Αρχική > επιστήμη > Πόσο φυσιολογικό είναι το μυαλό σας;

Πόσο φυσιολογικό είναι το μυαλό σας;

Πόσο φυσιολογικό είναι το μυαλό σας;

Κολάζ/Εικονογραφίες: Ευγενία Λώλη

Αν έχετε αμφιβολίες για τη νοητική σας υγεία, μάλλον δεν χρειάζεται να ανησυχείτε. Πολλά «παραστρατήματα» του νου μας δεν είναι τίποτε άλλο από χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης μας

ΤΟ ΒΗΜΑ, 01/11/2015

Δεν μπορείτε να συγκεντρωθείτε για περισσότερο από 10 δευτερόλεπτα; Ξεχνάτε τα ονόματα ανθρώπων την ίδια στιγμή που σας έχουν συστήσει; Δεν μπορείτε να σταματήσετε να σκέφτεστε το σεξ; Συγχαρητήρια, έχετε ένα ανθρώπινο μυαλό! Ο εγκέφαλός μας είναι αφάνταστα δημιουργικός αλλά ταυτόχρονα φιλοξενεί αλλόκοτες ή ακόμη και τρελές σκέψεις, έχει ροπή στο να ταξιδεύει αλλού ανά πάσα στιγμή, «κολλάει» σε παράξενες εμμονές, τρέφει παράλογα συναισθήματα και διατηρεί παρανοϊκές πεποιθήσεις.

Τι είναι λοιπόν ένα «φυσιολογικό» μυαλό; Υπάρχει πράγματι κάτι τέτοιο; Με άλλα λόγια, σκεφτόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο; Και ναι και όχι. Οπως θα δείτε στις σελίδες που ακολουθούν, ο εγκέφαλός μας παίζει συχνά παιχνίδια που μας κάνουν να ανησυχούμε ή ακόμη και να τρομάζουμε. Ολα αυτά όμως τις περισσότερες φορές δεν είναι τίποτε άλλο από χαρακτηριστικά άρρηκτα συνδεδεμένα με την ανθρώπινη φύση μας.

Ευχαριστούμε την κυρία Ευγενία Λώλη για τα έργα τέχνης που μας παραχώρησε.

Διαβάστε επίσης τα παρακάτω άρθρα:

Catherine Brahic

Είναι φυσιολογικά τα συναισθήματά σας;

Εχετε ποτέ ξεκινήσει τη μέρα σας θετικά και γεμάτοι αποφασιστικότητα μόνο και μόνο για να σας τραβήξει κάποιος το χαλί κάτω από τα πόδια με ένα θυμωμένο σχόλιο; Βρίσκετε ότι σας καταβάλλουν εύκολα η πείνα, οι σειρήνες, οι έντονες μυρωδιές ή τα δυνατά φώτα; Ησασταν ένα παιδί ντροπαλό, κλεισμένο στον εαυτό του; Αν απαντήσατε «ναι» σε μία ή σε όλες από τις παραπάνω ερωτήσεις, μπορεί να είστε ένα «εξαιρετικά ευαίσθητο άτομο».

Ή μήπως τείνετε να παραμένετε ψύχραιμος, ήρεμος και συγκρατημένος, δεν αφήνετε τα συναισθήματα των άλλων να επηρεάσουν τα δικά σας και έχετε ισχυρή αίσθηση της αξίας σας; Αν ναι, μπορεί να εμπίπτετε στην κλίμακα της ψυχοπάθειας που εισήγαγε στη δεκαετία του 1970 ο καναδός ψυχολόγος Ρόμπερτ Χέαρ.

Υπερβολικά ευαίσθητος ή ψυχοπαθής – αυτές είναι ταμπέλες που οι περισσότεροι θα προτιμούσαμε να μην αποκτήσουμε. Οι ψυχολόγοι ωστόσο έχουν επινοήσει πολλές κλίμακες για να αξιολογήσουν το ανθρώπινο φάσμα των συναισθημάτων και το πιθανότερο είναι ότι δεν θα πετυχαίναμε να είμαστε στον μέσο όρο σε όλες τους. Σύμφωνα με την ψυχολόγο Ιλέιν Αρόν από το Πανεπιστήμιο Στόνι Μπρουκ της Νέας Υόρκης, η ταμπέλα του «εξαιρετικά ευαίσθητου» αφορά έναν στους πέντε από εμάς.

Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ότι ένα μπερδεμένο μείγμα από χιλιάδες γονίδια καθορίζει πράγματα όπως η ευαισθησία μας στο περιβάλλον, λέει ο Μάικλ Πλους από το Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου – και αυτός είναι μόνο ένας παράγοντας που καθορίζει τη συναισθηματική μας υπόσταση. Την τελευταία δεκαετία οι ψυχολόγοι έχουν εντοπίσει δεκάδες γενετικές παραλλαγές που είναι περισσότερο διαδεδομένες σε εξαιρετικά ευαίσθητα άτομα και οι οποίες, για παράδειγμα, ρυθμίζουν ορμόνες-κλειδιά όπως η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη και η ωκυτοκίνη.

Ο κ. Πλους έχει ανακαλύψει ότι πολλά από αυτά τα γονίδια αυξάνουν τη δραστηριότητα στην αμυγδαλή, περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την επεξεργασία των συναισθημάτων.

Τα νέα ωστόσο δεν είναι μόνο άσχημα. Παρά το γεγονός ότι τα εξαιρετικά ευαίσθητα άτομα μπορεί συχνά να καταβληθούν από κάποια αρνητικά, ο κ. Πλους έχει διαπιστώσει ότι συντονίζονται περισσότερο με ορισμένα θετικά, έχουν βαθύτερη σκέψη και συχνά είναι πιο δημιουργικά. Η μεγαλύτερη ευαισθησία σε εξωτερικά σήματα μπορεί επίσης να τα κάνει καλύτερα στο να προσαρμόζονται σε νέα περιβάλλοντα, χαρακτηριστικό επωφελές εξελικτικά. Εν γένει τα ευαίσθητα άτομα τείνουν επίσης να έχουν καλύτερες επιδόσεις στα τεστ ενσυναίσθησης, λέει η Σάρα Γκαρφίνκελ από το Πανεπιστήμιο του Σάσεξ στη Βρετανία.

Αντιστρόφως, τα άτομα από τα οποία λείπει η ενσυναίσθηση ή οι τύψεις μπορεί να είναι επιθυμητά όταν τα συμφέροντα της ομάδας πρέπει να τεθούν πάνω από τα ατομικά. «Αυτά είναι τα άτομα που θα απολύσουν μεγάλους αριθμούς εργαζομένων για το καλό της εταιρείας» λέει η κυρία Γκαρφίνκελ.

Το γεγονός ότι η εξέλιξη δεν έχει επιλέξει έναν συγκεκριμένο συνδυασμό γονιδίων υποδηλώνει ότι ένα μείγμα ανθρώπων με διαφορετικό χαρακτήρα είναι μια υγιής κατάσταση.

Και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν σαφώς εξαιρέσεις – η ακραία ψυχοπάθεια που οδηγεί στην εν ψυχρώ δολοφονία, για παράδειγμα -, οι συναισθηματικές αντιδράσεις μας σε γενικές γραμμές συγκρατούνται υπό έλεγχο από τα κυκλώματα που συνδέουν τον προμετωπιαίο φλοιό, τη σκεπτόμενη περιοχή του εγκεφάλου, με την αμυγδαλή. «Αυτό σημαίνει ότι σε έναν υγιή εγκέφαλο μπορείτε, σε έναν βαθμό, να ελέγχετε τις συναισθηματικές αντιδράσεις σας με τη λογική σκέψη» λέει η κυρία Γκαρφίνκελ.

Θέλετε να μάθετε αν είστε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο άτομο; Για έναν εκτενέσετερο κατάλογο χαρακτηριστικών ρίξτε μια ματιά στα ερωτηματολόγια της Ιλέιν Αρόν στο www.hsperson.com/test.

Alison George

Είναι φυσιολογική η μνήμη σας;

Δεν τα πάω καλά στα κουίζ, μπορώ να ξεθάψω μικρές λεπτομέρειες από συνομιλίες που έγιναν πριν από πολύ καιρό αλλά δεν μπορώ ποτέ να θυμηθώ το υψόμετρο των βουνών όπου έχω ανέβει ή τα ονόματα συγκροτημάτων της ποπ.

Ο συνάδελφός μου, ο Ρίτσαρντ, είναι το αντίθετο. Είναι πολύ καλός στο να θυμάται πραγματικά στοιχεία, αλλά χάνεται όταν πρόκειται για λεπτομέρειες από παλιές προσωπικές του εμπειρίες. Πρέπει κάποιος από τους δυο μας να ανησυχεί;

Η μνήμη στην πραγματικότητα έχει να κάνει με το ότι ξεχνάμε: όλοι οι εγκέφαλοι απορρίπτουν το μεγαλύτερο μέρος των αισθητηριακών δεδομένων που λαμβάνουν. «Αύριο θα θυμάστε αρκετά καλά μια συζήτηση που είχατε σήμερα» λέει ο νευροβιολόγος Τζέιμς Μακ Γκο από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ερβάιν. «Σε μία εβδομάδα μεγάλο μέρος αυτών των πληροφοριών θα έχει χαθεί». Σε έναν χρόνο η συνομιλία μπορεί να έχει σβήσει εξ ολοκλήρου.

Οι άμεσες αισθητηριακές αναμνήσεις διαρκούν μόνο μερικές στιγμές. Κάποιες παραμένουν για να γίνουν βραχυπρόθεσμες αναμνήσεις, όπως ο αριθμός του τηλεφώνου που μόλις πληκτρολογήσατε. Τα ακριβή νούμερα είναι δύσκολο να εξακριβωθούν, ένας μέσος εγκέφαλος όμως μπορεί κατά πάσα πιθανότητα να συγκρατεί τέσσερα πράγματα ταυτοχρόνως ως και για 30 δευτερόλεπτα.

Μόνο οι πραγματικά σημαντικές πληροφορίες και εκείνες που έχουν κάποιον σκοπό φθάνουν στη μακροπρόθεσμη μνήμη, όπως μια συνομιλία η οποία περιείχε μια προσωπική προσβολή. «Εχουμε επιλεκτικά ισχυρές αναμνήσεις για γεγονότα που μας διεγείρουν συναισθηματικά» λέει ο κ. Μακ Γκο. Οι μακροπρόθεσμες αναμνήσεις χωρίζονται σε δύο βασικούς τύπους. Οι εννοιολογικές αναμνήσεις καταγράφουν πραγματικά στοιχεία, όπως η έννοια ενός τρένου. Οι επεισοδιακές αφορούν συμβάντα που έχουμε βιώσει, όπως ένα συγκεκριμένο ταξίδι με τρένο.

Ολοι μάλλον γνωρίζουμε κάποιον ο οποίος έχει εγκυκλοπαιδική μνήμη που συγκρατεί πραγματικά στοιχεία, όμως οι υπερβολικά καλές επεισοδιακές μνήμες αποτελούν πιο πρόσφατη ανακάλυψη. «Τα άτομα αυτά θυμούνται γεγονότα που συνέβησαν πριν από χρόνια με τον τρόπο που εσείς και εγώ θυμόμαστε γεγονότα της περασμένης εβδομάδας» λέει ο κ. Μακ Γκο. Υπάρχει επίσης μια αντίθετη πάθηση κατά την οποία τα άτομα δυσκολεύονται να θυμηθούν ακόμη και πρόσφατα γεγονότα που έχουν βιώσει. «Γνωρίζουν ότι το γεγονός συνέβη αλλά δεν μπορούν να ταξιδέψουν νοερά προς τα πίσω ούτε μία εβδομάδα» λέει η Ντανιέλα Παλόμπο, η οποία διερευνά την αυτοβιογραφική μνήμη στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης.

Οι περισσότεροι βρισκόμαστε ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα. Επαληθεύοντας το στερεότυπο οι γυναίκες τείνουν να έχουν καλύτερη επεισοδιακή μνήμη. Οσον αφορά την εννοιολογική μνήμη, οι άνδρες τείνουν να θυμούνται καλύτερα τις χωρικές πληροφορίες ενώ οι γυναίκες γενικά έχουν καλύτερες επιδόσεις στα λεκτικά έργα, όπως το να θυμούνται καταλόγους από λέξεις. Ο τύπος της προσωπικότητας φαίνεται και αυτός να παίζει ρόλο: τα άτομα που είναι ανοιχτά σε νέες εμπειρίες τείνουν να έχουν καλύτερη αυτοβιογραφική μνήμη.

Η γήρανση επηρεάζει τη θύμηση προσωπικών εμπειριών περισσότερο από ό,τι επηρεάζει αυτή των πραγματικών στοιχείων, το ίδιο και η κατάθλιψη. Αν όμως μετά τα 40 παρατηρούμε ότι δεν μπορούμε να θυμηθούμε καινούργια ονόματα, αυτό δεν οφείλεται στο ότι ο εγκέφαλός μας είναι υπερφορτωμένος – η χωρητικότητα της μνήμης μας είναι πρακτικά απεριόριστη. Αντ’ αυτού, σταδιακές αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου μας, όπως η μείωση της πυκνότητας των δενδριτών που βοηθούν στη δημιουργία συνδέσεων ανάμεσα στους νευρώνες, καθιστούν τη δημιουργία και την ανάσυρση των αναμνήσεων λιγότερο αποτελεσματική.

Παρ’ όλα αυτά, ώσπου να αρχίσετε να δυσκολεύεστε να εκτελέσετε κάποιο απλό έργο που έχετε εκτελέσει πολλές φορές στο παρελθόν ή να ακολουθήσετε τη ροή μιας συζήτησης δεν θα πρέπει να ανησυχήσετε ιδιαίτερα αν η μνήμη σας φαίνεται να βαδίζει με μυστήριους τρόπους. Τελικά η μνήμη είναι κάτι προσωπικό, λέει ο ψυχολόγος Τσαρλς Φέρνιχο από το Πανεπιστήμιο του Ντάραμ στη Βρετανία. «Οι άνθρωποι θυμούνται πράγματα τα οποία είναι σημαντικά για αυτούς. Ολοι έχουμε διαφορετικά ενδιαφέροντα και αυτό αλλάζει το τι επεξεργάζεται το μυαλό μας» αναφέρει. «Τη σύζυγό μου την ενδιαφέρουν τα λουλούδια. Οταν πηγαίνουμε σε έναν κήπο, εγώ απλώς βλέπω ένα ανακάτεμα χρωμάτων ενώ εκείνη θα θυμηθεί κάθε είδους λεπτομέρεια».

Οι μνήμες είναι συστήματα με πολυάριθμα τμήματα τα οποία αλλάζουν με τον χρόνο, επομένως δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η ποικιλία που παρατηρείται είναι μεγάλη. «Υπάρχουν έντονες ατομικές διαφοροποιήσεις» λέει ο κ. Μακ Γκο. «Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της ανθρώπινης μνήμης, ότι δεν θυμόμαστε όλοι τα ίδια πράγματα».

Catherine De Lange

Είναι φυσιολογικές οι φωνές μέσα στο κεφάλι σας;

Για τον Σωκράτη έρχονταν σαν προειδοποίηση όταν πήγαινε να κάνει ένα λάθος. Για τον Ζίγκμουντ Φρόιντ ήταν κάτι αγαπητό που τον συνόδευε όταν ταξίδευε μόνος. Το να ακούει κάποιος φωνές έχει μακρά ιστορία.

Και όπως αυτοί οι δύο διακεκριμένοι άνδρες επιβεβαιώνουν, δεν αποτελεί πάντα δείγμα τρέλας: οι καθημερινές μας σκέψεις συχνά ακούγονται σαν να έχουν φωνή. Το 2011 ο Τσαρλς Φέρνιχο και ο Σάιμον Μακ Κάρθι-Τζόουνς από το Πανεπιστήμιο του Ντάραμ στη Βρετανία διαπίστωσαν ότι το 60% από εμάς βιώνει την «εσωτερική ομιλία» με μπρος-πίσω χαρακτηριστικά συζήτησης.

Πού λοιπόν τελειώνει η εσωτερική ομιλία και ξεκινούν οι «έξω» φωνές; Μια απάντηση είναι ότι μια εσωτερική φωνή «κατά κάποιον τρόπο είναι σαν να είστε εσείς» λέει ο κ. Φέρνιχο, οπότε έχετε έλεγχο σε αυτήν. Δεδομένου όμως του πόσο ακούσιες φαίνονται να είναι πολλές επεξεργασίες σκέψεων, αυτό μάλλον δεν είναι ικανοποιητικό. «Το ερώτημα βρίσκεται στην καρδιά του αινίγματος του να ακούει κάποιος φωνές και του λόγου για τον οποίο δεν έχουμε βελτιωθεί στην κατανόησή του» προσθέτει ο επιστήμονας.

Στο πλαίσιο της μεγαλύτερης μελέτης που έχουν διεξαγάγει ως τώρα ο ίδιος και οι συνάδελφοί του εκτιμούν ότι περίπου 3%-15% από εμάς ακούνε εξωτερικές φωνές, έστω και φευγαλέα ή ευκαιριακά. Περίπου 1% των ανθρώπων που δεν έχουν διαγνωστεί με ψυχική νόσο ακούνε πιο επίμονες, επανερχόμενες φωνές. Περίπου το ίδιο ποσοστό του πληθυσμού έχει διαγνωστεί με σχιζοφρένεια αντικρούοντας το συμπέρασμα ότι τα δύο αυτά σχετίζονται.

Ως τώρα φαίνεται να υπάρχει ελάχιστη διαφορά ανάμεσα στον εγκέφαλο εκείνων που δεν έχουν διαγνωστεί με ψυχική νόσο αλλά ακούνε φωνές και στον εγκέφαλο εκείνων που δεν ακούνε φωνές. Είναι μάλλον καλύτερα να θέσετε στον εαυτό σας ένα ερώτημα προτού αρχίσετε να ανησυχείτε για τις φωνές μέσα στο κεφάλι σας, λέει ο κ. Φέρνιχο: Σας ενοχλούν;

Οι φωνές δεν είναι η μόνη έκφραση των εσωτερικών σκέψεών μας, το μυαλό μας μάς λέει επίσης ιστορίες. Αυτή η «μυθοπλασία» ή «εκ των υστέρων αιτιολόγηση» αποτελεί σύμπτωμα ορισμένων διαταραχών της μνήμης, στις οποίες τα άτομα έχουν ψευδείς ενθυμήσεις. Αυτό όμως το κάνουμε και οι υπόλοιποι. Πειράματα δείχνουν, για παράδειγμα, ότι όταν τα άτομα αναγκάζονται να λάβουν μια τυχαία απόφαση αργότερα επινοούν μια αφήγηση για να την εξηγήσουν.

Μια θεωρία είναι ότι αυτό μας βοηθάει να βγάλουμε νόημα σε έναν κόσμο ο οποίος μας βομβαρδίζει με πληροφορίες και ότι προσφέρει μια συνειδητή συλλογιστική σε αποφάσεις που λαμβάνουμε για ασυνείδητους λόγους. Ο Ρόμπερτ Τρίβερς, εξελικτικός βιολόγος στο Πανεπιστήμιο Ράτζερς στο Νιου Τζέρσι, πιστεύει ότι τα ψέματά μας είναι περισσότερο συμφεροντολογικά: με το να λέμε ψέματα στον εαυτό μας λέμε καλύτερα ψέματα και στους άλλους.

Αυτό ίσως εξηγεί ένα φαινόμενο που είναι γνωστό ως θετική προκατάληψη, κατά το οποίο τα άτομα υπερτιμούν τα προσόντα τους. «Βάζουμε τους εαυτούς μας στο πάνω μισό των θετικών κατανομών» λέει ο κ. Τρίβερς. «Ογδόντα τοις εκατό των αμερικανών μαθητών λυκείου πιστεύουν ότι βρίσκονται στο πάνω μισό στην ικανότητα ηγεσίας». Με τέτοιες τονωτικές φωνές μάλλον δεν θα έπρεπε να ανησυχείτε για αυτά που ακούτε – απλώς μην πιστεύετε όλα όσα σας λένε.

Graham Lawton

Είναι φυσιολογικές οι πεποιθήσεις σας;

Η Αλίκη γέλασε. «Δεν έχει νόημα να προσπαθήσω» είπε. «Δεν μπορεί κάποιος να πιστεύει αδύνατα πράγματα».

«Τολμώ να πω ότι δεν έχεις εξασκηθεί και τόσο» είπε η Βασίλισσα. «Εγώ στην ηλικία σου το έκανα πάντα μισή ώρα την ημέρα. Μάλιστα κάποιες φορές είχα πιστέψει ακόμη και έξι αδύνατα πράγματα πριν από το πρωινό».

Στην εποχή του Λιούις Κάρολ το να πιστεύει κάποιος αδύνατα πράγματα θα είχε θεωρηθεί δείγμα ψυχικής ανισορροπίας. Σήμερα ξέρουμε ότι είναι μάλλον φυσιολογικό. Εξι πριν από το πρωινό είναι μάλιστα μια μάλλον μέση επίδοση στο σπορ.

Η πίστη είναι σαν ένας προσωπικός οδηγός για την πραγματικότητα: μας λέει όχι μόνο τι είναι ορθό με βάση τα πραγματικά στοιχεία αλλά και τι είναι σωστό και καλό. Διαμορφώνει θεμελιωδώς τη συμπεριφορά μας. Θα ήταν ωραίο να πιστεύουμε ότι αυτοί οι οδηγοί είναι αξιόπιστοι και ψύχραιμοι, έχει όμως καταστεί σαφές ότι δεν είναι. Οι πεποιθήσεις είναι σε μεγάλο βαθμό ένα προϊόν της επιρρεπούς σε λάθη ψυχολογίας μας, του ενστίκτου, των συναναστροφών μας, καθώς και βιολογικών διαφορών, όπως το πόσο εύκολα τρομάζουμε. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς: αν έπρεπε να σχηματίζουμε τις πεποιθήσεις μας χρησιμοποιώντας την άμεση εμπειρία και την επαλήθευση, θα δυσκολευόμασταν να συλλάβουμε ακόμη και τα βασικά της απτής πραγματικότητας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Οι καλά ρυθμισμένοι ενήλικοι συνήθως έχουν ένα αρκετά σταθερό, εσωτερικά συνεπές σύστημα πεποιθήσεων το οποίο σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στην πραγματικότητα. Και αυτό όμως αφήνει χώρο για αντιφάσεις, μαγικές σκέψεις, το υπερφυσικό, το παραφυσικό και κάθε είδους ακόμη αδύνατα πράγματα – όχι μόνο πριν από το πρωινό αλλά όλη μέρα, κάθε μέρα.

Ερευνες από τον Πίτερ Χάλιγκαν και τους συναδέλφους του στο Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ στη Βρετανία έχουν διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι διατηρούν τουλάχιστον μία πεποίθηση «τύπου φρεναπάτης». Αυτές είναι ηπιότερες εκδοχές πεποιθήσεων οι οποίες θα σας έκαναν να διαγνωστείτε με ψυχική νόσο – ότι η οικογένειά σας έχει απαχθεί και αντικατασταθεί από σωσίες, για παράδειγμα. Οι περισσότεροι φαίνεται ότι δεν βασανιζόμαστε από αυτές.

Τα «φυσιολογικά» πιστεύω είναι λοιπόν ένα μεγάλο τσαντίρι. Είναι φυσιολογικό να πιστεύετε ακράδαντα ότι υπάρχει Θεός. Είναι επίσης φυσιολογικό να πιστεύετε ακράδαντα ότι δεν υπάρχει. Το ίδιο ισχύει για όλες τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές πεποιθήσεις για τις οποίες συζητάμε και διαφωνούμε αδιάκοπα.

Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κάποιος ακόμη και ότι πεποιθήσεις που μια δεδομένη κοινωνία θεωρεί απαράδεκτες – ο ρατσισμός, για παράδειγμα, ή η αποστασία – δεν είναι «φυσιολογικές» πεποιθήσεις. Εκτός και αν έχετε πράγματι παράνοια, κατά πάσα πιθανότητα είστε φυσιολογικός. Από την άλλη, όμως, οι παράνοιες μοιάζουν με πραγματικές πεποιθήσεις, οπότε ο μόνος τρόπος να ελέγξετε αν οι δικές σας είναι «φυσιολογικές» είναι να συμβουλευθείτε έναν ψυχίατρο. Και να πιστέψετε αυτό που θα σας πει.

Catherine De Lange

Είναι φυσιολογική η δυνατότητά σας να συγκεντρωθείτε;

Εδώ και λίγα λεπτά προσπαθώ να ελέγξω τον καιρό με το μυαλό μου. Χάρη σε μια ηλεκτροεγκεφαλογραφική ταινία που διαβάζει την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου μου δεν έχω παρά να κατευθύνω τις σκέψεις μου σε ένα πιο ήρεμο μέρος και η βροχή θα σταματήσει, ο ήλιος θα βγει και τα πουλιά θα κελαηδήσουν – τουλάχιστον στο έξυπνο κινητό μου. Ωστόσο όσο περισσότερο προσπαθώ τόσο περισσότερο βρέχει.

Η συσκευή που χρησιμοποιώ λέγεται Muse και υπόσχεται να δαμάσει το ταξιδιάρικο μυαλό μειώνοντας έτσι το στρες και ενισχύοντας την εστίαση της προσοχής. Το ταξιδιάρικο μυαλό μας τείνει να δημιουργεί στους περισσότερους από εμάς ενοχές. «Εχουμε ανεκδοτολογικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν πως το μυαλό τους ταξιδεύει περισσότερο από τον μέσο όρο» λέει ο Τζόναθαν Σούλερ από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στη Σάντα Μπάρμπαρα.

Ο κ. Σούλερ έχει προσπαθήσει να αξιολογήσει ποια είναι τα «φυσιολογικά» επίπεδα των ταξιδιών του μυαλού στο εργαστήριο βάζοντας για παράδειγμα ανθρώπους να διαβάζουν αποσπάσματα από το «Πόλεμος και ειρήνη» του Λέοντος Τολστόι και διακόπτοντάς τους για να τους ρωτήσει τι σκέφτονται ανά τυχαία χρονικά διαστήματα. Οι μελέτες του είδους αποκαλύπτουν ότι περνάμε από 15% ως 50% του χρόνου μας με το κεφάλι στα σύννεφα.

Αυτή η έλλειψη εστίασης μπορεί να φαίνεται τρομερά αναποτελεσματική, όμως πιθανότατα δεν είναι. «Είναι αντιπαραγωγικό αν το δείτε στο πλαίσιο του τι κάνετε την παρούσα στιγμή, ό,τι κι αν είναι αυτό» λέει ο κ. Σούλερ. «Ωστόσο είναι εν δυνάμει παραγωγικό στο πλαίσιο του τι σκέφτεστε. Μπορεί να διαβάζετε ένα βιβλίο αλλά να σκέφτεστε να οργανώσετε ένα πάρτι. Αυτό παρεμποδίζει την ικανότητά σας να διαβάσετε το βιβλίο, κάνετε όμως πρόοδο όσον αφορά το πάρτι». Υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία που δείχνουν ότι το μυαλό που ταξιδεύει είναι ένα χαρακτηριστικό που έχουμε εξελίξει και μας βοηθάει να σκεφτούμε και να σχεδιάσουμε το μέλλον – κάτι το οποίο επίσης καλλιεργεί μια μοναδικά ανθρώπινη δημιουργικότητα.

Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και κάτι καλό δεν μπορεί να φθάσει στην υπερβολή; Μια κοινή ανησυχία είναι ότι η συγκέντρωσή μας φθίνει καθώς η τεχνολογία παρέχει όλο και περισσότερους περισπασμούς. Μια πρόσφατη έκθεση της Microsoft υποστήριζε ότι το διάστημα εστιασμένης προσοχής του μέσου Καναδού έχει μειωθεί από 12 δευτερόλεπτα το 2000 σε 8 δευτερόλεπτα το 2013 – ένα δευτερόλεπτο λιγότερο από αυτό του χρυσόψαρου.

Ο Τζ. Μπρους Μόρτον από το Western University στο Λονδίνο του Καναδά αντιμετωπίζει τα ευρήματα με δυσπιστία. Αφενός δεν υπάρχει ένα στάνταρντ μέτρο για το διάστημα της προσοχής, λέει. «Αυτό που ο κόσμος θέλει να ακούσει είναι για πόσο διάστημα μπορεί κάποιος να συγκεντρωθεί. Και ποιο πρέπει να είναι το διάστημα προσοχής ενός παιδιού. Αυτές όμως δεν είναι έννοιες που χρησιμοποιούνται συνήθως από τους επιστήμονες που μελετούν αυτό το θέμα».

Η μέτρηση του κοντινότερου ίσως πράγματος, της ικανότητας να παραμένει κάποιος εστιασμένος σε ένα έργο, γνωστής ως επιλεκτική προσοχή, γίνεται με την εξέταση των μετατοπίσεων της προσοχής στην κλίμακα των χιλιοστών του δευτερολέπτου, όπως το να ζητάει κάποιος από εθελοντές να δηλώνουν το χρώμα σχημάτων καθώς αυτά εμφανίζονται στην οθόνη αγνοώντας τους περισπασμούς που εμφανίζονται ταυτοχρόνως. Τα πειράματα του είδους δείχνουν μεγάλες διαφοροποιήσεις στην επιλεκτική προσοχή. Είναι χαμηλή στα παιδιά, ίσως επειδή ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος δεν έχει ακόμη αποκτήσει καλό έλεγχο των περιοχών που επεξεργάζονται τις εισερχόμενες αισθητηριακές πληροφορίες. Στη συνέχεια βελτιώνεται ως την ηλικία των 20, όπου φθάνει μια οροφή η οποία διατηρείται ως τη μέση ηλικία, οπότε και αρχίζει και πάλι να φθίνει.

Δεν υπάρχουν όμως ενδείξεις ότι η τεχνολογία μάς κάνει χειρότερους στη συγκέντρωση, λέει ο κ. Μόρτον. Αντιθέτως, είναι πλέον τόσο καλά σχεδιασμένη και ευρηματική ώστε να εκμεταλλεύεται την έμφυτη ικανότητά μας να σκεφτόμαστε πολλά πράγματα ταυτοχρόνως.

Αν εξακολουθείτε να ανησυχείτε, υπάρχουν πράγματα που μπορείτε να κάνετε. Κρατηθείτε μακριά από το ποτό – το αλκοόλ μειώνει την αντίληψή μας ως προς το ότι το μυαλό μας ταξιδεύει, λέει ο κ. Σούλερ. «Οταν καταναλώνετε αλκοόλ το μυαλό σας ταξιδεύει περισσότερο και το παρατηρείτε λιγότερο». Τεχνολογίες οι οποίες ενισχύουν τον έλεγχο της σκέψης, όπως η εφαρμογή με τον έλεγχο του καιρού, μπορούν επίσης να βοηθήσουν. «Τα άτομα που εξασκούνται στο να συγκρατούν το μυαλό τους ταξιδεύουν νοητικά σημαντικά λιγότερο» αναφέρει ο ερευνητής.

Caroline Williams

Είναι φυσιολογικές οι εμμονές σας;

Κανείς δεν ξέρει από πού βγήκε η φήμη ότι «οι άνδρες σκέφτονται το σεξ κάθε 7 δευτερόλεπτα», όμως είναι σχεδόν βέβαιον ότι δεν ισχύει. Το 2012 η Τέρι Φίσερ από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο στο Κολόμπους εφοδίασε τρεις ομάδες φοιτητών με ειδικές συσκευές και τους ζήτησε να πατούν ένα κουμπί κάθε φορά που σκέφτονταν το σεξ, το φαγητό ή τον ύπνο.

Τα αποτελέσματα: οι άνδρες σκέφτονταν το σεξ 19 φορές την ημέρα ενώ οι γυναίκες γύρω στις 10. Οι σκέψεις γύρω από το φαγητό ήταν 18 φορές την ημέρα για τους άνδρες και 14 για τις γυναίκες και οι σκέψεις γύρω από τον ύπνο ήταν 10 φορές για τους άνδρες και περίπου 9 για τις γυναίκες.

Αν λοιπόν τα νούμερα αυτά ταιριάζουν με τους δικούς σας λογαριασμούς, θεωρήστε τον εαυτό σας φυσιολογικό (τουλάχιστον με σημείο αναφοράς τους φοιτητές του Οχάιο). Ευχάριστα πράγματα όπως το να τρώμε, να κοιμόμαστε, να κάνουμε σεξ, να πίνουμε αλκοόλ, να συμμετέχουμε σε κοινωνικές δραστηριότητες και να ψωνίζουμε κυριαρχούν στις κοινές αυθόρμητες σκέψεις μας, σύμφωνα με μια άλλη μελέτη από τον Βίλχελμ Χόφμαν, σήμερα στο Πανεπιστήμιο της Κολονίας, η οποία έγινε και πάλι σε φοιτητές αλλά στη Γερμανία.

Τα πιο σκοτεινά θέματα είναι πιο προβληματικά. Εκτός από τις περιπτώσεις που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον θάνατο – μια «στενή επαφή» με ένα φορτηγό σε μια επικίνδυνη στροφή -, οι περισσότεροι δεν τον σκεφτόμαστε σχεδόν ποτέ. Η «θεωρία διαχείρισης του τρόμου», η οποία αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1980, υποστηρίζει μάλιστα ότι ο φόβος του αναπόφευκτου του θανάτου εξηγεί την εμμονή μας με τις άμεσες και ευχάριστες έγνοιες.

Δεν συμφωνούν πάντως όλοι ότι ο υπαρξιακός τρόμος βρίσκεται στη βάση τόσο μεγάλου μέρους της ανθρώπινης εμπειρίας. Ξέρουμε όμως ότι περίπου 15% των ανθρώπων έχουν «άγχος θανάτου»: μια παθολογική εμμονή η οποία οπωσδήποτε αποτελεί μια «όχι άριστη κατάσταση», λέει ο ψυχολόγος Σέλντον Σόλομον, ένας από τους εμπνευστές της θεωρίας της διαχείρισης του τρόμου. Ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι αυτή μπορεί να βρίσκεται στη βάση καταστάσεων όπως η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και πολλές φοβίες, συμπεριλαμβανομένης της αγοραφοβίας.

Σε γενικές γραμμές, όμως, φαίνεται ότι η ανθρωπότητα είναι ενωμένη στις κοινότοπες εμμονές της. Ο Ράσελ Χέρλμπερτ, από το Πανεπιστήμιο της Νεβάδα στο Λας Βέγκας, εξετάζει τις ατομικές σκέψεις από τη δεκαετία του 1970. «Βρίσκω πολύ λίγες μεγάλες σκέψεις στις δειγματοληπτικές μελέτες που κάνω» λέει. «Εχω κάνει έρευνες και σε επιστήμονες αλλά δεν βρίσκω πάρα πολλές μεγάλες σκέψεις ούτε εκεί».

Caroline Williams

Τα 5 δομικά στοιχεία της καθημερινής σκέψης

Από τη δεκαετία του 1970 ο Ράσελ Χέρλμπερτ, από το Πανεπιστήμιο της Νεβάδα στο Λας Βέγκας, καλεί ανθρώπους έξι φορές την ημέρα για να σημειώσει τις σκέψεις τους και μετά συμπληρώνει αυτά τα στοιχεία με συνεντεύξεις. Η δουλειά του υποδεικνύει πέντε βασικούς τρόπους σκέψης:

Εσωτερική ομιλία: Ακούτε λέξεις με τη δική σας φωνή.

Εσωτερική όραση: Βλέπετε μια οπτική εικόνα με τα μάτια του μυαλού σας.

Αίσθημα: Οποιοδήποτε ισχυρό συναίσθημα.

Αισθητηριακή αντίληψη: Ενα αισθητηριακό σήμα που υπερισχύει έναντι όλων των άλλων. Μπορεί να είναι φανταστικό – π.χ. να σκέφτεται κάποιος κάτι απαλό.

Μη συμβολική σκέψη: Μια έννοια που δεν συνδέεται με καμία νοερή λέξη ή εικόνα.

Συχνά αυτοί οι τρόποι σκέψης αναμειγνύονται, όπως σε αυτό το παράδειγμα:

«Η Εμα καθαρίζει την κουζίνα της. Είχε μαζέψει ένα ποτήρι από τον πάγκο και είχε παρατηρήσει δύο βάζα με μαραμένα λουλούδια. Βάζει το ποτήρι ανάποδα στο πλυντήριο πιάτων· το να βλέπει το ποτήρι και τα γύρω ποτήρια και να προσπαθεί να το χωρέσει ανάμεσά τους είναι μέρος της εμπειρίας της. Ακούει μέσα της το τρίξιμο των μαραμένων λουλουδιών (σαν να είχε μαζέψει πεσμένα ροδοπέταλα) [(φανταστικό) αισθητηριακή αντίληψη]. Ταυτοχρόνως βλέπει μέσα της τα δύο βάζα με τα μαραμένα λουλούδια και τον πάγκο με μαραμένα πέταλα (εσωτερική όραση). Αυτό το φανταστικό όραμα είναι έγχρωμο και λεπτομερές. Εχει ένα αίσθημα ότι το καθάρισμα των λουλουδιών μπορεί να περιμένει· το αίσθημα του μπορεί να περιμένει είναι με κάποιον τρόπο παρόν χωρίς λέξεις ή σύμβολα (μη συμβολική σκέψη)».

Αν δεχθείτε ότι αυτές ήταν οι σκέψεις της Εμα όταν άκουσε το «μπιπ» και άρχισε να τις κατηγοριοποιεί, λέει ο κ. Χέρλμπερτ, «τότε θα πρέπει να σηκώσετε τα χέρια ψηλά και να πείτε «δεν μπορώ να το κάνω»». Οταν η επιστήμη συλλαμβάνει τη σκέψη, η σκέψη αυτή τείνει να είναι πιο ευρεία, επισημαίνει. «Το παράδειγμα με την Εμα βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που κάνουν πραγματικά οι άνθρωποι και δεν νομίζω ότι η επιστήμη έχει κατορθώσει να το συλλάβει πλήρως».

thunderstruck9:

Carl Walter Liner (Swiss, 1914-1997), Appenzeller Landschaft [Appenzell landscape], Oil on canvas, 95 x 115.5 cm.

 

 

 

 

 

 

 

 

Carl Walter Liner (Swiss, 1914-1997), Appenzeller Landschaft [Appenzell landscape]

Advertisements
  1. 01/08/2016 στο 1:47 ΠΜ

    Reblogged στις Manolis.

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: