Αρχική > πολιτική, κοινωνία > Τι κάνουμε με την κρίση;

Τι κάνουμε με την κρίση;

Γ. Γουναρόπουλος, – ΟΝΕΙΡΙΚΟ, 1935

Μια αιρετική προσέγγιση

Του Νίκου Τσούλια

 

      Έχω την ισχυρή πεποίθηση ότι αν δεν φτάσουμε σε ένα πεδίο άρτιας αυτογνωσίας και γενναίας αυτοκριτικής, δεν θα μπορέσουμε να βρούμε δρόμους ουσιαστικής υπέρβασης της κρίσης. Διαφωνώ έντονα με το σημερινό πεδίο αναφοράς, στο οποίο οι συζητήσεις ως προς την κρίση οριοθετούνται στη γνωστή διαμάχη «μνημόνιο» – «αντιμνημόνιο, γιατί θεωρώ ότι αποτελεί εν πολλοίς το επίπεδο του συμπτώματος και έκφρασης της κρίσης και όχι το πεδίο της ανάλυσης των αιτίων της κρίσης και πολύ περισσότερων των παραγόντων της υπέρβασής της.

      Ναι, η οικονομία είναι η βάση των πάντων. Αλλά από προκύπτει η οικονομία; Δεν είναι παράγωγο του πολιτισμικού ορίζοντά μας και των συλλογικών μας αφηγήσεων, του τρόπου σκέψης και της ίδιας της ζωής μας; Όχι, δεν θα λυθεί πρώτα το οικονομικό ζήτημα της χώρας και μετά θα …συζητήσουμε την κοινωνική συγκρότησή μας και το αξιακό μας στερέωμα, την ποιότητα της κουλτούρας μας και τις μεγάλες προτεραιότητες του έθνους μας! Ακόμα και όταν (ή αν) «πέσουν κάποια χρήματα στην τσέπη μας», πάλι από τον ίδιο δρόμο θα περάσουμε, το δρόμο του καταναλωτισμού και του λαϊκισμού, της λατρείας του χρήματος και της απαξίωσης κάθε αισθητικής σύλληψης του κόσμου, της εμπορευματοποίησης και της κιτς υποκουλτούρας.

      Ναι, υπάρχει η αδηφαγία του διεθνούς κεφαλαίου και η επιθετικότητα του καπιταλισμού σε τέτοιο βαθμό όσο ποτέ άλλοτε στη μεταπολεμική ιστορία. Ναι, ζούμε σε έναν γενικευμένο πόλεμο, όπου στον αναπτυγμένο κόσμο παίρνει τη μορφή του οικονομικού πολέμου με την αναίρεση όλου του κοινωνικού κράτους και των βασικών κατακτήσεων του κόσμου της εργασίας και στις υπόλοιπες χώρες παίρνει τη μορφή είτε της επιβολής των όπλων είτε της πλήρους εξαθλίωσης των πολιτών. Ναι, πρέπει να αντισταθούμε στη βαρβαρότητα των δυνάμεων της αγοράς στο πολιτικό, στο ιδεολογικό και στο κοινωνικό πεδίο. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί παρά να είναι στην πρώτη γραμμή των πολιτικών και των κοινωνικών μας αγώνων. Εδώ δίνεται η μητέρα των μαχών.

      Όμως δεν αρκεί αυτό το πεδίο αναφοράς. Θεωρώ ότι αν δεν καλλιεργηθεί και δεν αναδειχθεί μια άλλη άποψη για τη ζωή και για τον κόσμο, η όλη αντίθεση θα ενσωματώνεται εντός του «σύμπαντος» του καπιταλισμού. Αν δεν αλλάξουμε τις βασικές αξίες μας (που είναι διαποτισμένες από την επικράτεια του καπιταλισμού) και την αισθητική σύλληψη του κόσμου (που είναι απόλυτα χρηστική και στενά ωφελιμιστική), δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η επικυριαρχία του κεφαλαίου. Αν δεν καλλιεργήσουμε και δεν διαμορφώσουμε τώρα στους καιρούς της σκληρής δοκιμασίας μια άλλη ουμανιστική και διαφωτιστική αντίληψη, κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί την αλλαγή της κοινωνίας. Η Ιστορία είναι αμείλικτη ως προς αυτό το τόσο επίμαχο – στις θεωρίες των κοινωνικών αλλαγών – σημείο.

      Θα γίνω πιο συγκεκριμένος. Αν δεν αγαπήσουμε την τέχνη, την ποίηση, τη λογοτεχνία, την (κλασική) μουσική και βλέπουμε τα «σκουπίδια» της τηλεόρασης και του διαδικτύου, δεν υπάρχει αρχιμήδειο σημείο για να αμφισβητηθεί εν τοις πράγμασι η λεηλασία που κάνει ο καπιταλισμός στη φύση και στην κοινωνία, στον πολιτισμό και στους λαούς. Αν δεν κατακτήσουμε και δεν εκφράσουμε αυθεντικά στην καθημερινή μας ζωή το φωτεινό γαλαξία των ανθρωπιστικών αξιών της αγάπης, της αλληλεγγύης, της μετριοπάθειας, του σεβασμού, της ταπεινότητας, της εγκράτειας, της πνευματικότητας, της ανεκτικότητας, της προσφοράς, του κοινού καλού, της συμπόνιας…, ο αγώνας που θα δίνεται είναι εκ των προτέρων χαμένος στην τελική του έκβαση.

      Αν ο αγώνας μας δίνεται μόνο στο να ξαναπάρουμε πίσω όσα χάσαμε (χρήματα, δικαιώματα κλπ) – ακόμα και αν αυτό συμβεί- , θα έχουμε και πάλι χάσει. Ο πολιτικός αγώνας μπορεί να είναι ο αγώνας της «αιχμής του δόρατος» αλλά αν αυτός που κρατάει το δόρυ δεν ξέρει τι θα (το) κάνει μετά, δεν έχει ήδη προγεφυρώματα στο δικό του όραμα, πάλι θα βρεθεί στην πρότερη κατάσταση και ας νομίζει ότι έχει φτιάξει έναν άλλο κόσμο. Η Οκτωβριανή επανάσταση ανέτρεψε και συνέτριψε τη βαρβαρότητα του Τσάρου, αλλά δεν είχε διαμορφώσει ποτέ σε καμιά φάση της μια άλλη κοινωνία της ελευθερίας και της ισότητας, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης. Γι’ αυτό πήγε τόσο νομοτελειακά στη φρίκη του σταλινισμού, στην κατάρρευση του δήθεν σοσιαλισμού και στην επαναφορά του άγριου καπιταλισμού.

      Αν γινόταν κάτι πολύ απλό (αλλά και τόσο δύσκολο), που μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι χρειάζεται μαγικό ραβδί… Αν δηλαδή κάθε βράδυ οι Έλληνες διάβαζαν Ντοστογιέφσκι ή άκουγαν κλασική μουσική ή συζητούσαν μεταξύ τους ουσιώδη αλλά και απλά ζητήματα της καθημερινής ζωής ή αν πήγαιναν σε μουσεία κλπ και δεν «βύζαιναν» με τόσο «χειραγωγημένο πάθος» στης τηλεόρασης τον αλλοτριωμένο, το χυδαίο και ηλίθιο λόγο, τότε θα ξέραμε ότι δίνουμε έναν αγώνα που θα τον κερδίζαμε… Τόσο απλές, τόσο αιρετικές είναι – κατά τη γνώμη μου – οι προκλήσεις της κρίσης!

 

 

Γ. Γουναρόπουλος, Γυναικεία μορφή, 1931

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. 04/03/2016 στο 8:47 ΠΜ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: