Αρχική > φιλοσοφία, βιβλία > Για μια εναργή (ανα)παράσταση

Για μια εναργή (ανα)παράσταση

kundst:
“ Max Beckmann (Ger. 1884-1950)
Frau mit Buch und Schwertlilien (1931)
Oil on canvas (72,5 x 116 cm)
Belvedere Vienna ”

Max Beckmann (Ger. 1884-1950), Frau mit Buch und Schwertlilien (1931)

 

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ – ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ

Η ΑΥΓΗ, 5.6.2016

Σχόλιο πάνω σε ένα δοκίμιο του Carlo Ginzburg1

Η ιστορική αφήγηση, στην ολότητά της, είναι ένα κείμενο που αποσκοπεί ταυτόχρονα στην πληροφόρηση και την πειθώ. Προσπαθεί να πείσει ένα συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό (και, άρα, επιλέγει από το σύνολο ένα μέρος), όχι μόνο για την εγκυρότητα της εικόνας του παρελθόντος που παρουσιάζει αλλά, ταυτόχρονα, για την εγκυρότητα της ίδιας της ιστορικής επιστήμης, της ικανότητας του συγγραφέα του ως μέλους της κοινότητας των ιστορικών, της εγκυρότητας της σκοπιάς από την οποία ο συγγραφέας, μέλος μιας ιδιαίτερης κοινότητας ιστορικών επιστημόνων, διακρινόμενης από άλλες, παρατηρεί, χρησιμοποιεί συγκεκριμένα εννοιολογικά εργαλεία, τεχνικές έρευνας και διατυπώνει κρίσεις. Η ιστορική αφήγηση συγκροτεί μια κειμενική ολότητα η οποία, ανεξάρτητα από το ιδεολογικό της μήνυμα, τείνει πάντοτε στην πειθώ του αναγνώστη περί της αληθείας, της ακρίβειας και της εγκυρότητάς της ως επιστημονικού κειμένου.

Στο σημείο αυτό δεν θα αναφερθώ στον τρόπο συγκρότησης του αναγνωστικού κοινού («ειδικοί» και «μη ειδικοί» συνάδελφοι, κοινότητα των μορφωμένων ενδιαφερόμενων αναγνωστών, «σημαντικοί» και «κριτικοί» αναγνώστες). Κάθε ιστορικό έργο γενικά, αλλά και κάθε συγκεκριμένο ιστορικό έργο, παρότι μοιράζονται συγκεκριμένες κατηγορίες αναγνωστών, δεν απευθύνονται ταυτόχρονα σε όλες, ούτε καν στο σύνολο των μελών συγκεκριμένων κατηγοριών. Η ανασυγκρότηση της ιδιότυπης κοινότητας των «προνομιακών» αποδεκτών κάθε ιστορικού κειμένου οφείλει να βασίζεται στον τρόπο συγκρότησης του ίδιου του κειμένου, και όχι στην ιδιαίτερη πρόθεση του συγγραφέα όπως αυτή εκφράζεται σε προοίμια ή προλόγους. Εδώ κρίνω σκόπιμο να αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα: όταν σε ένα ιστορικό κείμενο διαβάζουμε ότι το «Παλαιό Καθεστώς ανετράπη από την Γαλλική Επανάσταση», και ο συγγραφέας του θεωρεί αυτονόητη την γνώση των δυο όρων από τον αναγνώστη, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ποιους αναγνώστες, από το σύνολο των εγγράμματων δυνητικών αναγνωστών, έχει σκόπιμα αποκλείσει ο συγγραφέας από το κοινό του και, ταυτόχρονα, έστω και πολύ γενικά, σε ποιους αναγνώστες έχει επιλέξει να απευθυνθεί – έστω κι αν διαβάζουμε στον πρόλογο του έργου ότι αυτό απευθύνεται σε «κάθε αναγνώστη που του αρέσει η Ιστορία». Όσο περισσότερο ταυτίζεται η «πρόθεση απεύθυνσης» του συγγραφέα με την πρόθεση απεύθυνσης του κειμένου, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να πείσει ο συγγραφέας το κοινό που έχει συγκροτήσει στο μυαλό του.

Σκοπίμως χρησιμοποίησα ένα παράδειγμα που αναφέρεται στην κατανόηση της ορολογίας κι όχι, λ.χ., στην ιδεολογική εγγύτητα του συγγραφέα με τον (υποτιθέμενο) αναγνώστη. Καταρχήν, για λόγους πολεμικής: μεγάλο μέρος της σύγχρονης εγχώριας συζήτησης εστιάζει στο «ιδεολογικό μήνυμα» των ιστορικών κειμένων, παραβλέποντας ότι, για να φτάσει στον (υποθετικό) «παραλήπτη» του ένα ιδεολογικό μήνυμα περί ενός ιστορικού γεγονότος, πρέπει πρώτα το ίδιο το γεγονός να έχει γίνει κατανοητό από τον αναγνώστη. Αυτό το «κατανοητό», όμως, με φέρνει ενώπιον μιας έννοιας η οποία προηγείται λογικά, αυτής της «σαφήνειας». Πρόκειται για μια κεντρική έννοια, τόσο της σύγχρονης επιστημολογίας όσο και της διδακτικής. Για τους σκοπούς αυτής της παρουσίασης, θα πρότεινα την αρχαιοελληνική «ενάργεια», την οποία οφείλω να αναπτύξω σε σχέση με έναν αστερισμό εννοιών: ενάργεια, evidentia in narratione, inlustratio et evidentia, έκφρασις, demonstratio.

Αν από κάπου δεν θα έπρεπε να αρχίσω, σίγουρα δεν θα έπρεπε να αρχίσω από εδώ. Κι αυτό, για δύο κυρίως λόγους. Η «ενάργεια», αρχαιοελληνικός όρος αντίστοιχος του λατινικού evidentia in narratione, είναι μια σχεδόν ξεχασμένη λέξη. Θα χρειαζότανε, δηλαδή, αρκετή προσπάθεια για να την εντάξω σε ένα λόγο περί της «μεθόδου ιστορικής έκθεσης» που εκκινεί από την σύγχρονη επιστημολογία. Ο δεύτερος λόγος, αυτός που περιπλέκει ακόμα περισσότερο την προσπάθειά μου, είναι λιγότερο προφανής: θέλοντας να μιλήσει κανείς για «ενάργεια», οφείλει να το κάνει ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα, αυτά της (αρχαιοελληνικής) ιστοριογραφίας, της (αρχαίας, ελληνικής και λατινικής) ρητορικής αλλά και του λόγου περί των παραστατικών τεχνών – ιδίως της ζωγραφικής. Θα είχα αναγκαστικά μετατοπιστεί από την «αλήθεια» στη «ζωντάνια», την «προφάνεια», τη «σαφήνεια», την «παραστατικότητα», ή, για να αναφέρω και τον Κικέρωνα, «για το μέρος εκείνο του λόγου που φέρνει, ούτως ειπείν, το γεγονός μπροστά στα μάτια» του ακροατή (ή του αναγνώστη).2 Αν αναλύσουμε την «ενάργεια» σε όλες τις δυνατές της μεταφράσεις, θα διαπιστώσουμε ότι κάθε μία διανοίγει κι έναν συγκεκριμένο δρόμο, κι ότι όλοι σχετίζονται μεταξύ τους.

Ας αφήσουμε, προς το παρόν, κατά μέρος, τη διαφορά της αρχαιοελληνικής με τη σύγχρονη ιστορία, κι ας δούμε ένα παράθεμα από τον Πολύβιο:

Τώρα, ο σκοπός προς τον οποίο προσανατολίζεται η ιστορία είναι η αλήθεια: γι’ αυτό βρίσκουμε ότι στον Κατάλογο των πλοίων ο ποιητής [ο Όμηρος] αναφέρει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά κάθε τόπου, ονομάζοντας μια πόλη «βραχώδη», λέγοντας για μια άλλη ότι «βρίσκεται στα σύνορα», για μια άλλη ότι «έχει πολλά περιστέρια», για μια άλλη ότι «βρίσκεται κοντά στη θάλασσα». Κι ο σκοπός όλων αυτών των λεπτομερειών είναι η ζωντάνια, όπως στις σκηνές μάχης. Ο σκοπός του μύθου, αντίθετα, είναι να ευχαριστεί και να εκπλήσσει.3

Ο Όμηρος, παρουσιάζει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, διά της λεπτομερειακής περιγραφής, τις διάφορες πόλεις που έστειλαν καράβια στην Τροία. Η σχέση της «αλήθειας» με τη «ζωντάνια», διόλου προφανής για τον σύγχρονο αναγνώστη, μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα από ένα άλλο απόσπασμα του ιδίου: «δεν είναι το ίδιο το να κρίνουμε για πράγματα που έχουμε ακούσει από τρίτους και (για πράγματα ) που έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Μια πεποίθηση που βασίζεται στη μαρτυρία ενός αυτόπτη (η κατά την ενάργειαν πίστις), αξίζει περισσότερο από κάθε άλλη».4 Αυτός που έχει δει με τα ίδια του τα μάτια κάτι, μπορεί να το παραστήσει με ζωντάνια, και η μαρτυρία του θα είναι αληθής: αν επιμείνουμε στη διαφορά της αρχαιοελληνικής αντίληψης περί ιστορίας (αντίληψης μιας κοινωνίας που, μεταξύ άλλων, δε διέθετε συγκροτημένα αρχεία), θα καταλήξουμε να μη συλλάβουμε κάτι το κοινό: αφενός την εικόνα περί της πραγματικότητας που σχηματίζεται και στον σύγχρονο αναγνώστη, όταν αυτός έρχεται αντιμέτωπος με μια «ζωντανή» περιγραφή, και αφετέρου στην «εντύπωση αληθείας» του αναγνώστη περί της σχηματισμένης εικόνας.

Σκοπίμως χρησιμοποιώ τον όρο του Ρολάν Μπαρτ, ο οποίος τον συσχετίζει με «ρητορικά τεχνάσματα που αποσκοπούν στη δημιουργία μιας εντύπωσης αντικειμενικότητας», με «ένα κείμενο που φαινομενικά μιλά από μόνο του», αλλά και με έναν «ρεαλισμό που κατάγεται από το ρεαλιστικό μυθιστόρημα, τη λογοτεχνία των ημερολογίων» κτλ.5 Αδιαφορώντας προσωρινά για το ρεαλιστικό μυθιστόρημα και τη σχέση του με την ιστοριογραφία του 19ου αιώνα, ας συγκρατήσουμε τον «συγγραφέα που προσπαθεί να καλύψει τα ίχνη του»6 και την (κατά Μπαρτ, επίφαση) αντικειμενικότητα(ς) κι ας περάσουμε στο «προφανές»: η «ζωντάνια» και η «σαφήνεια» είναι αρετές ενός κειμένου που απευθύνεται στον συγκεκριμένο αναγνώστη, ή ακροατή, με σκοπό να τον πείσουν ότι κάτι έγινε «έτσι» κι όχι «αλλιώς» (ή ότι κάτι ήταν έτσι κι όχι αλλιώς), ωθώντας τον να θεωρήσει τη δοσμένη εικόνα μιας πραγματικότητας ως προφανή.

Αν φύγουμε από την (αρχαιοελληνική) ιστοριογραφία, θα διαπιστώσουμε ότι, σύμφωνα με τον συγγραφέα της πραγματείας Περί του υψηλού (De sublime, XV,2), η ενάργεια είναι ο σκοπός του ρήτορα, σε αντίθεση με τους ποιητές, οι οποίοι αποσκοπούν στο να υποτάξουν τους αναγνώστες. Στη λατινική ρητορική, η ενάργεια μεταφράζεται από τον Κοϊντιλιανό ως «evidentia in narratione». Στην Institutio Oratoria (IV, 2, 63), διαβάζουμε ότι «η ζωντάνια στην έκθεση, όπως την καταλαβαίνω εγώ, είναι ένα μεγάλο προτέρημα, αφού δε χρειάζεται τόσο να πεις, όσο, με κάποιον τρόπο, να δείξεις μια αλήθεια».7 Ο ίδιος σημειώνει ότι ο Κικέρωνας χρησιμοποίησε την έκφραση inlustratio et evidentia ως συνώνυμη της «ενάργειας». Για τον Κικέρωνα «inlustris… oratio» αποτελούσε «το τμήμα του λόγου ο οποίος φέρνει, ούτως ειπείν, το γεγονός μπροστά στα μάτια» (του ακροατή).8

Ο ανώνυμος συγγραφέας της Rhetorica ad Herennium χρησιμοποιεί τις ίδιες λέξεις για να ορίσει την demonstratio: «είναι όταν το πράγμα εκφράζεται με λέξεις τέτοιες ώστε το γεγονός να φαίνεται σαν να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας […] το διακηρύσσει και μας το φέρνει, ούτως ειπείν, μπροστά στα μάτια μας.9

Στον χώρο, αντίθετα, της ζωγραφικής, η «ενάργεια» σχετίζεται με την «έκφραση». Παραπέμπω σε ένα απόσπασμα από τις Εικόνες του Φιλόστρατου του Νεότερου, μια διάσημη συλλογή περιγραφών (εκφράσεων) έργων τέχνης, πιθανότατα φανταστικών:

Κι αν παρατηρήσεις την αγέλη των βοδιών που πάνε να βοσκήσουν, ακολουθούμενα από τους ποιμένες, ίσως να μην εκπλαγείς για το χρώμα, αφού είναι όλα ζωγραφισμένα με χρυσό και χαλκό. Αλλά το γεγονός ότι σχεδόν θα ακούσεις το μουγκρητό τους, έτσι όπως είναι ζωγραφισμένα, κι ότι θα σου φανεί σα να ακούς το ποτάμι που κυλά, κατά μήκος του οποίου βρίσκονται τα βόδια – δεν είναι αυτό το αποκορύφωμα της ζωντάνιας (ενάργειας);10

Ο Πλούταρχος, άλλωστε, στο Περί της Αθηναίων δόξας (347a) θα παρομοιάσει έναν πίνακα του Ευφράνορα που απεικονίζει τη μάχη της Μαντίνειας με την περιγραφή της ίδιας μάχης από τον Θουκυδίδη, υμνώντας την «ζωγραφική ζωντάνια» (γραφική ενάργεια) του ιστορικού.

«Ενάργεια», «evidentia», «demonstratio»: ζωντάνια, σαφήνεια, παραστατικότητα, «απόδειξη». Όλα όσα προηγήθηκαν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μια άσκοπη «φιλολογική» παρέμβαση. Όσον αφορά τους δύο πρώτους όρους, δεν θα μπορούσαν πλέον, στη σημερινή κατάσταση της ιστορικής επιστήμης, παρά να αφορούν μόνο σε μια εξαιρετική περίπτωση, κατά την οποία ο (αυτόπτης) μάρτυρας αφηγείται ο ίδιος μια μαρτυρία του σε ένα κείμενο, και μάλιστα χωρίς ο αναγνώστης (ακροατής) να μπορεί να βασιστεί σε κάποια άλλη μαρτυρία εκτός της, για να την αναιρέσει/ανασκευάσει. Για να προσθέσουμε και τον τρίτο όρο, ο αφηγητής «αποδεικνύει» το αληθές της μαρτυρίας του μέσω της αφήγησής της. Προς το παρόν, θα «απαντήσω» στο «πού θα μπορούσε να βασιστεί ο αναγνώστης» με ένα ευφυολόγημα: αφού μιλάμε για «αυτοψία» και (ανα)παράσταση, και άρα για έγκλημα, άρα κάπου θα υπάρχει κι ένα πτώμα (δηλαδή, ένα αποτέλεσμα και κάποια ίχνη). Τα υπόλοιπα θα ειπωθούν στο κεφάλαιο περί «συνοχής».

Εάν το ερώτημά μας αποσκοπεί στην εύρεση μιας διάκρισης μεταξύ «ιστορικής» και «επινοημένης» αφήγησης, ό,τι κι αν σημαίνει αυτή η τελευταία, η «ενάργεια» και οι συναφείς όροι δεν πρόκειται να μας απαντήσουν, παρά μόνον, ίσως, αρνητικά. Όπως κι αν τη μεταφράσουμε, είτε ως «ζωντάνια», είτε ως «παραστατικότητα», είτε ως «σαφήνεια», θα μπορούσε μάλιστα να μας οδηγήσει στην εύρεση μιας (φαινομενικής) ομοιότητας μεταξύ «ιστορικού» και «επινοημένου» λόγου – εφόσον, βέβαια, ο (μη ιστορικός) συγγραφέας την έχει θέσει ως στόχο του. Ο ιστορικός, πάλι, δε μπορεί παρά να την θέτει.

Πέρα όμως από μια παράθεση ψηγμάτων αρχαιογνωσίας, η παρουσίαση, έστω και υπαινικτικά, των παραπάνω όρων, οδήγησε τελικά κάπου: στη διαπίστωση (κοινή σε αρχαίους έλληνες και λατίνους, ιστορικούς και ρήτορες) ότι η σαφήνεια σχετίζεται με την παραγωγή μιας εικόνας (περί) της πραγματικότητας (που απουσιάζει, έχει παρέλθει ή βρίσκεται αλλού), την οποία οφείλουμε να φέρουμε «μπροστά στα μάτια» του κοινού, κατά τρόπον ώστε να πείσουμε το (κάθε φορά συγκεκριμένο, συγκροτημένο στη σκέψη μας) κοινό περί της εγκυρότητας, της βασιμότητας, της αληθοφάνειας της εικόνας.

Ας διευκρινίσω εδώ ότι η «ζωντάνια» και η «σαφήνεια», παρότι στην αρχαία γραμματεία σχετίζεται συνήθως με περιγραφές πράξεων (γι’ αυτό, άλλωστε, και η έγνοια για τις λεπτομέρειες), αποτέλεσμα του συγκεκριμένου βαθμού αφαίρεσης με τον οποίο «εργαζόταν» τότε η ιστορία, δεν μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν αφορά λ.χ. στη σαφήνεια των εννοιολογικών δικτύων που οργανώνει ο σύγχρονος ιστορικός λόγος. Υπό μια έννοια, μάλιστα, κυρίως εκεί οφείλει να επικεντρώνεται το ενδιαφέρον μας, αφού αυτά είναι τα πιο «απόντα» και «απομακρυσμένα» από τον (ιδανικό μας) αναγνώστη.

Η «ενάργεια», βέβαια, εξεταζόμενη από το πρίσμα της «σαφήνειας» και της «ζωντάνιας», όταν τίθεται ως στόχος ενός κειμένου που (προ)υποθέτει κι ένα «μη ειδικό» κοινό, μας δημιουργεί και μια «απορία»: εάν η επιστημονική γνώση οικοδομείται «ενάντια στη φύση» και ενάντια «στα φαινόμενα», τότε τι κάνουμε με τις προ-καταλήψεις, τα στερεότυπα και τα αυτονόητα;

Το ερώτημα δεν έχει να κάνει, βέβαια, μόνο με τη σαφήνεια, αλλά σε σχέση με αυτήν κάτι οφείλεται να ειπωθεί. Ο Μπουρντιέ, για παράδειγμα, επιλέγει μια γλώσσα εντός της οποίας ο επίδοξος αναγνώστης να θεωρείται «ξένος»: η απομάκρυνση από τον «καθημερινό λόγο», εν είδη «αποξένωσης» (ανθρωπολογικού τύπου), προκρίνεται ως μια απαραίτητη «τελετή μετάβασης» από το καθημερινό στο επιστημονικό. Βρισκόμαστε στο άλλο άκρο από αυτό της «ζωντάνιας». Ο αναγνώστης καλείται να σκεφτεί το νόημα κάθε λέξης, κάθε φράσης. Όποιος θεωρεί ότι ο Μπουρντιέ, εκτός από κοινωνιολόγος ή ανθρωπολόγος (και άρα μη ιστορικός) είναι μια εξαίρεση, ας σκεφτεί λίγο τον στατιστικό πίνακα ενός οποιουδήποτε έργου που εντάσσεται λ.χ. στην κλιομετρία. Κι όμως, ο στατιστικός πίνακας μπορεί να ιδωθεί ως το επιστέγασμα της σαφήνειας: είναι παραστατικότατος, δεν δημιουργεί (εκ πρώτης όψεως) αμφισημίες (ένας αριθμός είναι ένας αριθμός). Αρκεί να είναι κανείς ειδικός της κλιομετρίας, κι έχει «μπροστά στα μάτια του», κυριολεκτικά, την εικόνα μιας πραγματικότητας. Ας ξεκαθαρίσω, βέβαια, ότι τα προηγούμενα παραδείγματα είναι «άστοχα»: οι περισσότεροι κλιομέτρες είναι πιο ειλικρινείς (ή, τουλάχιστον, αποσκοπούν ρητά σε ένα διαφορετικό και πιο περιορισμένο κοινό) από τον Μπουρντιέ, και προειδοποιούν τους «αδαείς» ότι είναι αποκλεισμένοι.

Ας πω, τέλος, ότι η απάντηση του ερωτήματος ίσως να βρίσκεται στην αντιστροφή της φράσης: εφόσον έργο της επιστήμης είναι η άρση των στερεοτύπων, των κοινών τόπων, η παρουσίαση των «αυτονόητων» ως διόλου αυτονόητων, κι αφού όλα αυτά, όντας βαθιά ριζωμένα στην καθημερινότητα δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο σκέψης για τους «αδαείς», η σαφήνεια, η ζωντάνια και η παραστατικότητα είναι εργαλείο κι όχι ανασταλτικός παράγοντας. «Απλώς», για να τα επιτύχει, ο συγγραφέας χρειάζεται περισσότερη (και διαφορετική) προσπάθεια. Όλως παραδόξως θα μπορούσα, εδώ, να παραθέσω ένα χωρίο από τον Μπουρντιέ:

«Έτσι η κοινωνική επιστήμη η οποία, όπως κάθε επιστήμη, κατασκευάζεται ενάντια στον κοινό νου, ενάντια στις πρώτες εντυπώσεις, υφίσταται διαρκώς την ετυμηγορία του κοινού νου. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι λιγότερο αρμόδιοι από τους ερευνητές -για να μη μιλήσουμε για τους απλούς αμύητους- είναι σίγουροι ότι θα συναντήσουν μια επιδοκιμασία από τους αμύητους που ενδιαφέρονται πιο άμεσα, όταν επιχειρούν να ‘αναιρέσουν’ στο όνομα του κοινού νου τα επιστημονικά κεκτημένα που αποκτήθηκαν με το τίμημα μιας ρήξης -που συχνά είναι δύσκολο να εκτελεστεί και να γίνει κατανοητή- με τον κοινό νου. Η επιστημονική αναίρεση αυτών των αναιρέσεων προς χρήση των αμύητων δεν είναι πάντα εύκολη, παραδόξως. Ο Σοπενχάουερ διηγείται κάπου πως μια από τις ρητορικές στρατηγικές τις οποίες θεωρεί πιο δόλιες είναι αυτή που συνίσταται στο να φέρει κάποιος στον αντίπαλό του, σ’ έναν δημόσιο διάλογο, μια αντίρρηση στην οποία ο τελευταίος δεν μπορεί να απαντήσει πραγματικά χωρίς να προωθεί επιχειρήματα τα οποία θα ξέφευγαν από την αντίληψη του κοινού – ο κοινωνιολόγος βρίσκεται συχνά σε αυτή την θέση. Μπορεί να καταφύγει στη σιωπή και να αφήσει το βήμα στους ταχυδακτυλουργούς. Αλλά δεν του είναι εύκολο να δεχθεί αυτή την υποχώρηση όταν πιστεύει, όπως εγώ, πως η επιστήμη του μπορεί εξίσου, αν όχι περισσότερο από τις άλλες επιστήμες, να επιτελέσει απελευθερωτικές λειτουργίες».11

Χωρίς να εξετάσω, εδώ, τη γονιμότητα αυτής της «δόλιας ρητορικής στρατηγικής», θα μπορούσα να πω (διακηρυκτικά, προς το παρόν) ότι η διάκριση μεταξύ «ταχυδακτυλουργίας» και «επιστήμης» μεταφέρει το φάντασμα του Πλάτωνα (ακόμα και) στην καρδιά της γαλλικής επιστημολογίας.

[Από τον τιμητικό τόμο στη μνήμη της Μάρθας Πύλια, Αναπαραστάσεις και αποχωρισμοί, που κυκλοφόρησε από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης]

1 Το δοκίμιο του Κάρλο Γκίντζμπουργκ, του οποίου το πρώτο μέρος σχολιάζεται εδώ, είναι το «Descrizione e citazione», στο Ginzburg, C. Il filo e le tracce. Vero, falso, finto, Feltrinelli, Μιλάνο 2006, σ. 15-38, από το οποίο και τα αρχαιοελληνικά και λατινικά παραθέματα.

2 Κικέρων, Partitiones Oratoriae, 20: «Haec pars orationis, quae rem constituat paene ante oculos».

3 Απόσπασμα από τις Ιστορίες του Πολύβιου (XXXIV, 4, 4) που αναφέρει ο Στράβωνας.

4 Πολύβιος, Ιστορίες, XX, 12, 8.

5 Roland Barthes, «Il discorso della storia», στο Il brusio della lingua. Saggi critici IV, Einaudi, Τορίνο 1988, σ. 138-149

6 Roland Barthes, ο.π.

7 Πάσα σχέση με τον αφορισμό του Μπένγιαμιν «δεν έχω τίποτα να πω, μόνο να δείξω», ίσως να μην πρέπει να εκληφθεί ως τυχαία.

8 Κικέρων, Partitiones Oratoriae, 20: «Haec pars orationis, quae rem constituat paene ante oculos».

9 Rhetorica ad Herrenium, IV, 68: «Demonstratio est, cum ita verbis res exprimitur, ut geri negotium et res ante oculos videatur […] Statuit enim rem totam et prope point ante oculos».

10 Carlo Ginzburg, «Descrizione e citazione», στο Il filo e le tracce. Vero, falso, finto. Feltrinelli, Μιλάνο 2006, σ. 21.

11 Πιερ Μπουρντιέ, «Ο Πιερ Μπουρντιέ μιλάει για τον Πιερ Μπουρντιέ» στο (του ιδίου) Κείμενα Κοινωνιολογίας, Στάχυ, Αθήνα 1999, σ. 18 – 19.

PIERRE AUGUSTE RENOIR.
La Seine à Chatou

PIERRE AUGUSTE RENOIR, La Seine à Chatou

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: