Αρχική > πολιτική > Η Απελευθέρωση του 1944 και η κυρίαρχη ιδεολογία / Η δομή της ελεύθερης Ελλάδας

Η Απελευθέρωση του 1944 και η κυρίαρχη ιδεολογία / Η δομή της ελεύθερης Ελλάδας

Η Απελευθέρωση του 1944 και η κυρίαρχη ιδεολογία

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΛΥΜΠΕΡΑΤΟΥ, Η ΑΥΓΗ, 26.10.2014

Το βαρύ πυροβολικό στο οπλοστάσιο της εργώδους προσπάθειας, χθες, και σήμερα, να διαστρεβλωθεί, κατασυκοφαντηθεί και να «κατασκευαστεί» η μνήμη των ανθρώπων, ώστε να νομιμοποιηθεί το μεταπολεμικό ελληνικό πολιτικό καθεστώς, ήταν η καταγγελία και η τιμωρία της Αριστεράς για την υποτιθέμενη εμπλοκή της σε «εμφύλιους πολέμους», ιδίως, στην περίοδο της Απελευθέρωσης από τη γερμανική Κατοχή.

Εκατοντάδες κρατικοί μηχανισμοί, επιτροπές Ασφαλείας, Τεατζήδες στην ύπαιθρο, Υπηρεσίες Ιστορίας του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας, νομοθετικές πράξεις, δικαστικές αποφάσεις και επιτροπές «θυμάτων» και οργανώσεων της «γνήσιας αντίστασης» επιστρατεύτηκαν για να ξεριζώσουν τους ανθρώπους από τα χωριά τους, να τους παραδώσουν βορά στο παρακράτος, να τους εξωθήσουν να καταφύγουν στο «δεύτερο αντάρτικο», να τους εξοντώσουν στα εκτελεστικά αποσπάσματα και στις εξορίες ή να τους μετατρέψουν σε πολιτικούς πρόσφυγες και παρίες της κοινωνικής ζωής. Αλλά και να νομιμοποιήσουν, έτσι, τις συνθήκες κοινωνικής εξαθλίωσης που επικράτησαν για δεκαετίες στην Ελλάδα, την απουσία κράτους πρόνοιας, την εκτεταμένη ανεργία και την εργατική μετανάστευση, την καταλήστευση του δημοσίου χρήματος, τη φορολογική ασυδοσία και τον ακραίο πλουτισμό, την υπερεκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας.

Και όλο αυτό το ιδεολογικό εγχείρημα εδραιώθηκε στη βάση της παραχάραξης του τι συνέβη στην Απελευθέρωση. Μια εκτεταμένη συστηματική διαστρέβλωση που συρρίκνωσε το αντιστασιακό ενέργημα σε μια υποτιθέμενη σύγκρουση πολιτικών επιδιώξεων άφρονων «επαναστατών» που δεν σεβάστηκαν, υποτίθεται, την ανθρωπιστική κρίση που είχε προκαλέσει ο πόλεμος και δρομολόγησαν μια ειδεχθή τυφλή ανθρωποσφαγή πάνω στα ερείπια της Κατοχής. Για αυτό και το επίσημο κράτος δεν επέτρεψε ποτέ να γιορταστεί επίσημα η Απελευθέρωση της χώρας.

Τους βασικούς άξονες αυτής της παραχάραξης παρείχε η τότε στρατηγική των Βρετανών: έχοντας αποφασίσει, ήδη από τον Οκτώβριο του 1943, να εισβάλουν στην Ελλάδα κατά την Απελευθέρωση ως δύναμη Κατοχής, χρειάστηκαν να νομιμοποιήσουν το εγχείρημα αυτό ανακαλύπτοντας την ανάγκη «προστασίας» του ελληνικού λαού από τον εμφύλιο πόλεμο που θα προκαλούσε, υποτίθεται, το ΕΑΜ μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Μάλιστα, κατασκεύασαν και «αποδείξεις»: τις συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τα Τάγματα Ασφαλείας. Τις ονόμασαν και «εμφύλιες» για να καταδείξουν το ειδεχθές του πράγματος. Εντέχνως, όμως, παρασιώπησαν ότι ο ΕΛΑΣ, όταν συγκρούστηκε με τα Τάγματα, εκτελούσε και τις εντολές της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας του Παπανδρέου, όπως μεταδόθηκαν στην Ελλάδα από τις 6 Σεπτεμβρίου 1944: αν τα Τάγματα δεν παρέδιδαν τον οπλισμό τους θα θεωρούνταν εχθρική δύναμη και θα καταστέλλονταν ένοπλα. Επιπλέον, παρασιωπήθηκε το γεγονός ότι με τη συμφωνία της Καστανιάς, τον Ιούλιο του 1944, ο ΕΛΑΣ αναγνωρίστηκε ως τμήμα του διεθνούς συμμαχικού στρατού, υποχρεωμένος να πολεμήσει τους κατακτητές (και τους συνεργάτες τους).

Η συμμαχική αυτή οδηγία, αν και με αμφισημίες στη διατύπωση λόγω της επαμφοτερίζουσας στάσης των Βρετανών απέναντι στα Τάγματα, εφαρμόστηκε σχεδόν απαρέγκλιτα. Όταν τα Τάγματα δήλωσαν απλώς ότι παραδίνονται, τους εξασφαλίστηκε, χωρίς καν τον αφοπλισμό τους, να μεταφερθούν αλώβητα στις Σπέτσες, όπως συνέβη με το Τάγμα της Τρίπολης -παρότι ήταν από τα πιο σκληρά- και μετά στο Γουδί, να επιδίδονται εκεί στα στρατιωτικά τους Γυμνάσια, να διατηρήσουν τους αξιωματικούς τους, να σιτίζονται απρόσκοπτα και να στρατολογούνται στα νεοπαγή Τάγματα Εθνοφυλακής. Μετά να χρησιμοποιηθούν στις μάχες του Δεκέμβρη με όπλα και στολές που τους παρείχαν μυστικά με καμιόνια οι Βρετανοί. Όπου τα Τάγματα υπέστησαν καταστολή ήταν εκεί που δεν παραδόθηκαν και επέλεξαν την ένοπλη σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ, όπως στον Μελιγαλά.

Οι Βρετανοί δέχονταν πανταχόθεν, και από τους Αμερικανούς, σφοδρές επικρίσεις για τη σχέση τους με τα Τάγματα. Φοβούμενοι, όμως, ότι σε περίπτωση παράδοσής τους ο ανανεωμένος από τους Γερμανούς οπλισμός τους θα έπεφτε στα χέρια του ΕΛΑΣ, αλλά κυρίως επειδή εκείνη τη στιγμή δεν διέθεταν επαρκείς δυνάμεις για να στηρίξουν τη δική τους εισβολή στην Ελλάδα -ο στρατηγός Wilson επιβεβαίωσε στον Τσώρτσιλ ότι αδυνατούσε να του διαθέσει πάνω από 10.000 άντρες και αυτό με καθυστέρηση- καταδίκαζαν μεν επισήμως τα Τάγματα, αλλά ανεπίσημα, μέσω των Βρετανών συνδέσμων, τα καθοδηγούσαν ώστε να παραμείνουν άθικτα, αποτελώντας μια de facto βρετανική στρατιωτική εφεδρεία. Το ίδιο συνέβη και με τους εθνικιστές του τύπου των οργανώσεων «Χ», Εθνική Δράσις, ΡΑΝ, ΕΑΣΑΔ κλπ. Ο υπαρχηγός της ΡΑΝ, αντιστράτηγος της Χωροφυλακής Π. Σπηλιωτόπουλος, επιβλήθηκε από τους Βρετανούς ως Στρατιωτικός Διοικητής Αθηνών, δρομολόγησε μυστικά την ίδρυση τριών Συνταγμάτων εθνικιστών και εξόπλισε τα σώματα ασφαλείας και τη «Χ» με όπλα που του έστειλαν μυστικά με καΐκια οι Βρετανοί στο Κορωπί και το Πόρτο Ράφτη. Και αυτό παρότι οργανώσεις, όπως τη «Χ», τις είχαν φοβηθεί ως απολύτως ακραίες οι ίδιοι οι Βρετανοί, ενώ η Χωροφυλακή της Αθήνας αποτελούνταν από ακροδεξιούς βασιλόφρονες, οι οποίοι αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το σώμα όπως έκαναν πολλοί συνάδελφοί τους, όταν οι κατακτητές μπήκαν στην Ελλάδα και συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα για να πλαισιώσουν, με την ωμότητα της Ειδικής Ασφάλειας τους κατοχικούς πρωθυπουργούς Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο και Ράλλη. Μάλιστα, ήταν βρετανικό το σχέδιο να στηθούν φρουραρχεία της «Χ» και των άλλων εθνικιστικών οργανώσεων στο κέντρο της Αθήνας, από τα οποία (κυρίως ξενοδοχεία) πυροβολήθηκε το πλήθος στις 15 Οκτωβρίου 1944 στην Πανεπιστημίου, αφήνοντας δεκάδες νεκρούς και τραυματίες στο οδόστρωμα, αλλά και από τις ταράτσες των οποίων, δολοφονήθηκαν, στις 3 Δεκεμβρίου 1944, διαδηλωτές του ΕΑΜ, όχι μόνο στην πλατεία Συντάγματος, αλλά και σε όλο το κέντρο της Αθήνας, αλλά ακόμα και μέσα στα νεκροταφεία την επόμενη μέρα, όταν το εαμικό πλήθος κήδευε τους νεκρούς του.

Την ίδια στιγμή αυτά συνέβαιναν εκ παραλλήλου με το παιχνίδι που έπαιζαν οι Γερμανοί κατά την Απελευθέρωση. Εφάρμοζαν το σχέδιο «Χάος» του διοικητή των SS Β. Σίμανα, δολοφονώντας ανθρώπους εν μέση οδώ, υπονόμευαν όλη την Αθήνα με εκρηκτικά (κυρίως τα εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής, καυσίμων και πυρομαχικών, τις λιμενικές εγκαταστάσεις και το Φράγμα του Μαραθώνα) αλλά και συνεννοούνταν με τους Βρετανούς ώστε δική τους δύναμη να παραδώσει την εξουσία στους Βρετανούς αλεξιπτωτιστές, με την προϋπόθεση να έφευγε ο κύριος όγκος των δυνάμεων τους αλώβητος. Το βασικότερο, όμως, ήταν ότι οι Γερμανοί έστρεφαν τα Τάγματα κατά αθώων πολιτών, ώστε να εμπλέξουν τον ΕΛΑΣ σε ένα κυκεώνα αντεκδικήσεων. Τα γερμανικά πυροβόλα στα τούνελ του Λυκαβηττού ήταν δε έτοιμα να ισοπεδώσουν ολόκληρες συνοικίες όπως το Παγκράτι για να «προστατεύσουν» τα Τάγματα.

Και παρότι στα πλαίσια του σχεδίου αυτού η Αθήνα τις ημέρες της Απελευθέρωσης μετετράπη από τα Τάγματα και τους Γερμανούς σε πεδίο μαζικών εκτελέσεων (το Αιγάλεω μέτραγε στις 29 Σεπτεμβρίου 1944 δεκάδες απανθρακωμένα πτώματα μέσα στα σπίτια τους, το Περιστέρι 200 άμαχους νεκρούς, μόνο σε μια μέρα, και το Κορωπί, ακόμα και 3 μέρες πριν φύγουν οι Γερμανοί 47 νεκρούς και πάνω από 400 καμένα σπίτια) ο ΕΛΑΣ της Αθήνας πειθάρχησε, δεν έπληξε τον εχθρό μέσα στην πόλη, όπως ζήτησαν και οι εκπρόσωποι της Εθνικής Κυβέρνησης, διατήρησε στο μέτρο του δυνατού την τάξη, και έτσι η πόλη διασώθηκε. Και μάλιστα τιθασεύοντας την οργή ενός λαού που μετρούσε 50.000 περίπου νεκρούς από αντίποινα και προδοσίες.

Αλλά και τα βρετανικά κίνητρα επ’ ουδενί δεν νομιμοποιούνται από την υπόνοια ότι το ΕΑΜ απειλούσε να καταλάβει την εξουσία. Οι Βρετανοί είχαν πλήρεις διαβεβαιώσεις ότι θα πειθαρχούσε απόλυτα στις εντολές της Εθνικής Κυβέρνησης στην οποία είχε και αρκετούς υπουργούς, αποδέχθηκε τη βρετανική αρχιστρατηγία και αυτά που είχαν αποφασιστεί στην Καζέρτα, δεν μετακίνησε καμία του δύναμη του από την επαρχία προς την Αθήνα, εκτός από μια συμβολική δύναμη που συμφώνησε να παρελάσει στο Σύνταγμα την ημέρα της Απελευθέρωσης, διατήρησε απόλυτη τάξη, όταν μεταξύ των 12 και 18 Οκτωβρίου στην Αττική υπήρχε μόνο μια βρετανική δύναμη 400 ανδρών που είχαν προσγειωθεί με αλεξίπτωτα στα Μέγαρα και 1.700 που αναμένονταν τις επόμενες μέρες με οχηματαγωγά στον Πειραιά. Αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι οι Βρετανοί είχαν τη διπλή δέσμευση των Σοβιετικών για την παροχή «προτεραιότητας» στην Ελλάδα, τόσο με τη δοκιμαστική συμφωνία του Ιουνίου του 1944, όσο κυρίως με τη συμφωνία της Μόσχας, στις 8-9 Οκτωβρίου 1944.

Η βρετανική στρατηγική στόχευε σε μακροπρόθεσμους στόχους κατά την απελευθέρωση: να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις να παραμείνει η Ελλάδα στην σφαίρα επιρροής της Αλβιόνος, με τη μορφή που τότε επέτρεπε το προπολεμικό καθεστώς των διεθνών σχέσεων: ως ένα οιονεί προτεκτοράτο. Δεν μπορούσαν να διακινδυνεύσουν τον έλεγχο την ελληνικής πολιτικής ζωής, όταν εμφιλοχωρούσε ο κίνδυνος να αποτυπωθεί η μεταστροφή του πολιτικού φρονήματος των πολιτών που επέφερε ο πόλεμος ακόμα και εκλογικά. Ήταν αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι θα είχαν υπό τον ασφυκτικό τους έλεγχο τις πολιτικές διαδικασίες της χώρας και η δημοκρατία δεν χωρούσε σε αυτό.

Τα δε Τάγματα Ασφαλείας και οι ακροδεξιοί της Αθήνας πέτυχαν τον σκοπό τους: να εμφανιστούν ως συνέχεια του κράτους, να καταστούν αναγκαίοι στους Βρετανούς, να αποφύγουν τη μεταπολεμική απόδοση ευθυνών και να ενταχθούν μαζικά στα μεταπολεμικά σώματα ασφαλείας και τον στρατό. Αλλά κυρίως να δώσουν το πρόσχημα για να καταστείλουν οι Βρετανοί το ΕΑΜικό κίνημα. Παράλληλα, να εξυπηρετήσουν το σχέδιο του Γεωργίου του Β’ να εμφανιστεί στην Ελλάδα ως επικεφαλής του «στρατού» του.

* Ο Μιχάλης Λυμπεράτος είναι ιστορικός

Η δομή της ελεύθερης Ελλάδας

ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΛΑΖΟΥ, Η ΑΥΓΗ, 26.10.2014

Γ. Σκαλιδάκης, Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944), Αθήνα: εκδόσεις Ασίνη, 2014

Αποτέλεσμα μιας πολύχρονης ενασχόλησης με την Κατοχή και ειδικά με τη συγκρότηση της Ελεύθερης Ελλάδας και τη δράση της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης το βιβλίο του Γιάννη Σκαλιδάκη «Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944)» αντανακλά το ανανεωμένο επιστημονικό και δημόσιο ενδιαφέρον για την ιστορία του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα, καλύπτει ερευνητικά ένα κενό στην επιστημονική βιβλιογραφική παραγωγή για την περίοδο της Κατοχής καθώς παρά τη σημασία της συγκρότησης μιας ελεύθερης επικράτειας σε κατεχόμενη χώρα και την εφαρμογή πρωτοποριακών θεσμών τοπικής αυτοδιοίκησης και λαϊκής δικαιοσύνης ελάχιστα είναι τα έργα που αναφέρονται αμιγώς στην Ελεύθερη Ελλάδα και την πολιτική της έκφραση, την ΠΕΕΑ.

Ξεκινώντας από τη διερεύνηση μιας σημαντικής αλλά παραγνωρισμένης παραμέτρου της ιστορίας της ένοπλης αντίστασης, της οικονομικής, ο συγγραφέας απαντά με επιτυχία σε δύο καίρια ερωτήματα: ποιες ήταν οι προϋποθέσεις που κατέστησαν δυνατή την απελευθέρωση ενός σημαντικού τμήματος της ελληνικής επικράτειας στην Κατοχή και ποια τα όρια της εξουσίας που συγκροτήθηκε ως ένα «κράτος εν κράτει» σε αντιπαράθεση με τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους.

Βαδίζοντας στα χνάρια του καθηγητή του, Γ. Μαργαρίτη, ο Σκαλιδάκης επεκτείνει την έρευνα στα έτη 1943-1944 και διερευνά την «οικονομία του πολέμου», τους μηχανισμούς δηλαδή εκείνους στήριξης του αντάρτικου στις απελευθερωμένες από τον ΕΛΑΣ περιοχές. Υπολογίζει, έργο καθόλα δύσκολο καθώς στηρίζεται σε δυσεύρετα και συχνά αντικρουόμενα στοιχεία, την εγχώρια παραγωγή ανά έτος, το μέγεθος της οποίας εξηγεί την απουσία λιμού από την ύπαιθρο, καθώς και την ανάπτυξη ενός δικτύου ανταλλαγών των εγχώριων προϊόντων. Βασικό του επιχείρημα είναι ότι η οικονομική αυτή βάση έδωσε τη δυνατότητα στον ΕΛΑΣ να αναπτυχθεί και να συντηρηθεί. Αυτό προϋπόθετε την ανάλογη διαχείριση των τοπικών πόρων και την οργανωμένη συμμετοχή της κοινωνίας στην πολεμική προσπάθεια των ανταρτών μέσω της φορολόγησης της παραγωγής και των εμπορικών συναλλαγών. Η τεκμηρίωση αυτής της άποψης έχει βαρύνουσα σημασία καθώς αποδεικνύει ότι η ανάπτυξη της ένοπλης ΕΑΜικής Αντίστασης βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες.

Ο Σκαλιδάκης παρέχει στους αναγνώστες και μελετητές της περιόδου ένα κλειδί για να κατανοήσουν τόσο την περίοδο της Κατοχής όσο και τις εμφύλιες συγκρούσεις που ακολούθησαν: τη διαίρεση της χώρας σε γεωγραφικές ζώνες με ανταγωνιστικές οικονομικές λειτουργίες. Από τη μια ήταν οι περιοχές τις οποίες έλεγχαν οι κατακτητές και η Ελληνική κατοχική κυβέρνηση και από την άλλη η Ελεύθερη Ελλάδα που είχε δική της παραγωγική βάση αλλά και προσβάσεις στην παραγωγή της κατεχόμενης ζώνης.

Στην πορεία της ύπαρξής της η Ελεύθερη Ελλάδα ήρθε σε αντίθεση και αλλά και σε αντιπαράθεση τόσο με τη κατεχόμενη ζώνη, το στρατό Κατοχής και τις ένοπλες κυβερνήσεις συνεργασίας όσο και με την εξόριστη κυβέρνηση και το Βρετανικό παράγοντα. Οι Γερμανοί με τρομοκρατικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις είχαν ως στρατιωτικό σκοπό την αποκοπή του αντάρτικου από τις βάσεις του και τη διακοπή υποστήριξής του από τους αγροτικούς πληθυσμούς μέσω της μεθοδικής καταστροφής της παραγωγής και της παραγωγικής υποδομής. Παράλληλα, η δωσιλογική κυβέρνηση της Αθήνας μέσω των κατασταλτικών μέτρων και των διακηρύξεων για πάταξη της «ανταρσίας» στόχευε στον οικονομικό επανέλεγχο και υποταγή του αγροτικού χώρου. Η διαχείριση της επισιτιστικής βοήθειας αποτέλεσε ένα σημαντικό πολιτικό εργαλείο που της έδινε την ευχέρεια να εφαρμόζει μία πιο ευέλικτη πολιτική αλλά και μια πιο συγκροτημένη και βίαιη καταστολή. Οι Βρετανοί προσπαθώντας να ελέγξουν και αυτοί τα δίκτυα της οικονομίας της Ελεύθερης Ελλάδας χρησιμοποίησαν ένα πιο αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής: τις αγγλικές χρυσές λίρες, χωρίς ωστόσο να πετύχουν το στόχο τους. Σε συνεννόηση ακόμα με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου επιχείρησαν να μετριάσουν το «σεισμό» που προκάλεσε η συγκρότηση της Κυβέρνησης του Βουνού καταστέλλοντας βίαια τη «στάση» των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή που ζητούσαν αναγνώριση της ΠΕΕΑ τον Απρίλιο 1944 και συγκροτώντας το εναλλακτικό πολιτικό μόρφωμα, αυτό της κυβέρνησης της Εθνικής Ενότητας, που τελικά επικράτησε.

Πολιτικό επιστέγασμα της Ελεύθερης Ελλάδας ήταν η ΠΕΕΑ η οποία συγκροτήθηκε στις 10 Μαρτίου 1944 για να λειτουργήσει ως όργανο διακυβέρνησης της απελευθερωμένης επικράτειας η οποία είχε μεγεθυνθεί και παγιωθεί εξαιτίας της Ιταλικής κατάρρευσης. Το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα με τις μετωπικές οργανώσεις του μετεξελίχθηκε σε έναν μηχανισμό με κρατικά χαρακτηριστικά και τους δικούς του θεσμούς και σώματα.

Τα πρώτα μέτρα που έλαβε η ΠΕΕΑ ήταν ένας συνδυασμός της διοίκησης και δειγμάτων πολιτικού προσανατολισμού και πρωτοβουλίας προς την επίτευξη της εθνικής ενότητας. Ωστόσο, κατά τον συγγραφέα, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε την ύπαρξή της απλά ως ένα διαπραγματευτικό χαρτί του ΕΑΜ για την επίσπευση των πολιτικών διαπραγματεύσεων. Η ΠΕΕΑ ήταν αναγκαία για τη διοίκηση ενός μεγάλου και οικονομικά αυτόνομου χώρου. Την όλη προσπάθεια διέτρεχε η αντίληψη της οικοδόμησης μιας νέας εξουσίας σε ένα ενιαίο πλέγμα μέσα από το σχήμα του ΕΑΜ, προπομπού για πολλούς της μεταπολεμικής λαοκρατίας.

Η «Κυβέρνηση του Βουνού» πλαισιώθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο εν είδει Κοινοβουλίου που επικύρωνε την εξουσία της. Ο Σκαλιδάκης καταδεικνύει το πρωτόγνωρο της εκλογικής διαδικασίας με την χωρίς όρους συμμετοχή των γυναικών αλλά και το αποτέλεσμα της που ήταν η πολιτική συγκρότηση της Ελεύθερης Ελλάδας με θεσμούς στελεχωμένους από εκλεγμένα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου και άλλα στελέχη της ΠΕΕΑ. Μέσω αυτών εδραιώθηκαν οι κοινωνικές συμμαχίες του ΕΑΜ.

Στο Παράρτημα του βιβλίου παρουσιάζονται τα πλήρη ονόματα και για πρώτη φορά τα βιογραφικά σημειώματα των μελών του Εθνικού Συμβουλίου. Η σημαντικότατη αυτή εργασία καταδεικνύει πέρα από κάθε αμφιβολία το πολιτικό εύρος της ΠΕΕΑ και του Εθνικού Συμβουλίου που ξεπερνούσε τόσο τις μεσοπολεμικές συμμαχίες του Παλλαϊκού Μετώπου όσο και το ΕΑΜ. Προσθέτει δε στην κατανόηση της σύνθεσης της κοινωνικής βάσης που στήριξε το ΕΑΜ και της κοινωνικής του απήχησης.

Ο συγγραφέας διερευνά επιπρόσθετα τον τρόπο με τον οποίο η ΠΕΕΑ άσκησε την εξουσία στις απελευθερωμένες περιοχές. Παρέχει στοιχεία για τη δημοσιονομική της πολιτική εκτιμώντας κατά προσέγγιση το ποσοστό φορολογίας επί της παραγωγής ανά περιοχή της Ελεύθερης Ελλάδας, την αναγκαιότητα της έκδοσης ομολόγων, την αναδιανομή των πόρων και την άσκηση κοινωνικής πολιτικής καθώς και τα μέτρα προστασίας της παραγωγής και της εργασίας.

Σκιαγραφεί με άλλα λόγια το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν οι πολιτικοί στόχοι του ΕΑΜ και μορφοποιήθηκε η γραμμή της εθνικής ενότητας. Και αυτό αποτελεί τη σημαντικότερη συνεισφορά του Γιάννη Σκαλιδάκη στην επιστημονική έρευνα: η ανάδειξη της σπουδαιότητας της κατανόησης των οικονομικών παραμέτρων στην ερμηνεία των πολιτικών εξελίξεων καθώς και η επισήμανση της ανάγκης και κατανόησης του οικονομικού πλέγματος ως σημαντικής πλευράς της εαμικής κυριαρχίας στην ύπαιθρο. Η κατάδειξη των ορίων και των δυνατοτήτων της Ελεύθερης Ελλάδας μας βοηθά να κατανοήσουμε την πολιτική γραμμή που με επιμονή και κόστος ακολούθησε και επιδίωξε το ΕΑΜ μέχρι τέλους: τη γραμμή της εθνικής ενότητας με σκοπό το ομαλό δημοκρατικό πέρασμα στην Απελευθέρωση.

Μένει να διερευνηθεί, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας στον επίλογο, το εύρος αντιστοίχισης των πολιτικών επιλογών με τα όρια που έθεταν οι οικονομικές πραγματικότητες και η εκτίμηση της κοινωνικής διαθεσιμότητας.

* Η Βασιλική Λάζου είναι δρ. Ιστορίας

 

 

 

 

Κατηγορίες:πολιτική
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: