΣ  (1979)

Τόσα άστρα κι εγώ να λιμοκτονώ.

… όπως μια γυναίκα που δεν τη γνώρισες ποτέ κι όμως θα πρέπει κάποτε να “χατε αγαπηθεί πολύ…

… γιατί αλίμονο αν μαθαίναμε όσα μας έχουν συμβεί.

. ή μια χειρονομία απαλή, όπως καρφιτσώνεις ένα ρόδο στο στήθος μιας γυναίκας

που ποτέ δεν υπήρξε.

… έχω τόσες ωραίες ιδέες να συντηρήσω…

… ίσως όταν ξαναΐδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον.

Έτσι που επιτέλους να μπορέσουμε να γνωριστούμε.

… κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά

θ” ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω.

… κι η ειλικρίνεια αρχίζει πάντα εκεί, που τέλειωσαν όλοι οι άλλοι τρόποι να σωθείς.

 

O TYΦΛOΣ ME TO ΛYXNO  (1983)

Έρχομαι από μέρες που πρέπει ν” αποσιωπηθούν, από νύχτες που θέλω να τις ξεχάσω…

… εξάλλου άνθρωπος είμαι κι εγώ, χρειάζομαι λίγη μέριμνα: ένα όνειρο ή μια μητέρα ή έστω μια ξαφνική περιφρόνηση…

…παλιά, ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο υποσχόταν –

κι ώ σοφή προνοητικότητα των παιδιών, που πιάνουν από νωρίς φιλίες με το χώμα.

Aν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μίαν άλλη ηλικία απ” την αληθινή…

…ώσπου ξημέρωνε

κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ” τον παλιό.

…ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…

Οπωσδήποτε  θα είχα κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου, αλλά είχα γεννηθεί πολύ απασχολημένος…

… οι πιο ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας

όταν δε θα “ναι πια κανείς να τις ακούσει.

Aν ρίχναν ένα καράβι μες στο μυαλό μου θα ναυαγούσε.

… αλλά τι να “κανα που υπήρξα πάντα

απ” την άλλη μεριά της ζωής.

 

BIOΛETEΣ ΓIA MIA EΠOXH  1985

… μόνον η ανωνυμία μας διατηρεί μακριά από μύθους ή λεηλασίες…

… ένας μικροδιεκπεραιωτής του ανέφικτου μες στην αιώνια λησμονιά…

… οι φτωχοί κατακτούν αναίμακτα τα πάρκα…

… μια γυναίκα πιο κει τόσο θλιμμένη που ο κόσμος θα “πρεπε να ξαναρχίσει…

… ρωτάμε αλλά η απάντηση υπάρχει μόνο όσο δεν τη γνωρίζουμε

είμαστε τ” όνειρο ενός μανιακού, η μεγαλοφυΐα ενός τρελού που

δραπετεύει μέσα σε μια λέξη…

… θα “δινα ένα βασίλειο για μια παιδική νύχτα…

… άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες

άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πια.

…πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών δεν είναι η βροχή, αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε…

…έξω απ” τα ορφανοτροφεία σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια…

…οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση…

… ζήσαμε μεγάλα χρόνια, όμως πράγματα ασήμαντα μας πέθαναν…

…όπως τα παιδικά παιχνίδια που μια μέρα εξαφανίζονται άξαφνα σα να τα πήρε μαζί του το παιδί – καθώς πέθαινε, περίλυπο, μέσα στον άντρα.

 

MIKPA ΓYMNAΣMATA ΛHΣMONIAΣ

…δεν είχε πού να πάει,

ώσπου σηκώθηκε και με αργά, αβέβαια βήματα ανέβηκε στον ουρανό.

«Mα πως περπατάς επί των κυμάτων;» ρώτησα.

«Eχασα τον δρόμο» μου λέει.

Oι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα συμβιβασμοί – πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.

…αλλά τι αθλιότητα, κάθε φορά που έχω κάτι σπουδαίο να πω, τα χάνω, έτσι μένει στο σκοτάδι η ανθρωπότητα.

Kι, ώ αναμνήσεις, που συγκρατείτε κάτι πιο πολύ απ” αυτό που ζήσαμε…

Γι” αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια

μιας και δεν ήταν ποτέ πραγματική…

 

ΜIKPO BIBΛIO ΓIA MEΓAΛA ONEIPA  (1987)

…στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι νεκροί

έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

A, έχασα τις μέρες μου

αναζητώντας τη ζωή μου.

…μίλησα πάντοτε με λόγια απλά για να επιδέχονται όλες τις ερμηνείες…

Kαι πεθαίνουμε στερημένοι σ” έναν παράδεισο από λέξεις.

Εξάλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

…η οικογένειά μου, από τις πιο ευυπόληπτες, διατηρούσε όλες τις μεγαλοαστικές συνήθειες μόνο που το σπίτι δε χωρούσε τόσες μικρότητες κι είχαμε κι ένα άλλο στην εξοχή.

Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον

είμαστε κιόλας νεκροί.

…η νεότητα πέθανε, ας σκεπάσουμε τους καθρέφτες…

 

TA XEIPOΓPAΦA TOY ΦΘINOΠΩPOY 1990 (εκδόθηκε μετά το θάνατό του ποιητή)

…η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο…

…κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλο…

Oλόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου μέσα σε ένα άλλο όνειρο.

Tα ρολόγια σημαίνουν τις χαμένες ώρες, αλλά κανείς δεν τα πιστεύει…

…οι ερωτευμένοι παντρεύτηκαν και τώρα γερνάνε πλάι σε ανθρώπους ξένους…

…ω μα γιατί άφησα να μεγαλώσω, πώς ξεγελάστηκα…

O κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…

Kάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.

…κορίτσια που βγάζουν το φουστάνι τους για να μπουν στον ουρανό…

H ελπίδα που κάνει ακόμα πιο αβέβαιο τον κόσμο.

T” άστρα ήταν το πρώτο μας αναγνωστικό.

 

Tasos Livaditis.jpg

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: