Αρχική > πολιτισμός > Έφυγε ο ζωγράφος Παναγιώτης Τέτσης / Αφιέρωμα

Έφυγε ο ζωγράφος Παναγιώτης Τέτσης / Αφιέρωμα

 

Μαρτίου 5, 2016

Aκούραστος υπηρέτης της τέχνης ως την τελευταία στιγμή, ο ακαδημαικός και ζωγράφος με τα πινέλα και τα χρώματα», Παναγιώτης Τέτσης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 91 ετών, ύστερα από μακρά κι επίπονη μάχη με τον καρκίνο.

Με ιδιαίτερη θέρμη αποτύπωσε στο έργο του, ζωηρές, ζωντανές εικόνες τόσο της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Υδρας όσο και της αγαπημένης του Σίφνου.

tetsis ydra

rsz_ergo_tetsi

tetsis

Προσπάθησε επίσης να αποδώσει την χρωματική φρεσκάδα των λουλουδιών και αποτύπωσε με τον μοναδικό δικό του τρόπο την καθημερινότητα μέσα από τη «Λαϊκή Αγορά» του.

tetsis laiki agora

tetsiw laiki agora 2

Γεννημένος στην Ύδρα το 1925 ο Παναγιώτης Τέτσης, ήταν μόλις 14 ετών όταν πρόσεξε τη δουλειά του ο σπουδαίος αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης καθώς εντυπωσιάστηκε από τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο είχε ζωγραφίσει τα Σπίτια της Υδρας. Και έτσι απέκτησε έναν πολύτιμο φύλακα –άγγελο, ενώ γρήγορα τον ίδιο ρόλο ανέλαβαν τόσο ο Νίκος Χατζηκυριάκος –Γκίκας όσο και ο Ανδρέας Εμπειρίκος.

rsz_tetsis

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής δοκίμασε τις δυνάμεις του στην Νομική και αφού γρήγορα διαπίστωσε ότι δεν τον ενδιέφερε, γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλό του τον Κωνσταντίνο Παρθένη.

Τα μέσα της δεκαετίας του ’50 σπούδασε με υποτροφία στο Παρίσι. Από το 1957 εγκαταστάθηκε στο ατελιέ του στην οδό Ξενοκράτους, όπου περνούσε ατέλειωτες ώρες πολλές καθημερινά για να φιλοτεχνήσει τα έργα που φιλοξενηθηκαν σε 90 και πλέον ατομικές του εκθέσεις.

Η Λαική Αγορά είναι το πλέον εμβληματικό και γνωστό έργο του. Πρόκειται για μια σύνθεση που ξεπερνά σε μήκος τα 50μ. γεμάτη κίνηση και χρώμα, έναν ύμνο στην καθημερινότητα όσων συνέβαιναν κάθε Παρασκευή έξω από την πόρτα του.

Δεύτερο αγαπημένο του στέκι η Σχολή Καλών Τεχνών στην οποία άρχισε να διδάσκει από το 1976 έως το 1991. Από το εργαστήριό του πέρασαν πολλοί από τους σημερινούς καταξιωμένους ζωγράφους κι εκείνος παρά τις τιμές και την αναγνώριση θεωρούσε ότι δεν υπάρχει καλύτερη φιλοφρόνηση από το να τον αποκαλούν «δάσκαλο», αν και ήταν ο ίδιος που τους παρότρυνε να κάνουν κάτι που θεωρούσε δύσκολο: να αποτινάξουν τον δάσκαλό τους και να βρουν τον δρόμο τους.

Εχει προσφέρει στην Εθνική Πινακοθήκη 210 έργα του, αλλά και το δικαίωμα το 20% εξ αυτών να μπορούν να πωληθούν ώστε να αγοραστούν έργα συναδέλφων του, τα οποία λείπουν από τις συλλογές του μουσείου, όπως έγινε γνωστό την περασμένη Δευτέρα, οπότε του απονεμήθηκε το νεοσύστατο βραβείο εικαστικών τεχνών «Γιάννης Μόραλης» από το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά η επιδείνωση της ήδη βεβαρημένης υγείας του δεν του επέτρεψε να παραστεί στην τελετή.

http://www.presspublica.gr/%CE%B1%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B5%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B5-%CE%BF-%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84/

 

 

Εφυγε ο «ζωγράφος με τα πινέλα και τα χρώματα» Παναγιώτης Τέτσης

Μαίρη Αδαμοπούλου, ΤΑ ΝΕΑ 5.3.2016

 

Ο Παναγιώτης Τέτσης περνούσε ώρες πολλές καθημερινά στο ατελιέ του για να φιλοτεχνήσει τα έργα του, αλλά και για να συναντήσει τους φίλους του, οι οποίοι ξαπόσταιναν με ένα ποτήρι παγωμένο νερό κι ένα γλυκό του κουταλιού που πάντα είχε στο ντουλάπι του.

Εφυγε ο «ζωγράφος με τα πινέλα και τα χρώματα» Παναγιώτης Τέτσης

 

Tολμηρός κολορίστας και ακούραστος θεράπων της τέχνης ως την τελευταία στιγμή ο Παναγιώτης Τέτσης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 91 ετών, ύστερα από μακρά κι επίπονη μάχη με τον καρκίνο.

Η κηδεία του Παναγιώτη Τέτση θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 7 Μαρτίου στις 2.30 μ.μ. στον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου (οδός Σκουφά, Κολωνάκι). Στη νεκρώσιμη ακολουθία θα παραστεί ο Μητροπολίτης Ύδρας – Σπετσών – Αιγίνης – Ερμιονίδος και Τροιζηνίας κ. Εφραίμ. Η ταφή θα γίνει στην Ύδρα, την Τρίτη 8 Μαρτίου, στις 12.00 το μεσημέρι.

Η οικογένεια επιθυμεί αντί στεφάνων να διατεθούν τα χρήματα για το Κουλούρειο Νοσοκομείο «Παναγία Φανερωμένη» της Ύδρας.

Δάσκαλος και ακαδημαϊκός, ο δημιουργός προτιμούσε να συστήνεται ως «ζωγράφος με τα πινέλα και τα χρώματα», δεν υπέκυψε στη λογική των παραγγελιών. Αποθέωσε στους καμβάδες του την ιδιαίτερη πατρίδα του, τα βράχια και τη θάλασσα της Υδρας και τα πεύκα της αγαπημένης του Σίφνου.

Προσπάθησε να κρατήσει την φρεσκάδα των λουλουδιών μέσα από τον χείμαρρο των χρωμάτων που χειριζόταν με απίστευτη μαεστρία και την οικειότητα στα πρόσωπα των αγαπημένων του φίλων, χωρίς να μπει ποτέ (με μια νεανική εξαίρεση) στον πειρασμό να βάλει ο ίδιος τη δική του όψη στο χαρτί. Και επικύρωσε τη σημαντική θέση του στην εικαστική σκηνή όταν έδωσε μνημειακές διαστάσεις στην καθημερινότητα μέσα από τη «Λαϊκή Αγορά» του, χωρίς να χάσει σχεδόν ποτέ τον εφηβικό ενθουσιασμό του.

Μάστορας της ελαιογραφίας και κορυφαίος ακουαρελίστας, αλλά και χαράκτης, με το εξασκημένο και γεμάτο αθωότητα βλέμμα του, κατάφερνε να μετατρέπει το φως και το χρώμα – δυο αιώνιους αντιπάλους, καθώς κι ο ίδιος εκτιμούσε ότι ειδικά το έντονο ελληνικό φως ξεθωριάζει τα χρώματα – σε συμμάχους ικανούς να αναδείξουν την ομορφιά όπου κι αν μπορούσε να την εντοπίσει.

Οταν τον πρόσεξε ο Πικιώνης…

Γεννημένος στην Ύδρα το 1925 ο Παναγιώτης Τέτσης, ήταν μόλις 14 ετών όταν πρόσεξε τη δουλειά του ο σπουδαίος αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης καθώς εντυπωσιάστηκε από τον ρηξικέλευθο τρόπο με τον οποίο είχε ζωγραφίσει τα Σπίτια της Υδρας. Και έτσι απέκτησε έναν πολύτιμο φύλακα –άγγελο, ενώ γρήγορα τον ίδιο ρόλο ανέλαβαν τόσο ο Νίκος Χατζηκυριάκος –Γκίκας όσο και ο Ανδρέας Εμπειρίκος.

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής δοκίμασε τις δυνάμεις του στην Νομική και αφού γρήγορα διαπίστωσε ότι δεν τον ενδιέφερε, γράφτηκε στην Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλό του τον Κωνσταντίνο Παρθένη.

Τα μέσα της δεκαετίας του ’50 τον βρήκαν με υποτροφία να σπουδάζει στο Παρίσι, ενώ με την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη, το 1957, βρήκε τη «φωλιά» του, που δεν αποχωρίστηκε ως το τέλος: το ατελιέ του στην οδό Ξενοκράτους. Εκεί που περνούσε ώρες πολλές καθημερινά για να φιλοτεχνήσει τα έργα για τις 90 και πλέον ατομικές του εκθέσεις. Για να συναντήσει τους φίλους του, οι οποίοι ξαπόσταιναν με ένα ποτήρι παγωμένο νερό κι ένα γλυκό του κουταλιού που πάντα είχε στο ντουλάπι του.

Και για να δημιουργήσει το εμβληματικότερο έργο του, τη Λαϊκή Αγορά, μια σύνθεση που ξεπερνά σε μήκος τα 50μ. γεμάτη κίνηση και χρώμα, έναν ύμνο στην καθημερινότητα όσων συνέβαιναν κάθε Παρασκευή έξω από την πόρτα του, παρασύροντας το βλέμμα του θεατή να πιστέψει πως βρίσκεται κι ο ίδιος εκεί, μέσα στη βουή και το αταίριαστο πλήθος, τα φρούτα και τα λαχανικά που μοιάζουν με ένα πανηγύρι, όπου τιμώμενος δεν είναι άλλος κανείς παρά η ζωή.

«Αποτινάξτε τον δάσκαλό σας… »

Δεύτερο αγαπημένο του στέκι η Σχολή Καλών Τεχνών στην οποία άρχισε να διδάσκει από το 1976 έως το 1991. Από το εργαστήριό του πέρασαν πολλοί από τους σημερινούς καταξιωμένους ζωγράφους κι εκείνος παρά τις τιμές και την αναγνώριση θεωρούσε ότι δεν υπάρχει καλύτερη φιλοφρόνηση από το να τον αποκαλούν «δάσκαλο», αν και ήταν ο ίδιος που τους παρότρυνε να κάνουν κάτι που θεωρούσε δύσκολο: να αποτινάξουν τον δάσκαλό τους και να βρουν τον δρόμο τους.

Τον χρωστήρα του δεν τον άφηνε εύκολα από το χέρι, κι όπου κι αν βρισκόταν, πάντα θα έβρισκε κάτι να κεντρίσει το καλά εξασκημένο βλέμμα του, το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά ώστε να αναδειχθεί σε έναν από τους πιο πηγαίους, εκφραστικούς, ποιοτικούς και εν τέλει πιο σημαντικούς ζωγράφους της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.

Αλλά κι από τους πιο γενναιόδωρους, καθώς όχι μόνο έχει προσφέρει στην Εθνική Πινακοθήκη 210 έργα του, αλλά και το δικαίωμα το 20% εξ αυτών να μπορούν να πωληθούν ώστε να αγοραστούν έργα συναδέλφων του, τα οποία λείπουν από τις συλλογές του μουσείου, όπως έγινε γνωστό την περασμένη Δευτέρα, οπότε του απονεμήθηκε το νεοσύστατο βραβείο εικαστικών τεχνών «Γιάννης Μόραλης» από το Υπουργείο Πολιτισμού, αλλά η επιδείνωση της ήδη βεβαρημένης υγείας του δεν του επέτρεψε να παραστεί στην τελετή.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΕΤΣΗΣ

Εφυγε ο αλχημιστής των χρωμάτων

Ο Παναγιώτης Τέτσης, ο δάσκαλος, ο ακαδημαϊκός, ο αιώνιος έφηβος, έφυγε από τη ζωήλίγο πριν τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, προς τα ξημερώματα του Σαββάτου, σε ηλικία 91 ετών, ύστερα από επίπονη μάχη με τον καρκίνο.

Η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί τηΔευτέρα 7 Μαρτίου, στις 2.30 μ.μ. στον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Η ταφή θα γίνει στην Ύδρα, την Τρίτη 8 Μαρτίου, στις 12.00 το μεσημέρι.

ΕΘΝΟΣ, 5.3.2016  Εφυγε ο αλχημιστής των χρωμάτων

Πάντοτε με τον χρωστήρα στο χέρι, ζυμωμένος με την τέχνη του ο δημιουργός ζωγράφιζε ό,τι γνώριζε, έφτιαχνε μια ζωγραφική της υπαίθρου, αληθινά χρωματική, με δυνατές αρμονίες που απέδιδαν πειστικά, τη φύση του ελληνικού φωτός. Κεντρικό θέμα των έργων του Παναγιώτη Τέτση υπήρξε το τοπίο, μέσα από το επίμονο βλέμμα του ζωγράφου, καθώς και ο διάλογος της φύσης με το κτισμένο περιβάλλον και με το φως. Τα χρώματα των έργων του ξεχειλίζουν από τον καμβά και συνομιλούν ισότιμα με τη φύση και τον θεατή. Οι εντυπωσιακές ελαιογραφίες του και οι άρτιες ακουαρέλες του αναδείκνυαν την ομορφιά όπου κι αν την εντόπιζε, ενώ σπουδαία είναι και τα χαρακτικά του.«Η ζωγραφική του είναι μαγική, ευφραίνει τα μάτια και την ψυχή και ταυτόχρονα γυμνάζει το βλέμμα μας ν’ αναζητεί την αποκάλυψη μέσα στο ασήμαντο», σημειώνει η ομότιμη καθηγήτρια στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης. Μαρίνα Λαμπράκη –Πλάκα. «Το θέμα είναι για αυτόν απλό ερέθισμα: από ένα απλό κανάτι με πινέλα ακουμπισμένο σ’ ένα τραπεζάκι ως τη γεωμετρία της Ύδρας, την ώρα που την αγκαλιάζει ο πρώτος ήλιος και την αποχαιρετά ο τελευταίος, θωπεύοντάς τη με το μελένιο φως του, και ως τη λαϊκή αγορά της Παρασκευής στην Ξενοκράτους, που θα εμπνεύσει στον ζωγράφο τη μνημειώδη ζωφόρο των πενήντα μέτρων». Κι είναι γεγονός ότι όσοι έχουν έρθει αντιμέτωποι με την εμβληματική «Λαϊκή Αγορά» δεν την ξεχνουν ποτέ. Τελάρα ύψους 2,5 μ. και πλάτους 4 μ. το ένα πλάι στο άλλο γεμάτα κίνηση και χρώμα, με ένα αταίριαστο πλήθος μπρος και πίσω από τους πάγκους με τα φρούτα και τα λαχανικά, μια «φέτα» καθημερινής ζωής «κολλημένη» στο τελάρο. Σχεδόν τεντώνεις το αυτί σου για να ακούσεις τους πωλητές να διαλαλούν το εμπόρευμά τους.

Ο Παναγιώτης Τέτσης γεννήθηκε το 1925 στην Ύδρα, όπου έζησε τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά του χρόνια. «Από μικρό παιδί, στις διακοπές του σχολείου, αντί να βγαίνω να παίζω στην Υδρα, καθόμουν και ζωγράφιζα με μπογιές που έβρισκα στο σπίτι. Οι Υδραίοι πάντα συντηρούσαν τις πόρτες και τα παράθυρα, τα περνούσαν με μπογιά. Με τα υπολείμματα αυτής μπογιάς άρχισα να ζωγραφίζω» έλεγε στο «Έθνος», με αφορμή την έκθεσή του «Π. Τέτσης: Η αποθέωση του τοπίου. Ζωγραφική 2010-2014» την Άνοιξη του 2015 στο Ιδρυμα Β&Μ Θεοχαράκη. Το 1937 εγκαταστάθηκε στον Πειραιά αλλά η Ύδρα παρέμεινε κυρίαρχος στην ψυχή, την καρδιά και την τέχνη του. Αποθέωσε στους καμβάδες του τα βράχια και τη θάλασσα της ιδιαίτερής του πατρίδας, καθώς και τα πεύκα της αγαπημένης του Σίφνου. Το 1940 πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Γερμανό ζωγράφο και χαράκτη Κ.Φρισλάντερ, αλλά η καθοριστική στροφή για τη ζωή του έγινε με τη γνωριμία του με τον Δημήτρη Πικιώνη και τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα.

Καλλιτεχνικά ωριμάζει στη διάρκεια της δεκαετίας του ΄50, εποχή που τα αφηρημένα κινήματα έχουν αρχίσει να επηρεάζουν τους νέους καλλιτέχνες στην Ελλάδα και συμπίπτουν με το τέλος μιας δεκαετίας πολέμων και διχασμών. Στην μετεμφυλιακή ατμόσφαιρα η απόρριψη της παράδοσης και η ρήξη με ό,τι έχει προηγηθεί γίνεται η νέα σημαία. Η ΑΣΚΤ είναι το σύμβολο του ακαδημαϊσμού και του κονφορμισμού και οι εικαστικοί αυτής της γενιάς μεταναστεύουν στα μεγάλα κέντρα των καλλιτεχνικών επαναστάσεων στην Ευρώπη και την Αμερική (Κεσσανλής, Κανιάρης, Τσόκλης, Τάκης, Κουλεντιανός κ.α). Ο Τέτσης παραμένει πιστός στη δική του επιλογή και δηλώνει ότι τον καθοδηγούν οι αισθήσεις του, επιστρέφει κάθε καλοκαίρι στη νησιωτική ύπαιθρο, εκεί που έχει θεμελιώσει την αδιάκοπη και μοναδική σχέση του με το θέμα του. Επιμένει να την καλλιεργεί αποφεύγοντας την παγίδα της επανάληψης, με στοχαστική αναπαράσταση και με ανανέωση της χρωματικής του παλέτας. Η στοχαστικότητά του τον κάνει ακατάτακτο, αγαπάει πράγματα που δεν του ανήκουν: « Μια βάρκα με κουπιά στο ήσυχο παλιό λιμάνι της Ύδρας, που δεν απέκτησα ποτέ».

Ορμητήριό του το υπόγειο ατελιέ του, στην οδό Ξενοκράτους, καταφύγιο για την τέχνη του για 59 χρόνια, έως το τέλος της ζωής του. Εκεί περνούσε πολλές ώρες της ημέρας, εκεί ζωγράφιζε τα έργα του, εκεί –ανάμεσα σε τελάρα και λουλούδια- υποδεχόταν φίλους με εφηβική ζωντάνια, μιλούσε για όλους και όλα κι ήταν πάντοτε πολύ φιλόξενος. Για πολλά χρόνια καθηγητής σε Ελεύθερες Σχολές, ο Παναγιώτης Τέτσης δίδαξε από το 1976 μέχρι το 1991 στην ΑΣΚΤ και το 1989 εξελέγη πρύτανης της Σχολής. Από το εργαστήριό του πέρασαν πολλοί από τους σημερινούς καταξιωμένους ζωγράφους κι εκείνος παρά τις τιμές και την αναγνώριση θεωρούσε ότι δεν υπάρχει καλύτερη φιλοφρόνηση από το να τον αποκαλούν «δάσκαλο». Το 1993 έγινε ακαδημαϊκός, ενώ μόλις την περασμένη Δευτέρα, στις 29 Φεβρουαρίου, του απονεμήθηκε το νεοσύστατο βραβείο εικαστικών τεχνών «Γιάννης Μόραλης» από το Υπουργείο Πολιτισμού. Η επιδείνωση της ήδη βεβαρημένης υγείας του δεν του επέτρεψε να παραστεί στην τελετή.

Η κηδεία του Παναγιώτη Τέτση θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 7 Μαρτίου, στις 2.30 μ.μ. στον Ιερό Ναό Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου (οδός Σκουφά, Κολωνάκι). Στη νεκρώσιμη ακολουθία θα παραστεί ο Μητροπολίτης Ύδρας – Σπετσών – Αιγίνης – Ερμιονίδος και Τροιζηνίας κ. Εφραίμ. Η ταφή θα γίνει στην Ύδρα, την Τρίτη 8 Μαρτίου, στις 12.00 το μεσημέρι. Η οικογένεια επιθυμεί αντί στεφάνων να διατεθούν τα χρήματα για το Κουλούρειο Νοσοκομείο «Παναγία Φανερωμένη» της Ύδρας.

Αντιγόνη Καράλη

 

Π. Τέτσης: «Τελευταία ζωγραφίζω αναμνήσεις παιδικές»- Συνέντευξη πριν 8 μήνες

 

Μαρτίου 6, 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΓΙΩΡΓΗ ΜΥΛΩΝΑ*

«Αυτός ο βράχος στην Ύδρα είναι γνωστός ως Ζάστανι και καθώς πέφτει σχεδόν κάθετα στη θάλασσα, υπάρχει ο θρύλος ότι όταν οι γέροι, ιδίως οι αρσενικοί, είχαν παραγεράσει, τα παιδιά τους βάζανε σε ένα κοφίνι, τους πήγαιναν εκεί απάνω στον βράχο και τους πετούσαν με το κοφίνι κάτω στη θάλασσα. Ένας Καιάδας για ηλικιωμένους λοιπόν; Όλα αυτά πιστεύω ότι είναι ψέματα και ότι δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Εγώ τον ζωγράφισα γιατί μου δίνει αυτή την αίσθηση του ζοφερού. Δεν δίνει και σε εσάς την αίσθηση ότι μπορεί να σας ρίξουν από εκεί πάνω, να κατρακυλήσετε;».

Έτσι, όπως έχω τον Παναγιώτη Τέτση απέναντί μου – η συνέντευξη έγινε πριν από μερικούς μήνες- και μου περιγράφει το έργο πίσω του, αισθάνομαι ότι πράγματι, αυτή η γεροντική μορφή έπεσε από ψηλά και στάθηκε όρθια στη ζωή, κρατημένη από το τελάρο, από την ίδια του τη ζωγραφική. Ο ίδιος παραπονιέται ότι δε ζωγραφίζει όσο θά’ θελε. Τον ταλαιπωρούνε διάφορα… ο οδοντογιατρός του, πότε τούτο ή εκείνο. «Τελευταία ζωγραφίζω αυτά που οι αναμνήσεις και τα βιώματα με πάνε πίσω δεκαετίες. Όχι απωθημένα, αλλά πράγματα που βγαίνουνε σιγά-σιγά. Παιδάκι στην Ύδρα, όταν έβλεπα έναν κακό βοριά με τη θάλασσα μαύρη και πολλά πρόβατα, το ζω πάλι ζωγραφίζοντάς το… έχοντας την εικόνα και την αίσθηση εκείνης της πρώτης εμπειρίας».

Ο Τέτσης ζωγραφίζει τη θάλασσα όπως την έζησε παιδί στην Ύδρα, στη Σίφνο αργότερα και συνεχίζει να τη ζει στο εργαστήρι της Ξενοκράτους. Αφουγκράζεται τους παλμούς της όπως αυτοί επαναλαμβάνονται από τα βάθη του χρόνου. Έτσι όπως αυτή φόρτισε τη μνήμη του. Η ζωγραφική του, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα με την επιβολή των χρωματικών αξιών και την έμφαση στους καθαρά ζωγραφικούς τύπους, καταλήγει σε έργα που διακρίνονται για την αμεσότητα και τον εκφραστικό τους πλούτο. Τα ίδια χαρακτηριστικά ουσιαστικά έχουμε και στη χαρακτική του, στην οποία καθοριστικό ρόλο έχουν ο ρόλος των τονικών διαβαθμίσεων και η εσωτερικότητα των μορφών, η συχνά ποιητική διάθεση και το λυρικό περιεχόμενο. Ο Τέτσης χάραξε και ακολούθησε τον δικό του δρόμο παραμένοντας πιστός στην εικονιστική τέχνη, στην εμβάθυνση των μυστικών του ελληνικού φωτός και των χρωμάτων, στην ολοκλήρωση της καθαρά προσωπικής του έκφρασης. Στοχαστικός παρατηρητής της φύσης και του τοπίου (Αθήνα, Ύδρα, Σίφνος) καταφέρνει να συλλαμβάνει τη χρωματική υφή του περιβάλλοντος με μια μοναδική αυθεντικότητα και παράλληλα όποτε έστρεψε το βλέμμα του στην ανθρώπινη μορφή να αποδίδει, με μοναδική ευκολία, τη γνησιότητα της έκφρασης. Στο εργαστήρι βλέπουμε κάποια από τα τελευταία έργα του ζωγράφου. Διακρίνονται για τις λιτές γραμμές και τα σκούρα χρώματα. Το μαύρο γοήτευε πάντα τον ζωγράφο και παλιά, έκανε μια σειρά μεγάλων σχεδίων για τη Σίφνο με πινέλο και σινικό μελάνι. Το εκτυφλωτικό φως του νησιού τα έκανε όλα μαύρα.

Ζωγραφίζετε μια Ύδρα διαφορετική απ’ αυτήν που ξέρουμε. Η ματιά σας τώρα τα «βλέπει μαύρα»;

Έχει πέσει λίγο μαυρίλα, αλλά δεν είναι λόγω περιστάσεων…

Άρα, είστε αισιόδοξος για τον τόπο.

Όχι, δεν είμαι. Δεν πρόκειται να γίνει θαύμα. Εξάλλου από αυτά που διαβάζεις, βλέπεις κάθε ημέρα το ίδιο. Δεν υπάρχει ένα βήμα, όλα είναι πολύ περίεργα. Νομίζω ότι υπολογίζουμε – δε λέω υπολογίζουνε, αλλ’ υπολογίζουμε – το προσωπικό συμφέρον πάντοτε.

Σε παλιότερη συνέντευξή σας λέγατε πως πρέπει να βλέπουμε την καλή πλευρά της ζωής και να βάζουμε στόχους για να μην είμαστε δυστυχισμένοι.

Η καταιγίδα τότε δεν είχε ξεσπάσει. Άλλωστε, δε βλέπω πώς μπορεί ν’ αλλάξει το κεφάλι μας. Δεν μπορεί να ζούμε με δανεικά και να κάνουμε και τον καμπόσο! Συνεχώς η Ελλάδα ζει με δανεικά. Θυμάμαι επί Ανδρέα, έπαιρνε ο κόσμος δάνεια, ενώ ο μπεζαχτάς δεν είχε λεφτά. Σ’ ένα σπίτι τί λένε; έχουμε τόσα έσοδα, τόσα έξοδα. Είναι απλά πράγματα, άλλο αν εμείς σφυράμε αδιάφορα. Θα σας πω και κάτι άλλο. Όλα γίνονται περίεργα… χαλαρά! Μπογιατίσανε τη μία πλευρά του Πολυτεχνείου. Αυτό έγινε εν μια νυχτί; Όχι, βέβαια… κι από έναν άνθρωπο; Θα πρέπει να ήταν τουλάχιστον ένα συνεργείο δέκα ανθρώπων. Διαμαρτυρήθηκε κανείς; Όχι… εκ των υστέρων πάμε ν’ αποκαταστήσουμε το κτήριο. Ακούστηκαν μεγαλοστομίες, όπως «α, αυτοί οι βέβηλοι δε σέβονται την πολιτιστική μας κληρονομιά». Λάθος! Εκείνη την ώρα τους σταμάτησε κανείς; Καθόντουσαν και βλέπανε.

Υπάρχει λέτε συλλογική ευθύνη…

Συλλογική αδιαφορία. Είναι το γενικό αίσθημα «εγώ θα φτιάξω την Ελλάδα;»

Οπότε τι χρειάζεται… μήπως ένα ισχυρό σοκ;

Θα σας πω πότε αρχίσαμε να είμαστε υπεύθυνοι. Με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο στην Αλβανία. Ξαφνικά κάτι έγινε! Ήμουν τότε 15 χρονών παλικαράκι και κατοικούσαμε στον Πειραιά. Υπήρχε μια σύμπνοια κι ένας ενθουσιασμός. Μας το καλλιεργήσανε οι Ίδιοι οι Ιταλοί αυτό, διότι μας είχαν κάνει πολλές κασκαρίκες και είχε πια ξεπηδήσει το φιλότιμο το ελληνικό. Δε φαντάζεστε την πρώτη ημέρα που κηρύχθηκε ο πόλεμος τι έγινε! Ενθουσιασμός! Και να σκεφτείτε ότι ήμασταν κάτω από μια δικτατορία. Σ΄ αυτές τις καταστάσεις ξυπνάει κάτι. Δε ξέρω όμως στη σημερινή περίσταση αν θα ξυπνήσει κάτι.

Αναρωτιέμαι αν μετανιώσατε που επιστρέψατε από τη Γαλλία;

Όχι, και οι Έλληνες καλλιτέχνες που έμειναν εκεί, δε ξέρω πόσο γνωστοί είναι. Κι ήταν αρκετοί. Αυτοί που υπολογίζονται περισσότερο είναι της επιστήμης και των γραμμάτων.

Γιατί η ελληνική ζωγραφική δεν μπήκε συγκροτημένα στον χάρτη της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, παρά μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Νομίζω ότι οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτον δεν πιστεύει σε αυτό η Πολιτεία κι εννοώ δεν προβάλλει το νεότερο πολιτισμό, με μια συγκροτημένη πολιτική… με ένα όραμα. Μετρά, λοιπόν, το πόσο αγωνίζεται κάθε κράτος για να προβάλλει τον πολιτισμό του. Μεγάλη κουβέντα, βέβαια, αν πω ότι φταίει η αρχαιότητα. Η «ατυχία» μας είναι ότι έχουμε έναν πολιτισμό χιλιάδων χρόνων και η σύγκριση βαραίνει. Έπειτα, είμαστε μια «σκωληκοειδής απόφυση» της Ευρώπης, στην άκρη της Μεσογείου. Για παράδειγμα, η Ισπανία από την άλλη μεριά είχε ένα λαμπρό πολιτισμό, μόλις πριν από 3-4 αιώνες και είχε κατακτήσεις, οικονομική ισχύ.  Εδώ στην Ελλάδα την ίδια εποχή, εκτός από τους λιγοστούς εκλεκτούς που ήξεραν γράμματα, ο κόσμος δεν ήξερε να γράφει! Ανοίχτηκε μία μεγάλη πόρτα με την έλευση του Όθωνα και των Βαυαρών. Ήλθανε να μας πουν ότι είσαστε Ευρώπη… κι εμείς ακόμη να το χωνέψουμε! Ακόμη και τώρα λέμε εμείς και οι Ευρωπαίοι, λες και είναι διαφορετικά πράγματα! Από την ελληνική τέχνη αυτοί που έχουν προβληθεί είναι όσοι το έκαναν με τις δικές τους δυνάμεις. Οι Γάλλοι για μεγάλο διάστημα ασκούσανε μια πολιτική ως προς τον πολιτισμό, θα τολμούσα να πω, φασιστική! Δεν υπήρχε τίποτε άλλο, έξω από τη Γαλλική Τέχνη. Και να σας πω και το άλλο: τριάμισι χρόνια που έζησα στο Παρίσι, δεν είδα στα Μουσεία τους τίποτα από Γερμανική ζωγραφική, όπως τον Γερμανικό εξπρεσιονισμό. Ούτε ήξεραν ποιος είναι ο Κλεέ, ο Καντίνσκι, κ.α. Όταν ξαναπήγα στο Παρίσι μετά τη Χούντα, τότε μόνο είδα σε μια μικρή αίθουσα στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης έργα Γερμανών.

Αυτό δεν έγινε συγκροτημένα στο παρελθόν; Έχει πέσει πολύ μελάνη  για την ελληνικότητα.

Η ελληνικότητα τι είναι; Ο καθένας μας την εννοεί με τον δικό του τρόπο. Ο Νικηφόρος Λύτρας υπήρξε σπουδαίος ζωγράφος και πιο «ζουμερός» σε σχέση με τον Γύζη. Κι όμως, θα μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει τον Μανέ. Γιατί όχι; Αλλά την εποχή εκείνη δεν υπήρχε σκέψη προβολής του πολιτισμού. Δυστυχώς, το ίδιο ισχύει και σήμερα…

Εσείς προσωπικά έχετε διατελέσει μέλος σε πολλές επιτροπές. Μπορείτε, εν συνόψει, να μου πείτε όσα σημαντικά έγιναν στα εικαστικά πράγματα του τόπου μ’ αυτή σας την ιδιότητα;

Φοβάμαι πάντα το να ευλογείς τα γένια σου! Όταν η Βουλή αποφάσισε ν’ αγοράσει έργα τέχνης για τη διακόσμηση των χώρων της, κατόπιν εισήγησης του Κακλαμάνη – ένας άνθρωπος που είχε κάτι μέσα του -, έγινε μία προσπάθεια να διασωθούν σημαντικά έργα. Μεταξύ άλλων και η ζωφόρος του Καπράλου, που, αν και δεν είναι ιδανικός χώρος η τοποθέτησή της εκεί, είναι σημαντικό ότι αγοράστηκε από τη Βουλή. Τα χρήματα μάλιστα από την αγορά της φρίζας 400.000.000 εκ. δρχ. τότε διατέθησαν από τη χήρα του γλύπτη στο Μουσείο Καπράλου στην Αίγινα, που ανήκει στην Εθνική Πινακοθήκη, επομένως κατέληξαν πάλι στο ελληνικό κράτος. Όταν πάλι ήταν υπουργός Πολιτισμού ο μακαρίτης Τζανής Τζανετάκης, άλλο πρότυπο ανθρώπου, αποφασίστηκε από χρήματα του Λόττο ν’ αγοραστούν έργα ελλήνων καλλιτεχνών, προκειμένου να διακοσμηθούν υπηρεσίες του δημοσίου, πρεσβείες και άλλα δημόσια κτίρια. Έγινε μία επιτροπή, στην οποία ήμουν πρόεδρος, και, φυσικά, τον εαυτό μου δεν τον έβαλα πουθενά. Kάποια στιγμή μου λέει ο Τζανετάκης: «το δικό σου όνομα δεν είναι στη λίστα!». «Δε γίνεται να είμαι πρόεδρος και να συμμετέχω» απήντησα, αλλά, καθώς επέμεινε ο υπουργός, τότε χάρισα ένα έργο μου στο Υπουργείο Πολιτισμού, αυτό με τα πορτοκαλιά τραπέζια. Το ίδιο έκανα και στη Βουλή, με την κ. Ψαρούδα Μπενάκη τότε Πρόεδρο της Βουλής, μία θάλασσα περίπου 8 μ. Δεν μπορείς, λοιπόν, να ευλογείς τα γένια σου! Είχα σκεφτεί μάλιστα να χαρίσω τη Λαϊκή Αγορά στη Βουλή και το είχα αναφέρει απέξω-απέξω στον κ. Τζωρτζόπουλο, γενικό γραμματέα τότε, αλλά δεν το τσίμπησε. Ευτυχώς, όμως, που έγιναν έτσι τα πράγματα, γιατί σκέφτεστε τι θα είχαν πει! Καλό λοιπόν είναι να είσαι μακριά από τους κακοπροαίρετους.

Κοιτώντας πίσω, στο ξεκίνημά σας, τι θα ξεχωρίζατε;

Είμαι, νομίζω, τυχερός άνθρωπος. Μπογιάτιζα στην Ύδρα κι επειδή φροντίζανε στο νησί να συντηρούνε τα ξύλινα παράθυρα και τις πόρτες, τα βάφανε με λαδομπογιά. Υπήρχαν λοιπόν πάντοτε λίγα κουτάκια με λαδομπογιές, τα οποία εγώ χρησιμοποιούσα για να ζωγραφίζω. Θυμάμαι μάλιστα το πρώτο σωληνάριο που αγόρασα από το χρωματοπωλείο του νησιού, ένα σκούρο μπλε. Βάζανε στην άσπρη λαδομπογιά λίγο απ’ αυτό το ισχυρό χρώμα, το bleu de plus, προκειμένου να κάνουνε τις πόρτες γκρίζες ή με διαβαθμίσεις του γκριζογάλανου ή πρασινωπού. Έπειτα, επειδή δεν είχε γυμνάσιο τότε το νησί… έπρεπε να σηκωθούμε να φύγουμε για να συνεχίσουμε το σχολειό κι έτσι μετακομίσαμε στον Πειραιά. Τα καλοκαίρια, όμως, επέστρεφα στην Ύδρα, στο σπίτι της γιαγιάς. Στο σπίτι μας υπήρχε δίπλα ένα μικρό εκκλησάκι, που ακόμη σώζεται. Εμφανίζεται μια μέρα ένας κύριος μικρόσωμος, απλός άνθρωπος ο Πικιώνης, που ζήτησε το κλειδί της Εκκλησίας. Συνήθως οι γείτονες το βαστάνε. Η γιαγιά, όμως, κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος έχει σχέση με την Τέχνη και του λέει: «έχω κι έναν εγγονό, ο οποίος ζωγραφίζει». Είχα τότε ένα έργο σε χαρτόνι επάνω στο τραπέζι μας κι ο Πικιώνης της απάντησε «θα γυρίσω το απόγευμα με τον Χατζηκυριάκο (Γκίκα). Έτσι αρχίζει η περιπέτεια της ζωγραφικής, με ένα έργο του 1939 που βρίσκεται σήμερα στην Πινακοθήκη…Κι ο Φρισλάντερ υπήρξε άνθρωπος, που μου έδωσε ώθηση στο ξεκίνημα. Ήταν φίλος και γείτονας του Πικιώνη στην Κυπριάδου. Τον συνάντησα κι αυτόν στην Ύδρα, το καλοκαίρι του ’40. Μου εξήγησε μερικά πράγματα, που νομίζω τότε ήταν καθοριστικά για την εξέλιξή μου.

Από τη μαθητεία σας στον Παρθένη τι κρατήσατε;

Η ηχώ του Παρθένη για μένα ήταν η οξύτητα της γραφής. Μπορείς να το δεις σ’ ένα πορτρέτο του Βασίλη Βασιλειάδη σε φυσικό μέγεθος, ο οποίος ήταν 2-3 χρόνια μικρότερός μου, αν και μπήκε στη Σχολή πριν από εμένα, σχεδόν 15 χρονών με κοντό παντελονάκι. Τότε δεχόντουσαν φοιτητές χωρίς να έχουν τελειώσει το γυμνάσιο, με την υπόσχεση ότι θα το τελειώσουν. Σ’ αυτό το πορτρέτο, λοιπόν, βλέπεις την άποψη του Παρθένη, δηλαδή το καθαρό χρώμα – δε λέμε έντονο – και, βεβαίως, το πλάσιμο της φόρμας, την οξύτητα, κυρίως, την ευθεία γραμμή ή την καμπύλη.

Τι ανάμνηση έχετε απ’ τον ίδιο; Πως τον θυμάστε;

Για τον Παρθένη είχα ακούσει στην ηλικία των 15 περίπου χρόνων, τον καιρό του ελληνοϊταλικού πολέμου. Η πρώτη κυρία Μαντζαβίνου, σύζυγος του άλλοτε διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, είχε πρόσβαση στο ζωγράφο, πράγμα που δεν ήταν εύκολο σ’ οποιονδήποτε, και χάρη σ’ αυτήν παρουσιάστηκα στο ατελιέ του Παρθένη. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στις συναντήσεις του, ακόμη κι όταν είχε πια παραιτηθεί από τη Σχολή, τον έβλεπες μέσα από μια τζαμένια πόρτα και δε σου άνοιγε πριν από την ακριβή ώρα του ραντεβού. Κι αυτή η λεπτομέρεια είναι αποκαλυπτική του χαρακτήρα του. Όταν τον γνώρισα, θυμάμαι, εμπνεόμενος τότε από τα πολεμικά γεγονότα, ζωγράφιζε μία «Νίκη». Στο εργαστήρι ξεκίνησα να παρακολουθώ μαθήματα από τον Απρίλη του ’45, όταν πια ξανάνοιξε η Σχολή μετά το Κίνημα. Ο Παρθένης ερχόταν σπάνια, δεν ήταν τακτικός, συνοδευόμενος πάντοτε από τη σύζυγό του Ιουλία, η οποία φρόντιζε για πρακτικά ζητήματα, όπως το εισιτήριο του τραμ, αλλά και να μας μεταφέρει τις οδηγίες του δασκάλου. Σπάνια άκουγες τη φωνή του. Όταν λοιπόν ερχόταν ο δάσκαλος, αυτό από μόνο του αποτελούσε μεγάλο γεγονός. Στο εργαστήριο ήταν υποδειγματικά ευγενής, χαιρετώντας τον καθένα μας με χειραψία. Σιωπηλός σε κοιτούσε με τα μεγάλα, διαπεραστικά του μάτια – λίγο γαλανά, γκρίζα – , όπου προσπαθούσες να μαντέψεις τι θέλει. Στα μάτια μου έμοιαζε με Πυθία, καθώς σπάνια άρθρωνε κάποια λέξη. Εμείς σχεδιάζαμε, κυρίως, επάνω σε χαρτί του μέτρου, αφού το είχαμε τελαρώσει και είχε τσιτώσει. Επενέβαινε συχνά ο ίδιος επάνω στο έργο. Ο Βασίλης Βασιλειάδης είχε μάλιστα ένα προσχέδιο, το οποίο ήταν εξολοκλήρου του Παρθένη. Ο απαράβατος κανόνας ήθελε τη σκιά με οξύτητα και το φως να στρογγυλεύει. Τον επόμενο χρόνο, φθινόπωρο του ’45, περνάγανε οι εβδομάδες χωρίς την παρουσία του Παρθένη στη Σχολή, ώσπου μία μέρα εμφανίστηκε, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση: «έρχεται ο δάσκαλος!» ακουγόταν από στόμα σε στόμα σε όλο το διάδρομο. Αφού λοιπόν μας χαιρέτησε έναν έναν, αναφώνησε ο ίδιος στην αίθουσα, πράγμα που δε συνήθιζε, με ύφος αποφασιστικό: «Ήρθα να σας πω ότι παραιτούμαι». Αυτά ήταν τα μόνα του λόγια και, καθώς έπεσε σιγή, τα κορίτσια ανελύθησαν σε δάκρυα.

Υπάρχει κάτι από το οποίο παραιτηθήκατε, κάτι που δεν ολοκληρώσατε ζωγραφικά κι έμεινε σκέψη ή σπουδή;

Πάντοτε λες ότι κάτι υπολείπεται… ότι θα μπορούσα να είχα κάνει κι αυτό κι εκείνο κι όταν βρίσκεσαι μέσα στο χώρο σου, όσο μικρός κι αν είναι, πάντοτε ανακαλύπτεις άλλα πράγματα. Δηλαδή, δεν είναι κάτι που βγάζεις στο μυαλό σου, λέγοντας ότι έπρεπε να είχα κάνει και αυτό… είναι κάτι που βγαίνει στην πράξη! Και τα περισσότερα έργα που έχω κάνει δεν έγιναν μετά από μακροχρόνιο προγραμματισμό. Βεβαίως, βάζεις κάποια πλώρη, έναν στόχο, αλλά δεν έχω αφήσει το χρόνο να περνά με τα έργα μου.

Ποιο στόχο βάζετε μετά την έκθεση στου Θεοχαράκη;

Φοβάμαι πολύ πως όταν τελειώσει αυτό το σύνολο, θ’ αρχίσω να κάνω «κεντήματα», μικροπράγματα. Προς το παρόν δεν μπορώ να φανταστώ τι κανάλι θα βρω ή αν μπορώ λόγω ηλικίας. Ξέρετε έχει μεγάλη σημασία όταν οι δυνάμεις σου οι σωματικές μειώνονται, για να μην πω ελαττώνονται! Εγώ έπιανα το τελάρο και το γύριζα έτσι… ε τώρα για να σηκώσω αυτό είναι μια ιστορία.

Αφήνω τη θάλασσα της Ύδρας, βγαίνοντας από το εργαστήρι του ζωγράφου, και βρίσκομαι στη Λαϊκή Αγορά του, που είναι σημαντική κατά τούτο: είναι τοπίο και αυτή, τοπίο κοινωνικότητας. Κι αν τη δεις έτσι, εντυπωσιάζεσαι και για τη σύλληψη και για το αποτέλεσμα. Ανακαλύπτεις μέσα από τη ματιά του Τέτση τα μεγάλα χρωματικά επίπεδα που του αρέσει να δείχνει, τους πάγκους και τα τραπέζια. Σαν να θέλει να μας ξαναδώσει τη χαμένη πια όραση του χρώματος. Οι πίνακές του είναι μια ανατροπή του άχρωμου τοπίου της πόλης. Ο ορίζοντάς μας, όσα βλέπουμε και νιώθουμε, είναι τα ψόφια χρώματα με τα οποία καλύπτεται το απέραντο μπετόν αρμέ που μας περιβάλλει κοιτώντας την πόλη, το χώρο μας.

«Το ρήγμα ψάχνω να βρω σ΄ αυτό το μπετόν» γράφει ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός. Νομίζω πως την απάντηση τη δίνει ο Τέτσης.

  • Η συνέντευξη, από τις τελευταίες του Π. Τέτση, δημοσιεύθηκε στο  περιοδικό Νέα Ευθύνη τον Ιούνιο του 2015.

http://www.presspublica.gr/%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%AD%CF%84%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%B1-%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9/

 

 

Στον Άγιο Διονύσιο τη Δευτέρα το » αντίο» στον Τέτση

Από Γιώργος Κιούσης, –

Μαρτίου 5, 2016

Τη Δευτέρα στον ναό του Αγίου Διονυσίου στο Κολωνάκι, ωρα 2.30 μ.μ, το αθηναικό κοινό θα πεί το ύστατο χαίρε στον ακαδημαικό, ζωγράφο και πανεπιστημιακό δάσκαλο που έφυγε χθές απο τη ζωή,  σε ηλικία 91 ετών, μετά απο ολιγόμηνη μάχη με τον καρκίνο. Οι οικείοι του επιθυμούν αντι στεφάνων τα χρήματα να δοθούν στο Μουσείο της Υδρας, όπως ήταν η επιθυμία του εκλιπόντος, ή στο Κουλούρειο νοσοκομείο του νησιού, της αγαπημένης του πατρίδας στην οποία θα ενταφιαστεί την Τρίτη στις 12.00 η ώρα.

Ο Παναγιώτης Τέτσης την περασμένη Δευτέρα, δια του γιού του Αλέξη, παρέλαβε το βραβείο Γιάννης Μόραλης. Ο κορυφαίος μας ζωγράφος,  είχε δωρίσει πάνω από 200 έργα στην Εθνική μας Πινακοθήκη.

Εφυγε ξημερώματα

Σε ηλικία 91 ετών, έφυγε τα ξημερώματα από τη ζωή, ο Ακαδημαϊκός και ζωγράφος Παναγιώτης Τέτσης. Νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός μετά από επιδείνωση της υγείας του το τελευταίο χρονικό διάστημα. Την περασμένη Δευτερα του είχε απονεμηθεί το βραβειο Γιάννης Μόραλης. Εχει δωρίσει πάνω από 200 έργα στην Εθνική μας Πινακοθήκη.

Γεννήθηκε το 1925 και το 1940 παίρνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, ενώ την ίδια χρονιά μαθητεύει  στον Πικιώνη και τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα. Το 1943 σπουδάζει στο προπαρασκευαστικό τμήμα της «Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών» στην Αθήνα, κοντά στους Δ. Μπισκίνη και Π. Μαθιόπουλο. Ακολουθεί εισαγωγή του στα εργαστήρια της Σχολής, κοντά στον Κ. Παρθένη, απ’ όπου αποφοίτησε το 1949. Μέλος της ομάδας Αρμός Α και αργότερα της ομάδας Αρμός Β, το 1951 διορίστηκε επιμελητής στην έδρα του ελεύθερου σχεδίου με καθηγητή τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα στην Ανώτατη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ. Από το 1953 έως το 1956,  εγκαθίσταται στο Παρίσι, με υποτροφία του ΙΚΥ. Εκεί, στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού διδάσκεται την τέχνη της χαλκογραφίας.

Από το 1958 έως το 1976 διδάσκει στο Ελεύθερο Σπουδαστήριο Καλών Τεχνών (γνωστή αργότερα ως «Σχολή Βακαλό»), ενώ παράλληλα (έως το 1962) διδάσκει ελεύθερο σχέδιο στη «Σχολή Σχεδιαστών του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ομίλου». Το 1958 το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών Τέχνης τον εκλέγει μεταξύ Ελλήνων υποψηφίων, για το διεθνές βραβείο του Μουσείου Γκουνγκενχάιμ, όπου και εκτίθεται το έργο του. Συμμετείχε στην Μπιενάλε του Sao Paulo (1957) και στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1959). Ακολουθεί (1962) το Βραβείο Κριτικών για το έργο «Το Ναυπηγείο», ενώ το 1970 ορίζεται εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Μπιενάλε Βενετίας. Λόγω των ειδικών πολιτικών συνθηκών αρνείται τη συμμετοχή. Το 1976 ο Π. Τέτσης εκλέγεται καθηγητής στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στο Γ΄ Εργαστήριο Ζωγραφικής, όπου διδάσκει έως το 1991. Το 1989 η σύγκλητος τον εκλέγει πρύτανη του Ιδρύματος και το 1993 εκλέγεται ακαδημαϊκός. Είχε παρουσιάσει έργα του σε 90 ατομικές και σε πάρα πολλές θεματικές – ομαδικές εκθέσεις.

Ο αλχημιστής των χρωμάτων

«Η ζωγραφική είναι ένα ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο»· «ό,τι δεν είναι ορατό δεν ενδιαφέρει τον ζωγράφο». Ο Παναγιώτης Τέτσης θα προσυπέγραφε χωρίς δισταγμό τις αξιωματικές διακηρύξεις του Αλμπέρτι, που εγκαινιάζουν τη νεότερη παράδοση της δυτικής τέχνης από το 1435. Πράγματι ο Τέτσης παραμένει ένας από τους τελευταίους οπαδούς της ζωγραφικής του βλέμματος. Το βλέμμα του ωστόσο δεν είναι ούτε αθώο ούτε ακαδημαϊκό. Είναι ένα βλέμμα θρεμμένο από μια μακρά ζωγραφική παράδοση, που ξεκινά από τους μεγάλους Βενετούς του 16ου αιώνα, τον Τιτσιάνο και τον Βερονέζε, περνάει από τον Γκρέκο, τον Ρούμπενς, τον Σαρντέν και τον Ντελακρουά και εκβάλλει στον Ματίς, τον Βουγιάρ, τονΜπονάρ, ακόμη και στον Ρόθκο. Θα παρατηρήσατε πως οι ζωγράφοι που ενοικούν «το φανταστικό μουσείο» του Τέτση είναι όλοι κολορίστες.

Η διανοητική γενιά του ’30

Αν ανατρέξουμε στην παράδοση της νεοελληνικής ζωγραφικής, θα διαπιστώσουμε ότι το κύριο χαρακτηριστικό της δεν είναι το χρώμα. Με μικρά διαλείμματα χρωματικών εκρήξεων, η ελληνική ζωγραφική έδωσε τα πρωτεία στη γραμμή και όχι στο χρώμα, επιλέγοντας έτσι ένα πνευματικότερο, πιο διανοητικό διάλογο με τον κόσμο και τα πράγματα, όπως παρατηρούσε εύστοχα σε ένα γνωστό άρθρο του ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας, χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της γενιάς του ’30. Ακριβώς αυτή, η αποκαλούμενη γενιά του ’30, αποκατέστησε την τάξη που είχε διαταράξει η πρώτη γενιά του ελληνικού μοντερνισμού, η καθαρά υπαιθριστική, τις τρεις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Ο πρώιμος Παρθένης, οΜαλέας, ο Μιχάλης Οικονόμου, ο Νικόλαος Λύτρας, ο Παπαλουκάς αναμετρήθηκαν με το δυσήνιο ελληνικό φως και μας έδωσαν μια αυθεντική χρωματική σχολή τοπιογραφίας, ακολουθώντας το δίδαγμα του Σεζάν και του μεταϊμπρεσιονισμού. Η γενιά του ’30 είναι ασκητικότερη, πιο διανοητική, αν εξαιρέσουμε τον πρώιμο Τσαρούχη και τονΔιαμαντόπουλο. Ανάλογες τάσεις παρατηρούμε άλλωστε σε ολόκληρη την Ευρώπη.

tetsis ydra

Ενα άλλο χαρακτηριστικό της γενιάς του ’30 είναι η στροφή προς τον ενδημικό ανθρωποκεντρισμό, απ’ όπου είχε προσωρινά αποδράσει η προηγούμενη γενιά. Οχι ότι το τοπίο απουσιάζει παντελώς από τη θεματογραφία των ζωγράφων. Απλώς οι εκπρόσωποι της γενιάς του ’30 και οι επίγονοί τους στρέφονται προς το αστικό και συχνά το κατοικημένο τοπίο και το ερμηνεύουν μέσα από κώδικες (Βασιλείου, Τσαρούχης, Αστεριάδης, Γ. Μανουσάκης κ.ά.). Η μάχη της πρώτης γενιάς υπαιθριστών να ανακαλύψουν το χρωματικό ιδεόγραμμα του ελληνικού φωτός, σύμφωνα με την ευχή του Περικλή Γιαννόπουλου και τηςελληνικής γραμμής (1903), είναι γι’ αυτούς μακρινή και ξένη. Ο δεύτερος ελληνικός μοντερνισμός της γενιάς του ’30 έχει άλλες ιδεολογικές εμμονές: να αποδείξει το ζωντανό και «μοντέρνο» δίδαγμα της παράδοσης, που ξεκινά από το Βυζάντιο και φτάνει ως τη λαϊκή τέχνη, τον Θεόφιλο και τον Καραγκιόζη. Παράδοση και μοντέρνα τέχνη λειτούργησαν για τους εκπροσώπους της γενιάς του ’30 σαν αμφίδρομοι καταλύτες. Καθεμιά ξεχωριστά βοήθησε για την κατανόηση, την επανεκτίμηση ή την οικειοποίηση της άλλης.

Η περίοδος της ωριμότητας

Ο Παναγιώτης Τέτσης ωριμάζει τη δεκαετία του ’50. Ηδη τα αφηρημένα ρεύματα έχουν αρχίσει να διεισδύουν και να επιβάλλονται στην Ελλάδα (Κοντόπουλος, Μάρθας, Σπυρόπουλος). Ο Τέτσης είναι ομήλικος με τη γενιά της επανάστασης, με τη γενιά των «πατροκτόνων». Ομαδική έξοδος από τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, απόρριψη όλων των παραδόσεων, και της παλαιότερης και της πιο πρόσφατης. Η Σχολή Καλών Τεχνών είναι για τους επαναστάτες το προπύργιο του ακαδημαϊσμού και της συντήρησης. Οι εκπρόσωποι αυτής της γενιάς θα μεταναστεύσουν στα μεγάλα κέντρα της καλλιτεχνικής ζωής σε Ευρώπη και Αμερική, και θα συμπράξουν ενεργά και γόνιμα με τα ανατρεπτικά ρεύματα της εποχής! Κεσσανλής, Κανιάρης, Τσόκλης, Δανιήλ, Κουλεντιανός, Τάκης κ.ά.

tetsis ydra2

Ο Τέτσης δεν συμμερίζεται ούτε την οργή, ούτε την αμφισβήτηση, ούτε την απόρριψη. Με σεβασμό μιλάει για τους δασκάλους του, με νηφαλιότητα αποτιμά τις κατακτήσεις των πρεσβυτέρων ομοτέχνων του και κυρίως, παρά την κατίσχυση των ανεικονικών ρευμάτων σε Ευρώπη και Αμερική, εκείνος επιμένει να υπηρετεί μια ζωγραφική του βλέμματος, προβάλλοντας «αντίσταση σαφή και ενσυνείδητη κατά της αφηρημένης τέχνης». Αυτά παρατηρούσε ο Αγγελος Προκοπίου στην εγκωμιαστική κριτική που αφιέρωσε στην έκθεση του νέου ζωγράφου στην γκαλερί «Ζυγός» το 1958, αμέσως μετά την επιστροφή του από το Παρίσι («Καθημερινή», 2.3.1958).

Η μοναδικότητα της τέχνης του

Σε αυτή την αντίσταση, σε αυτή την εμμονή να ζωγραφίζει ό,τι βλέπει, να γυμνάζει καθημερινά το βλέμμα του, να αναζητεί αδιάκοπα τρόπους να μεταφράσει με χρώματα τη συνομιλία του φωτός με τον κόσμο, σε αυτή την επιούσια και αδιάκοπα ανανεούμενη πάλη οφείλει η ζωγραφική του Τέτση τη μοναδικότητά της. Γιατί αυτός ο διάλογος δεν ήταν ούτε χωρίς δυσκολίες ούτε χωρίς κινδύνους. Οι όροι που έθετε ο ίδιος ο καλλιτέχνης στον εαυτό του καθιστούσαν την έκβαση του διαλόγου αβέβαιη. Ο Τέτσης είναι ζωγράφος της χρωματικής πλησμονής, της ηδονής του χρώματος. Το ελληνικό φως, σύμφωνα με τον ζωγράφο, «ισοπεδώνει δημοκρατικά» τους τόνους και ξεθωριάζει τα δυνατά χρώματα. Πώς να παραμείνεις πιστός σε δύο αντίπαλες ερωμένες; στη ζωγραφική του βλέμματος, που έχει να αναμετρηθεί με ένα αμείλικτο φως, και στη ζωγραφική του χρώματος, που φιλοδοξεί να διατηρήσει την καθαρότητα και την ένταση του τόνου; Ο ζωγράφος κατάφερε να κερδίσει αυτή τη μάχη. Δημιούργησε έτσι μια ζωγραφική ελληνική, που είναι ταυτόχρονα φωτοτροπική και χρωματική.

Ονόμασα τον Τέτση «ηδονικό Ελπήνορα» της ελληνικής ζωγραφικής σε παλαιότερη μελέτη μου. Η ζωγραφική του είναι μαγική, ευφραίνει τα μάτια και την ψυχή, και ταυτόχρονα γυμνάζει το βλέμμα μας να αναζητεί την αποκάλυψη μέσα στο ασήμαντο. Πράγματι, πιστός στην παράδοση του μοντέρνου, ο Τέτσης δεν έχει προνομιακά θέματα. Το θέμα είναι γι’ αυτόν απλό ερέθισμα, μοτίβο. Η σύνθεση, πάντα στέρεα οργανωμένη, το πλούσιο χρώμα, το αμίμητο μετιέ του καλού μάστορα, θα μεταβάλουν το πιο ασήμαντο μοτίβο σε αξιομνημόνευτο ζωγραφικό συμβάν. Ολα τα θέματα έχουν τη θέση τους στη ζωγραφική τουΤέτση: από ένα απλό κανάτι με πινέλα ακουμπισμένο σε ένα τραπεζάκι ως τη γεωμετρία της Υδρας, την ώρα που την αγκαλιάζει ο πρώτος ήλιος και την αποχαιρετά ο τελευταίος, θωπεύοντάς τη με το μελένιο φως του, και ως τη Λαϊκή Αγορά της Παρασκευής στην Ξενοκράτους, που θα εμπνεύσει στον ζωγράφο τη μνημειώδη ζωφόρο των 50 μέτρων.

tetsis laiki agora

tetsiw laiki agora 2

Η ζωγραφική του Τέτση δεν είναι ποτέ περιγραφική, μιμητική. Ο θεατής καλείται να αναπλάσει την εικόνα που ερέθισε τον ζωγράφο με τη δική του αίσθηση, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα το δημιουργικό γίγνεσθαι, την ορατή ποιητική του έργου.

Η ευανάγνωστη, αλλά όχι λιγότερο μαγική, ποιητική του Τέτση επιβεβαιώνει αδιάκοπα ότι η ζωγραφική του αφομοίωσε όλες τις κατακτήσεις της τέχνης του αιώνα μας. Γι’ αυτό συχνά το βλέμμα του θεατή ακροβατεί ανάμεσα στην οικεία πραγματικότητα και στην αφαίρεση. Το πρόβλημα όμως του ζωγράφου δεν είναι αυτό. Η αληθινή του μέριμνα είναι να ερεθίσει ζωγραφικά, χρωματικά, με μια αμίμητη τεχνική αλχημεία, κάθε σημείο της ζωγραφικής επιφάνειας και να καταφέρει να μεταδώσει το ίδιο ρίγος και στο βλέμμα που τη διατρέχει. Στη μονογραφία που αφιέρωσα στον Παναγιώτη Τέτση περίπου πριν από μία δεκαετία (έκδοση Νέες Μορφές, 1990) προσπάθησα να ανιχνεύσω τους νόμους και τους δρόμους αυτής της αλχημείας.

Οι υποθήκες του δασκάλου

Ο Παναγιώτης Τέτσης, ως επιμελητής του Πολυτεχνείου στην έδρα του Ελεύθερου Σχεδίου, με καθηγητή τον φίλο του Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, ως δάσκαλος στη Σχολή Βακαλό και ως καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, μπόρεσε να μεταδώσει το πάθος και τις γνώσεις του σε πολλούς νεότερους καλλιτέχνες. Πολλοί από τους μαθητές του κληρονόμησαν από τον δάσκαλο, μαζί με τα μυστικά ενός μετιέ που τείνει να εκλείψει, και την αγάπη στη ζωγραφική του βλέμματος. Ισως αυτή είναι η πιο πολύτιμη υποθήκη του δασκάλου σε μια εποχή που το βλέμμα κινδυνεύει να γίνει ατροφικό, να μεταβληθεί σε παθητικό καταναλωτή τηλεοπτικών εικόνων.

Η αναδρομική έκθεση του Παναγιώτη Τέτση είχε αποφασιστεί ομόφωνα από καιρό ως ελάχιστος φόρος τιμής σε έναν άξιο και καταξιωμένο καλλιτέχνη, πολύ προτού εκείνος ανακοινώσει τη γενναιόδωρη προσφορά του προς την Εθνική Πινακοθήκη: 75 έργα και 50 χαρακτικά, το άνθος της δημιουργίας του, από τα πρώτα φανερώματα του ταλέντου του ως τα πιο πρόσφατα έργα του, προσφέρθηκαν απλόχερα και χωρίς δεσμευτικούς όρους στο μουσείο μας. Η χαρά και η ευγνωμοσύνη μας είναι απέραντες γι’ αυτή την πολύτιμη παρακαταθήκη που ανήκει πλέον στον ελληνικό λαό. Η Εθνική Πινακοθήκη αναλαμβάνει την ευθύνη να τη διαφυλάξει με στοργή και να την αξιοποιήσει.

Η κυρία Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα είναι διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης. Το κείμενο αυτό αποτελεί τον πρόλογό της στον κατάλογο της έκθεσης.

Ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ για τον θάνατο του Π. Τέτση

Εκφράζουμε τη βαθιά μας θλίψη για το θάνατο του ζωγράφου, ακαδημαϊκού δάσκαλου και χαράκτη, Παναγιώτη Τέτση, που έφυγε από τη ζωή στα 91 του χρόνια. Η ιδιαίτερη σχέση του με τα χρώματα και το φως, η οποία έδωσε πρωτοπόρα πνοή στο έργο του, καθιστούν τον Παναγιώτη Τέτση έναν από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς της ελληνικής ζωγραφικής. Η απαράμιλλη τέχνη του αποτελεί ανεκτίμητη κληρονομιά για τη χώρα.

 

http://www.presspublica.gr/%CE%B5%CF%86%CF%85%CE%B3%CE%B5-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CE%B6%CF%89%CE%AE-%CE%BF-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82-%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82-%CF%80/

 

 

 

Τελευταίο αντίο στον Παναγιώτη Τέτση

 

Πέθανε ο Παναγιώτης Τέτσης, κορυφαίος Έλληνας ζωγράφος και ακαδημαϊκός

Κακουριώτης Σπύρος, Η ΑΥΓΗ, 5.3.2016

 

Πέθανε ο Παναγιώτης Τέτσης, κορυφαίος Έλληνας ζωγράφος και ακαδημαϊκός

Πιο φτωχή από χθες η ελληνική τέχνη, μετά τον θάνατο του κορυφαίου Έλληνα ζωγράφου Παναγιώτη Τέτση, που το βράδυ της Παρασκευής έχασε τη μάχη με τον καρκίνο, σε ηλικία 91 ετών.

Τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι, πέντε μόλις μέρες νωρίτερα, η πολιτεία είχε τιμήσει τον μεγάλο ζωγράφο, απονέμοντάς του το πρώτο «Βραβείο Μόραλη», σε αναγνώριση της μεγάλης του προσφοράς στην ελληνική τέχνη. Στην τελετή εκείνη, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε δηλώσει πως ο Τέτσης ήταν για τη ζωγραφική «ό,τι ο Ελύτης στο χώρο της ποίησης».

Ύψιστος κολορίστας, «χρωματιστής», όπως ονόμαζε ο ίδιος τον εαυτό του, παρέμεινε πάντα «ζωγράφος του βλέμματος», ζωγραφίζοντας αυτό που ο ίδιος έβλεπε, σε διαρκή αγώνα για να αποδώσει το ελληνικό φως. Σε αυτήν την επιλογή του παρέμεινε πιστός μέχρι τέλους, χωρίς να υποκύψει στα ανεικονικά ρεύματα που κυριάρχησαν στις εικαστικές τέχνες μετά τη δεκαετία του 1950.

Από την Ύδρα στην Ακαδημία

Ο Π. Τέτσης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1925 και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά το 1937. Επέστρεφε όμως κάθε καλοκαίρι στην Ύδρα, όπου άρχισε να ζωγραφίζει. Εκεί συνάντησε τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Πικιώνη, που τους θεωρούσε τους πρώτους δασκάλους του. Το 1940 παίρνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Γερμανό Klaus Frieslander και, στη συνέχεια, σπουδάζει στην ΑΣΚΤ (1943-1949). Ένα χρόνο πριν αποφοιτήσει, πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση (1948, Ρόμβος). Το 1951 ξεκινάει και τη διδακτική του δραστηριότητα, ως επιμελητής στην έδρα ελεύθερου σχεδίου στο ΕΜΠ, με καθηγητή τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Με υποτροφία του ΙΚΥ συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι (1953-56) όπου μεταξύ άλλων παρακολουθεί μαθήματα χαλκογραφίας με τον Ed. Goerg στην Ecole des Beaux Arts. Δίδαξε στo Τμήμα Σχεδιαστών του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ομίλου (1959-1962) και υπήρξε συνιδρυτής και δάσκαλος του Ελεύθερου Σπουδαστηρίου Καλών Τεχνών (Σχολή Βακαλό), μαζί με τους Ελένη Βακαλό, Ασαντούρ Μπαχαριάν και Φραντζή Φρατζεσκάκη (1958-1976).

Εκλέχτηκε καθηγητής στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1976), όπου δίδαξε ως το 1991 (πρύτανης από το 1989). Το 1993 έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1999 τιμήθηκε με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Φοίνικος. Στη διάρκεια της καριέρας του έκανε περισσότερες από 90 ατομικές εκθέσεις και πάρα πολλές ομαδικές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συμμετείχε στην Μπιενάλε του Sao Paulo (1957) και στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1959). Η αναδρομική του έκθεση με τίτλο 35 χρόνια ζωγραφική (1992, Πινακοθήκη Πιερίδη), περιόδευσε στις δημοτικές Πινακοθήκες Μυτιλήνης, Πατρών, Καλαμάτας, Ρόδου και Χανίων. Ακολούθησαν και άλλες αναδρομικές εκθέσεις στην Εθνική Πινακοθήκη (1999), στη Φλωρεντία, την Κύπρο και αλλού. Η τελευταία του έκθεση πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 2015, στο Ίδρυμα Θεοχαράκη (Η αποθέωση του τοπίου, Ζωγραφική 2000-2014).

Για το έργο του Τέτση έχουν εκδοθεί τέσσερις μονογραφίες και ένα βιβλίο με κείμενά του για την τέχνη. Ο ίδιος μετέφρασε και προλόγισε το βιβλίο του Ιταλού ζωγράφου του 14ου αιώνα Τσενίνο Τσενίνι Πραγματεία περί ζωγραφικής, σημαντικό για τις τεχνικές της σχολής του Τζότο.

 

 

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

4 πίνακες του Παναγιώτη Τέτση (In Memoriam)

Καφενείο, 1957

Οι μπλε καρέκλες ΙΙ, 1975 – 1976

Το φεγγάρι, 1998

Νεκρή Φύση

http://constantinoskyriakis.blogspot.gr/2016/03/4-in-memoriam.html

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: