Αρχική > κοινωνία > Η αναπηρία ως κοινωνική κατηγορία: για μια πολιτική οικονομία της αναπηρίας

Η αναπηρία ως κοινωνική κατηγορία: για μια πολιτική οικονομία της αναπηρίας

artist-cezanne:
“ Little Girl with a Doll by Paul Cezanne
Size: 73x60 cm
Medium: oil on canvas”

Little Girl with a Doll by Paul Cezanne

 

Θανάσης Αλεξίου

 

Τρίτη, 13 Δεκέμβριος, 2016

 

Πως όμως συνδέεται η ατομική περίπτωση (αναπηρίας) με το κοινωνικό επίπεδο για να αρθούν οι δευτερογενείς παράγοντες που «κατασκευάζουν» την κοινωνική κατηγορία της αναπηρίας;

Πως όμως συνδέεται η ατομική περίπτωση (αναπηρίας) με το κοινωνικό επίπεδο για να αρθούν οι δευτερογενείς παράγοντες που «κατασκευάζουν» την κοινωνική κατηγορία της αναπηρίας;

του Θανάση Αλεξίου, Καθηγητή Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Αν η κοινωνική οργάνωση της εργασίας και των άλλων κοινωνικών δραστηριοτήτων, «αναπηροποιεί», αποκλείοντας άτομα με κάποια προσωπικά χαρακτηριστικά («ατέλειες», «βλάβες» κ.λπ.) (πρωτογενείς παράγοντες αναπηρίας), είναι αυτονόητο ότι η άρση αυτών των αποκλεισμών μπορεί να γίνει πρωτίστως εκεί που τίθενται τα εμπόδια, σε επίπεδο κοινωνίας (δευτερογενείς παράγοντες αναπηρίας).  Βεβαίως οι κοινωνίες είναι ταξικές  και όπως το θέτει ο M. Oliver η αναπηρία έχει ταξικό πρόσημο και αυτό αφορά πολύ περισσότερο την αντιμετώπισή της. Εκ των πραγμάτων λοιπόν η ταξική κατάσταση του ατόμου θα επιτείνει ή θα αμβλύνει τις επιπτώσεις της αναπηρίας.

Πως όμως συνδέεται η ατομική περίπτωση (αναπηρίας) με το κοινωνικό επίπεδο για να αρθούν οι δευτερογενείς παράγοντες που «κατασκευάζουν» την κοινωνική κατηγορία της αναπηρίας; Σημαντικά στην κατανόηση αλλά και στην αντιμετώπιση της αναπηρίας συνέβαλλε η κοινωνική παιδαγωγική του L. Vygotsky, η οποία, εκτός των άλλων, αποσκοπούσε: α) στην άρση των δευτερογενών παραγόντων (κοινωνικών,  ψυχολογικών, πολιτισμικών κ.λπ.) που καθιστούσαν ενεργή μια φυσική  ατέλεια, αδυναμία (οργανική ή λειτουργική), και β) στην επανασύνδεση του ατόμου με την συλλογικότητα της εργασίας, καθώς οι κοινωνικές, πολιτισμικές (ακόμη και οι γνωστικές) δεξιότητες συσχετίστηκαν με το περιεχόμενο της εργασίας («ψυχολογία της δραστηριότητας») (Leontief, Rubinstein κ.ά.). Σε αντίθεση με το νατουραλιστικό μοντέλο που όσον αφορά στην αναπηρία έδινε προτεραιότητα στην αποκατάσταση, δηλαδή στην  υποκατάσταση ενός αισθητηριακού μηχανισμού ώστε να αντισταθμιστούν λειτουργίες- αποκατάσταση που μάλλον εξατομικευμένα μπορεί να γίνει-, ο L. Vygotsky θεωρούσε πως η ενεργοποίηση των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών μπορούσε να αντισταθμίσει φυσικούς περιορισμούς αλλά και απολεσθέντες κοινωνικές και γνωστικές δεξιότητες (ασυγχρονίες/καθυστερήσεις). Εξάλλου τα  φυσικά όργανα (οι αισθήσεις) είναι πρωτίστως κοινωνικά όργανα με την έννοια ότι η γνώση και η κατανόηση της πραγματικότητας προηγείται κατά κάποιο τρόπο των αισθητηριακών δεδομένων. Αυτή είναι περισσότερο αποτέλεσμα των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών εκεί όπου συλλαμβάνεται εννοιακά η πραγματικότητα (κατηγορική σκέψη). Εδώ το κλειδί, όπως και στην εκπαίδευση γενικά, είναι η «επικείμενη ζώνη ανάπτυξης». Αυτή ορίζεται ως η γνωστική περιοχή που μπορεί να φτάσει το άτομο, υπερβαίνοντας την προϋπάρχουσα κατάσταση ( που βρίσκεται με δικά του μέσα), εφόσον βοηθηθεί (μαθησιακά, παιδαγωγικά, εργασιακά κ.ο.κ.). Εφόσον μάλιστα η μάθηση οργανωθεί ομαδοσυνεργατικά (με άλλα άτομα, με συνομήλικους κ.λπ.) και συνδεθεί με την «δραστηριότητα» (εργασία), πράγμα που σημαίνει ότι οι ανάπηροι θα βρίσκονται σε κοινωνική αλληλεπίδραση με την υπόλοιπη κοινωνία (και τους μη ανάπηρους),  μπορεί να σχετικοποιηθεί ο ατομικός χαρακτήρας της αναπηρίας. Εκ των πραγμάτων αλλά και από άποψη μεθόδου αυτό το κοινωνικο-παιδαγωγικό εγχείρημα μπορεί να αναπτυχθεί στις συνθήκες του «ένα σχολείο για όλους/ες».

Εδώ η πολυτεχνική εκπαίδευση και η αγωγή των ανώτερων ψυχικών λειτουργιών, που ενυπάρχουν στην συνεργατική εργασία («δραστηριότητα»), μπορούν να αναβαθμίσουν τις κατώτερες λειτουργίες όπου εμφανίζεται η αναπηρία και «συγκρατούνται», σύμφωνα με τον L. Vygotsky, αρχαϊκότερες μορφές συμπεριφορές του ανθρώπινου είδους. Κατά αυτόν τον τρόπο τα επιμέρους στοιχεία (ανάπηρα άτομα) του κοινωνικού σώματος θα επανασυνδεθούν με αυτό και θα αντισταθμιστούν οι καταστάσεις αναπηρίας.  Το γεγονός μάλιστα ότι η εργασία σήμερα έχει αποκτήσει διαδραστικά-επικοινωνιακά χαρακτηριστικά εξαιτίας της προχωρημένης κοινωνικοποίησής της και των εργασιακών νεωτερισμών (μηχανοποίηση, αυτοματοποίηση-εκπληροφόρηση της εργασίας), αμβλύνει τις επιπτώσεις που προκαλούσε η «ανικανότητα» προς εργασία (κυρίως χειρωνακτική).  Κατά αυτόν τον τρόπο  αποκαθίσταται επίσης και η σχέση του ατόμου με τη συλλογικότητα της εργασίας και τον «συλλογικό εργάτη», ο οποίος είναι σε θέση να διασφαλίσει τόσο την βιολογική όσο και την κοινωνική αναπαραγωγή του κοινωνικού σώματος. Εξάλλου αυτός είναι που παράγοντας τον κοινωνικό πλούτο, ακόμη και σε συνθήκες καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας έχει αναλάβει μέσω της άμεσης και έμμεσης φορολόγησής του (καθώς η υφαρπαχθείσα υπερεργασία δεν φαίνεται) το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (κοινωνικές υποδομές, δημόσια αγαθά, κοινωνική ασφάλιση, επιδόματα ανεργίας, αναπηρίας κ.λπ.). 

Σε τελική ανάλυση  η συντήρηση και η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και κατ’ επέκταση των αναπήρων, καθώς και το περιεχόμενο των κοινωνικών αναγκών αλλά και των ελλείψεων προσδιορίζεται από τις προτεραιότητες που θέτει μια κοινωνία. Στην «κοινωνία των ιδιωτών» (αστική κοινωνία) όπου πρώτη προτεραιότητα είναι η απόσπαση κέρδους, η κοινωνική αναπαραγωγή έχει εκπέσει σε ιδιωτική υπόθεση, με ότι αυτό συνεπάγεται για την αναπαραγωγή του κοινωνικού σώματος και πολύ περισσότερο των αναπήρων. Στο βαθμό μάλιστα που η αναπηρία συνδεθεί με τον αποκλεισμό από την εργασία (ως τμήμα του «εφεδρικού βιομηχανικού στρατού»), επομένως και με την κοινωνική πειθάρχηση της εργατικής  τάξης (συμπίεση μισθών κ.λπ.) δεν θα ήταν παράλογο να σκεφτεί κανείς ότι η σημερινή κοινωνία ενδιαφέρεται για την αναπαραγωγή των αναπήρων ως κοινωνικής κατηγορίας.

Εξάλλου από την ιστορία του καπιταλισμού γνωρίζουμε πως σε συνθήκες έλλειψης εργατικών χεριών σχετικοποιούνται, όχι μόνο η εθνοτική, φυλετική, έμφυλη και θρησκευτική καταγωγή  των ατόμων αλλά και οι καταστάσεις αναπηρίας.Επομένως η πίεση από την ανυπαρξία εργασιοπαιδαγωγικών,   ψυχοπαιδαγωγικών και ιατροπαιδαγωγικών προγραμμάτων αποκατάστασης και ένταξης των αναπήρων ασκείται πάνω στην υπάρχουσα κοινωνική οργάνωση της εργασίας και πάνω στην  κοινωνική οργάνωση των πόρων και των μέσων.

Είναι προφανές πως μια άλλη κοινωνική οργάνωση κατανομής των  πόρων θα άμβλυνε την κατάσταση αναπηρίας, μετατρέποντας ένα «ελάττωμα» σε ένα στοιχείο της προσωπικότητας, όπως το ύψος, το χρώμα, το φύλο κ.ο.κ.  Ωστόσο ακόμη και στη σημερινή πραγματικότητα,  τα ανάπηρα άτομα μπορούν να καλυφθούν, καθώς τα δημόσια αγαθά που καταναλώνονται συλλογικά και έχουν καθολικό χαρακτήρα προσφέρονται σε όλους/ες. Βεβαίως αυτό είναι ένα ζήτημα συλλογικής δράσης και συλλογικής διεκδίκησης που αφορά πολύ περισσότερο από το αναπηρικό κίνημα τον ίδιο τον «συλλογικό εργάτη» και τις οργανώσεις του (συνδικαλιστικές και πολιτικές).

Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο επιμένουμε πως μόνο μια πολιτική οικονομία της αναπηρίας, -με την έννοια του πως μια κοινωνία οργανώνει την παραγωγή και τη διανομή του κοινωνικού πλούτου-, μπορεί να αναδείξει: α) τους παράγοντες που προσδιορίζουν αρνητικά μια προσωπική ιδιαιτερότητα (ελάττωμα, αβαρία κ.λπ.) για να την μετατρέψουν σε κοινωνική ανικανότητα και κοινωνική αναπηρία, και β) τον τρόπο με τον οποίο η άνιση κατανομή πόρων και μέσων συντηρεί και αναπαράγει  καταστάσεις αναπηρίας. Από την ιστορία και την κοινωνιολογία της εργασίας γνωρίζουμε πως τα συστήματα «επιστημονικής» οργάνωσης της εργασίας (τεϊλορισμός-φορντισμός, νεοτεϊλορισμός κ.λπ.) αποειδικεύουν  μεν τους ατομικούς εργαζόμενους (H. Braverman), καθιστώντας τους κατά μια έννοια «ανάπηρους», ανίκανους να σκεφτούν και να δράσουν (αφαίρεση τεχνογνωσίας, κοινωνικών και γνωστικών δεξιοτήτων) (πράγμα που γνώριζε ο A. Smith, ο εμπνευστής του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας).

Από την άλλη όμως συμβάλλουν στην πολυειδίκευση του «συλλογικού εργάτη», πολυειδίκευση που θα μπορούσε υπό όρους (αλλαγή του τρόπου οργάνωσης της εργασίας) να ιδιοποιηθεί εκ νέου από τους εργαζόμενους, αίροντας τις συνθήκες που καθιστούν κοινωνικά, γνωστικά και πολιτισμικά ενεργούς αυτούς τους διαχωρισμούς (σχεδιαστικής/εκτελεστικής εργασίας, ικανότητας/ανικανότητας για εργασία κ.λπ.). Συνεπώς η επανασύνδεση των ανάπηρων ατόμων με την εργασιακή συλλογικότητα, δεν συμβάλλει μόνο στην επανειδίκευσή τους, καθώς ενεργοποιούνται οι ανώτερες ψυχικές λειτουργίες μιας κοινωνίας που είναι ενσωματωμένες εργασιακή διαδικασία («πολυλειτουργικός εργάτης»), αλλά διασφαλίζεται κιόλας και μάλιστα με ιδίους πόρους (με την εργασία των ίδιων των αναπήρων) η κοινωνική αναπαραγωγή του κοινωνικού σώματος. Η επανασύνδεση με τον «πολυλειτουργικό εργαζόμενο» είναι και η μόνη πράξη που μπορεί, -αποδίδοντας στα ανάπηρα άτομα το κύρος του παραγωγού του κοινωνικού πλούτου-, να τα εξοπλίσει εκ νέου με  δύναμη και αυτοπεποίθηση ώστε να απεκδυθούν την ψυχολογία του θύματος που η ιδεολογική πρακτική «των ατόμων με ειδικές ανάγκες», των «ειδικών σχολείων», αλλά και της «εξάρτησης» (ιατρικοποίηση των υπηρεσιών για αναπήρους), καλλιεργεί.

 

Διαβάστε περισσότερα: http://www.alfavita.gr/special-edition/i-anapiria-os-koinoniki-katigoria-gia-mia-politiki-oikonomia-tis-anapirias#ixzz4Sk5T0HcO

 

terminusantequem:
“Josef Eberz (German, 1880–1942), Biblische Landschaft, 1914. Oil on canvas, 58.50 x 70.00 cm
”

Josef Eberz (German, 1880–1942), Biblische Landschaft, 1914

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: