Αρχική > σχολείο, βιβλία > Σχολικά βιβλία και λογοκρισία

Σχολικά βιβλία και λογοκρισία

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο Γεροστάθης

Συζητάμε με τον ιστορικό της Εκπαίδευσης Χάρη Αθανασιάδη

21 ΔΕΚ 2015

 

Την περασμένη εβδομάδα έγινε στην Αθήνα ένα συνέδριο για τη λογοκρισία στην Ελλάδα. Οι συζητήσεις πολλές, το ίδιο και τα θέματα. Ανάμεσά τους και μια κουβέντα για το σχολικό βιβλίο. «Όταν η λογοκρισία δε θεωρείται λογοκρισία», ήταν ο τίτλος, και εισηγητής, ο Χάρης Αθανασιάδης, αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Μετά από εφτά χρόνια έρευνας, πρόσφατα κυκλοφόρησε «Τα Αποσυρθέντα Βιβλία».

Μετά την ομιλία του τον συναντήσαμε, και είχαμε μαζί του μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα για το τι συμβαίνει με τα σχολικά βιβλία, και κυρίως με τη σχολική ιστορία, για το πώς και με ποιους σκοπούς γράφονται, και για τον ρόλο τους στην πορεία μιας κοινωνίας. Αλλά και για τα βιβλία που ξέφυγαν από τον κανόνα, σηματοδοτώντας «στιγμές προόδου» της ελληνικής κοινωνίας. Άλλα για να επιζήσουν, και άλλα για να αποσυρθούν, «υπό το βάρος των αντιδράσεων».

Ο ιστορικός της εκπαίδευσης, Χάρης ΑθανασιάδηςΟ ιστορικός της εκπαίδευσης, Χάρης Αθανασιάδης

της Μάχης Μαργαρίτη

-Κύριε Αθανασιάδη, η προληπτική λογοκρισία στα σχολικά βιβλία ποια είναι; Συνδέεται και με την πολιτική του «ενός συγγράμματος»;

Προληπτική λογοκρισία είναι οι αποφάσεις  της πολιτικής εξουσίας που λέει τι θα διδαχθεί, ποιο θα είναι το είδος της γνώσης, ο όγκος της και το ακριβές περιεχόμενό της. Αποτυπώνεται αυτή η απόφαση καταρχάς στα αναλυτικά προγράμματα, που είναι λεπτομερείς κατάλογοι για το τι θα περιέχει το κάθε μάθημα. Αυτό δίνεται στον επίδοξο συγγραφέα και του λέει ποια πράγματα θα περιέχει και πού θα δίνει σημασία, για παράδειγμα, η πολιτική ηγεσία λέει, «μπορεί να βάλω το ποντιακό ή να μην το βάλω, μπορεί να βάλω τον εμφύλιο ή να μην τον βάλω». Η πολιτική ηγεσία αποφασίζει και δίνει και την κατεύθυνση, βάζοντας η ίδια τους στόχους που θέλει να πετύχει. Αυτό αποτυπώνεται σε ένα και μοναδικό βιβλίο για κάθε μάθημα.

-Μιλάτε και για την αυτολογοκρισία. Αυτή πώς εκδηλώνεται;

Η αυτολογοκρισία έχει διάφορες μορφές. Ξεκινά από τον ίδια τον συγγραφέατου σχολικού βιβλίου, που σκέφτεται ανά πάσα στιγμή καθώς γράφει, «μήπως υπερβαίνω τα όρια του αναλυτικού προγράμματος, και μου κόψουν το βιβλίο»; Υπάρχει διαγωνισμός, υποβάλλονται τέσσερα-πέντε βιβλία, άρα «μειώνω τις πιθανότητες να εγκριθεί το δικό μου». Ο συγγραφέας γνωρίζει τις παγιωμένες πεποιθήσεις στον δημόσιο χώρο, γνωρίζει ότι αν πει κάτι που εναντιώνεται σε αυτές τις πεποιθήσεις, πιθανότατα θα προκαλέσει στη συνέχεια αντιδράσεις. Άρα αυτολογοκρίνεται. Η δεύτερη μορφή αυτολογοκρισίας συμβαίνει όταν το υπουργείο δώσει μια πρώτη έγκριση, αλλά θέσει ταυτόχρονα μια σειρά προβλημάτων του βιβλίου, οπότε αρχίζει μια αλληλογραφία μεταξύ του παιδαγωγικού ινστιτούτου και του συγγραφέα, και το βιβλίο μπαίνει στο κρεβάτι του προκρούστη. Συνήθως ο συγγραφέας, αφού έκανε όλο αυτό τον κόπο, προκειμένου να εκδοθεί το βιβλίο του, με κάποιους τρόπους ενσωματώνει όλα αυτά, ακόμα και αν δεν το θέλει. Το τρίτο επίπεδο αυτολογοκρισίας, αφού εγκριθεί το βιβλίο, εκδηλώνεται στο σχολείο. Εκεί, υπάρχει ένα είδος αυτολογοκρισίας κάποιων εκπαιδευτικών που έχουν την ικανότητα να αναστοχάζονται στη δουλειά τους, οι οποίοι διαφωνούν με διάφορα σημεία, αλλά προκειμένου να μην υποστούν οποιοδήποτε είδους επίκριση είτε από τη γραφειοκρατία είτε από την κοινωνία, αυτολογοκρίνονται. Πώς το ξέρουμε αυτό; Το ξέρουμε από τις περιπτώσεις που δεν αυτολογοκρίνονται. Από το τι συμβαίνει, δηλαδή, όταν κάποιος εκπαιδευτικός «ξεφεύγει», και τότε έρχεται είτε η διοίκηση είτε οι αντιδράσεις γονέων και αναγκάζεται να «συμμαζευτεί».

-Αναφερθήκατε στην ομιλία σας στην κατασταλτική λογοκρισία. Αυτή είναι το τελευταίο «φράγμα», και στην πραγματικότητα σημαίνει απόσυρση του βιβλίου;

Σημαίνει, ακριβώς, την απόσυρση ενός βιβλίου. Εμφανίζεται όταν, παρόλα αυτά, ένα βιβλίο διαφεύγει του κανόνα. Είναι λίγες αυτές οι περιπτώσεις. Στο πρόσφατο βιβλίο μου, «Τα Αποσυρθέντα Βιβλία», ασχολούμαι με τέσσερις τέτοιες περιπτώσεις στη διάρκεια του 20ου αιώνα. Αν ένα βιβλίο αποκλίνει από τις προδιαγραφές σε κάποια ουσιώδη ζητήματα που προκαλούν κοινωνικές εντάσεις -συνήθως τέτοια είναι είτε αυτά που άπτονται της σχέσης κράτους-εκκλησίας, είτε αυτά που σχετίζονται με βασικές αξίες που θεωρούνται παγιωμένες και αποδεκτές στον δημόσιο χώρο, είτε με ορισμένα θεμέλια της αντίληψής μας για το παρελθόν, όπως είναι το σχήμα της συνέχειας, ότι το ελληνικό έθνος είναι αδιάλειπτο επί τρεις χιλιάδες χρόνια- αν, λοιπόν, αποκλίνει σε κάποιο από αυτά τα σημεία, το πιο πιθανό είναι να εμφανιστεί ένα είδος δημόσιας διαμάχης και το κράτος να ενδώσει στους επικριτές. Σχεδόν πάντοτε το κράτος ενδίδει στους επικριτές.

Η Ιστορία της Β΄Γυμνασίου του Κώστα Καλοκαιρινού το 1965, με δύο διαφορετικά εξώφυλλαΗ Ιστορία της Β΄Γυμνασίου του Κώστα Καλοκαιρινού το 1965, με δύο διαφορετικά εξώφυλλα, «πριν» και «μετά»

-Τότε, γιατί το ενέκρινε αρχικά;

Επειδή διέφυγε, διότι ποτέ ένα βιβλίο δεν αρνείται ευθέως τις παγιωμένες αντιλήψεις, αλλά εμμέσως τις «υπονομεύει». Όταν αρχίσει αυτό να γίνεται ορατό σε συνθήκες διαμάχης, τότε το κράτος παρεμβαίνει και αποσύρει το βιβλίο.

[blocktext align=»right»]»Αν ο στόχος ήταν η κατανόηση του εθνικού και κοινωνικού μας παρελθόντος σε όλη την αντιφατικότητα και συνθετότητά του, ώστε να μπορούμε να κατανοήσουμε ένα εξίσου πολύπλοκο παρόν, τότε, ο πραγματικός στόχος θα ήταν να δημιουργήσει πολίτες με κριτική σκέψη»[/blocktext]-Έχετε πει ότι η ιστορία έχει εθνοποιητικό ρόλο. Πιστεύετε ότι αυτό είναι το κύριο πρόβλημα με τη σχολική ιστορία;

Είναι θεμελιώδες πρόβλημα. Από τη στιγμή που ορίσεις ως επίσημο βασικό διδακτικό στόχο της ιστορίας «να φτιάξει έλληνες», δηλαδή να ενσταλάξει εθνική ταυτότητα, μπαίνει πρωτίστως αυτός ο στόχος και δευτερευόντως η κατανόηση του παρελθόντος. Αλλά αν ο στόχος είναι η ενστάλαξη μιας εθνικής ταυτότητας που δεν ανέχεται τίποτα το διαφορετικό, τότε αρχίζει το εξής πρόβλημα. Αν κάτι δεν ταιριάζει από το παρελθόν, αν κάτι μας κάνει, δηλαδή, να ντρεπόμαστε για αυτό, θα το αποκρύψουμε. Αν κάτι μας κάνει να περηφανευόμαστε, το υπερτονίζουμε. Αν κάτι δεν «κολλάει» ακριβώς αλλά μπορεί να είναι αξιοποιήσιμο, το παραποιούμε για να ταιριάξει. Κι αν χρειαζόμαστε και κάποιες εντελώς μυθικές αφηγήσεις, όπως το κρυφό σχολειό, τις επινοούμε. Και φτιάχνουμε τελικά μια μυθική αφήγηση, όπου τα όρια του μύθου και της πραγματικότητας είναι ασαφή.

-Αυτό, όμως, δεν το κάνει η σχολική ιστορία κάθε χώρας; Δεν έχουμε, δηλαδή, παντού αυτό το πρόταγμα, αυτή την κατεύθυνση;

Έχετε δίκιο. Αν ξεκινήσουμε από τα βαλκανικά κράτη, έχουμε πανομοιότυπες ιστορίες, δηλαδή ιστορίες που προσπαθούν να οριοθετήσουν την ταυτότητα του ενός απέναντι στην ταυτότητα του άλλου. Χρειάζεσαι έναν εχθρό για να οριοθετήσεις τη δική σου ταυτότητα.

-Δεν είναι και πιο φορτισμένη η ιστορία αυτής της περιοχής σε επίπεδο συγκρούσεων, σε σχέση με την ιστορία της βόρειας Ευρώπης;

Ακριβώς, γι΄αυτό ξεκίνησα από τα βαλκάνια. Επειδή η κοινή μας μήτρα ήταν η οθωμανική αυτοκρατορία, τα σύνορα κόβονταν με πολέμους και οι πληθυσμοί που έμεναν, οι μικτοί πληθυσμοί έπρεπε να «καθαριστούν» με όλους τους τρόπους, είτε να διωχθούν, είτε -όσοι έμεναν- να αφομοιωθούν, η ιστορία κλήθηκε να παίξει αυτό τον ρόλο. Δηλαδή, να παγιώσει διακριτές ταυτότητες, και όχι να μάθει στους μαθητές να κατανοούν το παρελθόν. Άρα, όλοι στα βαλκάνια έχουμε το ίδιο πρόβλημα. Στην Ευρώπη, έχουν το ίδιο, πιο ήπιο πλέον, επειδή δεν έχουν ακριβώς αυτό το βάρος της ιστορίας που έχουν τα βαλκάνια.

[blocktext align=»left»]»Έχει ενδιαφέρον το πριν. Το πριν θα μας ξάφνιαζε»[/blocktext]Ο Χάρης Αθανασιάδης θεωρεί «τομή» το έτος 1894.Τότε, λέει, παγιώνεται η «καθαρή» μορφή ιστορίας που διδασκόμαστε σήμερα. «Αν σήμερα εισαγάγαμε ένα βιβλίο που ταιριάζει με την αφήγηση η οποία γινόταν στα σχολεία το 1840, δε θα άντεχε ούτε μια εβδομάδα. Διότι η βασική αφήγηση πριν από το σχήμα αυτό ήταν εντελώς διαφορετική. Οι Έλληνες οι σύγχρονοι εκείνης της εποχής, αμέσως μετά τη συγκρότηση του κράτους, θεωρούσαν ότι είχαν ως προγόνους τους μόνο τους αρχαίους έλληνες. Και θεωρούσαν ότι το τέλος της ιστορίας της ελεύθερης Ελλάδας ήταν η κατάλυσή της από τους μακεδόνες, τους οποίους έβλεπαν ως μη ελληνικό φύλο. Κατόπιν θεωρούσαν ότι ακολούθησαν 2.000 χρόνια σκλαβιάς, δεν ξεχώριζαν τους ρωμαίους από τους βυζαντινούς, και ακολουθούσαν οι Τούρκοι, για να ελευθερωθούμε από αυτό, το 1821.»

-Άρα, στην προ του 1894 αφήγηση, διακοπτόταν η «συνέχεια του έθνους» για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ναι, και η νέα Ελλάδα συγκροτούνταν με βάση την αρχαία. Η καθαρεύουσα δεν είναι τυχαία, ήθελαν να μοιάσουν στο πρότυπο. Γι΄αυτό και καθαριζόταν ο Παρθενώνας. Αν δείτε φωτογραφίες της Ακρόπολης, θα δείτε εκτός από τον Παρθενώνα, έναν μεσαιωνικό πύργο εκεί πάνω στα προπύλαια, μια χριστιανική εκκλησία μέσα στον Παρθενώνα, σπίτια οθωμανικής τεχνοτροπίας, όλα αυτά πάνω στον βράχο. Τον καθαρίσαμε όλον κατά τον 19ο αιώνα για να  αφήσουμε μόνο ότι ήταν του 5ου αιώνα π.Χ. Άρα το πρότυπό μας, υπό αυτή την έννοια, αυτό που βλέπουμε σήμερα, είναι περισσότερο κατασκευή του 19ου αιώνα, παρά του 5ου αιώνα π.Χ. Τελειώνει, όμως, αυτή η αφήγηση, το λέμε «σχήμα του διαφωτισμού» στην ιστορία, και έρχεται το «σχήμα του ρομαντισμού», που το θεμελιώνει ο Παπαρρηγόπουλος. Γράφει τη μεγάλη του ιστορία του από το 1860 ως το 1874, αλλά η ιστορία αυτή γίνεται αποδεκτή από το κράτος 20 χρόνια αργότερα, το 1894. Τότε αποτυπώνεται στα σχολικά βιβλία.

Ο "Γεροστάθης", το αναγνωστικό του 1860 που διδασκόταν επί τέσσερις δεκαετίες - "Σήμερα θα αποσυρόταν"Ο «Γεροστάθης», το αναγνωστικό του 1860 που διδασκόταν επί τέσσερις δεκαετίες – «Σήμερα θα αποσυρόταν»

-Τότε αλλάζει εντελώς η αφήγηση; Και γιατί εκείνη τη στιγμή, στο τέλος του 19ου αιώνα;

Αλλάζει και γίνεται αυτό που έχουμε στο μυαλό μας σήμερα, «το ελληνικό έθνος ζει 3.000 χρόνια». Αυτό συνέβαινε σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Για πρώτη φορά η ιστορία εθνικοποιείται απολύτως. Από εκεί και πέρα, στο ερώτημα «τι είναι η ιστορία;», απαντούν «η βιογραφία του έθνους». Το κίνημα του διαφωτισμού έλεγε, «τι είναι αυτό που μας ενδιαφέρει;», και απαντούσε, «η πορεία του ανθρώπου προς τη χειραφέτησή του, άρα όταν λέμε ιστορία θα βάζουμε κάθε φορά στο κέντρο εκείνον τον λαό ο οποίος προήγαγε την ανθρώπινη ιστορία και τη χειραφέτηση του ανθρώπου». Έτσι, έχουμε μια γενική ιστορία, ουσιαστικά μια παγκόσμια ιστορία. Αυτή η ιστορία και το ανθρωπιστικό πρόταγμα του διαφωτισμού πετιούνται πλέον, και έρχεται ο ρομαντισμός -ξεκινά από τη Γερμανία- ο οποίος βάζει το έθνος στο κέντρο. Με βάση αυτή την αντίληψη, το έθνος είναι σαν να υπάρχει και στα γονίδιά μας, στο αίμα μας. Έτσι προκύπτει και η έννοια της καταγωγής, «είμαι Έλληνας επειδή γεννιέμαι από Έλληνα», «είμαι Γερμανός επειδή γεννιέμαι από Γερμανό», ενώ, αντίθετα, «είμαι Γάλλος εάν γεννηθώ στη Γαλλία». Προσέξτε πόσο εντελώς διαφορετική είναι η παράδοση του διαφωτισμού.

oGerostathhis-esofyllo-Ένα παράδειγμα, λέτε, σχολικού βιβλίου της εποχής πριν από το 1894, «Ο Γεροστάθης», θα αποσυρόταν αμέσως σήμερα. Γιατί;

Επειδή είχε αυτή την αφήγηση του διαφωτισμού. Το βιβλίο άντεξε στο σχολείο από το 1860 μέχρι το 1900 σχεδόν. Ο ήρωας στο βασικό αυτό αναγνωστικό του 19ου αιώνα, είναι ο Γεροστάθης, ένας άνθρωπος 70 χρόνων, που, έχοντας πλουτίσει στο εξωτερικό, επιστρέφει στην πατρίδα του, μια κωμόπολη των Ιωαννίνων, στήνει ένα σχολείο, καλεί δασκάλους και αφηγείται ιστορίες στα παιδιά. Ο ιστορικός χρόνος του βιβλίου είναι προεπαναστατικός, είναι 1819. Τι παρατηρούμε στο βιβλίο; Ότι δεν υπάρχει «κρυφό σχολειό», έχουμε φανερό σχολειό, δηλαδή, το 1860 διδάσκουμε ότι μέσα στην τουρκοκρατία υπήρχε σχολείο, ότι ήταν ελεύθερα τα γράμματα, τα παιδιά πήγαιναν στην εκκλησία, γύριζαν, έπαιρναν τους βαθμούς από τους δασκάλους, άρα δίνεται μια εικόνα της τουρκοκρατίας αρκετά ανεκτική. Ταυτόχρονα, βέβαια, ο Γεροστάθης λέει στα παιδιά «πρέπει να ελευθερωθούμε», επειδή η οθωμανική αυτοκρατορία με τις αρχαϊκές της δομές εμποδίζει την πρόοδο -η σκέψη αυτή έχει βάση τον διαφωτισμό. Δεύτερον, ο Γεροστάθης αφηγείται στα παιδιά ιστορίες, οι οποίες -σχεδόν όλες- αντλούνται από την αρχαία Ελλάδα. Άρα, «η ιστορία μας είναι οι αρχαίοι μόνο, παιδιά, οι Αθηναίοι με τους Σπαρτιάτες τσακώθηκαν, επικράτησε η διχόνοια, και εξαιτίας της διχόνοιας οι Έλληνες υποτάχτηκαν στους μακεδόνες. Και έτσι η Ελλάδα έχασε την αυτονομία της, και μετά υποτάχτηκε στους ρωμαίους. Και στη συνέχεια, υποτάχτηκαν στους Τούρκους, και τώρα πρέπει να ελευθερωθούμε». Περιγράφει τους μακεδόνες, τους βυζαντινούς και τους ρωμαίους ως κάτι διαφορετικό από τον ελληνικό κόσμο. Προσέξτε, δε λέω ότι αυτό ήταν το ορθό, λέω ότι αυτή ήταν η άποψη εκείνης της εποχής για το παρελθόν μας. Λέω ότι η σχολική ιστορία έχει κι αυτή την ιστορία της. Εξελίσσεται.

(Το συνέδριο για τις «Λογοκρισίες στην Ελλάδα» διοργανώθηκε από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου σε συνεργασία με το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ.)

Στο επόμενο μέρος συζητάμε με τον Χάρη Αθανασιάδη για τα «τολμηρά» βιβλία, τα βιβλία που «κόπηκαν», και για τον ρόλο της ιστορίας στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Αλλά και για όσα πρέπει να γίνουν για καλύτερα σχολικά βιβλία. Και για αυτά που πρέπει να πούμε στα παιδιά, «αρκεί να βρούμε τον κατάλληλο τρόπο να τα πούμε».

http://www.ert.gr/scholika-vivlia-ke-logokrisia-sizitame-me-ton-istoriko-tis-ekpedefsis-chari-athanasiadi/

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: