Αρχική > διηγήματα Ν. Τσούλια > Ο δρόμος προς το βυθό

Ο δρόμος προς το βυθό

P4280340

 

Του Νίκου Τσούλια

      Χαμήλωνε σιγά – σιγά στη μεγάλη ευθεία πάνω στον τελευταίο λόφο του χωριού, μετά κατηφόριζε πιο έντονα στο νεροφαγωμένο έδαφος και χανόταν στον μικρό λόγγο των σκίντων και των πουρναριών που ήταν πνιγμένος στο νερό. Ήταν ο δρόμος που κάποτε οδηγούσε στα εύφορα χωράφια της μικρής πεδιάδας του Παλιόμυλου.

      Πού να οδηγεί τώρα, προς τα πού βγάζει; Ο λόφος ένα ίσωμα με το νερό της λίμνης. Η φυτοκάλυψη τίποτα δεν θυμίζει το χθες. Μεγάλες θεριεμένες κουτσουπιές έχουν στήσει πανηγύρι με τα ξεχωριστά τους μωβί χρώματα και δείχνουν να απολαμβάνουν το υγρό στοιχείο που απλώνεται μέχρι κάτω στο βάθος του ορίζοντα. Καθρεφτίζονται και απλώνονται ακόμα περισσότερο, ξεγελούν μάτια και αισθήσεις με την ομορφιά τους, σκεπάζουν τη μαυρίλα του βυθού που εξαφάνισε περιουσίες και περιουσίες, κάνουν σα να μην έχει συμβεί τίποτα.

      Και ο δρόμος είναι μια αυταπάτη. Τελειώνει εκεί που δεν έχει νόημα και απλώς έχει μετατραπεί σε ένα πέρασμα των κοπαδιών των προβάτων που τα οδηγεί στο σβήσιμο της δίψας του. Ο δρόμος δεν νιώθει άραγε τη βεβήλωση της εικόνας, την ιεροσυλία της μνήμης, δεν αντιλαμβάνεται το δικό του χαμένο προορισμό;

Ρείκια παντού, ρείκια θεριεμένα που έχουν αποδιώξει τη γλυκύτητα της ποικιλομορφίας των τόσων και τόσων καλλιεργειών, των τόσων και τόσων διαφορετικών φυτών και αγριολούλουδων. Ρείκια που δεν σε αφήνουν να περάσεις παρά μόνο σκυμμένος μέσα από τα λιγοστά και στριμωχτά δρομάκια των ζώων που αναζητούν τη βοσκή και στην τελευταία σπιθαμή του ξεγυμνωμένου εδάφους.

Και αγναντεύεις πιο κάτω από τις δυο πλευρές του λόφου την ιεροσυλία της λίμνης. Ξεραμένα ρείκια ίσαμε εκεί πάνω, βουτηγμένα μέσα στη λάσπη, τη λάσπη του βυθού, του βυθού που τώρα έχει γίνει ξεραμένος – γεμάτο με σκασίσματα έδαφος και περιμένει τα νερά της βροχής του χειμώνα για να ξαναγίνει βυθός και να παίζει το παιχνίδι της εναλλαγής αγνοώντας όλους τους καημούς των ανθρώπων που κατηφορίζουν συχνά –πυκνά από το ερημωμένο χωριό κατά μόνας μήπως βρουν κανένα σημάδι της μνήμης, κάτι που να τους απαλύνει την πικρή νοσταλγία. Γιατί είναι μια νοσταλγία χωρίς τελικό σκοπό, με χαμένο το νόημά της.

Και ο δρόμος με την τόση κίνηση που κουβαλούσε στη φιδίσια διαδρομή του τι κάνει; Γιατί ανέχεται την αντιστροφή των πραγμάτων; Δεν θυμάται τις παιδικές φωνές που συνόδευαν τα κατοικίδια ζώα των για το μικρό λόγγο; Δεν αναλογίζεται τους φωναχτούς και μουρμουρητούς συλλογισμούς των μεγάλων που λογάριαζαν ξανά και ξανά τις σοδειές τους και τις τρύπες της οικογένειας που θα μπάλωναν; Δεν σέβεται τις γρήγορες ανάσες των πάντα βιαστικών γυναικών και τις προσευχές τους για καλή χρονιά στα γεννήματα καθώς κουβαλούσαν το τράστο με τα ψωμοτύρια και τα κρασιά και τα κατσαρολικά με το μεσημεριανό φαγητό;

Κάνει ότι ξεχνά τα γέλια και τα πειράγματα παιδιών και νέων που κατηφόριζαν όλο αποφασιστικότητα για να κερδίσουν στη μπάλα την ομάδα του Άη – Λια στο όμορφο γήπεδο του Παλιόμυλου; Γιατί σταμάτησε να μας πηγαίνει στις περιουσίες μας, στις μεγάλες και πάντα δροσερές τα καλοκαίρια ιτιές μας; Εμείς δεν τον φτιάξαμε γι’ αυτό το σκοπό; Δεν νιώθει ντροπή που ξεγελάει τα συναισθήματά μας και της ψυχής μας τις μαρτυρίες;

Εδώ γύρω από τη συνάντηση του δρόμου με τη λίμνη βρίσκεις μικρές αφάνες στρογγυλεμένες από πάνω και αντιλαμβάνεσαι ότι κάθε τόσο όλο και κάποιος κάθεται και αγναντεύει. Εδώ νιώθει τις αισθήσεις του απατηλές, τον γλυκαίνουν με της λίμνης τους κυματισμούς, με τα παιχνιδίσματα των κουτσουπιών και του νερού. Λουλούδια με απλωμένο το μωβί χρώμα τους στους αντικατοπτρισμούς της λίμνης είναι εικόνα θεσπέσια, εικόνα μαγευτική.

Αλλά της ψυχής οι πόνοι δεν ξεγελιούνται με αυτά τα παιχνιδίσματα. Της ψυχής οι αισθήσεις βουτάνε εκεί στην άκρη του δρόμου και συνεχίζουν προς τα χωράφια. Αγνοούν τον μαύρο όγκο του νερού που είναι πάνω τους. Αγνοούν το βυθό. Προχωρούν στο δρόμο τους… Λίγο μετά στρίβουν προς τα δεξιά, εκεί δίπλα είναι η μεγάλη πουρνάρα στα ριζά του λόφου που καθόταν ο μπάρμπα – Χρήστος με τα λιγοστά μαρτίνια του, και μετά διακλαδιζόταν προς τα αριστερά πήγαινε στις περιουσίες του…, του…., του…. και προς τα δεξιά έβγαζε στο λαγκάδι που το συνόδευαν στο ταξίδι του προς τη μακρινή θάλασσα κάθε τόσο ιτιές λυγερόκορμες, ιτιές γεμάτες κλώνους ολόγερτους προς τη γη και προς το νερό του λαγκαδιού, ιτιές που φιλοξενούσαν τους κουρασμένους αγρότες και τα παιδιά που διάβαζαν κλεφτά όταν έτρωγαν γιατί συνέχει δούλευαν μαζί με τους μεγάλους˙ όχι οι μανάδες τους ποτέ δεν ξαπόσταιναν.

Και ο δρόμος συνέχιζε και έβγαζε κάτω στον πεσμένο παλιόμυλο, στο μύλο που μάζευε όλους τους κατοίκους της περιοχής και ο δρόμος μας συναντιόταν με τους δρόμους των άλλων χωριών και ένωνε τις περπατησιές των φτωχών αγροτών, έσμιγε και τις κουβέντες τους και τα βάσανά τους, έσμιγε τους ταπεινούς σχεδιασμούς τους και τις λιγοστές ελπίδες τους στα χρόνια της φτώχειας…

 

 

DSC04537

 

P4250020

Οι φωτογραφίες είναι από την τεχνητή λίμνη του Πηνειού στην Ηλεία

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: