Αρχική > πολιτισμός, λογοτεχνία > Σολωμικά απεικάσματα στον ελληνικό υπερρεαλισμό

Σολωμικά απεικάσματα στον ελληνικό υπερρεαλισμό

 

Ν. Εγγονόπουλος

 

 

 

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΝΘΗ, Η ΑΥΓΗ 20.7.2015

 

  • Θριαμβεύουσες ποιητικές μορφές στη ζωγραφική του Νίκου Εγγονόπουλου

Στο λογοτεχνικό κανόνα του Εγγονόπουλου από τη νεότερη ελληνική γραμματεία περιλαμβάνονται ο Σολωμός, ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο Παπαδιαμάντης, ο Εμπειρίκος και ο Κόντογλου. Ο Σολωμός κατατάσσεται πρώτος στον πίνακα αξιολόγησης των ποιητών που θαύμαζε και εκτιμούσε. Το δήλωνε άλλωστε διαρκώς σε συνεντεύξεις αλλά και σε δημοσιευμένα κείμενά του: «Ο Διονύσιος Σολωμός είναι, για μένα ένας από τους μεγαλύτερους ποιητάς των αιώνων. Ο Σολωμός (ο πρώτος), ο Baudelaire και ο Hölderlin με συνοδεύουνε, ανελλιπώς, από τα παιδικά μου χρόνια ίσαμε σήμερα. Κατόπιν αγάπησα τον Lautreamont, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Apollinaire. Ο Σολωμός, όμως παραμένει πάντα, φυσικά, ο πρώτος» («Για τον Διονύσιο Σολωμό», Πεζά Κείμενα).

Πάμπολλες είναι στο ποιητικό του έργο, και κυρίως υπόρρητες, οι μνείες ή οι αναφορές στο ρομαντικό του πρόγονο. Ρητά και άμεσα, όμως, ο Εγγονόπουλος συνδιαλέγεται με το έργο του μεγάλου μας ποιητή περισσότερο (αν και σε μικρότερη κλίμακα) μέσα από τη ζωγραφική του. Η μορφή του Σολωμού ακολουθεί, όχι ως σκιά, αλλά ως ζωντανή παρουσία τη σκέψη του υπερρεαλιστή ποιητή και τροφοδοτεί διαρκώς το ποιητικό και εικαστικό του σύμπαν.

Στο εικαστικό του έργο η συνομιλία του Εγγονόπουλου με το έργο του Σολωμού εντοπίζεται κυρίως στη μεταπολεμική του παραγωγή. Η αρχή γίνεται το 1950, όταν ζωγραφίζει τρεις πίνακες (ελαιογραφίες) και ένα σχέδιο με θέμα τον ποιητή Σολωμό. Σε όλες τις αποδόσεις ο εθνικός μας ποιητής παριστάνεται ως αρχαίος πολεμιστής, σχεδόν γυμνός καλυμμένος από τους ώμους με μπλε ή περφυρό χιτώνα, φοράει περικεφαλαία και στο δεξί του χέρι κρατάει σπαθί. Στέκεται όρθιος μπροστά από τμήμα κτιρίου με τοξωτά βόλτα και προοπτικό βάθος στοάς, στοιχείο που παραπέμπει στον σκηνικό χώρο των έργων της μεταφυσικής ζωγραφικής του De Chirico με ευθεία όμως αναφορά στον αρχιτεκτονημένο χώρο της κεντρικής πλατείας της Ζακύνθου. Στο βάθος διαγράφεται η θάλασσα και στην ακτή ορθώνεται μαρμάρινος τύμβος. Στην άκρη του κτιρίου είναι στημένος χάλκινος τρίποδας σε σχήμα εστίας με χρωματιστό σκεύος (υπονόμευση της εικόνας μέσω του παράδοξου και του υπερρεαλιστικού χιούμορ), ενώ ακριβώς δίπλα διακρίνεται η πλώρη μιας βάρκας. Στο πέτρινο δάπεδο και δίπλα από τα πόδια του ποιητή βρίσκεται μισανοιγμένο χειρόγραφο (ειλητάριο) και κλαδί ελιάς.

Το ειλητάριο λειτουργεί ως διακειμενικός δείκτης, αφού στην επιφάνειά του αναγράφεται με κεφαλαιογράμματη γραφή ένας στίχος από το πρώτο απόσπασμα του Γ’ Σχεδιάσματος των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του Σολωμού: «Κι ευθύς εγώ τ’ Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;». Στο σολωμικό απόσπασμα ο ποιητής παρακαλεί τη Μητέρα Θεά να ακούσει τη «φωνή» της και να τη χαρίσει σε όλο τον ελληνικό κόσμο. Η μεγαλόψυχη Μητέρα Θεά, η ιδεοποιημένη Πατρίδα-Ελευθερία, η Μούσα του ποιητή, εισακούει την επιθυμία του και τον προστάζει να ψάλει την πολιορκία του Μεσολογγίου. Ο «Ελληνικός κόσμος», ως έννοια που εμπεριέχει το ανθρώπινο και το φυσικό πεδίο, αποτελεί εν δυνάμει δέκτη του μηνύματος (φωνής) της Μητέρας-Θεάς-Πατρίδας-Ελευθερίας, που επιζητεί να μεταφέρει ποιητικά ο Σολωμός αλλά και εικαστικά, σε ένα δεύτερο επίπεδο αναφορικότητας, ο ζωγράφος Εγγονόπουλος.

Η παρατήρηση αυτή αποτελεί τεκμήριο ερμηνείας και ταυτόχρονα κριτήριο επιλογής του στίχου. Ο ρόλος του μέσα στον πίνακα γίνεται κατανοητός, αν αποδεσμευθεί εν μέρει από τα σολωμικά (ιστορικά, λογοτεχνικά) συμφραζόμενα και ενταχθεί σε ένα άλλο context, υπερρεαλιστικό και έμμεσα αυτοαναφορικό. Η φωνή, λοιπόν, της Μούσας-Μητέρας-Θεάς, την οποία ο ποιητής επιζητεί να ακούσει και να τη χαρίσει σ’ όλο τον Ελληνικό κόσμο, έχει την ίδια δύναμη με την υπερρεαλιστική φωνή: «… la voix surréaliste, celle qui continue à prêcher à la veille de la mort et au-dessus des orages» (αυτή η υπερρεαλιστική φωνή που συνεχίζει να κηρύττει [ακόμη και] την παραμονή του θανάτου και πάνω από τις θύελλες), φράση αποσπασμένη από το πρώτο Μανιφέστο του Μπρετόν, που τοποθετεί ως προμετωπίδα στην πρώτη του ποιητική συλλογή ο Εγγονόπουλος.

Το κλαδί με τα φύλλα της ελιάς που διακρίνονται ριγμένα στο πετρόστρωτο δάπεδο του πίνακα, υμνητικά δοξολογούν τον ποιητή και προσδίδουν ένα επιπλέον στοιχείο στην αναφορικότητα της εικαστικής γραφής. Για τον Εγγονόπουλο το σπαθί που κρατάει ο γυμνός πολεμιστής-ποιητής είναι το σπαθί της ποίησης, αρκεί να θυμηθούμε τον ορισμό της Ποίησης από την εποχή του ρομαντισμού, όπως τον διατύπωσε ο Σέλλεϋ: «Γιατί η ποίηση είναι το σπαθί της αστραπής, που δεν μπαίνει ποτέ σε θήκη, που βάζει φωτιά σε ό,τι το περιβάλλει». Να επισημάνουμε ότι η διαλογική επικοινωνία στο έργο του Εγγονόπουλου αποτελεί θεμελιακή συνθήκη της αυτοαναφοράς. Tο ποιητικό «Εγώ» παρουσιάζεται διαμεσολαβημένο από προσωπεία (λογοτεχνικά, ιστορικά, μυθολογικά) πάνω στα οποία προβάλλονται συναισθήματα, ψυχολογικές αντιδράσεις, ηθικά, αξιακά ή αισθητικά συστήματα του υποκειμένου.

Γοητευτικά μυστηριώδης είναι ο πίνακας με τίτλο «Από τη μυστική ζωή του Σολωμού», έργο του 1966. Στο έργο παριστάνονται δύο αντρικές μορφές, η μία καθισμένη και η άλλη όρθια μπροστά από δύο κτίρια με ισόγειες στοές και τοξωτές καμάρες, αρχιτεκτονικό σκηνικό που παραπέμπει στον αστικό χώρο της Ιταλίας ή της Επτανήσου. Ο όρθιος άντρας, ως μυστηριώδης μορφή, φοράει τρικαντό μαύρο καπέλο και έχει σκυμμένο το κεφάλι, ώστε να μη διακρίνεται το πρόσωπό του. Το σώμα του καλύπτεται από κόκκινη μπέρτα, ενώ στο δεξί του χέρι που ξεχωρίζει ελάχιστα, φοράει γάντι και κρατάει μπαστούνι ή ξίφος. Η δεξιά καθισμένη μορφή φοράει γαλάζιου χρώματος χιτώνα και κρατάει μια γυάλινη λάμπα πετρελαίου στη θέση ακριβώς της κεφαλής της. Η εικόνα της κεφαλής-λάμπας αποτελεί ποιητική μεταφορά που εντάσσεται μέσα στο μηχανισμό της εικαστικής αφήγησης για να αναδείξει τη λανθάνουσα ποιητικότητα της γραφής.

Στην ποιητική των συμβόλων η λάμπα δηλώνει το αποκαλυπτικό φως, υπαινίσσεται τη μύηση στη γνώση αλλά και το ερωτικό πάθος. Μπροστά από τους δύο άντρες είναι απλωμένα γεωμετρικού σχήματος αντικείμενα, εικονογραφικά στοιχεία που επαναλαμβάνονται συχνά στο έργο του Εγγονόπουλου, όπως και τα δύο κτίρια με τις ισόγειες στοές, και τα οποία προέρχονται από το οικείο περιβάλλον της μεταφυσικής γραφής του De Chirico, λειτουργούν όμως και ως ελευθεροτεκτονικά σύμβολα. Σε περίοπτη θέση στη βάση του πίνακα ξεχωρίζει μικρό δοχείο λαδιού, στοιχείο και αυτό τελετουργικής μύησης.

Ο πίνακας υπαινίσσεται τη μύηση του Σολωμού στο συνωμοτικό εταιρισμό και τον τεκτονισμό του 19ου αιώνα, με υποδηλώσεις γενικότερες στο μυστικισμό που διατρέχει ως υπόγειο ρεύμα ένα μεγάλο μέρος της ποίησής του. Η ιδεολογία του επαναστατικού εταιρισμού και του ελευθεροτεκτονισμού γοήτευε ιδιαίτερα και το Νίκο Εγγονόπουλο. Στον πίνακα του 1952 με τίτλο «Ο όρκος των Φιλικών» (1952) ή «Οι συνωμότες» παρουσιάζεται σκηνή μύησης με όρκο, όπως και στο σχέδιο «Όρκος Φιλικού» (1960-1970) αναπαριστάνεται μια μυστική τελετή μύησης στη Φιλική Εταιρεία με όρκο.

Ο Εγγονόπουλος ζωγραφίζει το 1967 τον πίνακα με τίτλο «Η γυναίκα με το μαγνάδι», που παρουσιάζει «επί σκηνής» ζεύγος σε όρθια στάση να συνομιλεί. Ο άντρας με την πλάτη γυρισμένη στο θεατή, σχεδόν γυμνός έχει ριγμένο στους ώμους του κόκκινο χιτώνα, ενώ στο πίσω μέρος της μέσης του φέρει ξίφος. Απέναντί του σε μετωπική στάση και ακουμπισμένη σε χαμηλό περίβολο στέκεται γυμνή γυναίκα με κίτρινο «μαγνάδι» (μαντήλι) στο κεφάλι και κόκκινες μπότες. Δίπλα από τη γυναίκα και πάνω στον κτιστό περίβολο είναι τοποθετημένη λάμπα πετρελαίου, ενώ στο κάτω δεξί μέρος του πίνακα παριστάνεται σφαιρικού σχήματος γεωμετρικό αντικείμενο. Το τραβηγμένο παραπέτασμα-κουρτίνα τέμνει τα δύο επίπεδα του χώρου (εσωτερικό-εξωτερικό) και δίνει μια διάσταση μεταφυσική στην υφολογία της εικόνας.

Η Λοϊζίδη έχει επισημάνει ότι στο έργο του Εγγονόπουλου η παρουσία του τοίχου (με καταβολές από τον De Chirico), όπως και της πύλης με το παραπέτασμα (με καταβολές από τη βυζαντινή τέχνη), έχει συμβολική μεταφυσική σημασία. Ο πίνακας διαλέγεται με το ομότιτλο κείμενο του Διονυσίου Σολωμού από τα «Ποιήματα και Πεζά σχεδιάσματα» της τελευταίας δεκαετίας (1847-1857) και απόδοση στα ελληνικά του Λίνου Πολίτη. Πρόκειται για όψιμο σχεδίασμα γραμμένο στα ιταλικά με τίτλο «La donna velata». Το πεζόμορφο ποίημα του Σολωμού φημολογείται ότι γράφτηκε για το θάνατο της Αδελαΐδας-Καρβελά Crassetti, με την οποία ο Σολωμός είχε τρυφερή (πλατωνική) σχέση. Στη «Donna velata» δεσπόζει το όραμα της νεκρής αγαπημένης, το χαρακτηριστικότερο ίσως ονειρικό μοτίβο στους ευρωπαίους, και ιδιαίτερα τους γερμανούς ρομαντικούς. Ο ποιητικός ήρωας σαν σε όνειρο εν εγρηγόρσει εξομολογείται σε οπτασία, που παρουσιάστηκε μπροστά του με τη μορφή ενός «ξένου», τον έρωτά του για τη νεκρή αγαπημένη του και αγωνιά για τη μεταθανάτια τύχη της. Ο «ξένος», ο ερχόμενος εξ ουρανού, ταιριάζει με την αίσθηση του παράδοξου, που εμπεριέχεται στις αρχετυπικές εκδοχές της θείας επιφάνειας του ρομαντισμού και γοητεύει τους υπερρεαλιστές.

Στο τέλος του σολωμικού κειμένου η ονειρική «μορφή» θα βγάλει το «μαγνάδι» και θα αποκαλυφθεί ότι ήταν η οπτασία της νεκρής αγαπημένης του ήρωα (φωτοστεφανωμένη και γελούμενη). Σε επίπεδο διακειμενικότητας δεν αποκλείονται κοινές αναγνώσεις Σολωμού-Εγγονόπουλου από τις πηγές του ρομαντισμού. Ο Σολωμός σύμφωνα με την κριτική (Καψωμένος, Βελουδής) είχε ως πρότυπο για την πεπλοφορεμένη μορφή την μπαλάντα «Η νύφη της Κορίνθου» του Goethe (Die Braut von Korinth, 1797), την οποία του μετέφρασε δύο φορές ο φίλος του Νικόλαος Λούντζης. Από τη γερμανική μπαλάντα ο Σολωμός δανείζεται δύο μοτίβα, το μαγνάδι (καλύπτρα-πέπλο) της αγαπημένης και προπαντός το μοτίβο του βαμπιρισμού. Ο Σολωμός αποδίδει εξιδανικευτικά μέσα από το μονόλογο του ποιητικού ήρωα τη μεταφυσική διάσταση του «θείου έρωτα», της αγάπης που υπερβαίνει το θάνατο.

Ο Εγγονόπουλος, αντίθετα, εμμένει μέσα από τη γυμνότητα των δύο σωμάτων και ιδιαίτερα του γυναικείου στο ερωτικό στοιχείο, το οποίο θεωρεί εκ των «ων ουκ άνευ» της βίωσης του απόλυτου ερωτικού συναισθήματος, τείνοντας στον απόλυτο έρωτα των υπερρεαλιστών. Άλλες αναγνώσεις (τις οποίες θεωρούν βέβαιες οι Καψωμένος, Βελουδής για το Σολωμό) που πιθανόν να λειτούργησαν παράλληλα με το κείμενο του Σολωμού στη μνήμη του Εγγονόπουλου είναι οι «Ύμνοι στη νύχτα» (Hymnen an die Nacht, 1799-1800) του Novalis, που και εκεί υπάρχει νυχτερινή οπτασία της νεκρής αγαπημένης, το αποσπασματικό μυθιστόρημα «Οι μαθητευόμενοι της Σαΐδας» (Die Lehrlinge zu Sais 1799) επίσης του Novalis, στο οποίο ο νεαρός Υάκινθος ανασύρει μέσα στο ονειρικό του όραμα το «μαγνάδι» της μυστικής εικόνας της Ίσιδας στη Σαΐδα και αποκαλύπτεται το πρόσωπο της αγαπημένης του, ή τέλος το ποίημα του Schiller «Η καλυμμένη εικόνα στη Σαΐδα» (Das verschleierte Bild zu Sais, 1795) με το ίδιο θεματικό μοτίβο. Η καλυμμένη με πέπλο γυναικεία μορφή στο Σολωμό και η εσωτερικότερη συνάρτησή της από τον Goethe, τον Novalis ή τον Schiller καθορίζουν, λοιπόν, ερμηνευτικά και τη λειτουργικότητα του δανείου στη νέα του εικαστική συνάφεια, όπως αποτυπώνεται στον πίνακα του Νίκου Εγγονόπουλου.

Μιχάλης Κ. Άνθης είναι δρ Φιλολογίας

Ν. Εγγονόπουλος

  1. 14/10/2016 στο 2:14 πμ

    Reblogged στις Manolis.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: