Αρχική > λογοτεχνία > Ουμπέρτο Έκο: Ποδηλάτης σε ράλλυ αυτοκινήτων που, όμως, τερμάτιζε πρώτος

Ουμπέρτο Έκο: Ποδηλάτης σε ράλλυ αυτοκινήτων που, όμως, τερμάτιζε πρώτος

ueco_cover

 

Επιμέλεια: Ελένη Γκίκα //

Η Είδηση σκάει συνήθως Παρασκευή. Για να σε σκάσει. Όταν τα έντυπα έχουν κλείσει και είσαι μόνος σου να θρηνείς ή να ψάξεις στον υπολογιστή. Μέσα από έναν ωκεανό πληροφοριών, προσπαθήσαμε να αποχαιρετήσουμε τον Ουμπέρτο Έκο, γνωρίζοντας τον. Σε δέκα πράξεις.

Ποιος ήταν. Τι είπε: αποφθέγματα, για τα βιβλία, για την Ευρώπη, για την Τεχνολογία, την μυθοπλασία του, για τον ιδανικό αναγνώστη, για τη σχέση του με την Ελλάδα, για τη σχέση του με το παιδικό βιβλίο. Για το έργο του και την εργογραφία του στα ελληνικά.

«Ο Ουμπέρτο Έκο, ένας από τους πιο διασημότερους διανοούμενους της Ιταλίας, είναι νεκρός», ήταν ο τίτλος στον ιστότοπο της εφημερίδας Corriere della Sera. «Ο Ουμπέρτο Έκο υπήρξε μια σημαντική παρουσία στην ιταλική πολιτιστική ζωή των τελευταίων 50 ετών, αλλά το όνομά του παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο, σε διεθνές επίπεδο, με την τεράστια επιτυχία του μυθιστορήματός του Το όνομα του Ρόδου».

«Ο κόσμος έχασε έναν από τους σημαντικότερους ανθρώπους του σύγχρονου πολιτισμού», ανέφερε στον ιστότοπό της η Ρεπούμπλικα. «Θα μας λείψει η ματιά του στον κόσμο».

Πατέρας της σημειολογίας, ειδικός στην κουλτούρα της μάζας, συγγραφέας αιχμηρών και σίγουρων δοκιμίων όπως τα best seller, από Το Όνομα του Ρόδου (Grasset, 1980) μέχρι το τελευταίο χρονικά, Το Κοιμητήριο της Πράγας (Grasset, 2011), ο Ουμπέρτο Έκο δεν υπάρχει πια.

Η είδηση:

Ο Ιταλός φιλόσοφος και συγγραφέας Ουμπέρτο Εκο, πέθανε την Παρασκευή στην Ιταλία σε ηλικία 84 ετών. Τον θάνατό του επιβεβαίωσε αργά τη νύχτα ο εκδότης του στο ιταλικό πρακτορείο ειδήσεων ANSA. Ο Εκο πέθανε στο σπίτι του, στο Μιλάνο. Την είδηση μετέδωσαν τη νύχτα της Παρασκευής προς Σάββατο τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης. Ο Ουμπέρτο Έκο πέθανε χθες Παρασκευή, περί τις 21:30 (22:30 ώρα Ελλάδας) στο σπίτι του, όπως ανέφερε στον ιστότοπό της η εφημερίδα La Repubblica, επικαλούμενη την οικογένειά του. Ο Ιταλός συγγραφέας, που ζούσε στο Μιλάνο, έπασχε από καρκίνο.

Ποιος ήταν:

Ο Ουμπέρτο Έκο γεννήθηκε στην Αλεσάντρια του Πιεμόντε στις 5 Ιανουαρίου του 1932. Φημολογείται ότι το επώνυμο «Έκο» είναι το αρκτικόλεξο των λέξεων «Ex Caelis Oblatus», που σημαίνει «θεϊκό δώρο».

Ακολούθησε σπουδές μεσαιωνικής φιλοσοφίας και λογοτεχνίας και έκανε το διδακτορικό του στη φιλοσοφία το 1954, ολοκληρώνοντας τη διατριβή του για τον Θωμά Ακινάτη.

Από το 1988 ήταν πρόεδρος του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Σημειωτικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Μαρίνο. Το 1965 εξελέγη καθηγητής Οπτικών Επικοινωνιών στη Φλωρεντία και το 1966 καθηγητής της Σημειολογίας στο Μιλάνο. Το 1971 το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια του προσέφερε τη θέση του τακτικού καθηγητή της Σημειολογίας και το 1974 ο Έκο οργάνωσε τον Διεθνή Σύνδεσμο Μελετών. Επίσης, ήταν διευθυντής του περιοδικού «VS».

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 70, άρχισε να γράφει τα μυθιστορήματα του, κάνοντας την αρχή με «Το όνομα του Ρόδου», που τιμήθηκε με το βραβείο Strega το 1981 και το Medicis Etranger το 1982, ενώ πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο.

Ο Έκο περνούσε τον καιρό του με τη γυναίκα του και δύο παιδιά τους ανάμεσα στο σπίτι του στο Μιλάνο (ένα διαμέρισμα-λαβύρινθο με μια βιβλιοθήκη 30.000 βιβλίων) και στο εξοχικό του στο Ρίμινι. Γνωρίζει άπταιστα πέντε γλώσσες, μεταξύ των οποίων αρχαία ελληνικά και λατινικά, που χρησιμοποιεί πολύ συχνά στα βιβλία του, επιστημονικά και λογοτεχνικά.

Από την αρχή της καριέρας του έως σήμερα έχει κερδίσει πολλές τιμητικές διακρίσεις και έχει κάνει δεκάδες εκδοτικές επιτυχίες. Στις πραγματείες του συγκαταλέγονται: «Opera aperta» (1962), «La struttura assente» (1968), «Θεωρία σημειωτικής» (1975), «Lector in fabula» (1979). To 1980 εμφανίστηκε ως μυθιστοριογράφος με το «Όνομα του Ρόδου», το 1988 ακολούθησε το «Εκκρεμές του Φουκώ».

eco-photo

Είπε [αποφθεγματικά]:

«Κάθε φορά που ένας ποιητής, ένας ιεροκήρυκας, ένας αρχηγός, ένας μάγος ξεστομίζει ασυναρτησίες, η ανθρωπότητα ξοδεύει αιώνες αποκρυπτογραφώντας το μήνυμα».

«Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς, από τη στιγμή που υπάρχει η τηλεόραση».

«Μου φτάνει που ξέρω να διαβάζω, γιατί έτσι μαθαίνω αυτά που δεν ξέρω, ενώ όταν γράφεις, γράφεις μόνο αυτά που ξέρεις ήδη».

«Τίποτε δεν δίνει σ’ έναν φοβισμένο άνθρωπο περισσότερο κουράγιο από το φόβο ενός άλλου».

«Η τέχνη του διαβάσματος έγκειται στο να ξέρεις ποιες σελίδες να πηδήξεις».

«Να φοβάσαι τους προφήτες κι αυτούς που είναι έτοιμοι να πεθάνουν για την αλήθεια, επειδή κατά κανόνα κάνουν και άλλους να πεθάνουν μαζί τους, μερικές φορές πριν από αυτούς και καμιά φορά αντί για αυτούς».

«Ο πολιτισμός δεν ακυρώνει τη βαρβαρότητα, αλλά, πολλές φορές, την επικυρώνει. Όσο πιο πολιτισμένος είναι ένας λαός, τόσο πιο βάρβαρος και καταστροφικός μπορεί να γίνει».

«Όταν οι άνθρωποι σταματούν να πιστεύουν στο Θεό, δεν είναι ότι δεν πιστεύουν πια τίποτα. Πιστεύουν στα πάντα».

«Η μαζική κουλτούρα είναι αντι-κουλτούρα».

«Οι κρίσεις πουλάνε καλά».

«Κωμικό είναι η κατανόηση του αντιφατικού. Χιούμορ είναι η υποψία γι’ αυτό».

«Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις».

«Η υπερβολική συσσώρευση στοιχείων κιτς αποτελεί μια αξιοσημείωτη υφολογική πρόταση».

«Το ρόδο είναι τόσο πλούσιο σε νοήματα, που δεν του έχει μείνει πια σχεδόν κανένα νόημα».

«Η μετάφραση είναι η τέχνη της αποτυχίας».

«Έχω φτάσει να πιστεύω ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι ένα αίνιγμα, ένα άκακο αίνιγμα που γίνεται τρομερό λόγω της δικής μας μανιώδους προσπάθειας να το ερμηνεύσουμε σαν να είχε δήθεν κάποια βαθύτερη αλήθεια».

«Οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν το δικαίωμα να μιλάνε σε λεγεώνες ηλιθίων που άλλοτε δεν μίλαγαν παρά μόνο σε μπαρ, αφού είχαν πιει κανένα ποτήρι κρασί, χωρίς να βλάπτουν την κοινότητα. Τους αναγκάζαμε αμέσως να σωπάσουν, αλλά σήμερα έχουν το ίδιο δικαίωμα λόγου με ένα βραβείο Νόμπελ. Είναι η εισβολή των ηλιθίων».

«Τι όμορφο που είναι ένα βιβλίο, που επινοήθηκε για να πιάνεται στο χέρι, ακόμη και στο κρεβάτι, ακόμη και μέσα σε μία βάρκα, ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν ηλεκτρικές πρίζες, ακόμη κι αν έχει αποφορτιστεί κάθε μπαταρία και αντέχει τα σημάδια και τα τσαλακώματα, μπορεί να αφεθεί να πέσει καταγής ή να παρατηθεί ανοιγμένο στο στήθος ή στα γόνατα όταν μας παίρνει ο ύπνος, μπαίνει στην τσέπη, φθείρεται, καταγράφει την ένταση, την επιμονή ή τον ρυθμό των αναγνώσεών μας, μας υπενθυμίζει (αν φαίνεται πολύ καινούργιο ή άκοπο) ότι δεν το διαβάσαμε ακόμη…»

Για τα βιβλία:

«Ήμουν πάντα, από μικρός ακόμα, φανα­τι­κός ανα­γνώ­στης, παρότι στο σπίτι δεν είχαμε πολλά βιβλία. Επη­ρε­ά­στηκα όμως από δύο άτομα, τον παπ­πού και τη για­γιά μου από την πλευρά του πατέρα μου. Η για­γιά μου δεν είχε πάει σχο­λείο αλλά διά­βαζε συνέ­χεια. Δανει­ζό­ταν βιβλία από τις δανει­στι­κές βιβλιο­θή­κες και μετά μου έδινε τα βιβλία της, που μπο­ρεί να ήταν από Μπαλ­ζάκ μέχρι ρομάν­τζα του 19ου αιώνα. Ο παπ­πούς μου, που τον έζησα ελά­χι­στα γιατί πέθανε όταν ήμουν έξι χρό­νων, ήταν τυπο­γρά­φος και όταν πήρε σύνταξη, έκανε βιβλιο­δε­σίες. Όταν πέθανε, στο σπίτι είχαν μεί­νει σωροί από άδετα βιβλία που κανείς δεν ζήτησε ποτέ και τα οποία κατέ­λη­ξαν σε μια κασέλα στο υπό­γειο. Όταν με έστελ­ναν κάτω να πάρω κάρ­βουνα, εγώ άνοιγα και εξε­ρευ­νούσα την κασέλα. Εκεί υπήρ­χαν όλα τα σπου­δαία περι­πε­τειώδη μυθι­στο­ρή­ματα του 19ου αιώνα, του Δουμά, του Βερν κ.ά. κι έτσι για χρό­νια «ψάρευα» μέσα από την παλιά κασέλα. Κάποια από αυτά τα βιβλία δεν τα έχω πια γιατί είχαν όλα φθα­ρεί από τη μανία μου να τα δια­βάζω, ενώ κάποια άλλα τα βρήκα διότι, όταν πια ενη­λι­κιώ­θηκα, πέρασα τη μισή ζωή μου τρι­γυ­ρί­ζο­ντας σε παλαιο­πω­λεία και παλιά βιβλιο­πω­λεία για να τα ξανα­βρώ και να τα αγο­ράσω πάλι».

Τα πρώτα αναγνώσματα ήταν «περι­πε­τειώδη μυθι­στο­ρή­ματα. Όπως κάθε παιδί στην Ιτα­λία διά­βαζα Σαλ­γκάρι, όλες τις περι­πέ­τειές του. Και τον Σαλ­γκάρι προ­σπά­θησα να μιμηθώ όταν άρχισα να γράφω τα πρώτα μου παι­δικά μυθι­στο­ρή­ματα. Ήμουν σπου­δαίος συγ­γρα­φέας ανο­λο­κλή­ρω­των μυθι­στο­ρη­μά­των: όπως ο Σού­μπερτ με τη συμ­φω­νία του, ήθελα να είναι τέλεια, να μοιά­ζουν με κανο­νικά βιβλία, κι έτσι άρχιζα γρά­φο­ντας τον τίτλο (που έπρεπε να μιλάει για ένα πλοίο-φάντασμα ή για Ουσά­ρους) με κεφα­λαία γράμ­ματα και τον εκδο­τικό οίκο ονό­ματι Μοπέν που σήμαινε ΜΟλύβι και ΠΕΝνα. Μετά έκανα την εικο­νο­γρά­φηση όπως ήταν στα βιβλία του Σαλ­γκάρι εκεί­νης της επο­χής, μια εικο­νο­γρά­φηση πολύ φρο­ντι­σμένη· ύστερα άρχιζα να γράφω το πρώτο κεφά­λαιο με πολύ ακρι­βείς χαρα­κτή­ρες σαν να ήταν τυπω­μένο κι έτσι, μετά από δέκα σελί­δες, κου­ρα­ζό­μουνα και το βιβλίο τελεί­ωνε εκεί, ανο­λο­κλή­ρωτο. Επο­μέ­νως είμαι συγ­γρα­φέας πολ­λών ανο­λο­κλή­ρω­των βιβλίων. Τώρα που το θυμά­μαι, γύρω στα έντεκά μου χρό­νια, διά­βαζα ήδη βιβλία για ενή­λι­κες, π.χ. τα χιου­μο­ρι­στικά βιβλία του Π. Γκ. Γου­ντ­χά­ους με ήρωα τον Τζιβς. Ανα­κά­λυψα μάλι­στα μερι­κές σχο­λι­κές εργα­σίες από την πρώτη γυμνα­σίου όπου δεν μας έδι­ναν κάποιο συγκε­κρι­μένο θέμα αλλά ζητού­σαν να γρά­ψουμε κάποιο γεγο­νός από τη ζωή μας. Τότε διη­γιό­μουν διά­φο­ρες ιστο­ρίες με χιού­μορ εγγλέ­ζι­κου ύφους, μιμού­με­νος τον Γου­ντ­χά­ους».

«Όπως όλοι οι άνθρω­ποι έγραψα ποι­ή­ματα γύρω στα δεκάξι μου, και μετά έγραψα μερικά ακόμα ως τα είκοσι. Κάποια στιγμή όμως απο­φά­σισα ότι δεν έπρεπε να είμαι ούτε μυθι­στο­ριο­γρά­φος ούτε ποι­η­τής. Δεν ήταν το επάγ­γελμά μου. Κι έτσι άρχισα να γράφω άρθρα, δοκί­μια, ειδικά μετά το πτυ­χίο. Δεν ήμουν από αυτούς τους δοκι­μιο­γρά­φους που μετά­νιω­ναν κι έλε­γαν «Α, δεν έγραψα ποτέ μου μυθι­στό­ρημα», όπως ο αγα­πη­τός μου φίλος Ρολάν Μπαρτ που πέθανε με το απω­θη­μένο ότι δεν έγραψε ποτέ του μυθι­στό­ρημα, χωρίς να συνει­δη­το­ποι­ή­σει ότι πάντα έγραφε υπέ­ροχα μυθι­στο­ρή­ματα. Όλα τα δοκί­μιά του ήταν και όμορφα λογο­τε­χνικά κομ­μά­τια. Εγώ δεν είχα ποτέ τέτοιες ενο­χές, αυτό το άγχος. Το αντί­θετο, πλα­τω­νικά θεω­ρούσα τον εαυτό μου ανώ­τερο ον ενώ τους ποι­η­τές και τους μυθι­στο­ριο­γρά­φους κατώ­τερα πλά­σματα στα οποία δεν έπρεπε να εμπι­στευό­μα­στε τα κοινά. Και πράγ­ματι άρχισα να γράφω μυθι­στο­ρή­ματα μονάχα γύρω στα πενή­ντα μου».

Συγγραφικές επιρροές: «Είναι δύσκολο να καθο­ρί­σει κανείς το πόσο μας επη­ρε­ά­ζουν οι άνθρω­ποι. Όταν με ρωτάνε: ποιος συγ­γρα­φέας σας έχει επη­ρε­ά­σει περισ­σό­τερο, δεν ξέρω τι να τους απα­ντήσω γιατί στα δεκα­ο­χτώ μπο­ρεί να ήταν ο μεν, στα είκοσι ο δε, σήμερα κάποιος άλλος και αύριο, στα επό­μενα τριά­ντα χρό­νια, όταν θα είμαι 110 ετών, να είναι κάποιος άλλος. Για παρά­δειγμα θα μπο­ρούσα να πω, αν και αυτό δεν είναι κάτι εμφα­νές, πως ένας συγ­γρα­φέας που με επη­ρέ­ασε βαθύ­τατα ήταν ο Μαν­τσόνι με τους Λογο­δο­σμέ­νους του. Είχα την τύχη να μου το χαρί­σει ο πατέ­ρας μου πριν ακόμα με ανα­γκά­σουν να το δια­βάσω στο σχο­λείο κι έτσι το διά­βασα χωρίς κατα­να­γκα­σμούς και μου άρεσε. Όλοι οι υπό­λοι­ποι Ιτα­λοί μισούν αυτό το βιβλίο γιατί ήταν ανα­γκα­σμέ­νοι να το δια­βά­ζουν στο σχο­λείο. Λυπά­μαι πολύ όταν μαθαίνω ότι βάζουν στα σχο­λεία το Όνομα του Ρόδου. Θεέ μου, θα με μισούν μια ζωή σκέ­φτο­μαι, κι όταν μου το λένε, εγώ απα­ντώ «Μην το δια­βά­σετε. Δια­βά­στε το αργό­τερα». Ο Μαν­τσόνι λοι­πόν. Δεν είναι τυχαίο που το Όνομα του Ρόδου ξεκινά με μια εισα­γωγή που λέει «Χει­ρό­γραφο, φυσικά» και αυτό το «Χει­ρό­γραφο, φυσικά» είναι η αρχή των Λογο­δο­σμέ­νων, όπου υπο­τί­θε­ται πως έχει βρε­θεί κάποιο χει­ρό­γραφο. Δεν το αντι­λαμ­βά­νο­νται όλοι οι ανα­γνώ­στες. Κάποιοι ανα­ζη­τούν το πρω­τό­τυπο χει­ρό­γραφο από το Όνομα του Ρόδου.

Στο λύκειο είχα την πρώτη μου σημα­ντική επαφή με τη σύγ­χρονη ποί­ηση κι έτσι διά­βαζα Ουν­γκα­ρέτι, Μοντάλε… κι αυτή ήταν επί­σης μια πολύ έντονη επιρ­ροή. Τους διά­βαζα κάτω από το θρα­νίο την ώρα των μαθη­μα­τι­κών, επο­μέ­νως ήταν ανα­γνώ­σματα της επι­λο­γής μου, δεν με υπο­χρέ­ωνε κανείς. Ήμα­στε μια παρέα λιγο­στών φίλων που δια­βά­ζαμε ποί­ηση και πηγαί­ναμε σε κον­σέρτα κλα­σι­κής μου­σι­κής. Προς το τέλος του λυκείου άρχισα να δια­βάζω ξένους ποι­η­τές, τους Συμ­βο­λι­στές, από τον Μπο­ντλέρ και μετά. Το ’48 ο Έλιοτ πήρε το Νόμπελ, βγή­καν τα πρώτα άρθρα για τον Έλιοτ, πριν δεν ήξερα καν ποιος ήταν, άρχισα να δια­βάζω την Έρημη Χώρα. Μεγά­λωσα, με λίγα λόγια, δια­βά­ζο­ντας ποί­ηση. Στο Πανε­πι­στή­μιο θα έλεγα πως με επη­ρέ­α­σαν δύο συγ­γρα­φείς. Ο ένας προ­φα­νώς είναι ο Τζόις, με τον οποίο συνέ­χισα να ασχο­λού­μαι και μετά, έχω γρά­ψει μάλι­στα κι ένα βιβλίο γι’ αυτόν. Στο Πορ­τρέτο του Καλ­λι­τέ­χνη υπήρχε η ιστο­ρία μιας απο­στα­σίας κι εκείνη την περί­οδο άρχισα σιγά σιγά να εγκα­τα­λείπω την πίστη μου στη θρη­σκεία. Επο­μέ­νως ο Τζόις ήταν κάτι σαν καθρέ­φτης στον οποίο έβλεπα τη δική μου ιστο­ρία. Ο άλλος συγ­γρα­φέας, που είχα ήδη ανα­κα­λύ­ψει δια­βά­ζο­ντας τους Γάλ­λους Συμ­βο­λι­στές, ήταν ο Υσμάνς με το Là-bas. Αυτό το βιβλίο πάντοτε με συνάρ­παζε και το κου­βα­λάω πάντα ως σημείο ανα­φο­ράς σε όλα μου τα μυθι­στο­ρή­ματα, υπάρ­χει στο τελευ­ταίο μου βιβλίο, στο προ­τε­λευ­ταίο, παντού. Και μετά ήταν όλες οι άλλες ανα­κα­λύ­ψεις. Προς το τέλος του Πανε­πι­στη­μίου η μεγάλη παρέα των Αμε­ρι­κα­νών, ο Σκοτ Φιτζέ­ραλντ και οι άλλοι. Την εποχή του Πανε­πι­στη­μίου για εμένα σημα­ντι­κός υπήρξε επί­σης ο Τόμας Μαν».

«Από τους σύγ­χρο­νους Ιτα­λούς επη­ρε­ά­στηκα πολύ από τον Παβέζε. Μετά αγά­πησα πολύ τον Καλ­βίνο και γίναμε φίλοι. Έβγαζα τα βιβλία μου στον ίδιο εκδο­τικό με τον Μορά­βια τον οποίο επί­σης διά­βαζα συστη­μα­τικά».

Για την Ομάδα 63 [Στη δεκα­ε­τία του ’60 δημιουρ­γεί με άλλους συγ­γρα­φείς και καλ­λι­τέ­χνες την Ομάδα 63, ένα πρω­το­πο­ριακό για την Ιτα­λία κίνημα]: «Καταρ­χήν ήταν μια επα­νά­σταση ενά­ντια σε παγιω­μέ­νες συνή­θειες. Οι πιο μεγά­λοι σε ηλι­κία Ιτα­λοί συγ­γρα­φείς, ίσως ανα­γκα­σμέ­νοι από τον φασι­σμό, συνή­θι­ζαν να ζουν σε μικρές κλί­κες. Συνα­ντιού­νταν το βράδυ στα καφέ χωρίς να εκτί­θε­νται ποτέ δημο­σίως. Ζού­σαν πολύ μεταξύ τους και προ­στά­τευε ο ένας τον άλλον. Η γενιά μας υιο­θέ­τησε το πρό­τυπο της γερ­μα­νι­κής Ομά­δας 47 όπου συνα­ντιού­νταν, ο καθέ­νας διά­βαζε τα κεί­μενά του και έκανε σφο­δρή κρι­τική στα κεί­μενα του άλλου. Ήταν μια αλλαγή προ­ο­πτι­κής. Επι­πλέον ήταν μια γενιά την οποία ο Αρμπα­ζίνο είχε απο­κα­λέ­σει «η γενιά της εκδρο­μής στο Κιάσο», την πρώτη πόλη της Ελβε­τίας πάνω από τη Βόρεια Ιτα­λία. Πολ­λές φορές οι συγ­γρα­φείς της παλιάς γενιάς έλε­γαν: μα εμείς ζού­σαμε υπό φασι­στικό καθε­στώς, δεν μπο­ρού­σαμε να ξέρουμε τους μεγά­λους ξένους συγ­γρα­φείς: αυτό δεν ήταν αλή­θεια, γιατί οι καλοί συγ­γρα­φείς όπως ο Παβέζε ή ο Μοντάλε ή ο Βιτο­ρίνι, γνώ­ρι­ζαν πολύ καλά τους ξένους συγ­γρα­φείς. Ο Αρμπα­ζίνο είχε γρά­ψει ένα ωραίο άρθρο λέγο­ντας ότι αν έμπαι­ναν στο αυτο­κί­νητο και πήγαι­ναν στο Κιάσο, στα βιβλιο­πω­λεία θα έβρι­σκαν τα πάντα, ό,τι ήθελε κανείς. Επο­μέ­νως εμείς ήμα­σταν η γενιά της «εκδρο­μής στο Κιάσο», με μια πιο διε­θνή μόρ­φωση, πολλά περισ­σό­τερα διε­θνή πρό­τυπα. Μετά υπήρχε το πει­ρα­μα­τικό ερέ­θι­σμα, κατά της ερμη­τι­κής ποί­η­σης, κατά του παρα­δο­σια­κού μυθι­στο­ρή­μα­τος – αυτού που ονο­μά­ζαμε «παρη­γο­ρη­τικό» διότι στο τέλος τα πάντα τελεί­ω­ναν αισιό­δοξα. Φτά­σαμε μάλι­στα στο σημείο κάποιοι συγ­γρα­φείς να γρά­φουν δυσκο­λο­διά­βα­στα μυθι­στο­ρή­ματα ή να φτά­νουν στη λευκή σελίδα όπως στη μου­σική φτά­ναμε στη σιωπή του Τζον Κέιτζ ή στη ζωγρα­φική στον λευκό καμβά ή όπως στο θέα­τρο φτά­ναμε στην άδεια σκηνή. Αυτός είναι ο λόγος που κάποια στιγμή η Ομάδα 63, όπως γενι­κό­τερα όλα τα πρω­το­πο­ριακά κινή­ματα, έπρεπε να δια­λυ­θεί, γιατί δεν μπο­ρείς να πας πέρα από τη λευκή σελίδα. Εγώ εκείνη την εποχή έγραφα μελέ­τες για τον Τζόις, για τη noye music κ..ά. αλλά δεν έγραφα λογο­τε­χνία. Και με ρωτού­σαν γιατί δεν γράφω κι εγώ ένα μυθι­στό­ρημα ή ένα διή­γημα, κι εγώ απα­ντούσα πως αν έπρεπε να το γράψω, θα έπρεπε να είναι μια συρ­ραφή, ένα κολάζ από τα παλιά μυθι­στο­ρή­ματα του Σαλ­γκάρι, κι αυτό δεν γίνε­ται. Όταν έγινε η νέα επα­νά­σταση, ο επο­νο­μα­ζό­με­νος μετα­μο­ντερ­νι­σμός, συνει­δη­το­ποί­ησα ότι μπο­ρούσα να διη­γηθώ ένα μυθι­στό­ρημα κάνο­ντας ειρω­νι­κούς υπαι­νιγ­μούς σε ολό­κληρο το σύμπαν της προ­γε­νέ­στε­ρης λογο­τε­χνίας. Και όταν κάθε τόσο κάποιος μου λέει πως όταν άρχι­σες να γρά­φεις μυθι­στο­ρή­ματα, έκα­νες εντέ­λει το αντί­θετο απ’ ό,τι πρέ­σβευε η Ομάδα 63, η απά­ντησή μου είναι: αν δεν υπήρχε η Ομάδα 63 δεν θα μπο­ρούσα να γράψω τα μυθι­στο­ρή­ματά μου έτσι όπως τα έχω γρά­ψει».

Για την Ευρώπη:

«Στην πραγματικότητα, ένα από τα πλεονεκτήματα της Ευρώπης είναι ότι ο πρόεδρος της Γερμανίας Christian Wulff και ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Mariano Rajoy, τους οποίους δε γνωρίζω, μου εύχονται στα γενέθλια μου. Αφού σκοτωθήκαμε αναμεταξύ μας για πολλά χρόνια, είμαστε πλέον Ευρωπαίοι με βάση τον πολιτισμό.»

«Αντιμέτωποι με την κρίση χρέους της Ευρώπης, και μιλάω ως κάποιος που δε ξέρει τίποτα για την οικονομία, πρέπει να θυμηθούμε ότι μόνο ο πολιτισμός, εκτός από τον πόλεμο, αποτελεί την ταυτότητα μας. Για αιώνες, Γάλλοι, Ιταλοί, Γερμανοί, Ισπανοί, Άγγλοι σκοτώνονταν αναμεταξύ τους. Βρισκόμαστε σε ειρήνη τα τελευταία εβδομήντα χρόνια και κανείς δεν παρατηρεί αυτό το αριστούργημα πλέον. Φανταστείτε σήμερα ότι αν ξεσπούσε ένας πόλεμος ανάμεσα στην Ισπανία και τη Γαλλία ή ανάμεσα στην Ιταλία και τη Γερμανία, αυτό θα προκαλούσε μόνο ιλαρότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ανάγκη τον εμφύλιο πόλεμο για να ενωθούν πραγματικά. Ελπίζω ότι ο πολιτισμός και η αγορά μάς αρκούν.»

«Το 2012, η ευρωπαϊκή ταυτότητα είναι διαδεδομένη, αλλά “shallow” (ρηχή) – χρησιμοποιώ αυτή την αγγλική λέξη, η οποία δεν είναι ακριβώς ίδια με την ιταλική λέξη superficiale (επιφανειακή) και βρίσκεται ανάμεσα από τη λέξη “surface” (επιφάνεια) και τη λέξη “deep” (βάθος). Πρέπει να μετατρέψουμε την ευρωπαϊκή μας ταυτότητα σε κάτι πιο βαθύ, πριν η κρίση την καταστρέψει.

Οι οικονομικές εφημερίδες αναφέρουν ελάχιστα το πρόγραμμα διαπανεπιστημιακών ανταλλαγών Erasmus, αλλά το Erasmus δημιούργησε την πρώτη γενιά των νέων Ευρωπαίων. Για μένα, είναι μια γενετική επανάσταση: ένας νέος Καταλανός συναντά μια νέα Φλαμανδή, ερωτεύονται, παντρεύονται και γίνονται Ευρωπαίοι, όπως και τα παιδιά τους. Αυτό το πρόγραμμα θα έπρεπε να είναι υποχρεωτικό, όχι μόνο για τους φοιτητές αλλά και για τους οδηγούς ταξί, τους υδραυλικούς, τους εργάτες. Θα περνούσαν έτσι ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να μπορέσουν να ενταχθούν.»

Η ιδέα είναι ελκυστική, αλλά στις πιο δημοφιλείς γερμανικές εφημερίδες όπως και στα λαϊκά κόμματα σχεδόν παντού, στη Φιλανδία, στην Ουγγαρία, στην Ιταλία ή στη Γαλλία, την ευρωπαϊκή υπερηφάνεια διαδέχεται ο λαϊκισμός και η εχθρότητα προς τις άλλες χώρες της Ένωσης. «Για αυτό χαρακτηρίζω την ταυτότητά μας ως “shallow” (ρηχή). Οι ιδρυτές της Ευρώπης, Konrad Adenauer, Alcide De Gasperi, Jean Monnet ίσως είχαν ταξιδέψει λιγότερο – ο De Gasperi μιλούσε μόνο γερμανικά επειδή είχε γεννηθεί στην Αυστρο – Ουγγαρική αυτοκρατορία – και δεν είχαν ίντερνετ για να διαβάσουν ξένο τύπο. Η Ευρώπη που δημιούργησαν ήταν μια αντίδραση στον πόλεμο και έτσι μοιράστηκαν πόρους για να οικοδομήσουν την ειρήνη. Σήμερα, πρέπει να εργαστούμε για τη δημιουργία μιας βαθιάς και ουσιαστικής ταυτότητας.»

«Στο παρελθόν μας βρίσκουμε την Αφροδίτη αλλά και τον Εσταυρωμένο, τη Βίβλο και τη νορβηγική μυθολογία, τα οποία θυμόμαστε με το έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου ή μέσα από τις γιορτές της Αγίας Λουκίας, του Αγίου Νικολάου και του Αϊ Βασίλη. Η Ευρώπη είναι μία ήπειρος που θα έπρεπε να συγχωνεύει πολλές ταυτότητες χωρίς να τις συγχέει. Με αυτή την ιδιότητα, που θα την χαρακτήριζα μοναδική, σκιαγραφεί το μέλλον της. Όσον αφορά τη θρησκεία, απαιτείται προσοχή. Πολλοί είναι αυτοί που δεν ακολουθούν τη μάζα, αλλά υποκύπτουν ωστόσο σε προλήψεις. Και πολλοί αυτοί που δεν ασχολούνται και κουβαλούν την εικόνα του Padre Pio στο πορτοφόλι τους.»

«Με όλα της τα μειονεκτήματα, η παγκόσμια αγορά καθιστά τον πόλεμο λιγότερο πιθανό, ακόμη και ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Δε θα υπάρξουν ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης σύμφωνα με το αμερικανικό μοντέλο, μια χώρα με μία κοινή γλώσσα (ακόμη και αν στην Αμερική, τα γερμανικά απειλούσαν την κυριαρχία των αγγλικών, που σήμερα δέχονται επίθεση από τα ισπανικά). Έχουμε πάρα πολλές γλώσσες και κουλτούρες, και αυτό το ένθετο (“Europa”, που δημοσιεύεται από έξι ευρωπαϊκές εφημερίδες) είναι μια αξιόλογη πρωτοβουλία και μόνο, επειδή μία “μοναδική” ευρωπαϊκή εφημερίδα αποτελεί για την ώρα ουτοπία. Το διαδίκτυο μας φέρνει αντιμέτωπους με τους άλλους και ακόμη και αν δε διαβάζουμε τον ρωσικό τύπο, μπορούμε να συμβουλευτούμε ρωσικές ιστοσελίδες και να έχουμε επίγνωση για την ύπαρξη άλλων. Συνεχίζω να πιστεύω ότι από τη Λισαβόνα μέχρι τη Βαρσοβία η απόσταση δεν είναι μεγαλύτερη από το Σαν Φρανσίσκο μέχρι τη Νέα Υόρκη. Θα παραμείνουμε μια ομοσπονδία, αλλά άρρηκτη.»

Για την τεχνολογία:

«Άρχισα να χρη­σι­μο­ποιώ υπο­λο­γι­στή έξι μήνες αφό­του μπήκε στην αγορά. Το ’83 μεσο­λά­βησα και η Ολι­βέτι χάρισε δέκα υπο­λο­γι­στές στο πανε­πι­στή­μιο κι έβαλα να κάνουν μαθή­ματα στους καλύ­τε­ρους φοι­τη­τές μου. Τότε για να δου­λέ­ψει κανείς στον υπο­λο­γι­στή έπρεπε να ξέρει γλώσ­σες προ­γραμ­μα­τι­σμού, την Basic, την Pascal. Τώρα όλα γίνο­νται με τα εικο­νί­δια των Windows. Τότε έπρεπε να σκέ­φτε­σαι. Είναι αλή­θεια πως ήμουν από τους πρώ­τους που έδειξε ενδια­φέ­ρον γι’ αυτό το θέμα».

Για «το μέλ­λον της πλη­ρο­φο­ρι­κής»: «Σ’ αυτά τα θέματα δεν μπορώ να μιλήσω για αισιο­δο­ξία ή απαι­σιο­δο­ξία. Αισιό­δο­ξοι έπρεπε να είμα­στε με τη «γέν­νηση» του αυτο­κι­νή­του. Σκε­φτείτε πόσοι άνθρω­ποι σώθη­καν επειδή τους μετέ­φε­ραν αμέ­σως στο νοσο­κο­μείο, πόσοι άνθρω­ποι ταξί­δε­ψαν και γνώ­ρι­σαν τον κόσμο. Αλλά και πόσοι πέθα­ναν από τα τοξικά καυ­σα­έ­ρια, από τα αυτο­κι­νη­τικά ατυ­χή­ματα. Το ίδιο πράγμα είναι και οι υπο­λο­γι­στές».

«Μνή­μη φυλαγ­μέ­νης μέσα σ’ ένα κουτί»: «Με φοβί­ζει το ότι δεν υπάρ­χει μνήμη σ’ ένα κουτί. Υπάρ­χει μια τερά­στια κοσμική μνήμη που κυκλο­φο­ρεί στο δια­δί­κτυο η οποία μετα­τρέ­πε­ται, εμπλου­τί­ζε­ται, φτω­χαί­νει από μέρα σε μέρα. Το πρό­βλημα του ίντερ­νετ είναι πώς να φιλ­τρά­ρει τα αξιό­πι­στα και ενδια­φέ­ρο­ντα πράγ­ματα σ’ αυτήν την τερά­στια κλη­ρο­νο­μιά. Διότι με τον γρα­πτό πολι­τι­σμό έχουμε διαρ­κώς κέντρα που εγγυώ­νται το αλη­θές του λόγου, π.χ. την Εγκυ­κλο­παί­δεια Μπρι­τά­νικα. Μπο­ρεί να κάνει λάθος καμιά φορά, αλλά αν ψάχνεις πόσους κατοί­κους έχει το Μπα­γκλα­ντές, πάνω κάτω θα σ’ το πει σωστά. Ή οι εκδό­σεις του Πανε­πι­στη­μίου Κολού­μπια: σκέ­φτε­σαι ότι πριν εκδώ­σουν ένα φιλο­σο­φικό βιβλίο, έχει δια­βα­στεί πρώτα από τρία τέσ­σερα άτομα κ.ο.κ. Ή με κάποιες εφη­με­ρί­δες: εμπι­στεύ­ο­μαι πιο πολύ τους Times από μια εφη­με­ρίδα του Μέρ­ντοχ. Με το ίντερ­νετ όχι. Ακόμα και το edu που σημαί­νει education δεν σημαί­νει ότι έχει ετοι­μα­στεί από κάποιο πανε­πι­στή­μιο. Το έχει κάνει κάποιος που έχει νοι­κιά­σει ένα portal, έναν server του πανε­πι­στη­μίου. Δεν ξέρεις ποτέ αν η είδηση που σου δίνε­ται, είναι σωστή ή λάθος κι επο­μέ­νως υπάρ­χει τερά­στιος κίν­δυ­νος να χάσεις τον έλεγχο της είδη­σης. Αυτό είναι το ίντερ­νετ. Την ίδια στιγμή όμως το ίντερ­νετ επι­τρέ­πει στους νέους της Βόρειας Αφρι­κής να απο­κτή­σουν κοινή με εμάς πολι­τική ευαι­σθη­σία, επι­τρέ­πει στους Κινέ­ζους να κατα­λά­βουν πράγ­ματα που η λογο­κρι­σία δεν τους άφηνε να δια­βά­σουν. Όπως το αυτο­κί­νητο που μπο­ρεί να σώσει μια ζωή αλλά και να σκο­τώ­σει μια άλλη. Το μεγάλο πρό­βλημα του δια­δι­κτύου είναι ποιος θα διδά­ξει στα παι­διά μας πώς φιλ­τρά­ρο­νται οι ειδή­σεις στο ίντερ­νετ. Διότι το αυριανό σχο­λείο δεν θα διδά­σκει ποιος ήταν ο Πλά­τω­νας, γιατί θα σε ενη­με­ρώ­νει γι’ αυτό το ίντερ­νετ. Το θέμα είναι πώς θα φιλ­τρά­ρεις τις ειδή­σεις. Και είναι μια τεχνική που κανείς δεν γνω­ρί­ζει ακόμα. Την γνω­ρί­ζουμε απο­σπα­σμα­τικά: αν εγώ ψάξω μια είδηση φιλο­σο­φίας ή σημειω­τι­κής, μπορώ να κατα­λάβω το αξιό­πι­στο site από το site που έχει φτιά­ξει κάποιος τρε­λός· ένα δωδε­κά­χρονο παιδί όμως όχι. Πρέ­πει να επε­ξερ­γα­στούμε άλλες τεχνι­κές που κάποιοι από εμάς έχουν μάθει, δηλαδή δεν παίρ­νεις ποτέ από το ίντερ­νετ μια είδηση από μία και μόνο πηγή αλλά συγκρί­νεις πέντε. Αν στη μία υπάρ­χει λάθος, μπο­ρείς να το συγκρί­νεις με τις άλλες. Όπως πρό­σφατα έπρεπε να μιλήσω για το ταξίδι του Μάρκο Πόλο και στη wikipedia γρά­φει ότι έμεινε στην Κίνα δεκα­ε­πτά χρό­νια. Πέντε άλλα sites έγρα­φαν είκοσι επτά. Πέντε σωστά ένα λάθος. Μετά το αντι­πα­ρα­βάλ­λεις με ολό­κληρο το κεί­μενο του Μάρκο Πόλο, το Μιλιόνε, και βλέ­πεις ότι είναι είκοσι επτά τα χρό­νια. Αυτό όμως χρειά­ζε­ται κόπο και δεξιό­τητα. Πώς το μαθαί­νουμε στους νέους; Ίσως πρέ­πει να κάνουμε αυτό που έκα­ναν κάποτε οι νεα­ροί καλ­λι­τέ­χνες που πήγαι­ναν στα εργα­στή­ρια κι έβλε­παν πώς δου­λεύει, πώς σχε­διά­ζει ο ζωγρά­φος και σιγά σιγά μάθαι­ναν. Οι νέοι πρέ­πει να είναι δίπλα στον έμπειρο δάσκαλο και να σερ­φά­ρουν στο ίντερ­νετ για ώρες και να βλέ­πουν πώς ο δάσκα­λος ελέγ­χει τις ειδή­σεις. Άραγε μπο­ρεί να το κάνει αυτό το αυριανό σχο­λείο; Δεν νομίζω. Αυτά είναι τα πραγ­μα­τικά σοβαρά προ­βλή­ματα του δια­δι­κτύου».

Για το «αν οι υπο­λο­γι­στές θα αλλά­ξουν τον τρόπο με τον οποίο δια­βά­ζουμε και γρά­φουμε»: «Κάποτε ο Άγιος Αυγου­στί­νος συνά­ντησε τον Άγιο Αμβρό­σιο και έμεινε έκπλη­κτος γιατί ο άνθρω­πος αυτός διά­βαζε χωρίς να κου­νάει το στόμα του. Αυτό σημαί­νει ότι μέχρι τον 4ο αιώνα ο κόσμος για να δια­βά­σει συλ­λά­βιζε μεγα­λό­φωνα και ότι, σιγά σιγά, την εποχή του Αγίου Αμβρο­σίου, άρχισε να δημιουρ­γεί­ται μια και­νούρ­για γενιά που διά­βαζε όπως εμείς. Όταν μετά βγήκε το τυπω­μένο βιβλίο, ενώ με το χει­ρό­γραφο ο κόσμος διά­βαζε αργά γιατί υπήρ­χαν οι συντο­μο­γρα­φίες, δεν έγρα­φαν omnium αλλά om με ένα σημάδι, με το τυπω­μένο βιβλίο άρχι­σαν να δια­βά­ζουν πιο γρή­γορα. Όλες αυτές ήταν επα­να­στά­σεις αλλά τελικά ο Άγιος Αμβρό­σιος μπο­ρούσε και διά­βαζε μια χαρά χωρίς να μιλάει. Ο Λού­θη­ρος κατά­φερε να μετα­φρά­σει ολό­κληρη τη Βίβλο με το τυπω­μένο βιβλίο κι έτσι μπο­ρεί και οι νέες γενιές να απο­κτή­σουν άλλα μέσα ανά­γνω­σης. Σκε­φτείτε πως αν ο παπ­πούς μας έπρεπε να οδη­γή­σει ένα αυτο­κί­νητο με τις ταχύ­τη­τες που ανα­πτύσ­σουμε σήμερα, θα σκο­τω­νό­ταν μετά από πέντε λεπτά γιατί η αίσθηση που είχε για την ταχύ­τητα ήταν πολύ δια­φο­ρε­τική. Δεν ήταν συνη­θι­σμέ­νος να βλέ­πει τα πράγ­ματα από το αερο­πλάνο ο παπ­πούς, ή ο προ­πάπ­πους μου από το τρένο. Επο­μέ­νως η ταχύ­τητα αντί­λη­ψης είναι τελείως δια­φο­ρε­τική».

Για «τα ηλε­κτρο­νικά βιβλία»: «Προς το παρόν οι στα­τι­στι­κές δεν είναι και πολύ ενθαρ­ρυ­ντι­κές. Πωλού­νται περισ­σό­τερα έντυπα βιβλία παρά e-book. Κατά δεύ­τε­ρον θα πρέ­πει να δούμε πώς εξε­λίσ­σε­ται η αντί­ληψη των νέων γενιών. Για μένα φυσικά είναι προ­τι­μό­τερο να δια­βά­ζουμε ένα έντυπο βιβλίο παρά ένα e-book, αλλά δεν μπο­ρούμε να απο­κλεί­σουμε ότι θα συμ­βεί το αντί­θετο με τα εγγό­νια μου. Τρί­τον υπάρ­χει η φυσική επαφή με το βιβλίο, με το χαρτί… Θέλω να πω με τα e-book αν μείνω από μπα­τα­ρία και βρί­σκο­μαι σε μια βάρκα, δεν μπορώ να δια­βάσω, ενώ με το βιβλίο… Επο­μέ­νως το έντυπο βιβλίο είναι ακόμα ένα από τα πιο βολικά συστή­ματα μετα­φο­ράς πλη­ρο­φο­ριών. Το τελευ­ταίο είναι ότι δεν έχουμε τις επι­στη­μο­νι­κές απο­δεί­ξεις για το πόσο διαρ­κεί ένα ηλε­κτρο­νικό αρχείο. Έχουμε την επι­στη­μο­νική από­δειξη ότι ένα έντυπο βιβλίο μπο­ρεί να ζήσει πεντα­κό­σια χρό­νια γιατί έχουμε στις βιβλιο­θή­κες μας τα χει­ρό­γραφα, από τα μέσα του 1400, που είναι ακόμα εκεί με εκείνο το χαρτί, πολύ πιο ωραίο από τα δικά μας βιβλία. Ενώ σε ό,τι αφορά τα floppy disc, τις δισκέ­τες δεν ξέρουμε πόσο διαρ­κούν, γιατί εκτός των άλλων οι σημε­ρι­νοί υπο­λο­γι­στές δεν δια­βά­ζουν πια τις δισκέ­τες. Δεν ξέρουμε αν διαρ­κούν πεντα­κό­σια χρό­νια. Υπο­πτευό­μα­στε ότι απο­μα­γνη­τί­ζο­νται μέσα σε πενή­ντα χρό­ναι».

Για την είδηση στα ηλε­κτρο­νικά μέσα και αν αυτή η αμεσότητα θα προ­κα­λέ­σει τον θάνατο των κλα­σι­κών εφη­με­ρί­δων»: «Αυτό πάντα συνέ­βαινε. Όταν εφευ­ρέ­θηκε το ραδιό­φωνο, ο κόσμος μάθαινε τις ειδή­σεις νωρί­τερα σε σχέση με τις εφη­με­ρί­δες και χάρη στο ραδιό­φωνο μάθαι­ναν τις ειδή­σεις ακόμα και άνθρω­ποι που δεν ήξε­ραν ανά­γνωση. Αυτό όμως δεν συνέ­βαλε ώστε το ραδιό­φωνο να σκο­τώ­σει τις εφη­με­ρί­δες. Έτσι ακρι­βώς όπως η φωτο­γρα­φία δεν σκό­τωσε τη ζωγρα­φική, το αυτο­κί­νητο δεν σκό­τωσε το ποδή­λατο, το αερο­πλάνο δεν σκό­τωσε το τρένο, σήμερα μάλι­στα το τρένο ίσως και να σκο­τώ­νει το αερο­πλάνο. Επο­μέ­νως, δεν πρέ­πει να θεω­ρούμε ποτέ ότι ένα και­νούρ­γιο μέσο θα αφα­νί­σει το προη­γού­μενο. Θα βρε­θούμε σε μια ανά­μει­κτη κατά­σταση στην οποία πιθα­νώς να ψάχνω στο iPad την είδηση της εφη­με­ρί­δας, στο e-book θα έχω περά­σει τις εγκυ­κλο­παί­δειες ή τις βιβλιο­γρα­φίες, αλλά όταν θα θέλω να δια­βάσω ένα αστυ­νο­μικό μυθι­στό­ρημα πιθα­νό­τατα θα παίρνω το έντυπο βιβλίο και θα κάθο­μαι κάτω από το δέντρο».

Για την κρίση στον Τύπο, και ειδικά στις εφη­με­ρί­δες: «Τα καθη­με­ρινά έντυπα είναι αυτά που αναμ­φί­βολα βιώ­νουν τη μεγα­λύ­τερη κρίση γιατί είναι αλή­θεια πως αν πρέ­πει να τρέξω να πάρω το τρένο και δεν προ­λα­βαίνω να πάρω εφη­με­ρίδα, με το iPad μπορώ να τη δια­βάσω. Αν είμαι στην παρα­λία ή κάπου που φυσάει και ο αέρας μου πάρει την εφη­με­ρίδα, με το iPad δεν έχω πρό­βλημα. Όταν μεγα­λώ­νουμε και έχουμε πρε­σβυω­πία, τα γράμ­ματα της εφη­με­ρί­δας μοιά­ζουν μικρά ενώ με το iPad μπορώ να αλλάξω το μέγε­θος του κει­μέ­νου. Πιθα­νώς για κάποιες πλη­ρο­φο­ρίες το iPad… αλλά μετά σκε­φτείτε το παιδί που δεν χρειά­ζε­ται να πηγαί­νει σχο­λείο με την τσά­ντα του φορ­τω­μένη με λεξικά κ.λπ. Μπο­ρεί να έχει τα πάντα σε μια τέτοια συσκευή. Αυτό είναι μεγάλο πλε­ο­νέ­κτημα. Σκε­φτείτε έναν εισαγ­γε­λέα που πρέ­πει να ταξι­δέ­ψει με μια δικο­γρα­φία 3000 σελί­δων και πρέ­πει να κου­βα­λή­σει τις βαλί­τσες του – επο­μέ­νως είναι μεγάλη βοή­θεια για πολλά πράγ­ματα. Πάντως δεν θα αφα­νί­σει τα προη­γού­μενα συστή­ματα».

Για την μυθοπλασία και τα βιβλία του: «Εγώ είμαι σαν ένας ποδη­λά­της που παίρ­νει μέρος και σε ράλι αυτο­κι­νή­των. Δεν υπάρ­χει καμία σχέση ανά­μεσα στη μυθι­στο­ριο­γρα­φική μου δρα­στη­ριό­τητα και τη δρα­στη­ριό­τητά μου ως φιλό­σο­φου και ιστο­ρι­κού της φιλο­σο­φίας. Μετά ακο­λού­θησε η μελέτη της αισθη­τι­κής του Μεσαί­ωνα, μετά η μελέτη της ποι­η­τι­κής του Τζόις, μετά η μελέτη της πει­ρα­μα­τι­κής φόρ­μας της λογο­τε­χνίας, στη συνέ­χεια η επαφή με τη μαζική επι­κοι­νω­νία και μετά η σημειο­λο­γία. Όλα αυτά θα μπο­ρού­σαν να γίνουν κάλ­λι­στα ακόμα κι αν δεν έγραφα μυθι­στο­ρή­ματα. Λοι­πόν, αν και δεν είμαι προ­λη­πτι­κός, στο χέρι μου η γραμμή της ζωής στα­ματά στη μέση και ξαναρ­χί­ζει δίπλα μέχρι που τελειώ­νει. Λες κι εγώ, γύρω στα σαρά­ντα πέντε μου, είχα χάσει τη μνήμη μου, παντρεύ­τηκα κάποιαν άλλη, έκανα άλλα παι­διά κι έκανα άλλη ζωή. Εν μέρει έτσι έγινε. Λίγο πριν από τα πενή­ντα μου άρχισα να γράφω ένα μυθι­στό­ρημα. Γιατί; Με ρώτη­σαν σε δέκα χιλιά­δες συνε­ντεύ­ξεις και η απά­ντηση που έδινα ήταν: εκείνη την εποχή, ένας κύριος ο οποίος είχε γευ­τεί όλες τις ικα­νο­ποι­ή­σεις που θα μπο­ρούσε να γευ­τεί, τι θα μπο­ρούσε άλλο να κάνει; Να το σκά­σει με μια Κου­βα­νέζα χορεύ­τρια και να πάει να ζήσει μια άλλη ζωή στο Ακα­πούλκο.; Επειδή κόστιζε πολύ να φύγω με μια Κου­βα­νέζα χορεύ­τρια και να πάω στο Ακα­πούλκο (άλλω­στε το Ακα­πούλκο δεν είναι και κάτι το σπου­δαίο), άρχισα να γράφω ένα μυθι­στό­ρημα. Η άλλη απά­ντηση που έδινα για να σωπά­σουν οι κακές δημο­σιο­γρα­φι­κές γλώσ­σες ήταν «επειδή έτσι γού­σταρα». Η τρίτη που θα ήθελα να δώσω είναι ότι είχα πάντα μια λογο­τε­χνική παρόρ­μηση. Σας είπα προη­γου­μέ­νως ότι από παιδί προ­σπα­θούσα να γράψω μυθι­στο­ρή­ματα. Νομίζω όμως ότι και τα δοκί­μιά μου είναι δομη­μένα με λογο­τε­χνικό τρόπο. Όταν παρου­σί­ασα την πτυ­χιακή μου πάνω στην αισθη­τική του Θωμά Ακι­νάτη, ο δεύ­τε­ρος καθη­γη­τής που θα έκρινε την εργα­σία μου, τη δημο­σί­ευσε μεν αλλά είχε μια σοβαρή ένσταση. Μου είχε πει: Ένας επι­στή­μο­νας όταν θέλει να κάνει μια έρευνα, κάνει πολ­λές υπο­θέ­σεις, κι αν κάνει κάποιο λάθος, γυρ­νάει πίσω και στο τέλος γρά­φει τα συμπε­ρά­σματά του. Εσύ όμως αφη­γή­θη­κες όλη την έρευνά σου με τις αμφι­βο­λίες και τα λάθη σου, καθώς και τα πισω­γυ­ρί­σματά σου. Κι εγώ είπα: Ναι, έχετε δίκιο ότι το έκανα έτσι αλλά έχετε ταυ­τό­χρονα άδικο ότι δεν πρέ­πει να γίνε­ται έτσι μια έρευνα. Κάθε πραγ­μα­τική έρευνα πρέ­πει να γίνε­ται σαν αστυ­νο­μικό μυθι­στό­ρημα, σαν την αφή­γηση μιας αστυ­νο­μι­κής έρευ­νας. Επο­μέ­νως πάντα έγραφα μυθι­στο­ρή­ματα ακόμα κι αν ονο­μά­ζο­νταν Ζητή­ματα αισθη­τι­κής στον Θωμά Ακι­νάτη. Κάποια στιγμή, όταν έφτασα σε κάποια φάση της ζωής μου όπου ό,τι ήθελα να κάνω, τα είχα πραγ­μα­το­ποι­ή­σει σχε­δόν όλα, είχα γρά­ψει πολλά βιβλία, είχα κάνει δύο παι­διά, είχα δική μου έδρα στο Πανε­πι­στή­μιο, άρα το μόνο που μου έμενε ήταν να το σκάσω με την Κου­βα­νέζα χορεύ­τρια, είπα γιατί να μη γράψω ένα μυθι­στό­ρημα για δική μου ευχα­ρί­στηση, σαν μια παρέν­θεση. Το μόνο που δεν ήξερα είναι ότι θα κατα­λάμ­βανε ένα τόσο μεγάλο μέρος του δεύ­τε­ρου μισού της ζωής μου».

«Όλα μου τα μυθιστορήματα είναι μυθιστορήματα ιδεών! Υπάρχουν, βλέπετε, αυτοί που δεν τα καταφέρνουν στον έρωτα, οπότε έχουν ανάγκη να βάλουν σεξ στα βιβλία τους. Και οι άλλοι που κάνουν σεξ χωρίς πρόβλημα και δεν χρειάζονται να το βάλουν στα βιβλία τους, οπότε βάζουν ιδέες. Στα μυθιστορήματά μου λοιπόν, το ερωτικό παιχνίδι γίνεται ανάμεσα στις ιδέες. Ακόμη και στον 18ο αιώνα να ζούσα, δεν θα έγραφα τις Επικίνδυνες σχέσεις αλλά τον Καντίντ

[Οι εποχές όπου τοποθετεί τα μυθιστορήματά συνομιλούν με την δική μας]:  «Ωστόσο θα μπορούσα να το κάνω αυτό ακόμη και γράφοντας για τον άνθρωπο του Νεάντερνταλ. Δώστε μου 50$ και μπορώ να σας βρω αναλογίες με οποιαδήποτε εποχή! Τι εννοώ; Ένας φιλόσοφος που ποτέ δεν αγάπησα, ο Μπενεντέτο Κρότσε, έχει πει κάτι σωστό: «κάθε ιστορία είναι μια σύγχρονη ιστορία». Όσο αντικειμενικός κι αν είσαι, δηλαδή, δεν παύεις να θέτεις ερωτήματα της δικής σου εποχής. Όσο και να σέβεται ένας ιστορικός τα ντοκουμέντα μιας άλλης εποχής, ο τρόπος που τα επιλέγει και τα ερμηνεύει απαντά στις ανησυχίες του καιρού του. Εάν λοιπόν έχεις και πολιτικούς προβληματισμούς, όπως εγώ, είναι αυτονόητο ότι θα φωτίσεις λ.χ. το θέμα της ελευθερίας και της καταπίεσης κ.ο.κ. Όταν έγραφα για τον Μεσαίωνα, εκείνο που πάνω απ’ όλα με ενδιέφερε τότε είναι ότι επρόκειτο για μια εποχή αβεβαιότητας, εποχή μεταβατική όπου άλλαζαν όλα και πρώτα οι αξίες».

Για τον ιδανικό αναγνώστη:

Για το αν διαπαιδαγωγεί τον αναγνώστη του: «Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Συνήθως το πρώτο κεφάλαιο στα μυθιστορήματά μου είναι δύσκολο, για να του επιβάλλω ένα είδος πειθαρχίας, ώστε αν δεν είναι διατεθειμένος να μπει στη δοκιμασία να μείνει σπίτι του. Αλλά από εκεί και πέρα δεν τον υποβάλλω διαρκώς σε γυμνάσια. Αν π.χ. κάποιος χαρακτήρας λέει «αμπρακαντάμπρα» δεν έχω την απαίτηση από τον αναγνώστη να καταλάβει ακριβώς τι σημαίνει αυτή η έκφραση. Μου αρκεί το ότι θα ξέρει πως κάποιος είπε «αμπρακαντάμπρα». Άλλες φορές όμως, τον βοηθάω συνειδητά χωρίς να φαίνεται. Κάποια στιγμή π.χ. στο Όνομα του Ρόδου ο καλόγερος-«ντετέκτιβ» Γουλιέλμος ντε Μπάσκερβιλ, φοράει γυαλιά και οι άλλοι μοναχοί τον κοιτάζουν σαν χαμένοι. Με αυτόν τον τρόπο πληροφορώ τον αναγνώστη ότι τα γυαλιά δεν υπήρχαν ακόμη εκείνη την εποχή. Είναι μια τεχνική για να παραξενευτεί και εντέλει να εξοικειωθεί με πράγματα που δεν γνωρίζει. Κάτι παρόμοιο κάνω όταν χρησιμοποιώ λατινικά ρητά. Παρόλα αυτά παραμένει μυστήριο το πώς εκείνο το βιβλίο, που ήταν δύσκολο, άγγιξε τόσους αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Για μένα αυτό σημαίνει ότι οι αναγνώστες δεν είναι τόσο ηλίθιοι όσο νομίζουν συνήθως οι εκδότες»

Για το αν η λογο­τε­χνία πρέ­πει να είναι εύλη­πτη από όλους: «Υπάρ­χουν εκεί­νοι που θέλουν εύκο­λες απα­ντή­σεις κι εκεί­νοι που θέλουν δύσκο­λες. Την ιστο­ρία με τον λύκο και το αρνί του Φαί­δρου, όπου ο λύκος τρώει το αρνί με τη δικαιο­λο­γία ότι του βρο­μί­ζει το νερό (ενώ το αρνί βρί­σκε­ται πάνω στο βουνό και ο λύκος είναι αυτός που βρο­μί­ζει το νερό), την κατα­λα­βαί­νουν όλοι. Αν θέλουμε όμως να την ανα­λύ­σουμε σε όλες της τις συνι­στώ­σες, είναι μια ιστο­ρία με απέ­ρα­ντο βάθος. Επο­μέ­νως μπο­ρεί να υπάρ­χουν ιστο­ρίες που μοιά­ζουν απλές και που όλοι τις κατα­λα­βαί­νουν αλλά τελικά… έτσι είναι οι μύθοι».

Για το αν ο ίδιος επιθυμεί να είναι εύλη­πτος ή όχι [Υπάρ­χουν πολ­λοί διά­ση­μοι συγ­γρα­φείς που γρά­φουν επί­τη­δες δύσκολο το πρώτο κεφά­λαιο διότι θέλουν να απο­μα­κρύ­νουν τους ανε­πι­θύ­μη­τους ανα­γνώ­στες]: Κι εγώ αυτό κάνω. Χρειά­ζε­ται για να βάζεις σε πει­θαρ­χία τον ανα­γνώ­στη. Αν δεν είσαι δια­τε­θει­μέ­νος να περά­σεις αυτή τη δοκι­μα­σία, τράβα σπίτι σου. [Όμως] Μόλις τον βάλω σε πει­θαρ­χία, στη συνέ­χεια μπορώ να τον βοη­θήσω με πολ­λούς τρό­πους, ακόμα κι όταν το μυθι­στό­ρημα μοιά­ζει να διη­γεί­ται λόγια πράγ­ματα ή δεν ξέρω τι… Γιατί υπάρ­χουν τόσες λατι­νι­κές λέξεις; Μα ο ανα­γνώ­στης δεν ξέρει λατι­νικά. Και τι με νοιά­ζει εμένα; Μήπως γράφω γι’ αυτούς που ξέρουν λατι­νικά; Γράφω γι’ αυτούς που δεν ξέρουν και ακούνε κάτι το μυστη­ριώ­δες. Μου λένε: Μα εγώ ανα­γκά­στηκα να ψάξω στο λεξικό. Κακώς, δεν έπρεπε. Όταν σ’ ένα μυθι­στό­ρημα γρά­φεις άμπρα-κατάμπρα, δεν θέλεις να ξέρει ο κόσμος τι σημαί­νει άμπρα-κατάμπρα. Θέλεις να ξέρει ότι κάποιος είπε άμπρα-κατάμπρα. Άλλες φορές, αν και δεν φαί­νε­ται ότι βοη­θάω τον ανα­γνώ­στη, τον βοηθώ πάρα πολύ. Στο Όνομα του Ρόδου ο Γου­λιέλ­μος Μπά­σκερ­βιλ κάποια στιγμή βγά­ζει κάτι από το δισάκι του που κατα­λα­βαί­νουμε αμέ­σως ότι είναι γυα­λιά. Και όλοι οι μονα­χοί γύρω του μένουν έκπλη­κτοι. Με αυτόν τον τρόπο έχω πλη­ρο­φο­ρή­σει τον ανα­γνώ­στη ότι τα γυα­λιά μόλις είχαν ανα­κα­λυ­φθεί εκείνη την εποχή χωρίς να του το πω ευθέως. Το παρά­ξενο είναι ότι ενώ γράφω δύσκολα βιβλία, με πολ­λές λατι­νι­κές φρά­σεις…»

Για τα δύσκολα βιβλία αυτά που­λάνε εκα­τομ­μύ­ρια αντί­τυπα: «Προ­φα­νώς οι ανα­γνώ­στες δεν είναι τόσο ηλί­θιοι όσο νομί­ζουν οι εκδό­τες. Στα έξι δισε­κα­τομ­μύ­ρια κατοί­κων του πλα­νήτη υπάρ­χει ένα γεν­ναίο ποσο­στό ανα­γνω­στών που δεν θέλει εύκολα βιβλία».

Για το ποια είναι η πρώτη του προ­τε­ραιό­τητα: «Να διη­γηθώ μια ιστο­ρία. Ξέρετε ότι σε κάποια θεω­ρη­τικά βιβλία μου μίλησα πολύ για τη δημιουρ­γία του αναγνώστη-προτύπου. Ένας συγ­γρα­φέας δεν γρά­φει για νοι­κο­κυ­ρές, για σιδη­ρο­δρο­μι­κούς υπαλ­λή­λους ή για λοχίες. Γρά­φει για τον ανα­γνώ­στη που ο ίδιος πλά­θει τη στιγμή της ανά­γνω­σης: εκείνη τη στιγμή θα ήθελα ο ανα­γνώ­στης μου να γίνει σαν κι εμένα. Μα πώς; Μόλις έδωσα ένα παρά­δειγμα με τα γυα­λιά. Δημιουργώ έναν ανα­γνώ­στη ικανό να κατα­λά­βει ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρ­χαν γυα­λιά. Τον χτί­ζεις βήμα βήμα και αν αυτό έχει απο­τέ­λε­σμα, έχει καλώς, αν όχι, κακώς. Πρό­σφατα έγραψα ότι υπάρ­χουν ανα­γνώ­στες ανί­κα­νοι να ανα­γνω­ρί­σουν τη μυθο­πλα­σία και απο­δί­δουν στον συγ­γρα­φέα τις από­ψεις των ηρώων του. Επο­μέ­νως δεν δια­βά­ζουν σωστά. Μου λένε γιατί είπατε το τάδε πράγμα; Εγώ; Δεν το είπα ποτέ, ο ήρωάς μου το είπε. Υπάρ­χουν ανα­γνώ­στες που δεν μπο­ρούν να κάνουν αυτή τη δια­φο­ρο­ποί­ηση. Είναι κακοί ανα­γνώ­στες κι εγώ έχω απο­τύ­χει γιατί δεν τους έπλασα έτσι όπως ήθελα. Είμαι ένας συγ­γρα­φέας που μπο­ρεί τα βιβλία του να που­λάνε πολύ αλλά μιλάει σ’ ένα πολύ μικρό­τερο ποσο­στό ανα­γνω­στών. Οι άλλοι είναι αυτοί που απλώς αγο­ρά­ζουν το βιβλίο, τι να κάνουμε;»

eco-parthenon

Η σχέση του με την Ελλάδα:

Ο Έκο μιλούσε Αρχαία Ελληνικά και κατ’ επανάληψη έλεγε πώς πάντοτε «ονειρεύεται να επιστρέφει στην Ελλάδα».

Ο Σταυρός των Δωδεκανήσων με τον οποίο τιμήθηκε στο σπήλαιο της Πάτμου ήταν η συνεχής αναφορά του σε κάθε βράβευση [«Πρέπει να παραδεχτώ πως συγκινήθηκα όταν μου απένειμαν στην Ελλάδα τον σταυρό της Δωδεκανήσου, στην Πάτμο, μέσα στο σπήλαιο που ο Ιωάννης έγραψε την «Αποκάλυψη»] και η σκιά του νησιού όπου έγραψε την «Αποκάλυψή» του ο Ιωάννης υπήρξε εμφανής στο έργο του. Όχι μονάχα στη δική του «Αποκάλυψη του Ιωάννη» [Παρατηρητής, 1995] αλλά και στα δυο από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματά του: Στο «Όνομα του Ρόδου» και στο «Κοιμητήριο της Πράγας». Και στα δυο, το μεγάλο μοναστήρι της Πάτμου τοποθετούσε ως κέντρο και πλαίσιο. Και ειδικότερα «Το μυστήριο στο «Ονομα του Ρόδου» έγκειται στο ότι οι μοναστηριακές αρχές θέλουν να κρατήσουν στην αφάνεια ένα από τα κείμενα του Αριστοτέλη. Το «Περί Κωμωδίας». Ο Εκο μιλά για μια θρησκευτική αντίληψη που εχθρεύεται τη χαρά του ανθρώπου, γιατί η χαρά, το γέλιο, το σκώμμα, είναι προϊόντα ανησυχίας και εργαλεία διολίσθησης προς την αναρχική, ανατρεπτική αμφιβολία. Και η Τάξη των Πραγμάτων δεν πρέπει να τα επιτρέπει αυτά».

Αλλά με το «Όνομα του Ρόδου» ο Έκο επιχειρεί και επιτυγχάνει πολλά περισσότερα, αποδεικνύοντας κατά κάποιον τρόπο όπως γράφει ο Αναστάσιος Βιστωνίτης «Πώς ο δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι στην πραγματικότητα, ακόμη και σήμερα, ο μεγάλος δάσκαλος της Ευρώπης»: «Το 1980 κυκλοφόρησε στην Ιταλία ένα μυθιστόρημα που θα γινόταν μέσα σε λίγα χρόνια μία από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιτυχίες. Μία τριετία αργότερα εκδόθηκε και στις ΗΠΑ, όπου επέτυχε το σχεδόν αδιανόητο για βιβλίο ξένου συγγραφέα: επί 150 και πλέον εβδομάδες παρέμεινε στον κατάλογο ευπώλητων των «New York Times». Τίτλος του, «Το όνομα του ρόδου» και συγγραφέας του ο Ουμπέρτο Εκο.

Ήταν ένα μυθιστόρημα ασυνήθιστο και η επιτυχία του, λένε, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη σοφή αστυνομική πλοκή του, στο ότι οι χαρακτήρες του είναι τόσο φανταστικά όσο και πραγματικά πρόσωπα, δίνοντάς μας μια εντυπωσιακή εικόνα της μεσαιωνικής Ευρώπης μέσω της μυθοπλασίας. Πέραν όμως αυτών, με το βιβλίο του ο ευφυέστατος Ιταλός είχε την ευκαιρία, διεισδύοντας στη μεσαιωνική σκέψη, να μας παρουσιάσει τη μέθοδο των σχολαστικών: του Φραγκίσκου της Ασίζης, του Θωμά Ακινάτη και άλλων, δηλαδή εκείνων που μελέτησαν και ερμήνευσαν το έργο του Αριστοτέλη. Άλλωστε, η υπόθεση του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στις αρχές του 14ου αιώνα σε ένα μοναστήρι Βενεδικτίνων, στο οποίο βρισκόταν το χαμένο χειρόγραφο του δεύτερου μέρους της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη – ενώ το διασωζόμενο πρώτο αναφέρεται στην τραγωδία, το δεύτερο αφορά την κωμωδία.

Το εύρημα του Έκο έχει λογική βάση. Στο διασωζόμενο χειρόγραφο περιέχεται η νύξη ότι υπάρχει και μια δεύτερη μελέτη, για την κωμωδία. Και αυτό είχε προκαλέσει πλήθος από εικασίες μέσα στους αιώνες.

Πέρα από αυτά τα συναρπαστικά, προκύπτει και ένα άλλο συμπέρασμα: ότι η Ευρώπη καθ” όλη τη διάρκεια του ύστερου Μεσαίωνα υπήρξε αριστοτελική. Αλλά σε μεγάλο βαθμό και αργότερα, ως τα τέλη του 16ου αιώνα, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο καθένας αν ανατρέξει στις σχετικές μελέτες».

Όμως ο Έκο συχνά μιλούσε και γι’ άλλα. Εκτός από την αρχαία ελληνική Γραμματεία και για την αρχαία Ελληνική μυθολογία και αρχαία ελληνική Τραγωδία, και ιδιαίτερα για την Μήδεια. Την οποία θεωρούσε πολλά: σπουδή στην γυναικεία και στην ανθρώπινη φύση, στον έρωτα, στην παραφορά, στη ζήλια…

Ο Έκο και το παιδικό βιβλίο:

«Ο Ουμπέρτο Έκο δίδαξε σε πολλά πανεπιστήμια και έγραψε για τους φοιτητές του εξαιρετικά δύσκολα βιβλία που ίσως να μη διαβάσετε ποτέ – μικρό το κακό, εδώ που τα λέμε. Έπειτα έγραψε έξι μυθιστορήματα (το πιο γνωστό είναι «Το όνομα του Ρόδου») και έγινε ένας από τους πιο γνωστούς εν ζωή Ιταλούς συγγραφείς στον κόσμο. Του έχουν δώσει σε διάφορες χώρες 38 lauree ad honorem, τιμητικά διδακτορικά, με άλλα λόγια διδακτορικά που ευτυχώς δεν είσαι αναγκασμένος να μελετήσεις για να τα πάρεις, αλλά σου τα δίνουν γιατί τους αρέσουν αυτά που γράφεις. Όμως κανείς δε διάβασε ποτέ το πρώτο του διήγημα, που το έγραψε σε ηλικία δέκα χρόνων. Δομιμάστε κι εσείς να γράψετε ένα.»

Έτσι συστήνεται ο μεγάλος Ουμπέρτο Έκο στο «Οι λογοδοσμένοι» με το οποίο συμμετείχε στη σειρά SAVE THE STORY, διηγούμενος ουσιαστικά την υπόθεση του κλασικού για τα ιταλικά γράμματα έργου του Αλεσάντρο Μαντσόνι, και προτρέποντας τους νέους «αν έχετε την τύχη να μην είστε υποχρεωμένοι να το διαβάσετε, δοκιμάστε, μεγαλώνοντας, να το διαβάσετε μόνοι σας. Αξίζει τον κόπο.» (Λέει πιο πριν «πολλοί νομίζουν πως είναι ένα βαρετό βιβλίο γιατί υποχρεώθηκαν να το διαβάσουν στο σχολείο στα δεκατέσσερά τους χρόνια…»)

Κι αφού διηγείται υπέροχα την ιστορία, φροντίζοντας ενδιάμεσα να φωτίσει τις τεχνικές του συγγραφέα, στο τέλος θέτει ένα ερώτημα (ποιο είναι το ζουμί της ιστορίας;) και επιχειρεί μία απάντηση: «…στην πραγματικότητα ο κύριος Αλεσσάντρο περιορίστηκε στο να μας ενθαρρύνει ν´ αγαπάμε τους απροστάτευτους και να φερόμαστε όπως οι καλοί άνθρωποι οι οποίοι τους βοήθησαν στην ιστορία που μας αφηγήθηκε. Είναι σαν να μας λέει: Βλέπετε, ακόμα κι αν ο κόσμος δεν είναι ωραίος -κι εγώ δεν σας έκρυψα καμία από τις ασχήμιες του, τα δράματα, τον πόνο και τον θάνατο-, αν ο κόσμος μπορεί να νιώθει λίγη συμπόνια για τον πλησίον του, αυτός ο κόσμος θα φαντάξει λίγο, έστω και τοσοδά, λιγότερο άσχημος.»

Η ανάγνωση του βιβλίου, από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι μια συνομιλία με τις επόμενες γενιές ζωντανή, παιγνιώδης, αγαπητική. Ένας σοφός που δεν νοιάζεται να τον βλέπουν στον θρόνο του αλλά απροσποίητα και με μεγάλη χάρη προσέρχεται στη συνάθροιση με τους λογής αναγνώστες του».

Εργογραφία:

[Έργα του στα ελληνικά]:

  • Πολιτιστικά κοιτάσματα (1992) Παρατηρητής
  • Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις (1993) Παρατηρητής
  • Η ποιητική του Τζαίημς Τζόυς (1993) Δελφίνι
  • Τέχνη και κάλλος στην αισθητική του Μεσαίωνα (1994) Γνώση
  • Τα όρια της ερμηνείας (1994) γνώση
  • Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία (1994) Νήσος
  • Κήνσορες και θεράποντες (1994) Γνώση
  • Το εκκρεμές του Φουκώ (1995) Γνώση
  • Σημειώματα σημειολογίας κ.α. (1995) Μαλλιάρης Παιδεία
  • Η Αποκάλυψη του Ιωάννη (1995) Παρατηρητής
  • Έξι περιπλανήσεις στο δάσος της αφήγησης (1996) Ελληνικά Γράμματα
  • Πέντε ηθικά κείμενα (1997) Ελληνικά Γράμματα
  • Η αναζήτηση της τέλειας γλώσσας (1998) Ελληνικά Γράμματα
  • Το όνομα του ρόδου (1999) Ελληνικά Γράμματα
  • Πρώτο ελάχιστο ημερολόγιο (1999) Ελληνικά Γράμματα
  • Ο Καντ και ο ορνιθόρυγχος (1999) Ελληνικά Γράμματα
  • Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή (1999) Μαλλιάρης Παιδεία
  • Το νησί της προηγούμενης ημέρας (2000) Ελληνικά Γράμματα
  • Το εκκρεμές του Φουκώ (2000) Ελληνικά Γράμματα
  • Μεταξύ ψεύδους και ειρωνείας (2000) Ελληνικά Γράμματα
  • Πώς να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως (2001) Γνώση
  • Μπαουντολίνο (2002) Ελληνικά Γράμματα
  • Περί λογοτεχνίας (2002) Ελληνικά Γράμματα
  • Εμπειρίες μετάφρασης (2003) Ελληνικά Γράμματα
  • Το νησί της προηγούμενης ημέρας (2004) Ελληνικά Γράμματα
  • Οι τρεις κοσμοναύτες (2004) Ελληνικά Γράμματα
  • Οι νάνοι του Γκνου (2004) Ελληνικά Γράμματα
  • Η βόμβα και ο στρατηγός (2004) Ελληνικά Γράμματα
  • Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα (2005) Ελληνικά Γράμματα
  • Επιμύθιο στο Όνομα του ρόδου (2005) Ελληνικά Γράμματα
  • Με το βήμα του κάβουρα (2006) Ελληνικά Γράμματα
  • Αναμνήσεις επί χάρτου (2007) Ελληνικά Γράμματα
  • Από το δέντρο στον λαβύρινθο (2008) Ελληνικά Γράμματα
  • Η ομορφιά της λίστας (2011) Καστανιώτη
  • Το όνομα του ρόδου (2011) Ψυχογιός
  • Το κοιμητήριο της Πράγας (2011) Ψυχογιός
  • Το εκκρεμές του Φουκώ (2011) Ψυχογιός
  • Εξομολογήσεις ενός μυθιστοριογράφου (2011) Πατάκη
  • Το νησί της προηγούμενης ημέρας (2012) Ψυχογιός
  • Μπαουντολίνο (2012) Ψυχογιός
  • Κατασκευάζοντας τον ЭХΘРΟ (2012) Ψυχογιός
  • Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσα Λοάνα (2012) Ψυχογιός
  • Φύλλο μηδέν (2015) Ψυχογιός

Ο Ουμπέρτο Έκο στη βιβλιοθήκη του:

https://youtu.be/sPll956kMvc

Ο Ουμπέρτο Έκο υπήρξε μια κινητή βιβλιοθήκη από μόνος του. Ακόμα και η μυθοπλασία του ήταν χτισμένη επάνω σε ένα λαβύρινθο βιβλίων. Ένα βιβλίο ήταν πάντα το αίνιγμα που έπρεπε να λυθεί. Πολλά βιβλία, ο τρόπος της λύσης του. Οι βιβλιοθήκες στο σπίτι του στο Μιλάνο [εικάζεται ότι περιέχει 30.000 τίτλους] και στο εξοχικό του στο μεσαιωνικό χωριό Μόντε Τσερινιόνε [8.000 τίτλου] υπήρξαν η δική του μοναδική ζωή. Στο βίντεο ο Ουμπέρτο Έκο στις βιβλιοθήκες στο σπίτι του.

[πηγές: βιβλιονέτ, Οι κεραίες της εποχής μας, Συνεντεύξεις του στον Ανταίο Χρυσοστομίδη, στη Μικέλα Χαρτουλάρη και στον Αναστάση Βιστωνίτη, ελληνικός και ξένος τύπος]

http://fractalart.gr/umberto-eco-quotes/

 

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: