Αρχική > πολιτική, φιλοσοφία > «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας»

«Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας»

beautifuldavinci:



William Frederick RITSCHEL (1864 - 1949)

William Frederick RITSCHEL (1864 – 1949)

 

«Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας»

Παναγιώτης Κονδύλης

 

Η δραματικότητα της εθνικής κρίσης που βιώνουμε έχει προκαλέσει μια βαθύτερη και υγιή ανάγκη αναστοχασμού σχετικά με την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας. Το κίνητρο αυτής της εθνικής ενδοσκόπησης είναι προφανώς η αυτογνωσία, η κατανόηση του πώς φτάσαμε ως εδώ, τί και πώς πετύχαμε, σε τί και γιατί αποτύχαμε. Σε τέτοιες στιγμές, η καταφυγή σε στοχαστές μεγάλου βεληνεκούς είναι αναγκαία και λυτρωτική. Μας βοηθά να δούμε τις αδρές και ουσιώδεις γραμμές του προβλήματος. Μας προσφέρει γενικότερα ερμηνευτικά σχήματα με τα οποία μπορούμε να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε, αλλά πάντως μας αναγκάζουν να σκεφτούμε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης είναι κατά γενική αποδοχή ένας από τους σημαντικότερους διανοητές της σύγχρονης Ελλάδας και το έργο του αποτελεί πολύτιμη κληρονομιά για στοχασμό και διάλογο.

Το 1995 εκδόθηκε το βιβλίο του  «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού: από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία». Η εισαγωγή αυτού του βιβλίου, με τον τίτλο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία», αποτελεί ένα αυτάρκες ξεχωριστό δοκίμιο, με το όποιο ο συγγραφέας ήθελε να παρέμβει σε μια επίσης δύσκολη στιγμή της χώρας. Η σφαιρικότητα και η διορατικότητα της ανάλυσης –ταυτόχρονα με προφητικές επισημάνσεις– που πραγματοποιεί ο Κονδύλης στην εισαγωγή αυτή αποτελούν συμβολή στη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται σήμερα στην Ελλάδα για την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης  γεννήθηκε στην Αρχαία Ολυμπία το 1943 και πέθανε αιφνιδίως στην Αθήνα το 1998. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και φιλοσοφία, νεότερη ιστορία και πολιτικές επιστήμες στα Πανεπιστήμια Φρανκφούρτης και Χαϊλδεμβέργης. Στη Χαϊλδεμβέργη αναγορεύτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας. Για το έργο του βραβεύτηκε με το μετάλλιο Γκαίτε και το βραβείο Χούμπολτ. Ήταν εταίρος του Ιδρύματος Ανωτάτων Σπουδών του Βερολίνου. Διηύθυνε τη "Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη" των εκδόσεων "Γνώση" και τη σειρά "Ο Νεώτερος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός" των εκδόσεων "Νεφέλη". Βιβλία του στην ελληνική γλώσσα: "Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη" 1983, "Ο Μαρξ και η αρχαία Ελλάδα" 1984, "Ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός" Ι-ΙΙ 1987, "Ο νεοελληνικός διαφωτισμός" 1988, "Ισχύς και απόφαση" 1991, "Η παρακμή του αστικού πολιτισμού" 1991, "Πλανητική πολιτική μετά το ψυχρό πόλεμο 1992, "Η ηδονή, η ισχύς, η ουτοπία" 1992 κ.ά. Επιπλέον έχει γράψει πολλά βιβλία στη γερμανική γλώσσα. Βιβλία του στα γερμανικά: "Die Entstehung der Dialektik" (1979), "Die Aufklaerung" (1981, β΄ έκδ. 1986), "Macht und Entscheidung" (1984), "Konservativismus" (1986), "Marx und die griechische Antike" (1987), "Theorie des Krieges" (1988), "Die neuzeitliche Metaphysikkritik" (1990), "Der Niedergang der buergerlichen Denk- und Lebensform" (1991), "Planetarische Politik nach dem Kalten Krieg" (1992), "Montesquieu und der Geist der Gesetze" (1996), "Das Politische und der Mensch. Grundzuge der Sozialontologie" (1999), "Das Politische in 20. Jahrhundert" (2001).

Ένα μικρό απόσπασμα από την εισαγωγή αυτή, που κυκλοφορεί και σε αυτοτελή έκδοση 67 σελίδων από τις εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ, είναι αντιπροσωπευτικό για την ευθυβολία και την προφητική ματιά που χαρακτηρίζουν την περιγραφή του «ελληνικού προβλήματος» από τον Κονδύλη, μολονότι το βιβλίο του το έγραψε πριν από 20 χρόνια.

[…] Ακόμα και η απλούστερη σκέψη και γνώση φανερώνει ότι εθνική ανάπτυξη μπορεί να γίνει μόνο με την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων, δηλαδή με τον αντίστοιχο περιορισμό της κατανάλωσης, προ παντός όταν τα καταναλωτικά αγαθά η χώρα δεν τα παράγει αλλά τα εισάγει, και για να τα εισαγάγει δανείζεται, δηλαδή εκχωρεί τις αποφάσεις για το μέλλον της στους δανειοδότες της. Ο δρόμος της ανάπτυξης είναι ο δρόμος της συσσώρευσης, της εντατικής εργασίας και της προσωρινής τουλάχιστον (μερικής) στέρησης, ενώ ο δρόμος της (βραχυπρόθεσμης μόνον) ευημερίας είναι ο δρόμος του παρασιτισμού και της εκποίησης της χώρας. Αυτή η άτεγκτη οικονομική αλήθεια ισχύει ανεξάρτητα από το κοινωνικό και ηθικό πρόβλημα της διανομής των βαρών και της ιεράρχησης των στερήσεων. Όσο άτεγκτη όμως κι αν είναι, οι πολιτικές και ψυχολογικές ανάγκες που την απωθούν είναι ακόμα ισχυρότερες. Πλατειές μάζες, που για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου τους «λάδωσαν το άντερό τους» και επιπλέον απέκτησαν και τη μεθυστική συναίσθηση του κυρίαρχου και εκλεπτυσμένου καταναλωτή, θα αρνούνται πάντα να τη συνειδητοποιήσουν, όπως επίσης θα αρνούνται να την ξεστομίσουν και να την κάμουν γνώμονα των πράξεών τους κόμματα, των οποίων πρώτη έγνοια ήταν, είναι και θα είναι η νομή της εξουσίας προς όφελος των φιλόδοξων και αυτάρεσκων στελεχών τους. Ιδιαίτερα ιλαροτραγική από την άποψη αυτή παρουσιάζεται η θέση της «αριστεράς», η οποία, όντας οιονεί καταδικασμένη να υπερασπίζει τα «λαϊκά» αιτήματα, υποχρεώνεται να γίνει σημαιοφόρος κάθε καταναλωτικής απαίτησης, αρκεί όποιος την προβάλλει να αυτοτιτλοφορείται «λαός» –υποχρεώνεται δηλαδή εξ αντικειμένου να προωθεί την εκποίηση της χώρας, αρκεί ο «λαός» να ζητά την εκποίηση αυτή.

Υπάρχει ωστόσο κι ένας ακόμη λόγος, για τον οποίο μια τόσο απλή αλήθεια θάβεται πεισματικά κάτω από μύριες όσες εκλογικευτικές επινοήσεις. Ένας λαός, ο οποίος κάτω από την πολύχρονη και βαθειά επιρροή των ελληνοκεντρικών αερολογιών έχει μάθει να θεωρεί τον εαυτό του ως γένος περιούσιο και ως άλας της γης, αρνείται να βάλει με τον νου του ότι μπορεί να κάνει ο ίδιος κάτι τόσο εξευτελιστικό, όπως το να ξεπουλάει τον τόπο του για να καταναλώσει περισσότερα. Έτσι δημιουργήθηκε μια ψυχολογική στάση που ελάχιστα διαφέρει από τη συλλογική σχιζοφρένεια. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι σημερινοί Έλληνες με την καθημερινή τους πράξη κάνουν ό,τι μπορούν για να προσαρμοσθούν κατά το δυνατόν γρηγορότερα και καλύτερα στις συνθήκες της παρασιτικής κατανάλωσης (και αυτή περιλαμβάνει οποιαδήποτε δραστηριότητα έχει ως τελική της συνέπεια τη διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα σε όσα παράγονται και σε όσα καταναλώνονται), ενώ ταυτόχρονα παραμένουν ιδεολογικά προσκολλημένοι σ’ έναν μυγιάγγιχτο εθνικισμό, ο οποίος κάνει ακόμα και όσους δουλεύουν άμεσα για λογαριασμό των ξένων ή αποζούν έμμεσα απ’ αυτούς να καταφέρονται φραστικά εναντίον τους. Ωστόσο είναι κάτι παραπάνω από αμφίβολο, αν οι ίδιοι θα ήσαν πρόθυμοι να επωμισθούν τις πρακτικές συνέπειες αυτού του εθνικισμού σ’ ό,τι αφορά την απόδοση της εργασίας και το ύψος της κατανάλωσης. Η ίδια σχιζοφρένεια διέπει και τη συμπεριφορά των κομμάτων, τα οποία πλειοδοτούν σε εθνικιστική ρητορεία την ίδια στιγμή που εκποιούν τον κρατικό μηχανισμό και το κράτος γενικότερα για να ικανοποιήσουν τις καταναλωτικές απαιτήσεις των ψηφοφόρων τους. […]

 

«Ο εντόπιος μεταμοντερνισμός»

Παναγιώτης Κονδύλης

Η υιοθέτηση και η διάδοση κεντρικών ιδεών και αξιών της πολιτισμικής επανάστασης συνόδευσαν και στην Ελλάδα πριν ακόμη από το 1974 –προπαντός όμως μεταδικτατορικά– τη διαμόρφωση της εγχώριας (εξαμβλωματικής) μαζικής δημοκρατίας, επηρεάζοντας σε σημαντικό βαθμό τα καθημερινά ήθη. Ταυτόχρονα με την τροπή προς την εγχώρια παραλλαγή της μαζικής δημοκρατίας συντελέστηκε λοιπόν και η στροφή προς μιαν αντίστοιχη μορφή μεταμοντερνισμού, με την έννοια ότι η χαλάρωση ή η διάλυση των εντόπιων ιδεολογημάτων, μαζί με τη διεθνή ρευστοποίηση των σαφών ψυχροπολεμικών ιδεολογικών ορίων, προκάλεσε όχι μόνο μιαν αδιαφορία για την ελληνική ιδεολογία γενικότερα, αλλά και μια χαοτική ανάμιξη των πνευματικών προϊόντων που έρχονταν σε όλο και μεγαλύτερες μάζες απ’ έξω –σε ακριβή αντιστοιχία, άλλωστε, προς τη ραγδαία αύξηση της εισαγωγής υλικών και καταναλωτικών αγαθών.

       Ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα, ο οποίος αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα του μαζικοδημοκρατικού τρόπου σκέψης, καθώς και οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης, όπως τις διακήρυξε η πολιτισμική επανάσταση, στην Ελλάδα συμφύρθηκαν με τις παμπάλαιες και πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας˙ η σύμφυρση αυτή, επομένως, ήταν η φυσική και βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ’ έναν τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος είναι ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής, αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δεν διαμορφώθηκαν επιστημονικές παραδόσεις με συνοχή και με μακρόβιους φορείς και όπου οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όπως και να ’χει, η τέτοια είσοδος του μεταμοντερνισμού στις ελληνικές συνθήκες αποτελεί την ολοκλήρωση, και εν μέρει την κορύφωση, της κρίσης όλων των θεμελιωδών δεδομένων της ελληνικής εθνικής ζωής. Η εκποίηση του έθνους με την υλική έννοια θα συνοδευθεί και από την πλήρη πνευματική του στειρότητα, αν η μεταμοντέρνα σύμφυρση των πάντων με τα πάντα πραγματωθεί αποκλειστικά ως σύμφυρση μεταξύ κακοχωνεμένων δάνειων στοιχείων και αν η φθορά των ελληνικών, ή εν πάση περιπτώσει εξελληνισμένων, ιδεολογημάτων καταλήξει συν τοις άλλοις σε συρρίκνωση ή εργαλειοποίηση της γλώσσας τέτοια, ώστε να μην μπορεί πια να παραχθεί στον νεοελληνικό χώρο το μόνο προϊόν που –ακριβώς χάρη στη μοναδική δυναμική μιας πολυστρώματης και παμπάλαιας γλώσσας– έχει παραχθεί ως τώρα σε υψηλή ποιότητα: ποίηση.

       Απέναντι σε όλα αυτά τα φαινόμενα μπορεί κανείς να δοκιμάζει οδύνη, νιώθοντας μετέωρος και δίχως εθνικές ρίζες, ή μπορεί και να τα θεωρεί ασήμαντα, πιστεύοντας ότι πατρίδα του ανθρώπου, προ παντός σήμερα, είναι ο κόσμος, κι ότι την τροφή που δεν μπορεί να του δώσει ο ένας τόπος τού την παρέχει ένας άλλος. Οποιαδήποτε προσωπική στάση κι αν επιλέξει ο καθένας, γεγονός είναι ότι η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε τα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας. Η Ελλάδα εντάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας. Ο δικός της μεταμοντερνισμός συνίσταται στο ότι αποτελεί μια στενή και παράμερη λωρίδα στο ευρύ φάσμα του μεταμοντερνισμού άλλων.

———————————————–

       Το πιο πάνω κείμενο –με προφητικές ομολογουμένως επισημάνσεις– είναι το τελευταίο κεφάλαιο της εισαγωγής, με τίτλο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία», στο βιβλίο του φιλόσοφου, συγγραφέα και μεταφραστή Παναγιώτη Κονδύλη (1943–1998) «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού: από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία» που εκδόθηκε στα ελληνικά το 1995.

 

Advertisements
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: