Αρχική > πολιτική > Ξέρουμε πού πηγαίνουμε;

Ξέρουμε πού πηγαίνουμε;

Γυναίκες στη βρύση, Νίκος Φωτάκης

 

 

 

Του Νίκου Τσούλια

 

      «Αν δεν ξέρεις που πας, όλοι οι δρόμοι είναι οι ίδιοι», λέει πολύ σοφά μια αραβική παροιμία. Και εμείς ως έθνος και ως λαός δεν ξέρουμε πού πηγαίνουμε. Το μόνο που θέλουμε είναι χρήματα. Και αυτό αποτελεί το πιο κρίσιμο στοιχείο για μια κοινωνία που βρίσκεται όχι απλά και μόνο σε κρίση αλλά σε παρακμή. Γιατί, η αναζήτηση αυτού που φαινομενικά σου λείπει καταδεικνύει με τον πιο εμφαντικό τρόπο ότι δεν αναζητάς αιτιακές σχέσεις αλλά την εύρεση του θησαυρού, όπως γίνεται στα παραμύθια. Αλλά κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν αρκεί για να βρεις το δρόμο σου αλλά σου στομώνει και τη σκέψη, γιατί φενακίζει ακόμα περισσότερο την πραγματικότητα αφού μετασχηματίζει το αιτιατό σε αίτιο.

      Στη μεταπολίτευση μέχρι μια ορισμένη ιστορική της φάση ξέραμε ως πολιτεία τι θέλαμε, είχαμε μια βασική ιδέα ως κεντρικό σκοπό: τον εκδημοκρατισμό του κράτους, τη δημιουργία κοινωνικού κράτους, τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας, την ευρωπαϊκή ένταξη της χώρας μας στον πιο στενό πυρήνα της ευρωζώνης και των αναπτυγμένων χωρών. Αλλά μετά από την ευρωπαϊκή μας ένταξη δεν είχαμε κανένα σκοπό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν κατανοήσαμε τι σημαίνει συμμετοχή στην ευρωζώνη. Θεωρήσαμε ότι μια τέτοια εξέλιξη σημαίνει ανέφελη και δεδομένη πορεία προς τη διαρκή πρόοδο.

      Απολαύσαμε τη δύναμη του ευρώ. Πηγαίναμε στο εξωτερικό και νιώθαμε ασφαλείς και δυνατοί. Επιδοθήκαμε στον καταναλωτισμό θεωρώντας τον ως την τελείωση του προσωπικού και του συλλογικού μας ονείρου. Υπερδανειζόμαστε με τους πιο σκαιούς όρους της τοκογλυφίας αλλά το πυκνό νεφέλωμα της αλαζονείας μας δεν άφηνε καμιά χαραμάδα να σκεφτούμε την πιο απλή ερώτηση. Αφού η οικονομία μας γνωρίζει δόξες αποπαραγωγικοποίησης και έχουμε φτάσει στο σημείο να εισάγουμε σχεδόν όλα τα υλικά αγαθά, πώς έχουμε ισχυρή αγοραστική αξία; Τα κόμματα και ιδιαίτερα εκείνα της εξουσίας όχι μόνο δεν είχαν καν ένα στοιχειώδες σχέδιο διακυβέρνησης αλλά ούτε μια ελάχιστη ανάλυση στο πού πηγαίνει η χώρα. Το μόνο πολιτικό ενδιαφέρον τους ήταν η νομή της εξουσίας!

      Η κρίση δεν είναι μόνο περίοδος σκληρής δοκιμασίας, είναι και πεδίο αυτοκριτικής και αυτογνωσίας. Και αν δεν αναδείξουμε αυτή την όψη, τότε η κρίση θα μείνει μόνιμο ιστορικό στοιχείο. Η οργή και ο θυμός, η αγανάκτηση και οι φτηνά επαναστατικές κορώνες – που τόσο πολύ αναπτύχθηκαν στους χαλεπούς καιρούς μας – όχι μόνο δεν οδήγησαν σε κάποιο δρόμο υπέρβασης της κρίσης αλλά έτι περαιτέρω καλλιέργησαν και ανέδειξαν τη δημαγωγία ως πεδίο άσκησης της πολιτικής. Δεν κατανοήσαμε ποτέ την ουσία των Ομηρικών επών. Δεν καταλάβαμε ότι την Τροία δεν την άλωσε ο θυμός του Αχιλλέα, του πρώτου ήρωα των Αχαιών, αλλά η επινόηση και ο αιχμηρός ορθολογισμός του Οδυσσέα.

      Ακόμα και στην επιστήμη, που η μεθοδολογία της για την παραγωγή γνώσης και την επίλυση των προβλημάτων αποτελεί το συγκριτικό της πλεονέκτημα έναντι όλων των άλλων κοινωνικών θεσμών και λειτουργιών – εφαρμόζει τη μέθοδο της δοκιμασίας, της εφαρμογής του πειράματος «σωστού – λάθους». Δοκιμάσαμε λοιπόν τη δεξιά, την κεντροαριστερά, την κεντροδεξιά, την τεχνοκρατική κυβέρνηση, και τι γευθήκαμε; Το αδιέξοδο. Γιατί, όλοι οι άλλοι αντιπολιτευόμενοι περίμεναν στη γωνία για να γωνιάσουν την κυβερνητική πολιτική. Γιατί οι δανειστές – ως κυρίαρχοι του παιχνιδιού της διαπραγμάτευσης – ήξεραν καλύτερα από εμάς τη ροή των εξελίξεων και φρόντιζαν κάθε φορά τον ερχομό μιας άλλης κυβέρνησης για να συζητήσουν τα επόμενα βήματα σε έναν δρόμο που ούτως ή άλλως δεν τον καθορίζαμε εμείς.

      Ένας υπουργός της κεντροαριστεράς που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις του πρώτου μνημονίου μου εκμυστηρεύτηκε το εξής περιστατικό. Ένα σημαίνον πρόσωπο των δανειστών ρώτησε κάποια στιγμή την ελληνική αντιπροσωπεία «τι θα κάνει ο Σαμαράς», ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αν θα ψηφίσει ή όχι τη Συμφωνία. Και όταν η δική μας πλευρά απάντησε ότι δεν στηρίζει την στάση της κυβέρνησης, είπε κάτι πολύ απλό. «Τότε πάμε και για το δεύτερο μνημόνιο». Θεωρώ ότι προφανώς το ίδιο θα ίσχυσε – τόσο από πλευράς τακτικής όσο και από πλευράς ουσίας – και στην επόμενη φάση που οδήγησε στο τρίτο μνημόνιο.

      Και τώρα τι; Κουβεντιάζουμε για το τέταρτο μνημόνιο; Και αν δεν κουβεντιάζουμε περί αυτού, οι συζητήσεις γίνονται για μέτρα που έχουν τόσο βάθος χρόνο που μπορούμε να μιλάμε για μνημόνιο διαρκείας, για μόνιμη θηλιά στην οικονομία και στην κοινωνία μας. Δεν βλέπαμε από την αρχή ότι δεν υπάρχει μαγική λύση. Δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι οι κορώνες περί στριμώγματος του καπιταλισμού και των διεθνών αγορών ήταν για παιδικό παραμύθι. Αλλά τώρα μετά από όλη αυτή τη σκληρή δοκιμασία δεν βλέπουμε ότι είναι λάθος να ξαναπάρουμε το δρόμο που ήδη πήραμε και μας έβγαλε σε αδιέξοδο; Δεν βλέπουμε ότι μια λύση υπάρχει εκείνη της εθνικής συνεννόησης και της ευρείας πολιτικής συνεργασίας, που αποτελεί το πιο ισχυρό στοιχείο μας για την απέναντι πλευρά;

 

Οι ποιητές της γενιάς του 1880, Ελαιογραφία του Γεωργίου Ροϊλού (1919)

Advertisements
Κατηγορίες:πολιτική Ετικέτες: , , ,
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. 09/01/2017 στο 9:53 ΠΜ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: