Αρχική > πολιτική > Αφιέρωμα στον Ανδρέα Παπανδρέου

Αφιέρωμα στον Ανδρέα Παπανδρέου

Αφιέρωμα στον Ανδρέα Παπανδρέου: Ενας ηγέτης από το μέλλον

 

 

Ενας ηγέτης από το μέλλον

Μια άλλη αφήγηση για την Ελλάδα, την Ευρώπη, τον κόσμο

Κώστας Λαλιώτης,  ΤΑ ΝΕΑ 07/09/2015

Τι έλεγε ο ιστορικός ηγέτης του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Παπανδρέου για την Ελλάδα, την ανάπτυξη, το χρέος, την ΕΟΚ, το ενιαίο νόμισμα, τη Γερμανία, τη δημοκρατία, την πολιτική ενοποίηση – αλλά και για τον κόσμο, τις προκλήσεις του, τις νέες τεχνολογίες.

Ένα αφιέρωμα στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και στον χαρισματικό ηγέτη της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης Ανδρέα Παπανδρέου, με τη φροντίδα του Κώστα Λαλιώτη, ρίχνει τον προβολέα της μνήμης σε τρία κείμενα με ιστορική καταγραφή, που έχουν σχέση με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο.

1. Πριν από την κρίση αλλά κυρίως μετά το «Σοκ και Δέος» της 7χρονης κρίσης τείνουν να επικρατήσουν διάφορα «στερεότυπα» με σχηματικές γενικεύσεις και επικίνδυνες απλουστεύσεις και κυρίως μακριά από τις αλήθειες και τα συγκεκριμένα παραδείγματα. Περιφέρονται στα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης και στα Κοινωνικά Μέσα Επικοινωνίας διάφορα «στερεότυπα» με συνονθυλεύματα είτε από ψέματα είτε από μισές αλήθειες, που είναι χειρότερα από τα ψέματα.

Τα «Στερεότυπα» αναφέρονται σε αφορισμούς και μηδενισμούς, σε καταδίκες και αναθέματα για τη Μεταπολίτευση, για τη Δημοκρατία και τους Δημοκρατικούς Θεσμούς, για το Πολιτικό Σύστημα και την Αυτοδιοίκηση, για τα Κόμματα και τους Πολιτικούς, για τους Κοινωνικούς Θεσμούς, τους Συλλογικούς Φορείς και τα Κοινωνικά Δίκτυα.

• Πολλά από τα «στερεότυπα» αυτά με τους συνακόλουθους αφορισμούς και τα συνακόλουθα αναθέματα αφορούν το ΠΑΣΟΚ με αιχμή τον Ανδρέα Παπανδρέου. Εμφανής στόχος ήταν και είναι η πολιτική και η ηθική του απαξίωση.

• Παρ’ όλα αυτά ο Ανδρέας Παπανδρέου χωρίς σχεδόν καμία υπεράσπιση παίρνει όπως πάντα μια «γλυκιά εκδίκηση» μέσα από την αλήθεια των λόγων και των έργων του.

Άλλωστε ο ίδιος ο Ανδρέας όσο ζούσε δεν επιδίωξε ποτέ να οργανώσει την υστεροφημία του μέσα από ένα δίκτυο υμνογράφων και αγιογράφων όπως έκαναν ή κάνουν άλλοι Πολιτικοί.

Ο Ανδρέας επιθυμούσε να συνομιλεί ο ίδιος αυτοπροσώπως με την Ιστορία.

2. Οι τιμητές, οι αρνητές και οι υβριστές του Ανδρέα Παπανδρέου με τους μύριους τόσους χαρακτηρισμούς, όπως «Λαϊκιστής», «Λαοπλάνος», «Δημαγωγός», «Κρατιστής», «αντι-Ευρωπαϊστής», «Ολετήρας», «Φαύλος», «Αναχρονιστής» κ.λ.π. δεν έχουν καταφέρει να «σβήσουν το άστρο του».

Δεν έχουν καταφέρει να σβήσουν τον αυθεντικό του μύθο και την εγγραφή των προοδευτικών ιδεών του, των δημιουργικών του έργων και των λυτρωτικών πολιτικών του από τη σκέψη, το συναίσθημα και το βίωμα εκατομμυρίων Ελλήνων.

• Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πριν από λίγα χρόνια σε όλες τις Δημοσκοπήσεις, που οι Πολίτες αξιολογούν, κρίνουν και συγκρίνουν όλους τους Πρωθυπουργούς της μεταπολίτευσης, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μια σαφέστατη υπεροχή παντού σε όλους τους κρίσιμους τομείς.

Η κατάταξή του διαχρονικά στην πρώτη θέση από τον Ελληνικό Λαό είναι μια αποστομωτική απάντηση για τους εχθρούς και τους αντιπάλους του και μια λυτρωτική απάντηση για τους φίλους του.

3. Πιστεύω ότι τα «ΝΕΑ» με το συμβολικό τους αφιέρωμα σε τρεις σημαντικές πολιτικές παρεμβάσεις του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ θα συμβάλλουν καταλυτικά να σημάνει την αρχή μιας αντίστροφης μέτρησης για τις αλήθειες ενός Πολιτικού Ηγέτη χωρίς αγιογραφίες και λιβανωτούς.

• Τα «ΝΕΑ» στο αφιέρωμά τους στον εμβληματικό Ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και στον χαρισματικό Ηγέτη της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης Ανδρέα Παπανδρέου ρίχνουν τον προβολέα της αλήθειας και της μνήμης σε τρία κείμενα με ιστορική καταγραφή, που έχουν σχέση με τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και τον Κόσμο.

Η αλήθεια και η μνήμη συνδέονται απόλυτα και άρρηκτα στις σηματοδοτήσεις τους. Άλλωστε η ετυμολογική αναφορά της λέξης αλήθεια, ταυτίζεται με την άρνηση της λήθης (α στερητικό + λήθη).

* * *

4. Το ΠΡΩΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ* είναι εκτεταμένο απόσπασμα από την Ομιλία του στην Βουλή για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ με τίτλο: «Η ΕΛΛΑΔΑ, Η ΕΥΡΩΠΗ, ΤΟ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ, Η ΟΝΕ»,

στις 28 Ιουλίου 1992.

• Σταχυολογούμε ορισμένες συγκεκριμένες περικοπές:

(α.) «Με δεδομένο ότι το ΠΑΣΟΚ θα ψηφίσει την κύρωση της Συνθήκης του Μάαστριχτ, έχουμε χρέος να περιγράψουμε και να προβάλλουμε ορισμένες κρίσιμες πτυχές της. Όμως το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να πει στο Λαό μόνο τα αναμενόμενα οφέλη, ούτε να ωραιοποιήσει την εικόνα. Αντίθετα πρέπει να τονίσει με ειλικρίνεια το κόστος αυτής της προσαρμογής. Θα πρέπει ο Έλληνας πολίτης να ξέρει τι να περιμένει στο τέλος της πορείας, αλλά και τι θα έχει καταβάλει για να φθάσει στο τέρμα αυτής της δύσκολης και άνισης πορείας…»

(β.) «Αυτή η στρατηγική της Γερμανίας αποτελεί έναν αγώνα για τη δημιουργία σφαιρών επιρροής, που μας πάνε πίσω περίπου έναν ολόκληρο αιώνα. Παραμένει, βέβαια, πάντα το ερώτημα, σε όλη αυτή την πορεία, εάν πορευόμαστε προς μία «Ευρωπαϊκή Γερμανία» ή προς μία «Γερμανική Ευρώπη».

(γ.) «Στο πλαίσιο της ΕΟΚ σοβούν πάντα η σύγκρουση Βορρά και Νότου. Και αυτό γιατί η Ενιαία Αγορά όταν απουσιάζει κάθε άλλη ουσιαστική πολιτική σύγκλισης και συνοχής πολύ υψηλότερου επιπέδου οξύνει τις αντιθέσεις. Οξύνει τις ανισότητες, όχι μόνο ανάμεσα σε Κράτη – Μέλη, αλλά ανάμεσα και σε περιοχές – περιφέρειες, οι οποίες είναι καθυστερημένες και σε άλλες που είναι προχωρημένες.»

(δ.) «Η Ελλάδα είναι και Ευρωπαϊκή και Βαλκανική και Μεσογειακή χώρα. Είμαστε αναπόσπαστο τμήμα της νέας Ευρώπης που γεννιέται. Στην Ευρωπαϊκή πρόκληση δεν χωράει παρά μόνο μία σθεναρή και θετική απάντηση. Ναι, θα συμμετάσχουμε ενεργά και ισότιμα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Δεν υπάρχει πράγματι εναλλακτική πορεία, παρά μόνο η περιθωριοποίηση της Χώρας μας, όσα και αν είναι τα εμπόδια που στέκονται στο δρόμο μας.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ απλώς αποτελεί για μας ένα εισιτήριο σε ένα δύσκολο και άνισο αγώνα.»

(ε.) «… Ο αγώνας είναι άνισος, γιατί στην εκκίνηση είμαστε οι τελευταίοι. Ο αγώνας είναι άνισος, γιατί η συνθήκη του Μάαστριχτ εκφράζει σχεδόν απόλυτα τα συμφέροντα και την οπτική γωνία του πλούσιου Βορρά. Το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης δεν χωράει μέσα στο Μάαστριχτ. Το Μάαστριχτ για μας αποτελεί ένα σταθμό σε μία πορεία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ένα σταθμό που θα ξεπεραστεί και ίσως αλλοιωθεί στην ίδια την πορεία…».

(στ.) «…Στη συνθήκη του Μάαστριχτ υπάρχουν διακηρύξεις. Ουσιαστικές δεσμεύσεις, υπάρχουν κατά κύριο λόγο για την ΟΝΕ, την Οικονομική Νομισματική Ένωση. Δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί το θεσμικό πλαίσιο για την πολιτική, ούτε για την ενιαία –ούτε καν απλώς για κοινή – Εξωτερική Πολιτική, ούτε για την ενιαία Άμυνα…»

(ζ.) «…Στις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή για κάθε μία χώρα ξεχωριστά και για την Ευρώπη ως σύνολο στην ΟΝΕ δεν υπάρχει αναφορά καν στο τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας, τη χειρότερη μορφή ανισότητας που μπορεί να γνωρίσει μία σύγχρονη χώρα…»

(η.) «…Οι δείκτες – στόχοι της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) συνιστούν το όραμα ενός «Ευρωπαίου Τραπεζίτη». Εκφράζουν κατά κύριο λόγο τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις της σημερινής Ευρώπης.»

• Το κοινωνικό κόστος για την Ελλάδα της επίτευξης των στόχων στα χρονικά πλαίσια που προβλέπει η συνθήκη του Μάαστριχτ, είναι τεράστιο όπως και για τις άλλες χώρες του Νότου…»

(θ.) «… «Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την Συνθήκη του Μάαστριχτ δεν είναι πραγματόσημες στα χρονικά πλαίσια που προβλέπει για την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ισπανία». Οι υπολογισμοί που αφορούν την Πορτογαλία και την Ελλάδα φέρνουν ίλιγγο»…»

(ι.) «…Για μένα είναι σαφέστατο. Όλα αυτά σημαίνουν ότι ήδη προβλέπονται, έστω και αν δεν ομολογούνται, δύο ταχύτητες στην Ενωμένη Ευρώπη. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας το τεράστιο κοινωνικό κόστος και τις εκρηκτικές κοινωνικές καταστάσεις, τις οποίες θα αντιμετωπίζουμε σε αυτήν την πορεία, τουλάχιστον για τις χώρες του Νότου. Τότε μπορείτε να μου πείτε, μοιρολατρικά να δεχθούμε αυτήν την πορεία;

• Γιατί ψηφίζουμε «ναι», μία πορεία συνεχιζόμενης ύφεσης, μεγέθυνσης της ανεργίας και της ανισοκατανομής του πλούτου και του εισοδήματος της βίαιης δημιουργίας μιας κοινωνίας των 2/3, για να μην φθάσω να λέω του 1/3. Η δική μας θέση είναι «Ναι» γιατί υπάρχει και άλλος δρόμος….»

(κ.) «…Η πορεία προς την ΟΝΕ είναι μια πορεία που με τα σημερινά δεδομένα φαίνεται αδιέξοδη για τις χώρες του Νότου. Η θέση του ΠΑΣΟΚ είναι πως η Ελλάδα σε συνεργασία με τις χώρες του Νότου, πρέπει να δώσει τη μεγάλη μάχη για την επίτευξη των παρακάτω στόχων:

Πρώτον, το πακέτο Ντελόρ 2 να ισχύσει στο σύνολό του, χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές.

Δεύτερον, όπως έχει τονιστεί με τεκμηριωμένα επιχειρήματα στη Βουλή, με την ολοκλήρωση της ΟΝΕ η νομισματική και συναλλαγματική πολιτική ασκείται πλέον –θα ασκηθεί δηλαδή- σε Ευρωπαϊκό, όχι σε Εθνικό επίπεδο.

Τρίτον, στα Κράτη-Μέλη παραμένει η δημοσιονομική πολιτική, που όμως ουσιαστικά περιορίζεται ο αναδιανεμητικός ρόλος. Εδώ πραγματικά βρίσκεται το κλειδί.

Τέταρτον, σε μια Ομόσπονδη Ευρώπη ο Ευρωπαϊκός Προϋπολογισμός πρέπει να είναι μεγέθους ικανού για την άσκηση αποτελεσματικής αναδιανεμητικής πολιτικής προς όφελος των Κρατών-Μελών του Ευρωπαϊκού Νότου και των οικονομικά καθυστερημένων περιοχών.

Μόνο κάτω από τέτοιες συνθήκες θα καταστεί δυνατή η σύγκλιση στα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και εισοδημάτων, που δεν αφορούν τους στόχους τους τραπεζικούς. Είναι άσχετα με τους τραπεζικούς στόχους, που έχει θέσει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Και εδώ σαφώς πρέπει να δοθεί η μάχη, από την έκβαση της οποίας θα κριθεί και το μέλλον της Χώρας μας…».

(λ.) «…Εδώ, ήθελα να φέρω ένα παράδειγμα: Όταν υπάρχει ενοποίηση του Νομίσματος σε πέρα από μια χώρα, σε 2, σε 3, σε 5 χώρες αυτό λειτουργεί κατά τρόπο αρνητικό για όλες τις καθυστερημένες ή ασθενέστερες χώρες ή περιοχές.

Θα δώσω το απλό παράδειγμα των δύο Γερμανιών. Μόλις έγινε το Ενιαίο Νόμισμα, εμφανίστηκαν αμέσως τα τραγικά προβλήματα της Ανατολικής Γερμανίας. Η Δυτική Γερμανία αναγκάζεται, τώρα, να κάνει μεταφορές πόρων, πραγματικά αστρονομικών διαστάσεων, στην τέως Ανατολική Γερμανία, γιατί έχει την ευθύνη και μπορεί να ασκήσει δημοσιονομική πολιτική.

Μετά από αυτό το παράδειγμα και την περιγραφή του σκεφθείτε τι θα συμβεί στις χώρες του Νότου και στις καθυστερημένες περιοχές χωρίς τη δημοσιονομική πολιτική της Ευρώπης. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο και κλειδί, να ολοκληρωθεί ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας της Ευρώπης, έτσι ώστε η ευθύνη να είναι εκεί όπου υπάρχουν τα μέσα. Τα μέσα θα τα έχουν οι Βρυξέλλες μετά την Ένωση. Δεν θα τα έχουν τα Κράτη-Μέλη. Και εκεί υπάρχει η ευθύνη, η οποία βεβαίως πρέπει και να ελέγχεται δημοκρατικά…»

(μ.) «…Τα σύνορα της Ελλάδας πρέπει να είναι και σύνορα της Ενωμένης Ευρώπης…»

(ν.) «…Τι περιλαμβάνει το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης για μας;

• Τον σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας, της δημοκρατίας και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Έχει επισημανθεί επαρκώς το μεγάλο δημοκρατικό έλλειμμα και η ανάγκη να καλυφθεί γρήγορα. Είναι αυταπόδεικτο, γι’ αυτό δε θα μιλήσω παραπάνω σ’ αυτό το κρίσιμο θέμα.

• Επιγραμματικά θεωρώ επιτακτική ανάγκη να δώσω ιδιαίτερη έμφαση και στα εξής:

 στη διασφάλιση των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών,

 στην ανάδειξη της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας των κρατών-μελών,

 στην οικονομική ανάπτυξη και πλήρη απασχόληση του εργατικού δυναμικού,

 στη δωρεάν Παιδεία και ιατρική περίθαλψη,

 στο κοινωνικό κράτος, στην κοινωνική μέριμνα, στην κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη,

 στην προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων από οποιαδήποτε επιβουλή

 στην προστασία του περιβάλλοντος.

Αυτό είναι το όραμα της ενωμένης Ευρώπης, αυτές οι αναφορές είναι τα θεμέλιά της…»

* * *

5. Το ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΙΜΕΝΟ είναι τα κύρια σημεία της Ομιλίας του στο Υπουργικό Συμβούλιο στις 2 – 12 – 1993, με τον τραγικά επίκαιρο τίτλο :

«ΕΝΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΔΙΛΗΜΜΑ»

«… Είτε το Έθνος θα εξαφανίσει το Χρέος,

Είτε το Χρέος θα αφανίσει το Έθνος…»

• Δε θα σταχυολογήσω καμμία περικοπή, γιατί αυτό το ιστορικό κείμενο είναι απολύτως αναγκαίο και χρήσιμο να διαβαστεί ολόκληρο. Το Κείμενο αυτό έχει σημαντική αξία γιατί καθορίζει το «δέον γενέσθαι».

Θα μπορούσε και θα έπρεπε να αποτελεί πυξίδα για όλους τους Πρωθυπουργούς και τους Πολιτικούς Ηγέτες.

Σίγουρα συνοψίζουν οδηγίες για ναυτιλομένους και όχι ναυαγούς Πολιτικούς με θέμα πως μπορεί να αποτραπεί η χρεοκοπία μιας χώρας.

• Όμως πιο σημαντική αξία από το Λόγο έχει η Πράξη. Η αντιστοιχία και η συνέπεια Λόγου και Πράξης με αναφορά στα «έργα και τις ημέρες» του Ανδρέα Παπανδρέου. Εδώ θέλω να σημειώσω ότι από τους τιμητές και αντιπάλους του Ανδρέα Παπανδρέου έχει εφαρμοστεί συστηματικά η εξής μέθοδος Επικοινωνίας.

Σε πολλά αναμφισβήτητα θετικά κεκτημένα των Κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ αναφέρονται με το όνομα μόνο των Υπουργών, χωρίς καμμία αναφορά στις Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, χωρίς συσχέτιση στον Πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου.

Θα παραθέσω ενδεικτικά ορισμένα παραδείγματα:

• Ο Ανδρέας ως Πρωθυπουργός και η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1993 και το 1995 επεξεργάστηκε και εφάρμοσε ιεραρχημένα ένα πρόγραμμα με το 4πτυχο «Σταθερότητα, Ανάπτυξη, Κοινωνική Συνοχή, Κοινωνική Αλληλεγγύη».

Αυτό το πρόγραμμα κατά κοινή ομολογία αποτελεί τη Λυδία Λίθο γιατί έθεσε τα θεμέλια για να μπει η Ελλάδα στην ΟΝΕ και μετά στην Ευρωζώνη.

• Αυτό το πρόγραμμα του 1994 και 1995 του «επάρατου» και «βαθέως» ΠΑΣΟΚ με Πρωθυπουργό τον «ολετήρα», «άρρωστο – ανίκανο» και «αναχρονιστικό» Ανδρέα Παπανδρέου είχε απόλυτη και αδιαμφισβήτητη επιτυχία.

• Ας επισημάνουμε ενδεικτικά ορισμένες μόνο επιτυχίες :

(α.) Ο προϋπολογισμός του 1994 ολοκληρώθηκε σύμφωνα με τις προβλέψεις απολύτως ισοσκελισμένος.

(β.) Ο προϋπολογισμός του 1995 ολοκληρώθηκε σύμφωνα με τις προβλέψεις οριακά ισοσκελισμένος, γιατί συνειδητά αυξήθηκαν οι πόροι του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για προφανείς λόγους ανάπτυξης και απασχόλησης.

(γ.) Ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ είχε θετικά πρόσημα για το 1994 +2% και το 1995 2,1%, ενώ το 1993 είχε αρνητικά πρόσημα -1,6%.

(δ.) Το 1994 και το 1995 δημιουργήθηκαν ουσιαστικά αυθεντικά πρωτογενή πλεονάσματα 4,2% και 2,2% αντίστοιχα και κυρίως με δυναμική προβολή για τα επόμενα χρόνια.

(ε.) Το 1994 και 1995 με ΠΑΣΟΚ και Πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου, το ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ με συνδυαστικές πολιτικές και αποκλιμακώθηκε και μειώθηκε.

• Θέλω να θυμίσω σε όλους ότι το 1993 με Κυβέρνηση της «ενάρετης» Ν.Δ. και πρωθυπουργό τον «νοικοκύρη» κ. Μητσοτάκη, το Δημόσιο Χρέος είχε φτάσει και με δυναμική να ξεπεράσει σημαντικά το 100% του ΑΕΠ.

• Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1988 με Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ και Πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου το ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ήταν 61% του ΑΕΠ, ενώ το 1989 έκλεισε στο 64,8% του ΑΕΠ αφού το 2ο εξάμηνο μεσολάβησε η Κυβέρνηση Τζανή Τζανετάκη και Κώστα Μητσοτάκη με σύνθημα «… δώστε σε όλους όλα…».

• Επίσης αξίζει να αποτιμηθεί το οικονομικό κόστος όλων των παροχών, των δεσμεύσεων και των πελατειακών ρουσφετιών το 2ο εξάμηνο του 1989 από τη συγκυβέρνηση της ακραίας Νεοφιλελεύθερης Δεξιάς του Κ.Μητσοτάκη με τον Συνασπισμό της Αριστεράς.

(στ.) Το 1994 κατοχυρώθηκε θεσμικά το ΑΣΕΠ (Νόμος Α. Πεπονή), που σηματοδοτούσε το τέλος του ρουσφετιού και του «Πελατειακού Κράτους» και μια νέα αρχή για την αξιοκρατική Δημόσια Διοίκηση.

(ζ.) Το 1994 και το 1995 με το 2ο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (με Εθνικούς και Ευρωπαϊκούς πόρους) σχεδιάστηκαν και άρχισε η υλοποίηση όλων των προγραμμάτων (σε Εθνική, Περιφερειακή κλίμακα) για τις σύγχρονες υποδομές, για τα νέα Δίκτυα στις Μεταφορές, στους Οδικούς Άξονες, στην Ενέργεια, στις Τηλεπικοινωνίες, στο Κοινωνικό Κράτος και την Υγεία, στο Περιβάλλον, στην Παιδεία, στον Πολιτισμό και τον Αθλητισμό.

(η.) Το 1994 και το 1995 μπήκαν τα θεμέλια για την Αποκέντρωση με μεταφορά πόρων, αρμοδιοτήτων και εξουσιών σε όλους τους βαθμούς της Αυτοδιοίκησης, με θεσμική κατοχύρωση και ανάδειξη της αιρετής (και όχι Διορισμένης) Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης με την ψήφο των Πολιτών.

(θ.) Την άνοιξη του 1994 αλλά με την επόμενη περίοδο μέχρι το 1995 η Ελλάδα αντιμετώπισε με απόλυτη επιτυχία την οργανωμένη κερδοσκοπική επίθεση εναντίον της Δραχμής.

• Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αντιστάθηκε οργανωμένα με σθεναρή στάση και θαυμαστή νηφαλιότητα στα τυχοδιωκτικά παιχνίδια των ξένων και ντόπιων κερδοσκόπων με προεξάρχοντα τον κ. Σόρος.

• Στην Ελλάδα οι κερδοσκόποι ηττήθηκαν και έχασαν 10δες δισεκατομμύρια δολάρια.

Αντίθετα στην Αγγλία νίκησαν και κέρδισαν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια με τη βίαιη υποτίμηση της Λίρας, και τη διεθνή ταπείνωση της Αγγλίας.

(ι.) Τον Νοέμβριο του 1995 με εντολή του Ανδρέα Παπανδρέου, το Υπουργείο Εξωτερικών κατέθεσε γραπτώς και εγκαίρως με την πιο επίσημη και έγκυρη διαδικασία το αίτημα της Ελλάδας προς τη Γερμανική Κυβέρνηση, με τις αξιώσεις της χώρας μας για το «Κατοχικό Δάνειο» και για τις «Πολεμικές Αποζημιώσεις» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αυτή η απόφαση – εντολή του Ανδρέα Παπανδρέου, ίσως να ήταν η τελευταία μεγάλη απόφασή του με εθνικό, ηθικό, δημοκρατικό και οικονομικό συμβολισμό πριν από την εισαγωγή του στο Ωνάσειο, με κλονισμένη την υγεία του.

Στις μέρες μας αυτό το επίσημο, έγκαιρο και έγκυρο διάβημα του Ανδρέα το 1995 αποτελεί ένα κεκτημένο για την Ελλάδα και μια διαχρονική διεκδίκηση προς την Γερμανία για το πολλαπλό ιστορικό χρέος προς τους Έλληνες.

(κ.) Τα τελευταία χρόνια η δημόσια συζήτηση και αντιπαράθεση έχει επικεντρωθεί κυρίως στο Δημόσιο Χρέος.

• Η μόνιμη επωδός όλων των Νεοφιλελεύθερων Πολιτικών, Οικονομολόγων, Ιστορικών και Δημοσιογράφων, αλλά και αρκετών «ευεργετημένων αχάριστων και αμνημόνων» είναι ότι για όλα φταίει το «επάρατο» και το «σπάταλο» ΠΑΣΟΚ και κυρίως «ο ολετήρας» Ανδρέας Παπανδρέου. Αυτό όμως είναι ένα οργανωμένο και πολλαπλό περιφερόμενο, για πολλά χρόνια, ψέμα.

• Η αλήθεια είναι ριζικά διαφορετική και αδιαμφισβήτητη.

Το 1981 η Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ παρέλαβε από τη Ν.Δ. το Δημόσιο Χρέος στο 27% του ΑΕΠ μαζί με αρνητικό ρυθμό στο ΑΕΠ -1,6%.

• Τον Ιούνιο του 1989 παρέδωσε στη Ν.Δ. και τη συγκυβέρνηση Τζανετάκη μια οικονομία με θετικό και υψηλό ΑΕΠ και ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ +3,8% και με Δημόσιο Χρέος 64,8% του ΑΕΠ.

Το 1988 είχε θετικό και υψηλότατο ΑΕΠ με ρυθμό ανάπτυξης +4,3% και με Δημόσιο Χρέος 61,5% του ΑΕΠ.

• Το παραμύθι και το ψέμα των Νεοφιλελεύθερων για την εκτίναξη του Δημοσίου Χρέους από το «επάρατο» και το «βαθύ» ΠΑΣΟΚ και από τον «ολετήρα», «Λαϊκιστή και αναχρονιστή» Ανδρέα Παπανδρέου έχει αποκαλυφθεί με εμπεριστατωμένη επιστημονική τεκμηρίωση σε αναλύσεις, άρθρα και βιβλία από τον αείμνηστο Καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεόδωρο Γεωργακόπουλο.

Στο βιβλίο «Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρελθόν- Παρόν – Μέλλον» (Εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 226 – 227), ο πάντα έγκυρος και αξιόπιστος τεχνοκράτης καθηγητής αείμνηστος Θεόδωρος Γεωργακόπουλος περιγράφει την αλήθεια με στοιχεία για το Δημόσιο Χρέος με αναφορά σε χρονικές περιόδους και Κυβερνήσεις ως εξής:

«… Τα πολύ δύσκολα φαίνεται ότι πέρασαν, αλλά τα δύσκολα υπάρχουν ακόμη. Πρώτον, το κόστος της ένταξης, ή καλύτερα το κόστος εξορθολογισμού της οικονομίας μας, δεν το πληρώσαμε ακόμη και το χρωστάμε. Οι πολιτικοί συνειδητά μετέφεραν αυτό το βάρος στις επόμενες γενιές που δεν ψηφίζουν!

• Δε φορολόγησαν, ούτε περιόρισαν τις δημόσιες δαπάνες, όπως συνιστούσαν οι Διεθνείς Οργανισμοί και πολλοί οικονομολόγοι, συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μεγάλα ελλείμματα και να αυξηθεί δραματικά το χρέος της χώρας από 25% το 1980 σε 110% το 1993.

Αυτό ήταν συνειδητή πολιτική όλων των κυβερνήσεων της περιόδου προσαρμογής της χώρας, με πρωταγωνιστές μάλιστα τις συντηρητικές κυβερνήσεις (Ράλλη, Τζανετάκη, Οικουμενικής και Μητσοτάκη) και όχι των κυβερνήσεων Παπανδρέου όπως συνήθως υποστηρίζεται…»

«….Πράγματι, αν εξετάσει κανείς τις εξελίξεις των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και του μεγέθους του Δημόσιου Χρέους στη χώρα μας κατά την περίοδο δυσπραγίας της ελληνικής οικονομίας 1981-1993, οπόταν ουσιαστικά χρεώθηκε η χώρα, παρατηρεί ότι :

 στις περιόδους 1980-1981 και 1989-1993 των Συντηρητικών Κυβερνήσεων τα μέσα ετήσια συνολικά ελλείμματα ανέρχονταν σε 12,4% και τα καταναλωτικά ελλείμματα σε 7,6%.

 Ενώ στην περίοδο 1982-1988 των κυβερνήσεων Παπανδρέου τα μέσα ετήσια συνολικά ελλείμματα ανέρχονταν σε 9,3% και τα καταναλωτικά ελλείμματα σε 5,5%.

• Το Δημόσιο Χρέος:

 στην πρώτη περίπτωση (με τις Συντηρητικές Κυβερνήσεις) αυξήθηκε κατά 46,4 ποσοστιαίες μονάδες στο ΑΕΠ σε έξι χρόνια, δηλαδή αυξανόταν κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως.

 Ενώ στη δεύτερη περίπτωση (με τις Κυβερνήσεις Παπανδρέου) αυξήθηκε κατά 38,7 ποσοστιαίες μονάδες σε επτά χρόνια, δηλαδή αυξανόταν κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες στο ΑΕΠ ετησίως …»

6. Το ΤΡΙΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ αναφέρεται σε 2 μικρά αποσπάσματα από την ομιλία του Ανδρέα στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ τον Ιούνιο του 1987, με τίτλους :

(α.) «ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΥΟΦΟΡΟΥΜΕΝΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ, ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ»

(β.) «ΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΣΤΙΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ του 1992 και του 2000»

• Είναι ένα Κείμενο πολιτικού και φιλοσοφικού στοχασμού με διεισδυτική και εναργέστατη περιγραφή της επερχόμενης επανάστασης των Νέων Τεχνολογιών με τις εκρηκτικές αλλαγές παντού και στα πάντα.

Αξίζει να διαβαστεί ως σύνολο γιατί περιγράφει γλαφυρά αυτά που ζούμε σήμερα, τον κόσμο του 21ου αιώνα.

Έχει ιδιαίτερη σημασία η δομή και η μορφή του κειμένου γιατί χρησιμοποιεί με μαεστρία ένα λόγο με ερωτήματα για να δώσει προφανώς ισχυρή ώθηση στη σκέψη των αναγνωστών και για να εξάψει τη φαντασία τους.

Ενδεικτικά παραθέτω τρεις περικοπές:

(α.) «… Αυτή η γιγαντιαία μεταλλαγή προκαλείται με τις, πράγματι, εκρηκτικές εξελίξεις των νέων Τεχνολογικών Επαναστάσεων.

• Ίσως αυτό που ζούμε και παρατηρούμε, που διαβάζουμε και αγωνιούμε, να μην είναι τίποτα άλλο παρά, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, το «Τρίτο Κύμα» του πολιτισμού μας. Μέχρι σήμερα στην ιστορία και την εξέλιξη της ανθρωπότητας έχει καταγραφεί το «Πρώτο Κύμα Πολιτισμού» που έχει συνδεθεί άρρηκτα με την αργόσυρτη Αγροτική Επανάσταση και το «Δεύτερο Κύμα Πολιτισμού», που έχει σηματοδοτηθεί με τη Βιομηχανική Επανάσταση.

• Το «Τρίτο Κύμα» που αρχίζει βαθμιαία να εμφανίζεται και να επιβάλλει, σε όλους τους τομείς, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ορατές αλλά απίστευτες αλλαγές παντού.

Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε μια κατάσταση και να συνυπάρξουμε με μια τρομακτική αλήθεια, όπως πολύ εύστοχα έχει κατά καιρούς γραφτεί.

• Το 1987 δεν είναι απλώς «87 πολυτάραχα χρόνια μετά το 1900» ή μια συνηθισμένη χρονιά με κάποια απόσταση από την αρχή της Βιομηχανικής Επανάστασης.

Τώρα αρχίζει μια αντίστροφη μέτρηση. Το 1987 απέχει μόλις 13 χρόνια από το «σωτήριον έτος», το 2000, που συμβολικά συμπυκνώνει τις ασύλληπτες και πρωτόγνωρες ταχύτητες κοσμογονικών αλλαγών σε όλο τον πλανήτη και σε όλες τις πτυχές της ζωής στον 21ο αιώνα…»

(β.) «… Όλες οι πολιτικές και όλες οι κοινωνικές δυνάμεις και κυρίως οι ηγεσίες τους δοκιμάζονται, αξιολογούνται, κρίνονται και καταγράφονται. Όλοι μας έχουμε ευθύνη απέναντι στον τόπο, στο λαό, στην ιστορία, στις νέες γενιές των Ελλήνων. Δεν ωφελεί κανέναν να κρύβεται πίσω από το δάχτυλο, όχι μόνο γιατί μοιάζει αστείος αλλά και γιατί δεν έχουμε τον καιρό να περιμένουμε.

• Είναι η ώρα να πούμε κάποιες αναντίρρητες αλήθειες και να συμφωνήσουμε. Μπροστά στην κοσμογονία, του 1992 και του 2000 όλα μοιάζουν μικρά και εφήμερα.

Μπροστά στις αμετάθετες προκλήσεις και απαιτήσεις του 1992 και του 2000 κάθε τι, που είναι παλιό αναχρονιστικό και αναντίστοιχο με αυτές τις αδήριτες αναγκαιότητες, πρέπει να αλλάξει. Να αλλάξει ριζικά και άμεσα.

Ένας ορισμένος τύπος πολιτικής και κοινωνικής διαπάλης, ένας συγκεκριμένος τύπος οικονομικού προγραμματισμού, ένας συνηθισμένος τύπος σκέψης, διαλόγου και δράσης έχει συμπληρώσει τα χρόνια του και έχει κλείσει τον κύκλο του.

• Δεν έχουμε την πολυτέλεια για σπατάλη χρόνου, λόγων και δυνάμεων, για ανούσιες αντιπαραθέσεις και αφηρημένες συγκρίσεις και πολωτικές επικλήσεις με το παρελθόν.

(γ.) Οφείλουμε να καταλάβουμε ότι το μέλλον έχει ανοίξει, χωρίς βέβαια να μας ρωτήσει, ένα λογαριασμό για το Έθνος, για την κοινωνία, για όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς. Ένα λογαριασμό για όλους τους κοινωνικούς και παραγωγικούς φορείς, για όλους τους συλλογικούς κοινωνικούς φορείς, για όλους τους Μικρομεσαίους και Ελεύθερους Επαγγελματίες, για όλους τους Μη Προνομιούχους, για όλους τους Αγρότες, για όλους τους Επιστήμονες, για όλους τους εργαζομένους, για όλους τους πολίτες.

Αυτό το λογαριασμό θα τον ξοφλήσουμε όλοι μας χωρίς καμιά δυνατότητα υπεκφυγής και άρνησης.

• Όλα αυτά απαιτούν μέσα από τις δεδομένες διαφορές και αντιθέσεις μας, να δώσουμε οι πάντες με επίγνωση των ευθυνών μας τιτάνιες μάχες για το παρόν και το μέλλον και να μην καταφεύγουμε στις εύκολες σκιαμαχίες για το παρελθόν.

• Είναι κοινή ομολογία και κοινή θέληση, ότι το υπαρκτό επιθετικό και σφριγηλό πνεύμα των πολιτών του τόπου μας δεν αρκεί για τις δύσκολες περιστάσεις.

Χρειάζονται ριζικές τομές, για να τελειώσει ο εφησυχασμός και η μοιρολατρεία και για να μπει η Ελλάδα και ο Ελληνισμός σε μια τροχιά αφύπνισης, ανάτασης, συσπείρωσης και δημιουργίας…»

72 Σχόλια αναγνωστών

«Να απαντήσουμε θετικά στην πρόκληση των νέων τεχνολογιών»

1987. Ο Κώστας Λαλιώτης υποδέχεται τον Ανδρέα Παπανδρέου στις εργασίες της ΚΕ του ΠΑΣΟΚ

«Να απαντήσουμε θετικά στην πρόκληση των νέων τεχνολογιών»

Απόσπασμα από την εισήγηση του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου στην 22η Σύνοδο της ΚΕ του ΠΑΣΟΚ, Ιούνιος 1987

1. Μπορούν να γίνουν κάποιες προβλέψεις και να διατυπωθούν κρίσιμα ερωτήματα, που να περιγράφουν την εποχή που έρχεται;

Ποιες είναι οι κοσμογονικές εξελίξεις στη Διεθνή σκηνή που επιταχύνονται με την αναμονή του συμβολικού έτους 2000;

Φαίνεται να αποτελεί κοινό τόπο στις διαπιστώσεις, στις ομολογίες και στις προβλέψεις των οικονομολόγων, των πολιτικών, των κοινωνιολόγων, των ειδικών επιστημόνων, όπως και των μελλοντολόγων, ότι η ανθρωπότητα, οι χώρες και οι κοινωνίες βρίσκονται σε κρίσιμη καμπή σε μια κατάσταση οριακή. Άλλωστε το ίδιο αίσθημα διακατέχει και τους απλούς πολίτες του πλανήτη μας για την εποχή μας.

2. Υπάρχουν πολλά δεδομένα και πολύ περισσότερες ενδείξεις, που πότε συνιστούν και πότε εγκυμονούν μια πρωτόγνωρη, δομική και πολύμορφη κρίση. Μια κρίση που αφορά την οικονομία, τις οικονομικές σχέσεις, τις περιφερειακές και τις κοινωνικές ανισότητες, τον εθνικό προστατευτισμό των χωρών, τη συνοχή των συνασπισμών και την ενότητα των Οικονομικών Οργανισμών.

• Μια κρίση που αφορά την Ειρήνη και την Ύφεση, το Περιβάλλον, την Οικολογική Ισορροπία, τις μορφές της Ενέργειας και την Ποιότητα Ζωής.

Μια κρίση, που αφορά τον πολιτισμό, τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς, τα μέσα επικοινωνίας, τις αξίες, τις ιδέες, την ηθική και τις σχέσεις των ανθρώπων και τέλος την ίδια τη ζωή.

Μια κρίση, που αφορά την πολιτική, τη φυσιογνωμία και τη λειτουργία των κομμάτων, το χαρακτήρα και τον προσανατολισμό των συνδικάτων και των συλλόγων, καθώς και το περιεχόμενο και τις μορφές των πολιτικών και των κοινωνικών αγώνων.

• Όλες αυτές οι επιγραμματικές επισημάνσεις, ανεξάρτητα αν συμφωνεί κανείς ή όχι, μαρτυρούν, ότι έχουμε να κάνουμε με μια παρατεταμένη «ασταθή» ισορροπία του σύγχρονου κόσμου. Έχουμε να κάνουμε με έναν ακήρυκτο αλλά ειρηνικό «πόλεμο», που κατά κάποιο τρόπο ξεπερνά τα σύνορα των εθνών. Έναν «πόλεμο» που συμπαρασύρει τους πάντες και διαπερνά όλο το «οικονομικό, κοινωνικό και ανθρώπινο γίγνεσθαι», από την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση αγαθών μέχρι την απασχόληση, τη μόρφωση, την πληροφόρηση, τον ελεύθερο χρόνο και τον πολιτισμό.

3. Όλα τα σημάδια δείχνουν, ότι όλα αυτά αποτελούν τα επιφαινόμενα μιας γιγάντιας μεταλλαγής στην οικονομική δομή, στις κοινωνικές διατάξεις και σχέσεις, στις κάθε λογής ανισότητες, στις μορφές επικοινωνίας και κυρίως στο διεθνή καταμερισμό εργασίας με την πυραμίδα των Εθνών. Αυτή η γιγαντιαία μεταλλαγή προκαλείται με τις, πράγματι, εκρηκτικές εξελίξεις των νέων Τεχνολογικών Επαναστάσεων.

• Ίσως αυτό που ζούμε και παρατηρούμε, που διαβάζουμε και αγωνιούμε, να μην είναι τίποτα άλλο παρά, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, το «Τρίτο Κύμα» του πολιτισμού μας. Μέχρι σήμερα στην ιστορία και την εξέλιξη της ανθρωπότητας έχει καταγραφεί το «πρώτο κύμα πολιτισμού» που έχει συνδεθεί άρρηκτα με την αργόσυρτη Αγροτική Επανάσταση και το «δεύτερο κύμα πολιτισμού», που έχει σηματοδοτηθεί με τη Βιομηχανική Επανάσταση.

• Το «Τρίτο Κύμα» που αρχίζει βαθμιαία να εμφανίζεται και να επιβάλλει, σε όλους τους τομείς, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ορατές αλλά απίστευτες αλλαγές παντού.

Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε μια κατάσταση και να συνυπάρξουμε με μια τρομακτική αλήθεια, όπως πολύ εύστοχα έχει κατά καιρούς γραφτεί.

• Το 1987 δεν είναι απλώς «87 πολυτάραχα χρόνια μετά το 1900» ή μια συνηθισμένη χρονιά με κάποια απόσταση από την αρχή της Βιομηχανικής Επανάστασης.

Τώρα αρχίζει μια αντίστροφη μέτρηση. Το 1987 απέχει μόλις 13 χρόνια από το «σωτήριον έτος», το 2000, που συμβολικά συμπυκνώνει τις ασύλληπτες και πρωτόγνωρες ταχύτητες κοσμογονικών αλλαγών σε όλο τον πλανήτη και σε όλες τις πτυχές της ζωής.

4. Μετά από όλες αυτές τις περιγραφές προκύπτουν κάποια θεμελιακά ερωτήματα, σχετικά με τη χρήση και την πλατιά εφαρμογή των νέων τεχνολογιών.

Πολύ συνοπτικά παραθέτουμε ορισμένα από αυτά τα βασικά ερωτήματα.

Ποιες πρωτόγνωρες αλλαγές θα προκύψουν στις αναφορές και στη διάταξη των κοινωνικών και των πολιτικών δυνάμεων, στην ταξική σύνθεση στις κοινωνίες του «ώριμου» καπιταλισμού, στις χώρες του «υπαρκτού Σοσιαλισμού», στις κοινωνίες των αναπτυσσόμενων και περιφερειακών χωρών, στις κοινωνίες του Τρίτου Κόσμου;

Ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις στην οικονομία και στις δομές της παραγωγής, στους χώρους, στους όρους και στους χρόνους εργασίας και ποια θα είναι η κυρίαρχη μορφή στην οργάνωση της εργασίας;

Σε ένα μεταβατικό διάστημα, με μη προβλεπτή διάρκεια, η κρίση της απασχόλησης και της υπο-απασχόλησης θα καθιερώσουν ένα νέο τύπο κοινωνίας, της κοινωνίας των 2/3 με το 1/3 να ζει σε συνθήκες ανεργίας, υποβάθμισης, φτώχειας και περιθωρίου;

Θα γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, θα ξεπεραστεί η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην «ετερονομία» και την «αυτονομία» τόσο στην παραγωγή όσο και την κατανάλωση;

Θα προάγουν ένα ολοκληρωτικό ή ένα πιο δημοκρατικό σύστημα με την κυριαρχία του κομπιούτερ στη γνώση, στη σκέψη και τη δημιουργία;

Αν υποκαταστήσουν τη διαδικασία της μόρφωσης και της εκπαίδευσης θα ολοκληρώνει και θα διευρύνει τη μόρφωση ή θα οδηγεί σε ένα «ηλεκτρονικό αναλφαβητισμό»;

Θα αποξενώσουν ή θα συμφιλιώσουν τον άνθρωπο με την πολιτιστική δημιουργία και το πολιτιστικό γεγονός;

Θα απομονώσουν ακόμα περισσότερο τα άτομα, προσδίδοντας τη φαινομενική αυτάρκεια του υπολογιστή και τη σιγουριά του «ηλεκτρονικού σπιτιού»;

Θα δημιουργήσουν νέο σύστημα ενέργειας και θα επιβάλλει νέα οικολογική ισορροπία και νέα σχέση με το περιβάλλον;

Η «ηλεκτρονική Δημοκρατία» θα εμπλουτίσει ή θα παραμερίσει τους δημοκρατικούς, κοινοτικούς και συμμετοχικούς θεσμούς; Θα οδηγήσει τους πολίτες σε εφησυχασμό και λήθαργο ή σε αυτονομημένη προσωπική δράση;

Θα αναδείξει τον «πολύπλευρο άνθρωπο» μέσα από νέα πρότυπα, αξίες, ιδανικά και ευαισθησίες ή θα εκλογικεύσει την υπόσταση του απαθή, του «μονοδιάστατου» και παροπλισμένου ανθρώπου;

Ποιες αλλαγές θα επιφέρει στην ίδια την έννοια της πολιτικής, στους παλιούς «δυισμούς» των «δυαδικών» κοινωνιών, στη δομή, στη σύνθεση και τη λειτουργία των θεσμών της Δημοκρατίας των Κομμάτων, των συνδικάτων και των Κοινωνικών Οργανώσεων;

Ποιες επιπτώσεις θα επιφέρει στη στρατηγική, στα προγράμματα και τη δράση των προοδευτικών κομμάτων, εργατικών κινημάτων, των δυνάμεων της Αλλαγής και της λεγόμενης Αριστεράς μιας και κατ’ ανάγκη θα διαφοροποιούνται ριζικά τα μέχρι τώρα γνώριμα, ιστορικά υποκείμενα των κοινωνικών μετασχηματισμών;

5. Οι απαντήσεις σε αυτά τα θεμελιακά ερωτήματα, ερωτήματα που θέτουν αμείλικτα οι υπαρκτές νέες τεχνολογίες, δεν είναι εύκολες. Δεν είναι εύκολες κυρίως όταν θέλουν να είναι υπεύθυνες και ουσιαστικές πέρα από μεταφυσικούς εξορκισμούς, πέρα από φοβισμένες διαμαρτυρίες και πέρα από ανέξοδους αφηρημένους και ρητορικούς δικολαβισμούς.

Κανείς δεν μπορεί με σιγουριά να αποφανθεί αν η νέα τεχνολογική επανάσταση θα εμπλουτίσει και θα αναπτερώσει ή θα λεηλατήσει και θα καθηλώσει τη ζωή μας, την κοινωνία, την πολιτική και τον πολιτισμό μας. Κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει το μέλλον με Δημοκρατία και Ειρήνη ή με αυταρχισμό και πόλεμο.

Πολλά θα εξαρτηθούν –αλλά όχι όμως τα πάντα– από εκείνους τους φορείς, κρατικούς και μη, που κατέχουν για τις νέες τεχνολογίες τα μυστικά της κατασκευής καθώς και τους σκοπούς της μαζικής παραγωγής, της διάθεσης, και της μαζικής χρήσης τους.

Επίσης πολλά θα εξαρτηθούν από εκείνους τους φορείς, είτε σε εθνικό, είτε σε υπερεθνικό, είτε σε πολιτικό, είτε σε κοινωνικό επίπεδο, που θα απαντήσουν με μια ετοιμότητα. Μια ετοιμότητα, που θα διεκδικεί θετικές διασφαλίσεις στις επιδράσεις και στη σχέση ανάμεσα στις νέες τεχνολογίες και στην κοινωνία, τη δημοκρατία, τον πολιτισμό και τον άνθρωπο.

Χωρίς αμφιβολία διαφαίνεται, ότι τα προγράμματα της έρευνας και της παραγωγής και της διάδοσης των νέων τεχνολογιών καθώς και ο προσανατολισμός κι ο τρόπος της χρήσης αποτελούν ένα καινούριο, σύγχρονο και πρωτόγνωρο πεδίο πάλης και διεκδίκησης.

Ένα πεδίο πάλης και διεκδίκησης ανάμεσα στα έθνη και τους συνασπισμούς, ανάμεσα στις αντιδραστικές και τις συντηρητικές δυνάμεις και τις δημοκρατικές προοδευτικές δυνάμεις. Ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα συμφέροντα του στρατιωτικο – βιομηχανικού κατεστημένου και στις δυνάμεις της προόδου και της Ειρήνης. Ένα πεδίο αγώνα για αυτονομία και ανεξαρτησία ανάμεσα στις μητροπόλεις – «παραγωγούς» και στις περιφερειακές χώρες «καταναλωτές».

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ 1992 ΚΑΙ ΤΟΥ 2000

6. Είναι αλήθεια ότι από τώρα ως το 2000, με ενδιάμεσο σταθμό το 1992, κρίνεται η εξέλιξη της κοινωνίας μας και το μέλλον της χώρας μας;

Ποια πρέπει να είναι η απάντηση της Ελλάδας;

Δεν χωράει καμιά αμφιβολία, ότι μπροστά μας έχουμε δύο χρονικά ορόσημα.

Το πραγματικό ορόσημο είναι το 1992, γιατί θα έχει αποφασιστική επίδραση για τη χώρα μας μια και πρόκειται για την αφετηρία της ενοποίησης της αγοράς της ΕΟΚ με άμεσο στόχο την «Ευρώπη δίχως σύνορα».

Το άλλο ορόσημο είναι το 2000, που έχει περισσότερο συμβολική σημασία αλλά πάντα υπενθυμίζει τις ανάγκες, τις απαιτήσεις και τις προοπτικές μας για το ορατό μέλλον.

7. Αυτά τα δύο ορόσημα μέσα στο χρόνο οφείλουν να μας αναγκάσουν να σκεφτούμε και να σχεδιάσουμε να δράσουμε και να δημιουργήσουμε. Είμαστε υποχρεωμένοι να θέσουμε τα βασανιστικά ερωτήματα.

Ποια θα είναι η θέση της Ελλάδας στο Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας και ποιό θα είναι το παραγωγικό οικονομικό κοινωνικό μοντέλο της;

Πώς θα εξελιχτεί μέσα σ’ αυτή την περίοδο, τι μεταλλάξεις θα υποστεί και ποιες προκλήσεις θα αντιμετωπίσει σ’ όλους τους τομείς της Οικονομίας, της Κοινωνίας, του Κράτους και της Εκπαίδευσης;

Ποια θα είναι η οικονομική της δομή και ποια η προσαρμογή της στις νέες τεχνολογίες;

Ποια θα είναι η αναφορά των πολιτικών και των κοινωνικών δυνάμεων καθώς και η εξέλιξη των θεσμών;

Ποια θα είναι τα όρια και οι δυνατότητες για την άσκηση μιας αυτοδύναμης και ανεξάρτητης πολιτικής;

Πώς μπορεί να κλιμακωθεί η υπαρκτή απειλή της Τουρκίας τόσο εναντίον του Ελληνισμού στην Κύπρο όσο και εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας στο Αιγαίο;

Ποια θα είναι η κλιμακούμενη Ειρηνική και Εθνικο-αμυντική μας στρατηγική για την υπεράσπιση του Ελληνισμού και την προάσπιση της Ελλάδας;

8. Το ΠΑΣΟΚ έχει πλήρη συναίσθηση των ευθυνών του. Έχει θέσει τέτοιους προβληματισμούς και ερωτήματα και αναλύσεις πολύ πριν. Απλώς θυμίζω τις θέσεις του Συνεδρίου μας. Επίσης έχει προωθήσει επεξεργασίες για μια ιεραρχημένη απάντηση τόσο στο πεδίο του προγραμματισμού όσο και στο πεδίο των πολιτικών αποφάσεων και παρεμβάσεων.

Επίσης με σαφήνεια είχα διατυπώσει παρόμοιους και πιο έντονους προβληματισμούς στη Βουλή κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού αλλά και άλλοτε.

• Παραθέτω σήμερα μια μικρή παραπομπή από την ομιλία μου στη Βουλή στις 18/12/1986.

«Το 1992 είναι ένας κρίσιμος χρόνος. Δεν ξέρω τότε πως θα σκέπτεται η Κυβέρνηση, η Βουλή, είναι αρκετά χρόνια από σήμερα.

Αλλά ένα είναι βέβαιο. Εάν πέσουν όλα τα εμπόδια, δημοσιονομικά και γραφειοκρατικά, διοικητικά και ενοποιηθεί πράγματι η ευρωπαϊκή αγορά, όπως είναι ο στόχος τότε ή θα έχει μπει η Κοινότητα στο κλίμα ευθύνης, συνυπευθυνότητας για όλες τις 12 χώρες που την αποτελούν ή οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις θα οδηγήσουν σε διάσπαση.

Υπάρχουν, με άλλα λόγια, μπροστά μας κάπου 6 χρόνια στα οποία και εμείς πρέπει να δώσουμε τη μάχη του εκσυγχρονισμού και της αφομοίωσης της νέας τεχνολογίας.

Παίζετε, κυριολεκτικά, η τύχη της χώρας μας, σε αυτά τα χρόνια».

9. Πιστεύω, ότι μπορούμε να επέμβουμε στη συγκυρία και να πετύχουμε θετικά και ευνοϊκά αποτελέσματα.

Όλες οι πολιτικές και όλες οι κοινωνικές δυνάμεις και κυρίως οι ηγεσίες τους δοκιμάζονται, αξιολογούνται, κρίνονται και καταγράφονται. Όλοι μας έχουμε ευθύνη απέναντι στον τόπο, στο λαό, στην ιστορία, στις νέες γενιές των Ελλήνων. Δεν ωφελεί κανέναν να κρύβεται πίσω από το δάχτυλο, όχι μόνο γιατί μοιάζει αστείος αλλά και γιατί δεν έχουμε τον καιρό να περιμένουμε.

Είναι η ώρα να πούμε κάποιες αναντίρρητες αλήθειες και να συμφωνήσουμε. Μπροστά στην κοσμογονία, του 1992 και του 2000 όλα μοιάζουν μικρά και εφήμερα. Μπροστά στις αμετάθετες προκλήσεις και απαιτήσεις του 1992 και του 2000 κάθε τι, που είναι παλιό αναχρονιστικό και αναντίστοιχο με αυτές τις αδήριτες αναγκαιότητες, πρέπει να αλλάξει. Να αλλάξει ριζικά και άμεσα. Ένας ορισμένος τύπος πολιτικής και κοινωνικής διαπάλης, ένας συγκεκριμένος τύπος οικονομικού προγραμματισμού, ένας συνηθισμένος τύπος σκέψης, διαλόγου και δράσης έχει συμπληρώσει τα χρόνια του και έχει κλείσει τον κύκλο του.

Δεν έχουμε την πολυτέλεια για σπατάλη χρόνου, λόγων και δυνάμεων, για ανούσιες αντιπαραθέσεις και αφηρημένες συγκρίσεις και πολωτικές επικλήσεις με το παρελθόν. Οφείλουμε να καταλάβουμε ότι το μέλλον έχει ανοίξει, χωρίς βέβαια να μας ρωτήσει, ένα λογαριασμό για το Έθνος, για την κοινωνία, για όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς, για όλους τους κοινωνικούς και παραγωγικούς φορείς, για όλους τους συλλογικούς κοινωνικούς φορείς, για όλους τους Μικρομεσαίους και Ελεύθερους Επαγγελματίες, για όλους τους Μη Προνομιούχους, για όλους τους Αγρότες, για όλους τους Επιστήμονες, για όλους τους εργαζομένους, για όλους τους πολίτες.

Αυτό το λογαριασμό θα τον ξοφλήσουμε όλοι μας χωρίς καμιά δυνατότητα υπεκφυγής και άρνησης.

Όλα αυτά απαιτούν μέσα από τις δεδομένες διαφορές και αντιθέσεις μας, να δώσουμε οι πάντες με επίγνωση των ευθυνών μας τιτάνιες μάχες για το παρόν και το μέλλον και να μην καταφεύγουμε στις εύκολες σκιαμαχίες για το παρελθόν.

Είναι κοινή ομολογία και κοινή θέληση, ότι το υπαρκτό επιθετικό και σφριγηλό πνεύμα των πολιτών του τόπου μας δεν αρκεί για τις δύσκολες περιστάσεις.

Χρειάζονται ριζικές τομές, για να τελειώσει ο εφησυχασμός και η μοιρολατρεία και για να μπει η Ελλάδα και ο Ελληνισμός σε μια τροχιά ανάτασης, συσπείρωσης και δημιουργίας. Απαιτείται να αφυπνιστούμε και να αγωνιστούμε για όλα τα θέματα.

10. Είμαστε υποχρεωμένοι μέσα από το διάλογο και τις διαφορές, να βρούμε κοινούς τόπους και κοινές προσεγγίσεις, να διαμορφώσουμε ένα εμπνευσμένο πρόγραμμα, που θα στηρίζεται σε πραγματικές θελήσεις, συγκαταθέσεις και συνειδήσεις.

Έχουμε και την ανάγκη και την επιθυμία και την υποχρέωση να επιβιώσουμε μέσα σε πρωτόγνωρες συνθήκες. Να πιστέψουμε και να εργαστούμε φιλότιμα για ένα πρόγραμμα με φιλόδοξους αλλά και με ρεαλιστικούς στόχους, τόσο για το 1992 όσο και για το 2000.

Οι στιγμές για τον τόπο μας είναι κρισιμότατες και χρειάζεται να δώσουμε αγώνες και να μεγαλουργήσουμε μια φορά σε περίοδο ειρήνης μιας και ιστορικά τα «θαύματα» του Ελληνισμού, συνδέονται κυρίως με τα πεδία των μαχών.

Να λοιπόν μια πρόκληση για να δώσουμε εξετάσεις και να πετύχουμε ένα «ειρηνικό θαύμα» του Ελληνισμού αντίστοιχο με εκείνα της Επανάστασης του 1821, των αγώνων της Εθνικής Ολοκλήρωσης, της Εποποιίας του ’40, της Καθολικής Αντίστασης και του Εθνικο-απελευθερωτικού Λαϊκού Αγώνα στην Κατοχή.

Ας αναμετρηθούμε λοιπόν ως νέοι Έλληνες και Πατριώτες με αυτό το παρελθόν και ας είμαστε σίγουροι για το «ειρηνικό θαύμα» του 2000. Μην περιμένουμε να μας χαριστεί τίποτα γιατί τα πάντα κατακτιούνται με αγώνες και με θυσίες, με προοπτικές και ελπίδα.

Το σχέδιο για το 1992 και 2000, ως ολοκληρωμένη απάντηση του Ελληνισμού, οφείλει να είναι ένα κατευθυντήριο πλαίσιο που θα ωθεί τη χώρα και την κοινωνία μας σε μια συντεταγμένη κίνηση.

Αυτό το σχέδιο οφείλει να προκαλεί το ενδιαφέρον και την αφύπνιση όλων των πολιτικών και των κοινωνικών δυνάμεων και απαιτεί τη δημιουργική συμβολή τους.

Αυτό το σχέδιο οφείλει να περιέχει συγκεκριμένους, ορατούς και ενδιάμεσους στόχους καθώς και στόχους στρατηγικής προοπτικής για τον Ελληνισμό και την Ελλάδα, για την οικονομία, την τεχνολογία και την κοινωνία, για την ανάπτυξη, το περιβάλλον, την οικολογία και τον πολιτισμό, για τους θεσμούς του κοινωνικού κράτους, για τους θεσμούς της λαϊκής κυριαρχίας και της λαϊκής συμμετοχής και του κοινωνικού ελέγχου, για την εκπαίδευση και τα μαζικά μέσα επικοινωνίας.

11. Προκύπτουν δύο εύλογα ερωτήματα. Αυτό το σχέδιο Πώς διαμορφώνεται και Πώς προωθείται και από Ποιούς;

Ας μην έχουμε αυταπάτες. Η Εθνική Λαϊκή Ενότητα ως πλαίσιο αναφοράς για τη δημιουργία ενός ζωτικού Εθνικού κεκτημένου και ως διαρκής πρόσκληση και πρόκληση αφορά όλες τις πατριωτικές, δημοκρατικές, πολιτικές δυνάμεις χωρίς αποκλεισμούς και αφορισμούς. Πρόκειται για μια Ηράκλεια προσπάθεια, που προϋποθέτει μια ανοιχτή διαδικασία και μια καινούρια πολιτική κουλτούρα από όλα τα Κόμματα και όλους τους Φορείς της κοινωνίας μας.

Είναι αυτονόητο, ότι η διαμόρφωση και η προώθηση του ζωτικού Εθνικού κεκτημένου στηρίζεται σε ένα θεσμοθετημένο και ουσιαστικό διάλογο, σε αποτελεσματικές μορφές πρωτοβουλιών και πράξης και σε ένα πλαίσιο συναινέσεων.

Αυτό το σχέδιο ποιους αφορά και σε ποιους απευθύνεται;

Αφορά όχι μόνο την Ελλάδα ως κράτος αλλά και την Ελλάδα ως Έθνος.

Αφορά όλο τον Ελληνισμό γιατί σε όλες τις μάχες επιβίωσης οι Έλληνες της διασποράς ήταν και είναι παρόντες.

Απευθύνεται, ως πρόταση και ως πρόκληση προς όλες τις πολιτικές και τις κοινωνικές δυνάμεις, προς όλους τους πολίτες χωρίς αποκλεισμούς.

Αυτή η πρόταση δεν είναι ανεδαφική. Μπορεί και πρέπει με επιμονή κι υπομονή να προχωρήσει. Να προχωρήσει με δεδομένες τις διαφορές και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις πολιτικές και τις κοινωνικές δυνάμεις μιας και επιζητεί να οικοδομήσει τις αναγκαίες μίνιμουμ συγκλίσεις και μίνιμουμ κοινές στάσεις πάνω στη διαλεχτική σύνθεση των αντιθέσεων.

Με αυτές τις παραδοχές, τις προτροπές και τους απλούς συλλογισμούς το ΠΑΣΟΚ, τόσο η κυβέρνηση όσο και το κίνημα, ως μαχόμενη πολιτική και ιδεολογική έκφραση ενός κυρίαρχου και δυναμικού και σύγχρονου κοινωνικού ρεύματος αναλαμβάνει την ευθύνη των πρώτων πρωτοβουλιών.

12. Πρωταρχική προϋπόθεση είναι η επεξεργασία ενός καινούριου και αξιόπιστου πλαισίου αναφοράς, διαλόγου, σχέσεων και εμπιστοσύνης με όλες τις πολιτικές και τις κοινωνικές δυνάμεις. Άλλη προϋπόθεση είναι να καταστεί σαφές ότι κάθε κόμμα διατηρεί την αυτοτέλεια, την ιδιαιτερότητα και τις δικές του θέσεις. Ταυτόχρονα όμως οφείλει να επιδιώκει, σύμφωνα με τα λόγια και τις διακηρύξεις του, με πράξεις να δίνει κάθε φορά συγκεκριμένη υπόσταση στις απαραίτητες minimum συναινέσεις στα μικρά και τα μεγάλα θέματα.

• Αυτές οι πρωτοβουλίες, ως ουσιαστικά στοιχεία μιας προωθημένης αντίληψης για την ανάγκη και τη δυνατότητα συγκεκριμένων συγκλίσεων και συνθέσεων κάποιων πολιτικών θέσεων διαφορετικών δυνάμεων, έχουν μια δυναμική προέκταση και στο παρόν και στο μέλλον.

Ανοίγουμε, με σταθερό και συστηματικό τρόπο, μια νέα φάση της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής, που θα κριθεί κυρίως από την ωριμότητα, τη συνείδηση και την ετοιμότητα των άλλων δυνάμεων.

Ανοίγουμε ένα καινούριο κεφάλαιο με μοναδικό ορίζοντα τις ανάγκες του σήμερα και τις απαιτήσεις του αύριο, χωρίς μικροκομματικούς υπολογισμούς και σκοπιμότητες.

Ανοίγουμε και δοκιμάζουμε μια νέα φάση στην πολιτική και την κοινωνική ζωή με πλήρη συναίσθηση, ότι έτσι αρχίζει να σηματοδοτείται μελλοντικά μια διαφορετική θεώρηση της στρατηγικής μας και μια εναλλακτική θεώρηση της αυτοδύναμης προγραμματικής μας πρότασης.

• Αυτές οι πρωτοβουλίες μας αποτελούν μία θεσμική καινοτομία και ένα πολιτικό άνοιγμα, που συνιστά μια πρόκληση προς όλους τόσο ως προς το ΠΑΣΟΚ όσο και ως προς τα άλλα Κόμματα και τους Κοινωνικούς φορείς.

Η απάντηση, που θα δώσει ο κάθε πολιτικός σχηματισμός και ο κάθε κοινωνικός φορέας μοιραία θα αποκαλύψει τις πραγματικές του διαθέσεις και τις μέχρι τώρα συγκεκαλυμμένες στρατηγικές του θεωρήσεις.

Καιρός λοιπόν για μια ουσιαστική εκκίνηση, που θα αποκαλύψει και θα δοκιμάσει την ευελιξία των στρατηγικών προτάσεων και τον πλούτο της πολιτικής κουλτούρας όλων μας.

«Είτε το έθνος θα εξαφανίσει το χρέος, είτε το χρέος θα αφανίσει το έθνος»

Με τον Γιάννη Χαραλαμπόπουλο σε Σύνοδο της ΕΟΚ στις αρχές του 80. Δίπλα του ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν

«Είτε το έθνος θα εξαφανίσει το χρέος, είτε το χρέος θα αφανίσει το έθνος»

Ο Ανδρέας Παπανδρέου στο Υπουργικό Συμβούλιο, 2 Δεκεμβρίου 1993

1. Αισθάνομαι την ανάγκη να ενημερώσω και εσάς και τον Ελληνικό λαό για την οικονομική κατάσταση και την πορεία της χώρας μας.

Η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντά της, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρώτου μεγέθους κρίση στα οικονομικά του Δημοσίου. Το Ελληνικό Κράτος δεν είχε διαθέσιμα αρκετά χρήματα για τις άμεσες υποχρεώσεις του, που περνούσαν τα 2,5 τρις δρχ τους τελευταίους τρεις μήνες του 1993. Εξασφαλισμένους χρηματικούς πόρους είχε μόλις 450 δις. Τα υπόλοιπα δυο τρις έπρεπε να βρεθούν, με τακτικό και έκτακτο δανεισμό. Ο κρατικός προϋπολογισμός του 1993 είχε πέσει άσχημα έξω.

Την κρίση αυτή δεν την προκαλέσαμε εμείς. Βρισκόταν εκεί και μας περίμενε. Χωρίς να είμαστε υπεύθυνοι για την δημιουργία της, είχαμε την ευθύνη για την αντιμετώπισή της. Το πετύχαμε χάρις στην ακούραστη δουλειά των αρμόδιων Υπουργών και άλλων στελεχών της Κυβέρνησης, τους οποίους θέλω όλους να ευχαριστήσω. Τη στιγμή αυτή οι αναγκαίοι χρηματικοί πόροι για να κλείσει ομαλά το 1993 έχουν βρεθεί. Μια πολύ επικίνδυνη για την οικονομία της χώρας κατάσταση ξεπεράστηκε χωρίς καν να γίνει αισθητή στις αγορές. Χωρίς να διαταράξει την οικονομική ζωή του τόπου.

Οι βαθύτερες, όμως, αιτίες που την προκάλεσαν, παραμένουν. Η κρίση ήταν το αποκορύφωμα της κάκιστης δημοσιονομικής διαχείρισης των τελευταίων τριών χρόνων. Στα χρόνια αυτά χαρίστηκαν αφειδώς φόροι στους πλούσιους, ενώ για δημαγωγικούς καθαρά λόγους οι δαπάνες του Προϋπολογισμού διογκώθηκαν πέρα από κάθε μέτρο. Τον τελευταίο ιδίως χρόνο, που του έδωσαν προεκλογικό χαρακτήρα, η σπατάλη και ο χαρισμός πήραν τις διαστάσεις οργίου. Καταλήξαμε να έχουμε υπέρβαση του ελλείμματος ένα περίπου τρισεκατομμύριο δραχμές πάνω από ό,τι είχε αρχικά προϋπολογισθεί για το 1993. Γενικός απολογισμός της όλης τριετίας της Νέας Δημοκρατίας ήταν να εκτιναχθεί το Δημόσιο Χρέος από 9 τρις δραχμές που το αφήσαμε το 1989 σε 20 περίπου τρις το 1993. Για τόκους και για χρεωλύσια αυτού του Χρέους, θα πληρώσουμε το 1993 πάνω από 4 τρις δραχμές. Το 1994, 5 τρις 300 δις δρχ θα δαπανηθούν για τον ίδιο σκοπό, πάνω από το 70% των συνολικών εσόδων του Προϋπολογισμού.

• Το Δημόσιο Χρέος έχει γονατίσει τον Προϋπολογισμό του Κράτους. Βλάπτεται η εθνική οικονομία στο σύνολό της. Οι μεγάλες δανειακές ανάγκες του Προϋπολογισμού έχουν κάνει το χρήμα πανάκριβο. Τα υψηλά επιτόκια στραγγαλίζουν τις επενδύσεις. Οι επιχειρήσεις συρρικνώνονται. Οι εργαζόμενοι χάνουν τις δουλειές τους. Η οικονομία στο σύνολό της φτωχαίνει και πλουτίζουν μόνον ορισμένοι μεγάλοι ομολογιούχοι. Δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουμε να ανεχόμαστε αυτήν την κατάσταση. Είναι καιρός να αντιδράσουμε. Να βάλουμε ένα τέλος.

2. Ο καλύτερος και τελικά ο μόνος οριστικός τρόπος για να απαλλαγούμε από το βάρος του Δημοσίου Χρέους, είναι η ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη. Με τα μεγαλύτερα έσοδα που θα φέρει στο Κράτος και με τα χαμηλότερα επιτόκια που συνοδεύουν την οικονομική ανάκαμψη, θα ελαφρώσουν σημαντικά οι υποχρεώσεις για την τρέχουσα εξυπηρέτηση των δανείων του Δημοσίου.

Η Κυβέρνηση δίνει πρωταρχική σημασία στην αναπτυξιακή προσπάθεια. Είμαστε αποφασισμένοι να την επιδιώξουμε με κάθε μέσο. Στην απόφαση αυτή συγκλίνουμε με τους υπόλοιπους Ευρωπαϊκούς λαούς, στην Ενωμένη Ευρώπη. Οι εταίροι μας αρχίζουν πλέον να βλέπουν στην ανεργία την κύρια οικονομική απειλή της δεκαετίας του 1990.

Την αναπτυξιακή προσπάθεια την εντάσσουμε μέσα σε ρεαλιστικά, ιστορικά και διεθνή πλαίσια. Η Ευρώπη στο σύνολό της και εμείς, είμαστε στη σημερινή συγκυρία υποχρεωμένοι, προκειμένου να απελευθερώσουμε τις δημιουργικές, παραγωγικές δυνάμεις της οικονομίας, να δαμάσουμε τα ελλείμματα και τα χρέη. Δεν είναι μόνον η Ελλάδα που αντιμετωπίζει δημόσιο χρέος πάνω από το 100% του εθνικού της εισοδήματος. Το Βέλγιο βρίσκεται στο 139%, η Ιταλία στο 116%. Με χαμηλότερα, αλλά και πάλι πολύ υψηλά ποσοστά, ακολουθούν η Ολλανδία με 83% και η Δανία με 80%.

Γενικά, το σύνολο των Ευρωπαϊκών κρατών, χωρίς να εξαιρούνται ούτε χώρες, όπως η Γαλλία ή η Γερμανία, μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973 που σήμανε το τέλος της μεταπολεμικής οικονομικής ευφορίας στις αναπτυγμένες χώρες, προσέφυγαν στην αύξηση του Δημόσιου Χρέους. Το έκαναν για να διαφυλάξουν το βιοτικό τους επίπεδο, δίχως να προωθήσουν παράλληλα πρόσθετη παραγωγική προσπάθεια στους λαούς τους.

3. Στη χώρα μας, όμως, λειτούργησαν και μερικοί πρόσθετοι παράγοντες. Στην εικοσαετία 1950-1970, η Ελληνική οικονομία προχωρώντας με ρυθμό αύξησης εθνικού προϊόντος 7% το χρόνο, ταχύτερα από το μέσο Ευρωπαϊκό 5%, πραγματοποίησε ένα τεράστιο άλμα προς τον οικονομικό εκσυγχρονισμό. Αλλά οι κρατικοί θεσμοί δεν παρακολούθησαν από κοντά την οικονομική μεταμόρφωση. Ιδιαίτερα το φορολογικό μας σύστημα δεν προσαρμόστηκε στις γρήγορες κοινωνικές ανακατατάξεις της ταχύρρυθμης ανάπτυξης του 1950 – 1970.

Τα χρόνια εκείνα για να ενισχυθούν συγκεκριμένοι αναπτυξιακοί κλάδοι αιχμής -λόγου χάριν η οικοδομική δραστηριότητα- δόθηκαν φοροαπαλλαγές που δεν καταργήθηκαν αργότερα, μολονότι ο σκοπός τους είχε επιτευχθεί, δηλαδή η ανάπτυξη του κλάδου.

Η φορολογία που στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στους κατοίκους των πόλεων, όταν στην ύπαιθρο επικρατούσε απ’ άκρου σ’ άκρο φτώχεια, ουδέποτε προσαρμόστηκε στη νέα πραγματικότητα: Στην άνοδο των δυνατοτήτων των κατοίκων της υπαίθρου να συνεισφέρουν και αυτοί στα κοινά βάρη.

Η οικονομική ανάπτυξη ανέβασε στο προσκήνιο, σε μεγάλους αριθμούς, τους Ελεύθερους Επαγγελματίες, π.χ. Μηχανικούς, γιατρούς, δικηγόρους, τους επαγγελματίες πολλαπλών ειδικοτήτων. Το ίδιο συνέβη και με τις Επιχειρήσεις, μικρομεσαίες και μεγάλες, που είτε παράγουν, εξάγουν και εισάγουν αγαθά είτε προσφέρουν διαφόρων ειδών υπηρεσίες.

Ο φορολογικός μηχανισμός στάθηκε ανίκανος να εντάξει τα στρώματα αυτά στο σώμα των φορολογουμένων, κατά τρόπο ανάλογο με το εισόδημά τους. Όλες αυτές οι κακολειτουργίες του συστήματος οδηγήθηκαν σε παροξυσμό από την ευνοιοκρατική υπέρ των προνομιούχων πολιτική της Κυβέρνησης στην προηγούμενη τετραετία.

Έτσι, όταν η οικονομική κάμψη κλόνισε τους προϋπολογισμούς και των μεγάλων ακόμη Ευρωπαϊκών κρατών, όταν ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής έπεσε στο 2% στην Ευρώπη και στο 1% στην Ελλάδα, η Ελλάδα βρέθηκε σε πολύ δυσκολότερη θέση.

Έχασε φορολογικά έσοδα μια φορά εξαιτίας της ύφεσης. Μια δεύτερη φορά εξαιτίας του απαρχαιωμένου φορολογικού της καθεστώτος. Μια τρίτη φορά εξαιτίας της αντιλαϊκής πολιτικής της Κυβέρνησης.

Οι Διοικητικές Υπηρεσίες του Κράτους από την άλλη μεριά, πέρα από το να απορροφούν παθητικά ένα μέρος των εργαζομένων που διαφορετικά θα έμεναν άνεργοι εξαιτίας της ύφεσης, δεν κατόρθωσαν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες αναπτυξιακές ανάγκες της κοινωνίας μας. Έτσι τα ελλείμματα και το Δημόσιο Χρέος ξεπέρασαν κατά πολύ τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

4. Υπάρχει βέβαια ιστορικά και ένα θέμα δικιάς μας ευθύνης. Μολονότι σαν παράταξη πάντοτε τονίζαμε την ανάγκη της αναπτυξιακής πολιτικής, οι Κυβερνήσεις μας δεν στήριξαν εξίσου ισχυρά την πολιτική αυτή στην πράξη. Αλλά θα ήταν υπερβολικά εύκολο να αποδώσουμε τη διόγκωση του δημόσιου χρέους αποκλειστικά στη στάση των εκάστοτε Κυβερνήσεων. Θα μπορούσε να μας παρασύρει να πιστέψουμε ότι θα αρκούσε μια απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για να αρχίσει αυτόματα να λύνεται το πρόβλημα. Αυτό θα ήταν λάθος. Η αλλαγή της κυβερνητικής συμπεριφοράς είναι οπωσδήποτε απαραίτητη. Αλλά δεν φτάνει. Χρειάζεται αλλαγή συμπεριφοράς όλης της κοινωνίας. Οφείλουμε Κρατικοί, Κυβερνητικοί, Κοινωνικοί Φορείς, όλοι μαζί, Κυβέρνηση, Λαός, Συνδικάτα, Επιχειρήσεις, Επιμελητήρια, Πανεπιστήμια, παντού όπου ζουν και εργάζονται Έλληνες, να στραφούμε αποφασιστικά στην αναπτυξιακή προσπάθεια. Να ανεβάσουμε, κατά διαφανή και σταθερό τρόπο, τα εισοδήματά μας.

Η Κυβέρνηση σε ό,τι της αναλογεί, είναι αποφασισμένη να κάνει αυτό που χρειάζεται. Το έργο μας είναι δύσκολο. Έχουμε να συνδυάσουμε την εξυγίανση στα Δημόσια Οικονομικά με την αναπτυξιακή διαδικασία, μέσα σε πνεύμα κοινωνικής δικαιοσύνης. Θα μας διευκολύνει το γεγονός ότι υπάρχει μια βαθύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στους φαινομενικά διαφορετικούς αυτούς στόχους. Γιατί, πώς είναι δυνατόν να έχουμε κοινωνική δικαιοσύνη όταν φορολογείται σωστά μόνον ο μισθωτός και ο συνταξιούχος και ξεφεύγουν οι περισσότεροι από τους άλλους είτε Ελεύθεροι Επαγγελματίες είτε Επιχειρήσεις; Ή πώς μπορούμε να πετύχουμε την ανάπτυξη, όταν το δημόσιο χρέος αδρανοποιεί τους χρηματικούς πόρους; Όταν σπρώχνει τους πολίτες από τη μια μεριά στον παρασιτισμό και από την άλλη στην ανεργία;

5. Η Κυβέρνηση, με πλήρη ευθύνη, στηριγμένη στην εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας και προσβλέποντας στο συμφέρον του συνόλου του Ελληνικού λαού, γυρίζει μια νέα σελίδα στη ζωή του τόπου. Αυτό είναι το νόημα της δέσμης των φορολογικών και αναπτυξιακών μας μέτρων.

• Στο φορολογικό μέρος, με όσα μέτρα τελικά αποφασισθούν κατά τη διάρκεια του κοινωνικού διαλόγου, θα επιβάλουμε προς κάθε κατεύθυνση τη συνταγματική αρχή της ίσης συμμετοχής των πολιτών στα Δημόσια βάρη.

Το καθεστώς της νόμιμης ή παράνομης αποφυγής της φορολογίας φοροαποφυγή και φοροδιαφυγή από μεγάλες κατηγορίες του πληθυσμού, από εδώ και στο εξής, τερματίζεται. Το πρόβλημα δεν είναι μόνον να μαζέψουμε λίγα ή πολλά έσοδα. Θα αποκαταστήσουμε τη δικαιοσύνη, θα παγιώσουμε το αίσθημα δικαιοσύνης μέσα στο λαό, ώστε να δοθεί απερίσπαστος στην αναπτυξιακή προσπάθεια.

• Στο αναπτυξιακό μέρος, κλειδί της επιτυχίας είναι οι επενδύσεις και η άνοδος της παραγωγικότητας. Μειώνοντας το χρέος και τα ελλείμματα, απελευθερώνουμε πόρους για τις επενδύσεις. Παράλληλα, αξιοποιούμε στο έπακρο τα ποσά που η Κοινοτική αλληλεγγύη των Ευρωπαϊκών χωρών έχει θέσει στη διάθεση της χώρας μας. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά των εργαζομένων και των επιχειρηματιών. Αυτοί μόνον, τελικά, μπορούν να κερδίσουν τη μάχη της παραγωγικότητας, να ανοίξουν το δρόμο για τη λύση όλων των άλλων προβλημάτων.

6. Στη μάχη αυτή καλούμε ολόκληρο τον Ελληνικό Λαό.

Οφείλουν «όλοι να αγωνισθούν» ξέροντας ότι : «είτε το Έθνος θα εξαφανίσει την υπερχρέωση της χώρας είτε η υπερχρέωση θα αφανίσει το Έθνος».*

Η Κυβέρνησή μας, με πολύ μεγάλη ευθύνη και με τη γλώσσα της αλήθειας. Λέει σήμερα στον κάθε Έλληνα όπου κι αν βρίσκεται, όπου και να δουλεύει: Τέρμα. Θα πρέπει να τελειώνουμε μ’ αυτόν τον οικονομικό κατήφορο. Ήρθε η ώρα για το καλό της χώρας, για το καλό όλων, με τόλμη να παρθούν ορισμένες αποφάσεις. Να γίνουν θαρραλέες τομές.

Γιατί, μην ξεχνάμε: Οικονομική υποβάθμιση σημαίνει και εθνική υποβάθμιση.

• Ας αφήσουμε, λοιπόν, το παρελθόν και τις συνήθειες που μας κληρονόμησε πίσω μας. Στο χέρι μας είναι να βαδίσουμε προς την εξέλιξη, την πρόοδο, την ευημερία, μαζί με άλλους Ευρωπαϊκούς λαούς.

Ναι, χρειάζονται θυσίες. Θα τις κάνουμε όλοι μαζί. Δίκαια.

Ναι, χρειάζεται εργασία και προσπάθεια. Θα την καταβάλουμε όλοι μαζί.

Ναι, χρειάζεται αλλαγή νοοτροπίας. Θα το συνειδητοποιήσουμε όλοι μαζί.

Ναι, χρειάζεται, κυρίως, συλλογικότητα για να ξεπεράσουμε τα αδιέξοδα.

Καλώ τους πάντες. Κόμματα, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, Κοινωνικούς Φορείς και προπάντων τους Πολίτες να ακούσουν το μήνυμα και να βοηθήσουν, ο καθένας από τη θέση του, στην ανόρθωση αυτού του τόπου.

Εμείς ως εντολοδόχοι της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού, θα κάνουμε το καθήκον μας με αισιοδοξία και σιγουριά για να προστατέψουμε το μέλλον του Λαού, για να προστατέψουμε το μέλλον της Ελλάδας.

3 Σχόλια αναγνωστών

«Θα συμμετάσχουμε ενεργά και ισότιμα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι»

7 Φεβρουαρίου 1992 υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ

«Θα συμμετάσχουμε ενεργά και ισότιμα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι»

Η ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου στη Βουλή για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, 28 Ιουλίου 1992

Με δεδομένο ότι το ΠΑΣΟΚ θα ψηφίσει την κύρωση της Συνθήκης του Μάαστριχτ, έχουμε χρέος να περιγράψουμε και να προβάλλουμε ορισμένες κρίσιμες πτυχές της. Όμως το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να πει στο Λαό μόνο τα αναμενόμενα οφέλη, ούτε να ωραιοποιήσει την εικόνα. Αντίθετα πρέπει να τονίσει με ειλικρίνεια το κόστος αυτής της προσαρμογής. Θα πρέπει ο Έλληνας πολίτης να ξέρει τι να περιμένει στο τέλος της πορείας, αλλά και τι θα έχει καταβάλει για να φθάσει στο τέρμα αυτής της δύσκολης και άνισης πορείας. Για τούτο έχουν ζωτική σημασία οι αναλύσεις, οι θέσεις και προτάσεις μας, γιατί μπορούν να αποτελούν την πυξίδα της Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού στο γίγνεσθαι κυρίως της Ευρώπης αλλά και του κόσμου γενικώς για μια κυοφορούμενη ξεχωριστή και σημαντική ιστορική περίοδο.

1. Με την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ και πολλών χωρών του «υπαρκτού Σοσιαλισμού» άλλαξε πράγματι η παγκόσμια ισορροπία. Είναι κοινός τόπος πια, ότι υπάρχει μόνο μία στρατιωτική υπερδύναμη, οι ΗΠΑ. Είναι όμως ταυτόχρονα γνωστό, ότι από οικονομικής πλευράς δεν είναι η μόνη υπερδύναμη. Υπάρχουν και άλλοι διακριτοί πόλοι. Αυτή η ίδια, οι ΗΠΑ, η «Ευρώπη – Γερμανία», ή «Γερμανία – Ευρώπη», αυτό θα κριθεί στην πορεία, η Ιαπωνία και η Κίνα με την Νοτιοανατολική Ασία και δυνητικά η Ρωσία μετά την βαθιά της κρίση.

Το σημαντικό για μας είναι, ότι οι ΗΠΑ είναι σε στάση μάχης, τόσο απέναντι στην Ιαπωνία όσο και απέναντι στην Ευρώπη, στην ΕΟΚ. Η σύγκρουση ΗΠΑ – ΕΟΚ είναι μια σύγκρουση που άλλες φορές είναι φανερή και άλλες φορές γίνεται στα κρυφά. Αυτή η πολύπτυχη σύγκρουση έχει ως πεδίο αναφοράς και αναμέτρησης τους εξής τρεις τουλάχιστον τομείς.

• Το πρώτο πεδίο διαφωνιών και συγκρούσεων αφορά την συμφωνία GATT. Φυσικά αν αποτύχουν αυτές οι διαπραγματεύσεις γιατί υπάρχουν διαφορές απόψεων οξύτατες μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, ιδιαίτερα Γαλλίας, θα πρέπει να αναμένουμε έναν εμπορικό πόλεμο άνευ προηγουμένου με συνακόλουθο την ύφεση και ανεργία σε μεγάλη κλίμακα.

• Το δεύτερο πεδίο διαφωνιών και συγκρούσεων αφορά το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλειας. Σε αυτό το θέμα η διαφωνία είναι σημαντική και συνδέεται με το σύστημα ασφάλειας της Ευρώπης, και με την απάντηση στο ερώτημα αν θα είναι ευρωπαϊκό ή αν θα είναι στην ουσία ατλαντικό. Υπάρχει το θέμα και δεν έχει κλείσει, αν και ουσιαστικά νομίζω κινείται προς ένα μείγμα ευρωπαϊκού-ατλαντικού, ίσως σε σχήμα διαφορετικό, θεσμικά διαφορετικό, αλλά στην ουσία ανάλογο με αυτό που ίσχυε στο παρελθόν.

• Το τρίτο πεδίο σύγκρουσης αφορά τη διεύρυνση των χωρών της ΕΟΚ. Είναι σαφής η προσπάθεια των ΗΠΑ να προχωρήσει η διεύρυνση της ΕΟΚ το γρηγορότερο δυνατόν, ώστε τελικά με τη διεύρυνση να δυναμιτιστεί η προσπάθειά της, τόσο της εμβάθυνσης της ΕΟΚ όσο και της πολιτικής και οικονομικής Ένωσης της Ευρώπης. Να μετατραπούμε ξανά, αν θέλετε μοιραία, σε Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών.

2. Τις θέσεις των ΗΠΑ ενστερνίζεται οπωσδήποτε η Αγγλία. Σε ό,τι αφορά την ολοκλήρωση της Ενωμένης Ευρώπης και μπαίνει και βγαίνει από τη Νομισματική Ένωση, έτσι δεν είναι σαφής η θέση της. Στον κοινωνικό τομέα έχει πάρει θέση αρνητική. Ταυτόχρονα σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια, στηρίζει την ατλαντική εκδοχή σαφώς όπως και οι ΗΠΑ.

• Η Γερμανία προωθεί ταυτόχρονα και την ολοκλήρωση αλλά και την διεύρυνση και μάλιστα σε μεγάλη κλίμακα. Υπήρχε μία εποχή που ο Υπουργός Εξωτερικών Γκένσερ, γυρνούσε στην Ευρώπη και έδινε υποσχέσεις σε όλες τις χώρες ότι θα ενταχθούν στην ΕΟΚ. Είναι επίσης η Γερμανία που έχει ξεχωριστή πολιτική να αναπτύξει έντονα την πολιτική της παρουσία ισοδύναμα με την οικονομική της παρουσία στην Κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και γενικότερα τις Παραδουνάβιες Χώρες.

Αυτή η στρατηγική της Γερμανίας αποτελεί έναν αγώνα για τη δημιουργία σφαιρών επιρροής, που μας πάνε πίσω περίπου έναν ολόκληρο αιώνα. Παραμένει, βέβαια, πάντα το ερώτημα, σε όλη αυτή την πορεία, εάν πορευόμαστε προς μία «Ευρωπαϊκή Γερμανία», ή προς μία «Γερμανική Ευρώπη».

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα. Πρόσφατα η Γερμανία αύξησε το επιτόκιο, την ώρα που όλοι στην Ευρώπη και στην Αμερική ζητούσαν να μην το κάνουν, διότι η πορεία προς την ύφεση είναι σαφής. Και όμως το έκαναν. Εύλογα διερωτάται κανείς σε ποιο μέτρο μπορεί να στηρίζεται η Ευρώπη στην Γερμανική αλληλεγγύη.

• Ο στόχος της Γαλλίας είναι η ταχύτερη δυνατή ενσωμάτωση της Γερμανίας στην ενωμένη Ευρώπη και αυτό για λόγους μακροπρόθεσμης ισορροπίας και ασφάλειας στην Ευρώπη.

• Στο πλαίσιο της ΕΟΚ σοβούν πάντα η σύγκρουση Βορρά και Νότου. Και αυτό γιατί η Ενιαία Αγορά όταν απουσιάζει κάθε άλλη ουσιαστική πολιτική σύγκλισης και συνοχής πολύ υψηλότερου επιπέδου οξύνει τις αντιθέσεις. Οξύνει τις ανισότητες, όχι μόνο ανάμεσα σε Κράτη – Μέλη, αλλά ανάμεσα και σε περιοχές – περιφέρειες, οι οποίες είναι καθυστερημένες και σε άλλες που είναι προχωρημένες.

Άλλωστε, αυτό είναι η τύχη μιας Ενιαίας Αγοράς πάντοτε. Εάν δεν υπάρξουν κάποια ουσιαστικά μέτρα, κάποιες αποτελεσματικές παρεμβάσεις θα μεγαλώσουν οι αποστάσεις και οι αποκλίσεις ανάπτυξης ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές περιφέρειες, θα οξυνθούν αντί να γεφυρωθούν οι αντιθέσεις στις χώρες Βορρά και Νότου.

• Αναφέρομαι σε όλα αυτά, σε αυτές τις αποκλίσεις συμφερόντων και στρατηγικών, για να τονίσω τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην πορεία προς τη δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης, ως μιας πραγματικής Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας. Επίσης, για να τονίσω ταυτόχρονα πως κάθε Κράτος – Μέλος διεκδικεί τα δικά του συμφέροντα, έχει τη δική του εθνική στρατηγική. Ακριβώς αυτή η εθνική στρατηγική λείπει στην Ελλάδα, δεν διαμορφώθηκε ποτέ από την Κυβέρνηση της Ν.Δ. Όσο καιρό βρίσκεται στην εξουσία η Ν.Δ. δεν διαμόρφωσε ποτέ μία σαφή εθνική στρατηγική, που περιλαμβάνει, φυσικά, και την πορεία μας προς την Ενωμένη Ευρώπη.

3. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Δύσης που μπορεί να έχει το προνόμιο να είναι η μόνη βαλκανική χώρα που είναι στην ΕΟΚ, αλλά είναι και η μόνη χώρα της Δύσης που αντιμετωπίζει νέα και έντονα προβλήματα ασφάλειας, ως αποτέλεσμα του τερματισμού του ψυχρού πολέμου.

Το τόξο απειλής τώρα εκτείνεται από την Άγκυρα μέχρι τα Τίρανα, μέσω Σόφιας και Σκοπίων αλλά, δυναμικός πυρήνας είναι και παραμένει η Άγκυρα. Εμείς όμως επιμένουμε, με όλα τα εθνικά μας θέματα ανοικτά, να υπογράψουμε σύμφωνο φιλίας με την Τουρκία και να της παραχωρήσουμε πιστοποιητικό καλής διαγωγής, πριν ακόμη κλείσουν οι συζητήσεις για το Κυπριακό.

• Σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική της ΕΟΚ πρέπει να λέμε την αλήθεια. Υπέστη μεγάλη δοκιμασία κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου.

Στάθηκε, όμως, ενωμένη πού; Μόνο στην περίπτωση της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και στην πορεία εξουθένωσης της Σερβίας. Οι συνέπειες είναι οδυνηρές και το μέλλον αβέβαιο στα Βαλκάνια. Και έχει τεράστια ευθύνη η Κοινότητα, τα μέλη της, όλα ανεξαιρέτως, ιδιαίτερα η Γερμανία, γι’ αυτές τις εξελίξεις.

• Είναι βέβαιο, ότι η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας εγκυμονεί κινδύνους και για μας. Γι’ αυτό πρέπει με κάθε τρόπο, αν θέλουμε να παίξουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο που μας ανήκει, θα πρέπει να κινηθούμε μόνο στα πλαίσια ειρηνευτικών προσπαθειών. Να είμαστε παντού ο πρόμαχος της ειρήνης. Να μην αναμειχθούμε σε στρατιωτικές επεμβάσεις –δυστυχώς το πρώτο βήμα έγινε με τον ναυτικό αποκλεισμό- γιατί το μέλλον για την Ελλάδα στη βαλκανική μπορεί να είναι πράγματι σημαντικότατο. Η ενδοχώρα των Βαλκανίων είναι μεγάλη υπόθεση. Η Θεσσαλονίκη σαφώς είναι μια πόλη με τεράστιους ορίζοντες για το μέλλον. Όμως η ειρήνη και τα ασφαλή σύνορα προβάλλουν ως βασική προϋπόθεση.

4. Η Ελλάδα είναι και Ευρωπαϊκή και Βαλκανική και Μεσογειακή χώρα. Είμαστε αναπόσπαστο τμήμα της νέας Ευρώπης που γεννιέται. Στην Ευρωπαϊκή πρόκληση δεν χωράει παρά μόνο μία σθεναρή και θετική απάντηση. Ναι, θα συμμετάσχουμε ενεργά και ισότιμα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Δεν υπάρχει πράγματι εναλλακτική πορεία, παρά μόνο η περιθωριοποίηση της Χώρας μας, όσα και αν είναι τα εμπόδια που στέκονται στο δρόμο μας.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ απλώς αποτελεί για μας ένα εισιτήριο σε ένα δύσκολο και άνισο αγώνα.

Ο αγώνας είναι άνισος, γιατί στην εκκίνηση είμαστε οι τελευταίοι. Ο αγώνας είναι άνισος, γιατί η συνθήκη του Μάαστριχτ εκφράζει σχεδόν απόλυτα τα συμφέροντα και την οπτική γωνία του πλούσιου Βορρά. Το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης δεν χωράει μέσα στο Μάαστριχτ. Το Μάαστριχτ για μας αποτελεί ένα σταθμό σε μία πορεία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ένα σταθμό που θα ξεπεραστεί και ίσως αλλοιωθεί στην ίδια την πορεία.

• Τι περιλαμβάνει το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης για μας;

Το σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας, της δημοκρατίας και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Έχει επισημανθεί επαρκώς το μεγάλο δημοκρατικό έλλειμμα και η ανάγκη να καλυφθεί γρήγορα. Είναι αυταπόδεικτο γι’ αυτό δε θα μιλήσω παραπάνω σ’ αυτό το κρίσιμο θέμα.

Επιγραμματικά θεωρώ επιτακτική και ζωτική ανάγκη να δώσω ιδιαίτερη έμφαση στη διασφάλιση των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών, στην ανάδειξη της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας των κρατών-μελών, στην οικονομική ανάπτυξη και πλήρη απασχόληση του εργατικού δυναμικού, στη δωρεάν Παιδεία και ιατρική περίθαλψη, στο κοινωνικό κράτος, στην κοινωνική μέριμνα, στην κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη, τέλος στην προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων από οποιαδήποτε επιβουλή και την προστασία του περιβάλλοντος.

Αυτό είναι το όραμα της ενωμένης Ευρώπης, αυτές οι αναφορές είναι τα θεμέλιά της.

• Στη συνθήκη του Μάαστριχτ υπάρχουν διακηρύξεις. Ουσιαστικές δεσμεύσεις, υπάρχουν κατά κύριο λόγο για την ΟΝΕ, την Οικονομική Νομισματική Ένωση. Δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί το θεσμικό πλαίσιο για την πολιτική, ούτε για την ενιαία –ούτε καν απλώς για κοινή – Εξωτερική Πολιτική, ούτε για την ενιαία Άμυνα.

• Στις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή για κάθε μία χώρα ξεχωριστά και για την Ευρώπη ως σύνολο στην ΟΝΕ δεν υπάρχει αναφορά καν στο τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας, τη χειρότερη μορφή ανισότητας που μπορεί να γνωρίσει μία σύγχρονη χώρα.

Οι δείκτες – στόχοι της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης συνιστούν το όραμα ενός «Ευρωπαίου Τραπεζίτη» και εκφράζουν κατά κύριο λόγο τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις της σημερινής Ευρώπης.

• Δυστυχώς, λυπούμαι να πω ότι αυτό που είπε ο κ. Μητσοτάκης και κατ’ επέκταση η Ν.Δ. δεν αληθεύει. Δηλαδή ότι η Ελλάδα έχει παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της συνθήκης. Δεν μπορώ να το δεχθώ. Δεν υπάρχει καμμία ελληνική πρωτοβουλία που να είναι εμφανής στη διαμόρφωση αυτής της συνθήκης, δεν έχω δει κανένα ουσιαστικό στοιχείο για την κατοχύρωση ζωτικών συμφερόντων της Ελλάδας.

• Κατά τη γνώμη μας, η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας παρακολούθησε ως παθητικός αποδέκτης αποφάσεις που έχουν αρνητικές επιπτώσεις και για τη Χώρα μας και για την ισότιμη συμμετοχή μας στην Ενωμένη Ευρώπη.

Υπάρχει εδώ κάτι που θέλω να τονίσω με ιδιαίτερη έμφαση. Σε πολλές ερωτήσεις σε κυβερνητικά στελέχη, αλλά και στον ίδιο τον Πρωθυπουργό τον κ. Μητσοτάκη, με αναφορά στο γιατί κάνει κάτι ή όχι σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, όπως είναι παραδείγματος χάριν, ο ναυτικός αποκλεισμός στη Γιουγκοσλαβία ή αύριο κάποια στρατιωτική επέμβαση, η απάντηση είναι μονότονη και αποκαλυπτική. «Ακολουθούμε τους συμμάχους και εταίρους μας». Μα είναι λάθος ρήση, λάθος τοποθέτηση και λάθος πολιτική. Δεν ακολουθούμε, συμμετέχουμε.

Οφείλουμε να έχουμε διακριτή θέση και άποψη, έχουμε δυνατότητες ακόμα και Βέτο. Δεν μπορούμε να λέμε «ακολουθούμε» παθητικοί και άδουλοι. Συμμετέχουμε και συνδιαμορφώνουμε. Αυτός είναι ο ρόλος. Ελπίζω και εύχομαι να μην ακουστεί ξανά η λέξη «ακολουθούμε». Είναι μεγάλο λάθος. Είμαστε μέσα, δεν είμαστε απ’ έξω. Ας το αξιοποιήσουμε αυτό διαπραγματευτικά για την κατοχύρωση των συμφερόντων της Ελλάδας.

5. Έχει συγκληθεί η Ολομέλεια της Βουλής αν και ακόμα δεν γνωρίζουμε πού θα πάει το πακέτο Ντελόρ. Τι εξέλιξη θα έχει. Δεν το γνωρίζουμε και έτσι χάνουμε κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα, σε μία κρίσιμη περίοδο που προεδρία έχει η Μεγάλη Βρεταννία. Η Βρεταννική Προεδρία έχει δεδομένες σκέψεις και στόχους.

Πρώτον σε ό,τι αφορά το δεύτερο πακέτο Ντελόρ συγκεκριμένα, θα έχουμε έναρξη των διαπραγματεύσεων από μηδενική βάση. Προσέξτε το αυτό. Δηλαδή αυτά που έγιναν μέχρι την Λισσαβώνα, ξεχνιούνται. Από μηδενική βάση θα αρχίσει η διαπραγμάτευση για το πακέτο Ντελόρ. Αυτή είναι η αλήθεια.

Δεύτερον, η ευθύνη για την διαμόρφωσή του δεν θα είναι στα χέρια των Υπουργών Εξωτερικών, όπως ήταν στο πρώτο πακέτο Ντελόρ, αλλά είναι στα χέρια των Υπουργών Οικονομικών (ΕΚΟΦΙΝ) όπου θα έχουμε μόνο τεχνοοικονομικά κριτήρια και όχι πολιτικά κριτήρια. Η Κυβέρνηση ασφαλώς γνωρίζει, στόχος είναι η οροφή των ίδιων πόρων να αυξηθεί αλλά όχι πέραν του 1,37%, το οποίο τώρα η Αγγλική Προεδρία προσπαθεί να το κάνει 1,35%. Στόχος που δεν λύνει τα προβλήματα. Όπως ελέχθη εδώ ήδη στην Αίθουσα αυτή, αυτό το ποσοστό ιδίων πόρων είναι ανήμπορο να λύσει τα προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα γυρίσω σε αυτό.

• Οι 4 χώρες του στόχου 1 (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία) δεν θα διπλασιάσουν τους πόρους των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής. Αυτά είναι οι προθέσεις της Αγγλικής Προεδρίας. Η αύξηση θα είναι 60%, όχι 100%. Το Ταμείο Συνοχής αναμένεται να λειτουργήσει χωρίς ενδεικτική κατανομή των πιστώσεων μεταξύ των 4 χωρών. Και θα γίνει με βάση κριτηρίων που αφορούν την εφαρμογή των προγραμμάτων σύγκλισης του κάθε κράτους μέλους. Και η Ελλάδα έτσι κινδυνεύει να εισπράξει ελάχιστα.

Έρχομαι στο σημείο της διεύρυνσης και της εμβάθυνσης της ΕΟΚ. Βέβαια η Αγγλική πλευρά την υποστηρίζει τη διεύρυνση μετά πάθους. Όπως είπε ο κ. Μητσοτάκης, ορθώς, η ελληνική πλευρά στη Λισσαβώνα στις 26 και 27 Ιουνίου, υποστήριξε την ταυτόχρονη διεύρυνση και εμβάθυνση της Κοινότητας. Αυτό όμως ήταν υπαναχώρηση από μία θέση που η χώρα μας είχε πάρει νωρίτερα, πρώτα η εμβάθυνση και ύστερα η διεύρυνση.

• Για την Ελλάδα και το ΠΑΣΟΚ η εμβάθυνση της ΕΟΚ ως κρίσιμη προτεραιότητα και ως προϋπόθεση είναι τεράστιο ζήτημα και έχει ζωτική σημασία για την ανάπτυξη και τη σύγκλιση. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να μιλάμε για θέση ισότιμου μέλους στην Ενωμένη Ευρώπη αν πρώτα δεν κλείσει ο κύκλος της εμβάθυνσης, αν δεν ολοκληρωθεί η Ενωμένη Ευρώπη. Και είναι λάθος ιστορικό να υπαναχωρήσουμε απ’ αυτή τη θέση. Γι’ αυτό μάλιστα το ΠΑΣΟΚ προτείνει στο Κοινοβούλιο, στην Εθνική Αντιπροσωπεία, να αποφασίσει ότι δεν θα στέρξει η Ελλάδα να υπάρξει έναρξη διαπραγματεύσεων – έναρξη διαπραγματεύσεων – για νέες εντάξεις πριν περάσει το πακέτο Ντελόρ, τουλάχιστον αυτό, χωρίς περικοπές. Όμως αυτή η θέση μας δεν είναι όρος, εμείς θα ψηφίσουμε «Ναι» είτε γίνει, είτε δεν γίνει.

6. Έχουμε χρέος επίσης να τονίσουμε ότι η Αγγλία, η Μεγάλη Βρεταννία, προωθεί ραγδαία την αναβάθμιση των σχέσεων ΕΟΚ – Τουρκίας και η απόφαση της Λισσαβώνας υπερφαλαγγίζει τη δήλωση Δουβλίνου χωρίς να έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις.

Στην έκθεσή του ο Υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας κ. Χέρντ ονομάζει την Τουρκία περιφερειακή δύναμη δικαιούμενη προνομιακού καθεστώτος σχέσεων. Προνομιακού καθεστώτος σχέσεων! Γίνεται αναβάθμιση του πολιτικού διαλόγου και διείσδυση της Τουρκίας ουσιαστική στα Κοινοτικά όργανα. Και αυτά πριν έχουμε τη λεγόμενη λύση του Κυπριακού.

Υπήρξε επίσης και η απόφαση της Κυβέρνησης να επιτρέψει την υιοθέτηση των οριζοντίων δράσεων της ανανεωμένης Μεσογειακής πολιτικής. Με ποια τουρκική ανταπόκριση; Διερωτάται κανείς. Τι έχει δώσει ως αντάλλαγμα η Τουρκία;

Και πρέπει να πω και κάτι άλλο. Η συμμετοχή της Ελλάδας στη ζώνη οικονομικής συνεργασίας των χωρών του Ευξείνου Πόντου ενισχύει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Τουρκίας στην Μέση Ανατολή. Αυτό είναι παράγραφος 13 της έκθεσης Χερντ, όχι δικά μου λόγια.

7. Θεωρώ σκόπιμο και αναγκαίο να αναφερθώ στην Δυτική Ευρωπαϊκή Ένωση (Δ.Ε.Ε.).

Εδώ πρέπει να συνεννοούμεθα, να λέμε ακριβώς ποια είναι η πραγματικότητα.

Βεβαίως η Ελλάδα έχει γίνει δεκτή. Θα γίνει δεκτή από την Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση. Και βεβαίως η Τουρκία θα γίνει δεκτή ως συνδεδεμένο μέλος. Αλλά εδώ έχουμε μια τεράστια υπόθεση, ότι εδόθη επίσημα ερμηνεία στο άρθρο 5, το οποίο εξαιρεί τη σύγκρουση Τουρκίας – Ελλάδας από την αρμοδιότητα της ΔΕΕ βάσει του άρθρου 5.

Είναι ένα τεράστιο θέμα αυτό διότι, θέλω να θυμίσω ότι το 1981 ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας το έθεσα στο ΝΑΤΟ και ζητούσα τότε απλώς να γραφεί ότι θα έλθουν εις αρωγήν κάθε κράτους μέλους όταν υπάρξει επίθεση από οπουδήποτε και αν έλθει. Η απάντηση στην αρχή ήταν, αυτό εξυπακούεται, προς το τέλος ήταν, δεν γίνεται. Και δεν γίνεται διότι υπάρχει το πρόβλημα δύο ετέρων σε συμμαχία, Τουρκίας και Ελλάδας, οι οποίες μπορεί να βρεθούν κάποια ημέρα σε σύγκρουση.

Εδώ, αυτό που συνέβη με τη Δ.Ε.Ε. είναι χειρότερο απ’ αυτό που συνέβη τον Δεκέμβρη του 1981. Γιατί τώρα για πρώτη φορά, ειδικά με σφραγίδα, λέει η Δ.Ε.Ε., ότι ένας τέτοιος πόλεμος δεν με αφορά. Και είναι δυνατόν κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, να λέμε ότι τα σύνορα της Ευρώπης είναι τα σύνορα της Ελλάδος; Θα ήταν αν δεν υπήρχε αυτή η ερμηνεία για το άρθρο 5. Γιατί η κύρια επεκτατική δύναμη, που αντιμετωπίζουμε, με τεράστιο δυναμισμό, με μεγάλες Ένοπλες Δυνάμεις, με έξοχο διπλωματικό Σώμα, είναι η Τουρκία. Η ΔΕΕ δεν μας καλύπτει.

• Επομένως δεν μπορούμε να μιλούμε σήμερα ότι τα σύνορα της Ελλάδας είναι τα σύνορα της Ευρώπης.

Πρέπει να πω ότι ο κ. Μητσοτάκης στις 3 Δεκέμβρη 1991 είπε ο ίδιος, πως «η συμπερίληψη στο κεφάλαιο της εξωτερικής πολιτικής άμυνας ρύθμισης, για την αμοιβαία συνδρομή, θα έπρεπε να αποτελέσει πρωταρχική προϋπόθεση, για την τελική συγκατάθεσή μας στο σχέδιο συνθήκης Μάαστριχτ».

Και ερωτώ σήμερα: Τι λέει γι’ αυτή του τη θέση, η οποία είναι αρίστη; Δυστυχώς εγκατελείφθη. Όμως θα έπρεπε και πάλι να ψηφίσουμε για το Μάαστριχτ.

8. Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν γνωρίζω τι προσέφερε στη μάχη για το Μάαστριχτ. Το ΠΑΣΟΚ στα 8 χρόνια, που κυβέρνησε, κέρδισε σημαντικότατες μάχες:

Πρώτον, είχε δύο πετυχημένες προεδρίες το 1983 και το 1989 με θετικά αποτελέσματα για την Ευρώπη και την Ελλάδα.

Δεύτερον, με το «Μνημόνιο», που κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ το 1981, μόλις ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Χώρας, έκανε ουσιαστική επαναδιαπραγμάτευση της συνθήκης Ένταξης με σημαντικές κατακτήσεις για την Ελλάδα και το λαό στην οικονομία, την κοινωνία και την ανάπτυξη.

Τρίτον, στο ΠΑΣΟΚ οφείλεται η θεσμοθέτηση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων, τα οποία τα πήραμε για τη Νότια Ευρώπη, αρνούμενοι να πούμε ναι στη διεύρυνση τότε, με Ισπανία, Πορτογαλία. Γίναμε αντιπαθητικοί, αλλά εξυπηρετήσαμε τα συμφέροντα και της Χώρας μας και του Νότου.

Αδιαμφισβήτητα προωθήσαμε σημαντικά, τόσο το θέμα της Συνοχής των χωρών του Νότου με εκείνες του Βορρά, όσο και την Κοινωνική Ευρώπη.

Και τώρα έρχεται η σειρά για την ανάλυσή μας στο τεχνικότερο θέμα της Νομισματικής Οικονομικής Ένωσης. Οι όροι για τη συμμετοχή είναι γνωστοί και δεν θα τους επαναλάβω. Αλλά θέλω να τονίσω, αρχίζοντας ότι η Κυβέρνηση της Ν.Δ. δεν έχει καταθέσει μέχρι τώρα πρόγραμμα σύγκλισης. Έτσι δεν είναι η στιγμή για να μπούμε σε λεπτομέρειες. Όμως, έχουμε δικαίωμα να καλέσουμε την Κυβέρνηση, πριν στείλει κάποιο κείμενο στην ΕΟΚ, να το θέσει υπόψη της Εθνικής Αντιπροσωπείας, ώστε να υπάρξει διάλογος ουσιαστικός πριν κατατεθεί ως δεσμευτική πρόταση της Ελλάδος για τα επόμενα 5 χρόνια.

Το περίγραμμα Θέσεων των Κυβερνητικών Εμπειρογνωμόνων, για την σύγκλιση που δόθηκε στη Βουλή, δεν στηρίζεται ούτε καν σε στοιχειώδη οικονομική λογική. Πώς είναι δυνατόν να προσδοκούν ορισμένοι μια ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,5%, όταν η δημοσιονομική ώθηση στην οικονομία μειώνεται κάθετα. Όταν το πραγματικό εισόδημα, από μισθούς και ημερομίσθια, συμπιέζεται συστηματικά, σύμφωνα με τις γνωστές κυβερνητικές προθέσεις, δηλώσεις και πράξεις;

Έτσι, η εμβάθυνση της ύφεσης είναι μονόδρομος, όπως βέβαια είναι και η αποτυχία της δημοσιονομικής πολιτικής. Έτσι πρέπει να μιλούμε όχι για σύγκλιση, αλλά για απόκλιση από τους στόχους του Μάαστριχτ.

Εκεί πραγματικά μας οδηγεί η οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης Μητσοτάκη, της Κυβέρνησης της Ν.Δ. Είναι φυσικό γενικά, οι Οικονομέτρες, στα μοντέλα σύγκλισης να μη συμπεριλαμβάνουν το κοινωνικό κόστος της επίτευξης των στόχων της ΟΝΕ και είναι αυτό μέσα στο βασικό μου επιχείρημα ότι αυτοί οι στόχοι, με αυτήν την πολιτική που ακολουθείτε, είναι ανέφικτοι.

9. Το κοινωνικό κόστος για την Ελλάδα της επίτευξης των στόχων στα χρονικά πλαίσια που προβλέπει η συνθήκη του Μάαστριχτ, είναι τεράστιο όπως και για τις άλλες χώρες του Νότου.

• Αλλά θα ήθελα να διαλέξω δύο μικρούς παραγράφους. Θυμίζω ότι ο οικονομολόγος κ. Πελετιέ είναι ο Οικονομικός Διευθυντής του αντίστοιχου ΣΕΒ της Γαλλίας και επισημαίνει ότι : «Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την Συνθήκη του Μάαστριχτ δεν είναι πραγματόσημες στα χρονικά πλαίσια που προβλέπει για την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ισπανία». Προσθέτει όμως, ότι «οι υπολογισμοί που αφορούν την Πορτογαλία και την Ελλάδα φέρνουν ίλιγγο». Αυτές οι εκτιμήσεις νομίζω ότι είναι σωστές.

• Για μένα είναι σαφέστατο. Σημαίνουν ότι ήδη προβλέπονται, έστω και αν δεν ομολογούνται, δύο ταχύτητες στην Ενωμένη Ευρώπη. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας το τεράστιο κοινωνικό κόστος και τις εκρηκτικές κοινωνικές καταστάσεις, τις οποίες θα αντιμετωπίζουμε σε αυτήν την πορεία, τουλάχιστον για τις χώρες του Νότου. Τότε μπορείτε να μου πείτε, μοιρολατρικά να δεχθούμε αυτήν την πορεία; Γιατί ψηφίζουμε «ναι», μία πορεία συνεχιζόμενης ύφεσης, μεγέθυνσης της ανεργίας και της ανισοκατανομής του πλούτου και του εισοδήματος της βίαιης δημιουργίας μιας κοινωνίας των 2/3, για να μην φθάσω να λέω του 1/3.

• Η απάντηση της Νέας Δημοκρατίας, η οποία έχει την πολιτική της, είναι ναι. Ναι, στην συνεχιζόμενη μονόπλευρη λιτότητα για 7 ακόμα χρόνια. Ναι, στη βίαιη ταξική επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους, ναι, τελικά, στην αποτυχία.

• Η απάντηση του ΠΑΣΟΚ είναι : όχι. Υπάρχουν και άλλοι δρόμοι.

Δρόμοι, που θα οδηγήσουν στην προσέγγιση –παρακαλώ υπογραμμίστε τη λέξη «προσέγγιση»- των ονομαστικών στόχων του Μάαστριχτ, με δίκαιη επιμέτρηση του κόστους της προσαρμογής.

Δρόμοι, που οδηγούν ακόμα και στην επίτευξη -υπογραμμίστε τη λέξη «επίτευξη»- των στόχων, εφόσον όμως πληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις ή θα υπάρξει επιμήκυνση του χρονικού πλαισίου ή θα υπάρξει γενναία μεταφορά πόρων από τον πλούσιο Βορρά στο φτωχό Νότο.

Κάτι τέτοιο απαιτεί συνεχιζόμενη διεκδίκηση στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Απαιτεί, επίσης, μια άλλη οικονομική πολιτική, διότι για τη Νέα Δημοκρατία, η ΕΟΚ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο ΟΟΣΑ αποτελούν το άλλοθι για να συνεχίζει τη δική της αντιφατική, αναποτελεσματική, μυωπική πολιτική της. Μία καθαρά εισπρακτική πολιτική, που ρίχνει όλο το κόστος της προσαρμογής στους εργάτες, στους ανέργους, στους μισθωτούς, στους μικρομεσαίους, στους αγρότες, στους συνταξιούχους. Αυτή η πολιτική της Ν.Δ. είναι μια πολιτική όχι μόνο αντικοινωνική, αλλά και αντιαναπτυξιακή, είναι μια αποτυχία απόλυτη.

10. Ας μην ισχυριστεί η Κυβέρνηση της Ν.Δ. ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική της είναι μονόδρομος. Διακεκριμένοι οικονομολόγοι, ο κ. Ζολώτας, ο κ. Αγγελόπουλος, έχουν επισημάνει την πλήρη αναποτελεσματικότητα του περίφημου «μονόδρομου». Μα κυβερνητικά στελέχη επίσης, ο σημερινός Υπουργός Εθνικής Οικονομίας –θέλω να υπενθυμίσω τη ρήση του, δεν την έχω ακριβώς- μίλησε για τα δύο χαμένα χρόνια της Νέας Δημοκρατίας.

Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας, βαθαίνει η ύφεση, αυξάνεται η ανεργία, αποσαρθρώνεται και αφελληνίζεται η παραγωγική βάση της οικονομίας. Κατεδαφίζεται το κράτος πρόνοιας, αποψιλώνονται ολόκληρες περιοχές, αποδυναμώνεται κάθε ικμάδα περιφερειακής ανάπτυξης, εκποιείται και αφελληνίζεται ο Δημόσιος Τομέας.

Μ’ αυτές τις συνθήκες εκκίνησης που είναι το έργο, η κληρονομιά της Νέας Δημοκρατίας, έχει υπονομευθεί η μάχη για την ισότιμη ένταξή μας στην ΟΝΕ. Είναι μια τεράστια ιστορική ευθύνη που θα καταλογιστεί στη Νέα Δημοκρατία, από το Λαό και την ιστορία.

• Έχει επίσης τεράστια ευθύνη η Κυβέρνηση της Ν.Δ., γιατί ως θεατής αποδέχθηκε την ομογενοποιημένη πορεία για όλους τους Ευρωπαίους, προς το ’97 άσχετα από το σημείο εκκίνησης. Αυτό είναι ένα τεράστιο λάθος διαπραγματευτικό, όχι μόνο ελληνικό, δυστυχώς όλος ο Νότος ευθύνεται γι’ αυτό.

• Προσαρμόστηκε η Κυβέρνηση πλήρως στις κοινοτικές επιταγές με τεράστιο Εθνικό, οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Οι παραλείψεις και τα λάθη της Ν.Δ. προκαλούν αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις όπως:

 Δεν διεκδίκησε καμιά δέσμευση, δεν εξασφάλισε το πακέτο Ντελόρ.

Το είχαμε πει όχι μόνο στη Βουλή, αλλά πολλές φορές δημόσια, πως υπογράφεται η συνθήκη του Μάαστριχτ, χωρίς ταυτόχρονα να περιέχεται και το πακέτο Ντελόρ 2, να ξέρουμε πού πάμε.

 Δεν διαπραγματεύτηκε ειδικά μέτρα προσαρμογής που δικαιούται η Ελλάδα. Μην ξεχνάμε η Ελλάδα έχει 7% του ΑΕΠ σε στρατιωτικές δαπάνες, διότι ακριβώς ούτε το ΝΑΤΟ, ούτε η ΔΕΕ μπορούν να μας προστατεύσουν ή θέλουν να μας προστατεύσουν από τη μεγάλη εξ ανατολών απειλή.

 Δεν ζητήθηκε, ειδικότερα, αναγνώριση ενός χρυσού κανόνα στα δημοσιονομικά, της εξαίρεσης της χρηματοδότησης των δημοσίων επενδύσεων από τους περιορισμούς του δανεισμού του δημοσίου.

• Είναι σαφές ότι ουσιαστικά, έμμεσα αποδέχθηκε την θεσμοθέτηση των δυο ταχυτήτων. Όφειλε να γνωρίζει ότι χωρίς αυτές τις δεσμεύσεις και τις αναπροσαρμογές, θα ήταν ανέφικτο να πετύχουμε τους στόχους.

11. Η θέση του ΠΑΣΟΚ για την ακολουθητέα οικονομική πολιτική έχει αναλυθεί με επιχειρήματα και προτάσεις. Έχουμε τονίσει με όλους τους δυνατούς τρόπους πως χωρίς ανάπτυξη η πολιτική της σταθεροποίησης οδηγεί την οικονομία σε ναυάγιο. Ο Λαός μας έχει ένα ρητό που λέει «από τη μύγα ξύγκι δεν βγάζεις», αυτή είναι η πραγματικότητα. Επίσης είναι αλήθεια ότι χωρίς κοινωνική πολιτική, κλονίζεται η κοινωνική συνοχή και καθίστανται πράγματι ανέφικτη η αύξηση της παραγωγικότητας.

• Η πορεία προς την ΟΝΕ είναι μια πορεία που με τα σημερινά δεδομένα φαίνεται αδιέξοδη για τις χώρες του Νότου. Η θέση του ΠΑΣΟΚ είναι πως η Ελλάδα σε συνεργασία με τις χώρες του Νότου, πρέπει να δώσει τη μεγάλη μάχη για την επίτευξη των παρακάτω στόχων:

Πρώτον, το πακέτο Ντελόρ 2 να ισχύσει στο σύνολό του, χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές.

Δεύτερον, όπως έχει τονιστεί με τεκμηριωμένα επιχειρήματα στη Βουλή, με την ολοκλήρωση της ΟΝΕ η νομισματική και συναλλαγματική πολιτική ασκείται πλέον –θα ασκηθεί δηλαδή- σε Ευρωπαϊκό, όχι σε Εθνικό επίπεδο.

Τρίτον, στα Κράτη-Μέλη παραμένει η δημοσιονομική πολιτική, που όμως ουσιαστικά περιορίζεται ο αναδιανεμητικός ρόλος. Εδώ πραγματικά βρίσκεται το κλειδί.

Τέταρτον, σε μια Ομόσπονδη Ευρώπη ο Ευρωπαϊκός Προϋπολογισμός πρέπει να είναι μεγέθους ικανού για την άσκηση αποτελεσματικής αναδιανεμητικής πολιτικής προς όφελος των Κρατών-Μελών του Ευρωπαϊκού Νότου και των οικονομικά καθυστερημένων περιοχών.

Μόνο κάτω από τέτοιες συνθήκες θα καταστεί δυνατή η σύγκλιση στα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και εισοδημάτων, που δεν αφορούν τους στόχους τους τραπεζικούς, είναι άσχετα με τους τραπεζικούς στόχους, που έχει θέσει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Και εδώ σαφώς πρέπει να δοθεί η μάχη, από την έκβαση της οποίας θα κριθεί και το μέλλον της Χώρας μας.

• Εδώ, ήθελα να φέρω ένα παράδειγμα: Όταν υπάρχει ενοποίηση του Νομίσματος σε πέρα από μια χώρα, σε 2, σε 3, σε 5 χώρες αυτό λειτουργεί κατά τρόπο αρνητικό για όλες τις καθυστερημένες ή ασθενέστερες χώρες ή περιοχές. Θα δώσω το απλό παράδειγμα των δύο Γερμανιών. Μόλις έγινε το Ενιαίο Νόμισμα, εμφανίστηκαν αμέσως τα τραγικά προβλήματα της Ανατολικής Γερμανίας. Η Δυτική Γερμανία αναγκάζεται, τώρα, να κάνει μεταφορές πόρων, πραγματικά αστρονομικών διαστάσεων, στην τέως Ανατολική Γερμανία, γιατί έχει την ευθύνη και μπορεί να ασκήσει δημοσιονομική πολιτική.

• Μετά από αυτό το παράδειγμα και την περιγραφή του σκεφθείτε τι θα συμβεί στις χώρες του Νότου και στις καθυστερημένες περιοχές χωρίς τη δημοσιονομική πολιτική της Ευρώπης. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο και κλειδί, να ολοκληρωθεί ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας της Ευρώπης, έτσι ώστε η ευθύνη να είναι εκεί όπου υπάρχουν τα μέσα. Τα μέσα θα τα έχουν οι Βρυξέλλες μετά την Ένωση. Δεν θα τα έχουν τα Κράτη-Μέλη. Και εκεί υπάρχει η ευθύνη, η οποία βεβαίως πρέπει και να ελέγχεται δημοκρατικά. Αλλά επ’ αυτού έχουν μιλήσει άλλοι δια μακρόν.

12. Εδώ είναι, κατά τη γνώμη μου, και η κύρια δικαίωση, όχι η μόνη, για την πραγματοποίηση της Πολιτικής Ένωσης.

Μόνο με μια Πολιτική Ένωση θα αναλυθούν και θα αναληφθούν αυτές οι ευθύνες. Ο Κοινοτικός Προϋπολογισμός οφείλει να έχει πόρους και δυνατότητες για να καλύπτει τις ανισότητες οι οποίες δημιουργούνται από την ίδια τη διαδικασία και λειτουργία της ελεύθερης και ενιαίας αγοράς.

• Αλλά πέρα απ’ αυτά, μιλώντας κυρίως τώρα για την Ευρώπη και όχι μόνο για την Ελλάδα, δεν αρκεί η ενιαία αγορά και το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, για να αντιμετωπίσει η Ευρώπη τις προκλήσεις του μέλλοντος και σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ και σε ό,τι αφορά την Ιαπωνία, την Κίνα και άλλες χώρες.

Απαιτείται η διαμόρφωση μιας αναπτυξιακής Ευρωπαϊκής Πολιτικής της ίδιας της Κοινότητας για την αντιμετώπιση της ανεργίας, καθώς και μια βιομηχανική πολιτική, που να εξασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι στα άλλα εμπορικά μπλοκ.

13. Πολύ συνοπτικά περιγράφουμε την πρόταση του ΠΑΣΟΚ και τις προτεραιότητες του προγράμματός μας, που συνιστούν μια διέξοδο για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, κινείται στους εξής άξονες:

Πρώτον. Δε γνωρίζω γιατί πολλοί στην Ευρώπη και την Ελλάδα έχουν πάθει πλέον όλοι ένα είδος μυωπίας. Βλέπουνε μόνο πληθωρισμό, χρέος, ελλείμματα, επιτόκια. Τα άλλα έχουν χαθεί από την οθόνη, όπως η ανεργία, το κοινωνικό κόστος των προσαρμογών και τις έντονες κοινωνικές ανισότητες. Όμως πρέπει επιτέλους να δούμε και εκείνα που δεν είναι στην οθόνη. Να τα φέρουμε ξανά στην οθόνη. Να διαμορφώσουμε ένα διεθνώς ανταγωνιστικό βιομηχανικό τομέα με την ανάπτυξη εκείνων των κλαδικών πολιτικών που θα συμβάλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην εκπαίδευση και εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού και βέβαια στους τομείς, όπου έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Δεύτερον, η αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής ώστε να γίνουμε ανταγωνιστικοί και να μπορέσει η γεωργία μας να προσαρμοστεί χωρίς απώλειες ή χωρίς μεγάλες απώλειες στη νέα κοινοτική αγροτική πολιτική.

Τρίτον, εκσυγχρονισμό και επέκταση του τριτογενούς τομέα για να απορροφήσει την απασχόληση που θα απελευθερωθεί μέσα από την αλλαγή της οικονομικής δομής.

Τέταρτον, αυτή η πολιτική αναδιάρθρωσης πρέπει να συνοδεύεται από μια αναδιανεμητική πολιτική, που θα εξασφαλίζει ένα επίπεδο κοινωνικών παροχών που να ικανοποιούν τις βασικές ανάγκες κάθε Έλληνα πολίτη. Να διασώζουν το Κράτος Πρόνοιας, όπως και τις δομές, τα δίκτυα και τις υπηρεσίες του Κοινωνικού Κράτους με αιχμή την Παιδεία και την Εκπαίδευση, την Υγεία και τον Πολιτισμό.

Πέμπτον, την θεσμοθέτηση ενός δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος που επιτέλους σταδιακά αλλά ριζικά θα συρρικνώσει την παραοικονομία στη Χώρα μας και θα διασφαλίζει σταθερές ροές στο Κράτος εσόδων και πόρων.

Για εμάς, όλες αυτές οι προτεραιότητες προϋποθέτουν αλλαγές στο Κράτος και την Κοινωνία. Προϋποθέτουν τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης, την ταχύτερη δυνατή αναβάθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, την πραγματοποίηση μιας ριζικής αποκέντρωσης στα πλαίσια ενός αποκεντρωμένου Δημοκρατικού Προγραμματισμού που θα εκπορεύεται από μια εθνική κοινωνική συμφωνία, από ένα Κοινωνικό Συμβόλαιο.

14. Είναι σαφές ότι το πεδίο της δράσης και αναμέτρησης ανάμεσα στις συντηρητικές και τις προοδευτικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις μεταφέρεται τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε μεγάλο βαθμό στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

• Έχω τονίσει με έμφαση πως το όραμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν χωράει στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και αυτό γιατί διαμορφώθηκε, κατά κύριο λόγο, από τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης.

Όταν το πολιτικό σκηνικό αλλάξει στην Ευρώπη, τότε θα ανοίξουν οι ορίζοντες για τη δημιουργία μιας πραγματικά Ομόσπονδης Ευρώπης. Μόνο οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις με ευρύτατες κοινωνικές συναινέσεις μπορούν να μετατρέψουν το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης σε χειροπιαστή πραγματικότητα. Και είμαστε βέβαιοι πως η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού θα έρθει σύντομα με πρωτοπόρα την Ελλάδα, όταν σύντομα ο κυρίαρχος Λαός εκφράσει τη θέλησή του με την ετυμηγορία του.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: