Αρχική > λογοτεχνία > Ο Δον Κιχώτης στην Ευρωπαϊκή γραμματεία

Ο Δον Κιχώτης στην Ευρωπαϊκή γραμματεία

 

Φίλιππος Δρακονταειδής
 

Ειδικά γραμμένο για τη Myriobiblo Βιβλιοθήκη

Καθώς φαίνεται ότι ζούμε την ύστερη περίοδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, πληθαίνουν οι αποτιμήσεις των ιστορικών περιόδων του. Έτσι, εμφανίζονται «κανόνες» της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής παραγωγής κατά τους λεγόμενους Νέους Χρόνους, δηλαδή από την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) ή την ανακάλυψη της Αμερικής από τον Κολόμβο (1492) ως τις μέρες μας ή τουλάχιστον ως το 1989, οπότε κατέρρευσε το τείχος του Βερολίνου και μαζί του ο υπαρκτός σοσιαλισμός, ανοίγοντας το κεφάλαιο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της επιβολής της μονοκρατορίας των ΗΠΑ. Σε όλους αυτούς τους «κανόνες», ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ δε Θερβάντες κατέχει την πρώτη θέση ή μια από τις πρώτες θέσεις.

Προς επιβεβαίωση της αντικειμενικότητας αυτής της αξιολόγησης, έγκυρες εφημερίδες και περιοδικά έχουν ζητήσει από τους αναγνώστες τους να υποβάλλουν τον δικό τους -προσωπικό- «κανόνα». Έκπληξη φαίνεται πως αποτελεί το γεγονός ότι ακόμα και σε τέτοιους καταλόγους, ο Δον Κιχώτης βρίσκεται στις πρώτες θέσεις.

Η αλήθεια είναι ότι υπό το πνεύμα ενός είδους ευρωπαϊκής «αλεξανδρινής βιβλιοθήκης», υπό το πνεύμα της δημιουργίας ενός «μουσείου», όπως κατά την ελληνιστική περίοδο, ο Δον Κιχώτης δεν μπορεί να λείψει από τέτοια παρακαταθήκη, της οποίας αποτελεί συστατικό στοιχείο. Τώρα, που έχουμε την άνεση να κοιτάζουμε πέντε τουλάχιστον αιώνες πίσω, μπορούμε να διακρίνουμε πως ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, δηλαδή το πνεύμα που τον κατέστησε μέγιστη κατάκτηση του ανθρώπου και ανυπέρβλητο όριο της συνέχειας από την Αρχαία Ελλάδα στην Αρχαία Ρώμη και στο Χριστιανισμό, έχει διακριτούς γεννήτορες. Στη λογοτεχνία, αυτοί δεν είναι άλλοι από τον Δάντη, που στα όρια μεταξύ Μεσαίωνα και Αναγέννησης κατέθεσε το όραμα ενός κόσμου ικανού να οδεύσει από την Κόλαση στον Παράδεισο, τον Ραμπελαί που απέδωσε τη λατρεία και την έκρηξη της ζωής ως ένα παιχνίδι γιορτής και περιέργειας με κολοφώνα το γέλιο, τον Τσώσερ και τον Βοκκάκιο που έφεραν αυτό το παιχνίδι στην περιοχή της αξίας του σώματος και της απόλαυσης, ικανής να εκδηλώνεται στην πράξη, αλλά και να κατέχει το θησαυρό του λόγου για να αφηγείται αυτή την πανδαισία, όπου η φυσικότητα της «αμαρτίας» ανάγεται σε αξεπέραστο και καλόδεχτο αμάρτημα της «φύσης».

Αυτή είναι μάλλον η πρώτη περίοδος του ευρωπαϊκού πνεύματος. Είναι η περίοδος της αισιοδοξίας, της βεβαιότητας ότι τα πράγματα είναι καλύτερα όταν, εγκαταλείποντας την υπερβατικότητα και τη μεταφυσική, την με κάθε τρόπο αναζήτηση μιας βασανιστικής αγιοσύνης, τη φενάκη και υπερβολή της εποποιίας των ιπποτών, ο άνθρωπος αφήνεται στην καθημερινότητά του και στη λογική της σκέψης του, που δεν καταδυναστεύεται από τις αυθεντίες και τους σχολαστικισμούς. Συνέπεια αυτής της αντίληψης υπήρξαν οι διαμαρτυρίες του Λούθηρου, που εντάσσονται στη γενικότερη θεώρηση αυτής της κίνησης, η οποία αποκλήθηκε Ανθρωπισμός και Μεταρρύθμιση, όπου η ιατρική, η κοσμογραφία, η αστρονομία, η φυσική μεταβάλλονται σε επιστήμες, σε διαρκή αναζήτηση δια της έρευνας και του πειράματος, της μελέτης και της συναγωγής πρακτικών συμπερασμάτων, εγκαταλείποντας τις θεωρητικές και συχνά παράλογες προσεγγίσεις με σφραγίδα το κύρος του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

Είναι φυσικό ότι αυτές οι καινοτομίες μετέτρεψαν τη σταθερότητα το κόσμου, δηλαδή της Γης, που ως τότε ήταν το κέντρο του Σύμπαντος, σε μια διαρκώς εντονότερη αστάθεια, απέναντι στην οποία υψώθηκε η αντίδραση της εξουσίας και της θρησκείας, γνωστή ως Αντιμεταρρύθμιση. Τα εργαλεία της Αντιμεταρρύθμισης είχαν σαφή συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με όσα προσπαθούσε να επιβάλει η Μεταρρύθμιση. Το κυριότερο συγκριτικό πλεονέκτημα ήταν η συγκροτημένη αντίδραση σε σώματα επίθεσης προς υποστήριξη του δόγματος, με εμπροσθοφυλακή τα μοναστικά τάγματα και κυρίως την Κοινωνία του Ιησού -τους γνωστούς μας Ιησουΐτες- έργο του Ισπανού Ιγνάσιο δε Λογιόλα. Ποιος μπορούσε να αντισταθεί σε τέτοιο πλήθος, στην Ιερά Εξέταση που το ακολουθούσε, στην πυρά που εξολόθρευε μέσω τέτοιου εξαγνισμού τους ανθρώπους και τα έργα τους, στις παπικές εντολές, που υπερέβαιναν προ πολλού τον Μακιαβέλι; Ποια μπορούσε να είναι η προσωπικότητα, που μόνη και απροστάτευτη, θα ανέτρεπε αυτή την ισχύ, διαρκώς διευρυνόμενη με την ελέω Θεού Μοναρχία, την Αριστοκρατία, τη συμπαράταξη των αστών; Η συνθήκη του Τρέντο μπορεί να διήρκεσε μερικές δεκαετίες, στο τέλος όμως έψαλε τον θάνατο της Μεταρρύθμισης. Μετά την πρώτη περίοδο της αισιοδοξίας (1450-1530), μετά τη δεύτερη περίοδο της Μεταρρύθμισης (1500-1570), η τρίτη περίοδος, αυτή της επιβολής της Αντιμεταρρύθμισης (1550-1600), που συμπίπτει με την εγκαθίδρυση και στερέωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού είχε καταλήξει σε αυτό που θα ήταν η συνέχειά του: αγώνας μονάδων ή μικρών ομάδων κατά οργανωμένων συνόλων. Από την πτώση της Κωνσταντινούπολης ως την αυγή του 17ου αιώνα, δηλαδή σε εκατόν πενήντα χρόνια, η ανατροπή που είχε ευαγγελιστεί η Αναγέννηση είχε μεταμορφωθεί σε συντηρητισμό, επιβεβαιώνοντας για πρώτη φορά στην Ιστορία της Ευρώπης πως η επανάσταση καταλήγει να ωφελεί και να ενισχύει την τάξη, εναντίον της οποίας είχε στραφεί.

Η Αντιμεταρρύθμιση είχε επιβληθεί, όταν ο Δον Κιχώτης κυκλοφόρησε το 1605. Καθώς η αισιόδοξη περίοδος του Ραμπελαί και των συγχρόνων του είχε παρέλθει, καθώς η επόμενη περίοδος της αναταραχής λόγω του Λούθηρου και των συνοδοιπόρων του είχε λήξει και ο κόσμος της Ευρώπης είχε επιστρέψει στην προτέρα αυτού κατάσταση της εμπέδωσης της τάξης, της πίστης και του δόγματος, ο Θερβάντες φέρνει στο φως την ηθική και το μεγαλείο της αποτυχίας. Δίνει ουσιαστικά την πλέον ανθρώπινη απάντηση στον σύγχρονό του Γουίλιαμ Σαίξπηρ, που βάζει τον ήρωά του Άμλετ, στο διεφθαρμένο βασίλειο της Δανιμακρίας, να αναρωτιέται «να ζει κανείς ή να μη ζει; Ιδού το ερώτημα». Και το μεγαλείο του Θερβάντες βρίσκεται ακριβώς στην αναγνώριση ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν θα είναι παρά εξάρσεις δημιουργίας που θα καταπνίγονται από μια αμετακίνητη καθεστηκυία τάξη και ότι ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος παρά όταν εμπλέκεται στις εξάρσεις του, μαθαίνοντας στο πετσί του πως εξαιτίας αυτών των εξάρσεων στο τέλος θα ηττηθεί, περιμένοντας όμως πως άλλος θα παραλάβει τη σκυτάλη για να συνεχίζεται αυτός ο μαραθώνιος που οι αποστάσεις του διαρκώς μεταβάλλονται και οι δρομείς του -περιέργως- διαρκώς είναι παρόντες.

Ίσως επειδή η εποχή μας έχει χάσει κάθε επαφή με αυτή την πραγματικότητα, αναγνωρίζει στον Δον Κιχώτη την αποκάλυψη αυτής της ανθρώπινης διάστασης, η οποία είναι η μόνη στα μέτρα του Ανθρώπου, αφού πρόκειται για ένα είδος αρετής, που ούτε ο Σωκράτης καν ούτε ο Πρωταγόρας μπόρεσαν να αποδείξουν “εἰ διδακτέον ἀρετή”.

Την αποτυχία ως μονίμως αιωρούμενη παράμετρο, την έκπληξη αυτού του κινδύνου, προσπάθησε να οριοθετήσει, να περιγράψει και να εντάξει στην ανθρώπινη φύση ο Γάλλος Μισέλ ντε Μονταίνι στα Δοκίμιά του, έργο μιας ζωής, που δεν έπαψε να συμπληρώνει επί μία τουλάχιστον εικοσαετία (1572-1593), ομολογώντας πως του ήταν δύσκολο να καταλήξει σε συμπεράσματα και συμβουλές, ορίζοντας πως έμβλημά του ήταν το ερώτημα «τι ξέρω;», που βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά από το σωκρατικό «εν οίδα ότι ουδέν οίδα»(γιατί σημασία έχει το ερώτημα και όχι η απάντηση) και ταυτοχρόνως καταργεί το ερώτημα του Άμλετ, γιατί εντέλει η απάντηση είναι μία: να ζει κανείς. Μερικές δεκαετίες μετά την πρώτη έκδοση του Δον Κιχώτη, ο Ισπανός Μπαλτασάρ Γκρασιάν (1601-1658) θα προσπαθήσει να υπερβεί τις αμφιβολίες του Μονταίνι και να κωδικοποιήσει τις αναγκαίες μορφές του κόσμου της τάξης, έτσι που να στέκονται στα ακραία της όρια, παραδείγματα προς μίμηση δια της συνεχούς άσκησης, αλλά και έτοιμες να γείρουν στην πλευρά της αμφισβήτησης. Τέτοιες αναγκαίες μορφές είναι ο Ήρωας, ο Πολιτικός, αλλά και ο Φρόνιμος (στον οποίο ο Γκρασιάν προσφέρει «την τέχνη της Φρόνησης») και ο Οξύνους (στον οποίο εξίσου διδάσκεται «η τέχνη της Έκφρασης» με γνώμονα τη Φρόνηση). Αν σκεφτεί κανείς πως ο Γκρασιάν ανήκε στην Κοινωνία του Ιησού και ότι οι ανώτεροί του πάσχισαν να τον κάμουν να σωπάσει, φτάνοντας στο σημείο να τον φυλακίσουν και, σύμφωνα με τον μύθο, να του πάρουν την πένα του, μπορεί να καταλάβει κανείς πως το μεγαλείο της αποτυχίας, όπως το εκφράζει ο Δον Κιχώτης, ήταν πια το χαρακτηριστικό ενός κόσμου που χωρίς την αποτυχία δεν είχε μέλλον. Τι θα ήταν ο ευρωπαϊκός πολιτισμός αν ο Τζορντάνο Μπρούνο δεν είχε καεί, αν ο Γαλιλαίος δεν είχε υποκύψει στους Ιεροεξεταστές, αν ο Κοπέρνικος δεν είχε καταδικαστεί ως «γελοίος Πολωνός», αν τα Δοκίμια του Μονταίνι δεν είχαν περάσει στον κατάλογο των απαγορευμένων από το Βατικανό βιβλίων, στον περίφημο Index, αν αμέτρητοι ανώνυμοι δεν είχαν υποστεί βασανιστήρια, δεν είχαν εντοιχιστεί για να πεθάνουν από ασφυξία, δεν είχαν υποβληθεί σε δημόσιες εκτελέσεις προς φρονηματισμό μιας τάξης πληβείων, που τα όριά της παρέμεναν δυσδιάκριτα και που έπρεπε πάντα να γέρνει προς την πλευρά της τάξης, την ώρα που η τάξη την υποψιαζόταν για κάθε είδους ανατροπές. Αυτή η τρίτη περίοδος του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι εκείνη που ολοκλήρωσε την ενηλικίωσή του.

Αν αυτός υπήρξε ο περίγυρος που κατέστησε τον Δον Κιχώτη απαραίτητο, έτσι που θα μπορούσε κανείς να πει ότι αν δεν τον είχε γράψει ο Θερβάντες, κάποιος άλλος θα τον είχε γράψει, το στοιχείο που καθιστά τον Δον Κιχώτη δημιούργημα του Θερβάντες και μόνο είναι ότι τα πρόσωπα του βιβλίου είναι τρία: ο Δον Κιχώτης, ο Σάντσο Πάντσα και ο ίδιος ο Θερβάντες, που δεν εμφανίζεται απλώς ως ο αφηγητής, χρησιμοποιώντας το πρώτο πρόσωπο και κατευθύνοντας τον αναγνώστη, αλλά και ως εκείνος που ξέρει περί ποίου πράγματος ο λόγος, αφού η ζωή του υπήρξε αρκούντως δονκιχωτική.

Είναι βεβαιωμένο πως έλαβε μέρος στη ναυμαχία της Ναυπάκτου όπου τραυματίστηκε, στα είκοσι πέντε χρόνια του έμεινε ανάπηρος από το αριστερό του χέρι, λίγο αργότερα πιάστηκε από πειρατές και πέρασε πέντε χρόνια αιχμαλωσίας στο Αλγέρι, όπου επανειλημμένα προσπάθησε να δραπετεύσει, εργάστηκε ως κατάσκοπος της Ισπανίας στην Πορτογαλία και στο Οράν της Μπαρμπαριάς (που τότε ανήκε στην Ισπανία), επέστρεψε στη Μαδρίτη, όπου δοκίμασε την τύχη του ως θεατρικός συγγραφέας, δεν πέτυχε τίποτα σε αυτόν τον τομέα παρ’ όλο που έγραψε είκοσι ή τριάντα θεατρικά έργα, απελπισμένος μετατράπηκε σε φοροεισπράκτορα για να καταλήξει αδίκως στη φυλακή για κακοδιαχείριση και ιδιοποίηση δημόσιου χρήματος το 1597. Λέγεται πως στη φυλακή καταπιάστηκε να γράφει τον Δον Κιχώτη, δεν είναι όμως βέβαιο αν η συγγραφή άρχισε σε εκείνο τον εγκλεισμό ή ολοκληρώθηκε κατά την επόμενη φυλάκιση, το έτος 1605 ακριβώς, όταν το πρώτο μέρος του Δον Κιχώτη τέθηκε σε κυκλοφορία. Το δεύτερο μέρος του Δον Κιχώτη κυκλοφόρησε το 1615, ενώ είχε προηγηθεί ένα άλλο δεύτερο μέρος, γραμμένο από κάποιον Αβεγιανέδα. Στερημένος κάθε πνευματικού δικαιώματος από τον εκδότη του πρώτου μέρους του Δον Κιχώτη, ο Θερβάντες θα πέθαινε από πείνα αν δεν τύχαινε της προσοχής ενός μαικήνα αριστοκράτη. Πέθανε λίγο αργότερα ενδεδυμένος το ράσο μοναχού, αλλά παρά το γεγονός ότι είναι γνωστός ο τόπος της ταφής του, ο τάφος του δεν έχει βρεθεί.

Μερικούς μήνες μετά το θάνατο του Θερβάντες πέθανε ο Σαίξπηρ (σε ηλικία πενήντα δύο ετών και από άγνωστη αιτία). Πολλοί είναι εκείνοι που αρέσκονται να σημειώνουν ότι ενώ η ζωή του Θερβάντες και ο ίδιος βρίσκονται μέσα στον Δον Κιχώτη, ο Σαίξπηρ πέρασε μια ήρεμη ζωή, εισπράττοντας τα δικαιώματά από τα έργα του που παίζονταν με μεγάλη πάντα επιτυχία στο Globe Theater, αποφεύγοντας τις επαφές με τις αρχές, που είχαν μεριμνήσει για τη δολοφονία του Κρίστοφερ Μάρλοου, τα βασανιστήρια του Τόμας Κυντ, το στιγματισμό του Μπεν Τζόνσον, επιλέγοντας μιαν ανωνυμία, που του επέτρεπε να οικοδομεί τα τερατώδη και τα απύθμενα ενός Μάκβεθ και ενός Ληρ, διατηρώντας το δικαίωμα να διασκεδάζει με έναν Φάλσταφ ή μια Καλοκαιριάτικη Νύχτα. Αυτή η σύγκριση αποδίδει δύο όψεις της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας: εκείνη που ορμάται από τα του βίου και εκείνη που αποδίδει βίους. Ο Τόμας Μαν, που ανήκει στην πρώτη κατηγορία, λέγεται πως ταξιδεύοντας με το υπερωκεάνιο προς τη Νέα Υόρκη, είδε στον ύπνο του τον Δον Κιχώτη, ο οποίος είχε τα χαρακτηριστικά του Νίτσε-Ζαρατούστρα. Και ο Γουίλιαμ Φώκνερ, που ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, έλεγε πως διάβαζε κάθε χρόνο τον Δον Κιχώτη, όπως άλλοι διαβάζουν τη Βίβλο. Με άλλα λόγια, είτε από εδώ, είτε από εκεί, ο Θερβάντες -και δια του Θερβάντες ο Δον Κιχώτης- δεν αποφεύγεται.

Είναι περιττό να πούμε ποιες ερμηνείες δόθηκαν σε αυτό το έργο, ποια μυθολογία δημιούργησε, ποιους ενέπνευσε. Η βιβλιογραφία είναι απέραντη, οι απόψεις πάμπολλες και συχνότατα αντικρουόμενες. Να όμως μερικές που έχουν τύχει αποδοχής: ο Μιγκέλ δε Ουναμούνο είπε πως ολάκερη η Ισπανία είναι δονκιχωτική, οι ψυχολόγοι και ψυχαναλυτές ανέλυσαν τον Δον Κιχώτη, τον Σάντσο Πάντσα, την Δουλσινέα και έκαναν λόγο για οιδιπόδεια συμπλέγματα, φαλλικές αναζητήσεις, λογιών υπερβάσεις (sublimations), ο Μίνκους έγραψε το μπαλέτο Δον Κιχώτης, ο κινηματογράφος βρήκε διάφορους τρόπους να αποδώσει τα κύρια κεφάλαια του έργου, λογής μιούζικαλ έχουν ήρωα τον Ιππότη της Μάντσα. Εκτός αυτών, οι ειδικοί (όπως ο Χάρολντ Μπλουμ, πατέρας εξάλλου του πρώτου «κανόνα» της παγκόσμιας λογοτεχνίας) υποστηρίζουν πως ο Δον Κιχώτης βρίσκεται στα κορυφαία έργα της λογοτεχνίας του 19ου και 20ου αιώνα, είτε πρόκειται για τον Άχαμπ στον Μόμπυ Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ, είτε για τον κάθε Κ. στα γραπτά του Κάφκα, είτε -παίρνω το θάρρος να προσθέσω- στον Τσέχοφ και στον Παπαδιαμάντη (Βαρδιάνος στα Σπόρκα, Ρόδινα Ακρογιάλια), με την δονκιχωτική ιπποτική ματιά και χωρίς τη βία και τους σωματικούς εξευτελισμούς που υφίσταται ο Δον Κιχώτης. Είναι πιθανό πως εκεί όπου μπορεί κανείς να εντοπίσει τα πρώτα δείγματα του περάσματος του ευρωπαϊκού πολιτισμού στην ύστερη φάση του, η προσοχή στην ηθική της αποτυχίας συναντάει στον Δον Κιχώτη τον πρώτο εκφραστή της, επιβεβαιώνοντας τον Κάρολο Μαρξ, που είχε τη σοφία να παρατηρήσει πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως κωμωδία, πράγμα που σημαίνει πως η πρώτη εμφάνισή της ήταν μια τραγωδία. Πράγματι: ο Δον Κιχώτης είναι τραγικός. Τραγικός είναι και ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ως αυτήν εδώ την ύστερη φάση του, Αυτό εξηγεί ίσως γιατί ο Θερβάντες και ο Δον Κιχώτης του βρίσκονται στην πρώτη ή στις πρώτες θέσεις των «κανόνων» της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κάθε ύστερη φάση νομίζει πως ο προ των θυρών θάνατός της είναι μια τραγική τιμωρία. Οι επιγενόμενοι, αν υπάρξουν, θα δουν το κωμικό ενός γνωστού τέλους.

Ποιος είναι όμως ο Δον Κιχώτης; Ένας μοναχικός θιασώτης και οπαδός του κόσμου της ιπποσύνης, ο οποίος, μέσα από τα διαβάσματά του -έπη και βίους ιπποτών- πιστεύει με απόλυτη ειλικρίνεια πως τα κακά του κόσμου (αυτά που εκείνος θεωρεί πως είναι τα κακά του κόσμου) διορθώνονται με την αυταπάρνηση, την προσωπική θυσία, τη μεταμόρφωση της πραγματικότητας σε όνειρο και τη μεταμόρφωση του ονείρου σε πραγματικότητα, στοιχεία που αναδύονται από έναν κόσμο αρετής, από έναν κόσμο Οδύσσειας (ο Δον Κιχώτης περιπλανάται ή μάλλον έχει βγει «στον πηγαιμό για την Ιθάκη»), που έχει να αντιμετωπίσει φυσικά και ψυχικά μαρτύρια, τα οποία δεν είναι άλλο από επιβεβαιώσεις αυτού του ταξιδιού, που η κατάληξή του είναι ο θάνατος. Τέσσερις αιώνες πριν από τον Καβάφη, ο Δον Κιχώτης λέει «οι Ιθάκες τι σημαίνουν». Έτσι μάλλον θα πρέπει να δούμε τον Δον Κιχώτη σήμερα. Όταν ο Θερβάντες έγραφε το έργο του, δεν θα φανταζόταν βεβαίως πως έτσι θα μπορούσαμε να δούμε τον ήρωά του. Η ισπανική λογοτεχνία είχε προ πολλού αναπτύξει τη θεματολογία του κατεργάρη, του επιτήδειου, του μασκαρά, του καταφερτζή, του αξιοθαύμαστου λαϊκού ήρωα. Ο Λασαρίγιο δε Τόρμες, έργο άγνωστου συγγραφέα, ο Ρουϊ Μπλας, που ενέπνευσε τον Γάλλο συγγραφέα Λε Σαζ, τα χρονικά των conquistadores, οι διάλογοι που απέδιδαν τη ζωή κάθε Εβραίας πόρνης (ισπανικής καταγωγής) στην Ιταλία, είχαν διαμορφώσει μια λογοτεχνία, όπου το περίεργο, το πρωτοφανές, το απίστευτο και το παράλογο είχαν τη θέση τους. Αυτή η λογοτεχνία θα είχε πεθάνει άδοξα, αν ο Θερβάντες δεν την είχε συμπυκνώσει και δεν της είχε προσφέρει το δώρο της αθανασίας, χάρη στον Δον Κιχώτη, όπου όλα τα περίεργα είναι φυσικά, όπου όλα τα παράλογα είναι πιστευτά, όπου όλα τα ανάποδα έχουν το ίσο τους.

Αυτό το εύρημα δεν θα είχε το αντίκρισμα που του αποδίδουμε αν απέναντι στον Δον Κιχώτη δεν υπήρχε ο Σάντσο Πάντσα, η φωνή της αναπότρεπτης πραγματικότητας, η επίδειξη της κοινής λογικής, αλλά και της καχυποψίας και της προσδοκίας της ευκαιρίας με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Λιπόσαρκος ο Δον Κιχώτης, στρουμπουλός ο Σάντσο, καβάλα στον ετοιμόρροπο Ροσινάντε ο Δον Κιχώτης, σε γάιδαρο ο Σάντσο, οπλισμένος και θωρακοφόρος ο Δον Κιχώτης, άοπλος ο Σάντσο, επιθετικός και αιθεροβάμων ο Δον Κιχώτης, διαλλακτικός και προσγειωμένος ο Σάντσο, ο Δον Κιχώτης αποκτά περιεχόμενο, επειδή το αντλεί από τον Σάντσο, που απλόχερα του το προσφέρει. Με άλλα λόγια, ο Δον Κιχώτης δεν θα ενδιέφερε αν ο Σάντσο Πάντσα δεν υπήρχε να μας δείχνει πόσο ενδιαφέρων είναι.

http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/drakontaeidis_don.html

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: