Αρχική > πολιτική, βιβλία > Ο Πιέτρο Ινγκράο και η πρακτική της αμφιβολίας

Ο Πιέτρο Ινγκράο και η πρακτική της αμφιβολίας

 

bofransson: Autumn by the GreenhouseEdvard Munch - 1923-1925

Autumn by the Greenhouse, Edvard Munch – 1923-1925

του Κλαούντιο Καρνιέρι, Η ΑΥΓΗ, 26.7.2015

Οι εκδόσεις Επέκεινα, με έδρα τα Τρίκαλα, μας χάρισαν αυτές τις δύσκολες μέρες, ένα ακόμα ωραίο βιβλίο: τη συζήτηση μεταξύ του Πιέτρο Ινγκράο και του Κλαούντιο Καρνιέρι με τίτλο «Η πρακτική της αμφιβολίας». (μετάφραση από τα ιταλικά: Τόνια Τσίτσοβιτ, πρόλογος: ΚώσταςΔουζίνας, επιμέλεια: Βαγγέλης Γαλάνης). Όπως γράφει ο Κ. Δουζίνας, η συνέντευξη αποτελεί «μια συναισθηματική συμπύκνωση και μια αναζωογονητική περιήγηση στην ιστορία της Ιταλικής και της Ευρωπαϊκής Αριστεράς του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα.

Στις πυκνές σελίδες αυτού του κομμουνιστικού οδοιπορικού παρελαύνουν, μεταξύ Ρώμης, Μόσχας και Καμπούλ, μυστικές συναντήσεις με φίλους και ηγετικές μορφές, όπως ο ενρίκο Μπερλίνγκουερ, ο Μπρούνο Κράισκι, ο Μπρούνο Τρεντίν, η Λουτσιάνα Κατσελίνα, ο Στέφανο Ροντότα», ενώ η «πολιτική διάψευση και η θεωρητική χρεοκοπία δεν σβήνουν τον ονειρικό οπτιμισμό του Ινγκράο, σταθερά προσανατολισμένο προς το μέλλον της αριστεράς, της εργασίας, το μέλλον του κράτους πρόνοιας και της Ευρώπης». Δημοσιεύουμε εκτενή αποσπάσματα από την εισαγωγή του ΚλάουντιοΚαρνιέρι (παλιού μέλους του PCI και σήμερα μέλος του SEL και προέδρου της Εταιρείας Ερευνών της Ούμπρια).

Στρ. Μπ.

Πολλές φορές, διαβάζοντας τις ωραίες και πυκνές σελίδες [της αυτοβιογραφίας του Ινγκράο] Ήθελα το φεγγάρι, έτυχε να φανταστώ την προσπάθεια του Πιέτρο Ινγκράο, ενώ έγραφε, να ξεπεράσει μια επιφυλακτικότητα, μια συστολή να μιλήσει για τον εαυτό του, για τη ζωή του, που είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με πάθη, με συλλογικές υποθέσεις, και επομένως να την λαξέψει μέσα στη μοναδικότητά της, και να την επανασυνδέσει με μεγαλύτερες υποθέσεις, φορτωμένες με τα σημάδια του εθνικού βίου και των τραγωδιών του κόσμου του χίλια εννιακόσια.

Γνωρίζω αυτή τη συστολή από τότε που ήμουν νέος και ηγετικό στέλεχος της Κομμουνιστικής Νεολαίας στο Τέρνι: το Τέρνι ήταν μια πόλη που αγαπούσε πολύ ο Ινγκράο. Ερχόταν κάθε φορά εκεί για να κλείσει την προεκλογική του εκστρατεία. Έτυχε τότε, που ακόμη ήμουν νεαρός μαθητής λυκείου, να τον παρουσιάσω στο θέατρο της πόλης, στην αρχή της δεκαετίας του εξήντα, σε έναν εορτασμό της ίδρυσης του κόμματος.

Μπορούσε κανείς να βρει σ’ αυτή τη συστολή όχι μόνο το σημάδι ενός εθίμου, μιας οπτικής της πολιτικής, που διέκρινε και σηματοδοτούσε, ως προς την εγκράτεια, το λιτό ύφος, και ίσως τη διανοητική περηφάνια, μεγάλο μέρος της ιστορικής ηγετικής ομάδας του PCI, αλλά και κάτι περισσότερο. Υπήρχε ένα στιλ αυστηρότητας και περιέργειας μαζί, που σου έθετε ερωτήματα και που προκαλούσε σε πολλούς από μας, που ανήκαμε σ’ εκείνη τη «γενιά με τα ριγέ μπλουζάκια», κατά κάποιον τρόπο έναν φόβο ανεπάρκειας. Νιώθαμε όμως ισχυρή τη συνεχή παρακίνηση, από πλευράς του Πιέτρο, να κατανοήσουμε, να ερμηνεύσουμε, να διευρύνουμε τους πολιτιστικούς προσωπικούς μας ορίζοντες, για να ανατρέξουμε από το ειδικό σε μεγαλύτερες ταυτόχρονες διαδικασίες που συνέβαιναν στον κόσμο. Σε σπάνιες περιπτώσεις προχωρούσαμε περισσότερο, και για πολλούς από εμάς αυτό το αυστηρό και σοβαρό στιλ έγινε η φιλοδοξία μας για τη ζωή και τον πολιτισμό.

Έχοντας αυτό στο μυαλό μου διάβασα μονορούφι το βιβλίο του Ινγκράο, μέχρι το τελευταίο, εξαιρετικό, κεφάλαιο που γυρίζει γύρω από το βιβλίο του Νούτο Ρεβέλι, Ο αγνοούμενος του Μάρμπουργκ: «Τα λιβάδια με μάγευαν πάντα, με τον σιωπηλό τρόπο που τα διατρέχει κανείς — γράφει ο Ινγκράο. Σήμερα τα λιβάδια της πόλης στην οποία ζω αναμειγνύονται με την ταραχή του τρεξίματος και της αγωνίας. Το νησί δεν υπάρχει. Και είναι σωστό. Γιατί να ζητάμε να σωθούμε μόνοι μας; Και εξάλλου εγώ δεν ξέρω να ιππεύω».

Έτσι, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου, έμεινε ξεκάθαρη στο μυαλό μου αυτή η τελευταία ερώτηση, μαζί με μια αυθάδεια και μια ειρωνεία, σημάδι σχεδόν αυτοχλευασμού. Σκέφτηκα για πολύ καιρό εκείνη την εικόνα του νησιού, ενώ θυμόμουν κάποιους συλλογισμούς του Ινγκράο για τη γονιμότητα του «ασκητικού» βίου, που είναι ικανός να αφήνει μεγαλύτερο χώρο για τη σκέψη και την ενδοσκόπηση. Μου ξαναήρθαν επίσης στον νου οι μέρες του Άρκο όταν, σ’ εκείνη τη μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων, συζητήσαμε για το Τι να κάνουμε, έπειτα από τη στροφή της Μπολονίνα και το συνέδριο της Μπολόνια. Θυμάμαι ξεκάθαρα τη Λάουρα που καθόταν πλάι του μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων και την οποία εμείς, που είχαμε έρθει από την Ούμπρια, πολυαγαπημένη περιφέρεια για τον Πιέτρο, προσπαθούσαμε να ρωτήσουμε για να κατανοήσουμε καλύτερα τη σκέψη του και το τί έπρεπε να κάνουμε. Κι έπειτα ήρθε αυτή η φράση του «Θέλω να παραμείνω μέσα στη δίνη», που για κάποιους από μας ήταν μια πίκρα και για άλλους, ανάμεσα στους οποίους ήμουν κι εγώ, η βούληση να ξαναρχίσουμε να στοιχηματίζουμε μέσα στον λαό μας.

Ήταν ισχυρογνωμοσύνη, αλλά και μια συγκεκριμένη οπτική των συλλογικών διαδικασιών και των αντιτίμων που πληρώνονται, ακόμη και με μεγάλη, αγωνιώδη αβεβαιότητα. Πολλές φορές, ακόμη και πρόσφατα, ο Ινγκράο υπογράμμισε και πάλι μια απόσταση, πολύ επίπονη κι αυτή, από μια κάποια «μειοψηφικότητα» που οδήγησε παρόλα αυτά τη σκέψη και το έργο άλλων μεγάλων διανοουμένων της αριστεράς. Βρίσκω σ’ αυτό, δεν ξέρω αν είναι σωστό, το ισχυρό αποτύπωμα ενός παλαιότερου διδάγματος του Τολιάτι και κάποιο ίχνος μιας πολύπλοκης και αμφιλεγόμενης σχέσης με εκείνον τον γραμματέα του Pci, για τον οποίο θα έπρεπε να συνεχίσουμε να εμβαθύνουμε. […]

Έχω ακόμη έντονη την ανάμνηση εκείνης της φοράς που ήρθε στο Τέρνι (1987) για να ακούσει ένα μάθημα του επιφανούς ιταλιανιστή Βάλτερ Μπίνι για τον Λεοπάρντι, για το Σπάρτο, καθισμένος μέσα σ’ ένα θέατρο κατάμεστο από φοιτητές. Έτσι βρέθηκα να συμμετέχω σε μια έντονη συζήτηση, που δεν μπορεί να ξεχαστεί, όπου μια οπτική της ανθρωπότητας συνδεδεμένη με το ποιητικό κείμενο αναμειγνυόταν με ένα δίκτυο κοινών αναμνήσεων που έφθαναν στην εποχή της αντιφασιστικής παρανομίας, σε παραπομπές σε γνωριμίες (Καπιτίνι, Καλότζερο, Πάρι, Λα Πίρα) και σε μια τεράστια αίσθηση της δημοκρατικής ιστορίας του ιταλικού έθνους που βγήκε από τον πόλεμο, όπου οι δυνάμεις της αριστεράς είχαν κατορθώσει να χαράξουν ένα βαθύτατο σημάδι.

Κι όμως έμεινε άλυτο, στη μακρά εμπειρία του Ινγκράο και στους στοχασμούς του γι’ αυτό, ένα ζήτημα που θα ήθελα να αναφέρω σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα, γιατί νομίζω ότι μιλάει αρκετά για την αναζήτηση της αριστεράς σ’ αυτήν τη φάση του εθνικού βίου. Ο Ινγκράο υπήρξε ένας από τους λίγους κομμουνιστές ηγέτες που αναρωτήθηκε, δουλεύοντας πάνω σ’ αυτό, για το θέμα των σχέσεων μεταξύ κράτους και ανάπτυξης, μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, εντοπίζοντας εδώ μια ουσιαστική ρίζα, συστατική της αριστεράς: που κατά κάποιον τρόπο θεμελιώνει μια εθνική και διεθνή λειτουργία της.

Σήμερα είναι εύκολο να βρούμε αναφορές θεωρίας και εμπειρικής αναγνώρισης για την εδαφικότητα της ανάπτυξης, για την εδαφικότητα των ίδιων των κοινωνικών υποκειμένων, ακόμη και εκείνων του κόσμου της εργασίας, σε μια διάσταση που δεν αφαιρεί και δεν επισκιάζει το μέγεθος της μεμονωμένης εργασιακής πράξης, με την κόπωσή της, την αμοιβή της, με τις προστασίες και τα δικαιώματα που πρέπει να κατακτώνται και να ανακτώνται συνεχώς.

Εδώ, στο ζήτημα της ανάπτυξης, στηρίχτηκε, σε μια άλλη φάση της ιταλικής ιστορίας, ο στοχασμός του Ινγκράο για τον αυτονομισμό των περιφερειών, για τις νέες κρατικές μορφές που πρέπει να κατακτηθούν, για τους θεσμικούς χαρακτήρες, αλλά και τους χαρακτήρες εξουσίας και εκπροσώπησης των τοπικών αυτονομιών και των Περιφερειών και στη συνέχεια για τις λειτουργίες ελέγχου της Βουλής, για τη σχέση μεταξύ Συνελεύσεων και ανάπτυξης, ακόμη και πέρα από το δημόσιο τμήμα της οικονομίας που σήμερα δεν υπάρχει πια. Συνεπώς πρόκειται και για οικοδόμηση μιας νέας εθνικής κρατικότητας: welfare state, εξουσίες του συνδικάτου, κεντρικότητα της Βουλής και όλων των διάχυτων διαδικασιών της δημοκρατίας και του δημόσιου και κοινωνικού ελέγχου, όπως λέγεται, και συνεπώς μεγέθυνση και ανάπτυξη των μεγάλων κοινωνικών υποκειμένων. […]

Η συνέντευξη νομίζω ότι περιέχει, σε έναν ιδιαίτερο ειρμό στοχασμού που συνεχίζει την αφήγηση του Ήθελα το φεγγάρι, ένα πεισματικό κάλεσμα να ερευνήσουμε, να ερευνήσουμε κι άλλο.

μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

πηγή: luciogiordano.wordpress.com

bofransson: Akseli Gallen-Kallela/ Taosbergen i moln, ca 1924.

Akseli Gallen-Kallela/ Taosbergen i moln, ca 1924.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: