Αρχική > πολιτική > Η συνεισφορά του Πουλαντζά στη μαρξιστική θεωρία

Η συνεισφορά του Πουλαντζά στη μαρξιστική θεωρία

ΑΞΙΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑ-1

της Μαρίκας Φραγκάκη

Η οικονομική, κοινωνική και πολιτική αστάθεια αποτελούν χαρακτηριστικά της εξέλιξης του καπιταλισμού. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και το τέλος της «χρυσής περιόδου», όπως έχουν χαρακτηριστεί οι δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο καπιταλισμός εισήλθε σε περίοδο αστάθειας, η οποία εκδηλώθηκε σε διαφορετικές περιοχές και περιόδους. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008, η οποία ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και μεταδόθηκε ταχύτατα στην Ευρώπη και σε άλλες καπιταλιστικά αναπτυγμένες περιοχές, ουσιαστικά σήμανε την έναρξη μιας νέας περιόδου, με χαρακτηριστικό γνώρισμα τη γενίκευση των αντιφάσεων και των αδιεξόδων του ύστερου καπιταλισμού στην ίδια την κοιτίδα του. Στις συνθήκες αυτές, η αναμόχλευση των αναλυτικών μας εργαλείων παρέχει σημαντικά μέσα για την καλύτερη κατανόηση της εποχής μας.

Writer Nikos Poulantzas at Home

Η παρατήρηση ισχύει ιδιαίτερα σε σχέση με την κρίση που ταλανίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο στο εθνικό όσο και στο υπερεθνικό επίπεδο. Στο εθνικό επίπεδο η παρούσα κρίση εμφανίζεται με διαφορετικές εκφάνσεις και ένταση, ενώ στο υπερεθνικό διακυβεύεται η ίδια η οντότητα της Ένωσης, κι όχι μόνο του ευρώ, από τη συνέχιση της κρίσης. Η σκέψη του Νίκου Πουλαντζά προσφέρει μια σειρά έννοιες και σημεία αναφοράς για τη σε βάθος διερεύνηση των υφιστάμενων συνθηκών σχετικά με τη μεταβατικότητα και τη διαφορετικότητα των καπιταλιστικών δομών, την παγκοσμιοποίηση και τον μεταβαλλόμενο ρόλο του κράτους. Το έργο του δεν προσφέρει απλώς απαντήσεις, αλλά ανοίγει διόδους θεωρητικών αναζητήσεων για φλέγοντα ζητήματα.

Ένα τέτοιο ζήτημα είναι η κρίση της ΕΕ. Πώς εξηγείται η διαφορετικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης μεταξύ των κρατών-μελών της, μισό αιώνα μετά την ίδρυσή της; Πώς συνδυάζεται το διακρατικό (transnational) με το υπερεθνικό (international) που συνυπάρχουν στην ΕΕ; Ποιος ο ρόλος του κράτους την εποχή της διεθνοποίησης; Ποια η παρέμβαση των κοινωνικών αγώνων και συγκρούσεων; Ποιος ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων ως δια-ταξικών δυνάμεων;

Το έργο του Πουλαντζά προσφέρει χρήσιμα εργαλεία για την ανίχνευση απαντήσεων. Για παράδειγμα, ο Πουλαντζάς αναγνώρισε τη χωρική και χρονική διάσταση της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ο συνδυασμός των οποίων μπορεί να εξηγήσει το διαφορετικό επίπεδο, αλλά και το ρυθμό ανάπτυξης διαφορετικών περιοχών. Με άλλα λόγια, η άνιση ανάπτυξη, η οποία συνοδεύει την επιδίωξη της διαρκούς συσσώρευσης του κεφαλαίου, συνεπάγεται τη χρονική διαφορετικότητα ή το ρυθμό της συσσώρευσης αυτής.

Στο πλαίσιο όμως της ΕΕ εγείρεται το ερώτημα γιατί δεν έχει καταστεί δυνατή η υπέρβαση του διαφορετικού ρυθμού καπιταλιστικής ανάπτυξης μεταξύ των διαφορετικών περιοχών της. Και πάλι ο Πουλαντζάς προσφέρει χρήσιμα αναλυτικά εργαλεία. Ειδικότερα, η διαρκής συσσώρευση του κεφαλαίου καθιστά επιτακτική την εφαρμογή ενιαίων κανόνων λειτουργίας της αγοράς, η καθιέρωση των οποίων επιτυγχάνεται μέσα από την κρατική παρέμβαση. Δεδομένου ότι η πεμπτουσία της ΕΕ είναι η ενιαία αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, ο ρόλος αυτός αναλαμβάνεται από τα ευρωπαϊκά όργανα, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα, ως εκπροσώπους των κρατών-μελών.

Παράλληλα, παρεμβάλλεται η διάκριση μεταξύ του διακρατικού και του υπερεθνικού επιπέδου. Ειδικότερα, η διαδικασία παραγωγής τείνει να είναι διακρατική, στο βαθμό που οι πολυεθνικές επιχειρήσεις διαχέουν τη δραστηριότητά τους μεταξύ διαφορετικών περιοχών και κρατών ανάλογα με το ύψος του κόστους εργασίας σ’ αυτές. Το κέντρο λήψης αποφάσεων όμως βρίσκεται σε συγκεκριμένο (εθνικό) χώρο. Π.χ. οι υπερεθνικές, ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δρουν σε πολλές περιοχές της ΕΕ, αλλά η έδρα τους είναι στις περιοχές εκείνες οι οποίες τους προσφέρουν τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα, όπως οι φορολογικοί «παράδεισοι». Η διασπορά αυτή προκύπτει συνεπώς τόσο από την παρέμβαση των επιμέρους κρατών-μελών όσο και από την πολιτική ή την απουσία πολιτικής από τα ευρωπαϊκά όργανα.

Ο Νίκος Πουλαντζάς είχε ενεργό συμμετοχή στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του, που αποτέλεσαν και έναυσμα για το έργο του. Η αναβίωση της σκέψης του, στο πλαίσιο της σημερινής παγκόσμιας, ευρωπαϊκής αλλά και ελληνικής κρίσης αποτέλεσε αφετηρία για την οργάνωση του συνεδρίου «Κρίση, Κράτος και Δημοκρατία. Αξιοποιώντας τη θεωρία του Νίκου Πουλαντζά για την αντιμετώπιση του αυταρχικού καπιταλισμού». Τα συμπεράσματά του θα είναι εφόδια για τη συνέχιση των σύγχρονων θεωρητικών αναζητήσεων, που γονιμοποιούν τους κοινωνικούς αγώνες για σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία.

https://enthemata.wordpress.com/2014/12/07/fragkaki/

 

ΑΞΙΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑ-2

Του Γιώργου Δαρέμα

Writer Nikos Poulantzas at Home

Κεντρικό μέλημα της θεωρητικής συνεισφοράς του Νίκου Πουλαντζά, ενός από τους επιφανέστερους διανοητές του μαρξισμού και της ριζοσπαστικής σκέψης του 20ού αιώνα, ήταν η συγκρότηση μιας ολοκληρωμένης και συστηματικής θεώρησης του ρόλου και των λειτουργιών του κράτους μέσα στους κοινωνικούς σχηματισμούς που κυριαρχούνται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η απουσία μιας επεξεργασμένης θεωρητικής σύλληψης για το κράτος από τους κλασικούς του μαρξισμού είχε οδηγήσει τους πολιτικούς φορείς του επαναστατικού κινήματος σε αδυναμία να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του ταξικού αγώνα και στον προσδιορισμό των αναγκαίων ταξικών συμμαχιών. Ο Πουλαντζάς εναντιώθηκε θεωρητικά αφενός στον οικονομισμό της Τρίτης Διεθνούς που ανήγαγε το κράτος σε απλό «εργαλείο» κυριάρχησης της άρχουσας τάξης και αφετέρου στη σοσιαλδημοκρατική –αλλά και φιλελεύθερη– σύλληψή του ως ενός «ουδέτερου» θεσμικού μορφώματος, που υφίσταται ως υποκείμενο με «ενιαία ορθολογική βούληση» και «διαιτητεύει» ανάμεσα στα αντιμαχόμενα συμφέροντα της αστικής κοινωνίας.

Η οξύνους θεωρητική σκευή του τον οδήγησε στη διατύπωση της διάσημης θέσης περί της «σχετικής αυτονομίας» του καπιταλιστικού κράτους. Η θέση στηρίζεται στον θεμελιακό χωρισμό της οικονομικής σφαίρας από το πεδίο της πολιτικής και της κρατικής εξουσίας, χωρισμό που αποτελεί συγκροτητικό όρο της κεφαλαιοκρατικής νεωτερικότητας, σύμφωνα με τον Μαρξ. Μέσα από ένα σύνθετο και συνθετικό πρίσμα (αξιοποιώντας τις θεωρητικές αναπτύξεις των Αλτουσέρ και Γκράμσι και στηριζόμενος στη βαθιά μελέτη του Μαρξ, του Λένιν και της Λούξεμπουργκ) ο Πουλαντζάς ανέδειξε ότι το καπιταλιστικό κράτος δεν αποτελεί ένα «περίκλειστο φρούριο», του οποίου η κατάληψη μπορεί να οδηγήσει απρόσκοπτα στην εμπέδωση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Έδειξε, αντίθετα, ότι διέπεται από «εσωτερικές αντιφάσεις»· είναι έρμαιο του άνισου ταξικού συσχετισμού δυνάμεων που χαρακτηρίζουν την ιδιοσυστασία του, καθώς και τους ποικίλους κατασταλτικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς που είναι συναρτημένοι με αυτό (στρατός, αστυνομία, Εκκλησία, κοινοβούλιο, εκπαίδευση, μέσα μαζικής επικοινωνίας, πολιτισμικό απαράτ, οικογένεια). Το καπιταλιστικό κράτος συνίσταται σε μια «κοινωνική σχέση» (όπως και το κεφάλαιο) και αποτελεί τη «συμπύκνωση ταξικών σχέσεων», όπως αυτές διαμορφώνονται σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες. Συνεπώς, δεν αρκεί να ανέλθει στον θώκο της πολιτικής εξουσίας μια κυβέρνηση της Αριστεράς για να πηδαλιουχήσει την κοινωνία προς τον «δημοκρατικό σοσιαλισμό» (αυτή υπήρξε η «αυταπάτη» της σοσιαλδημοκρατίας), αλλά απαιτείται η προσχεδιασμένη εφαρμογή μιας σειράς «ριζοσπαστικών μετασχηματισμών του κράτους», όπου ταυτόχρονα θα διαφυλάσσονται οι πολιτικές ελευθερίες και θα εμβαθύνονται οι θεσμοί αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη διαδικασία της σοσιαλιστικής μετάβασης.

Η εκάστοτε ιστορική συγκυρία δεν είναι άθυρμα ενδεχομενικών ιστορικοκοινωνικών διαδικασιών, αλλά συνισταμένη της δυναμικής ανάπτυξης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και των μορφών συσσώρευσης κεφαλαίου που προσιδιάζουν στις διάφορες φάσεις ανάπτυξής του μέσα στους κοινωνικούς σχηματισμούς. Ο Πουλαντζάς διακρίνει δύο βασικά στάδια διαφοροποίησης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε ανταγωνιστικό και μονοπωλιακό καπιταλισμό. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο μονοπωλιακός καπιταλισμός αναπτύσσεται αρθρώνοντας μια «ιμπεριαλιστική αλυσίδα» που συνδέει τις παγκόσμιες μητροπόλεις μεταξύ τους με σχέσεις κυριάρχησης και εξάρτησης υπό την ηγεμονία του αμερικανικού κεφαλαίου.

Η θεωρητική καινοτομία που εισάγει ο Πουλαντζάς έγκειται στο ότι επιχειρηματολογεί πειστικά για την αναδόμηση και τη μετατόπιση της «ιμπεριαλιστικής αλυσίδας» από τον άξονα κέντρου-περιφέρειας, όπως υποστήριζε η «σχολή της εξάρτησης», εντός αυτών των ίδιων ιμπεριαλιστικών κέντρων (χωρίς βέβαια να αποκόπτονται από την αλυσίδα οι περιφερειακοί κοινωνικοί σχηματισμοί), όπου συγκροτείται ένα καθεστώς κεφαλαιακής συσσώρευσης στηριγμένο στην εντατική εκμετάλλευση των άμεσων παραγωγών, δηλαδή στην άντληση σχετικής υπεραξίας. Αυτή η νέα φάση του μονοπωλιακού καπιταλισμού φωτίζει ιδιαίτερα τις «ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις» που υποτείνουν τη σημερινή Ευρωπαϊκή «δομική» κρίση των τελευταίων ετών.

Η ανεκτίμητη και πολυδιάστατη συνεισφορά του Πουλαντζά στηρίζεται στο ότι έθεσε στον πυρήνα του επιστημονικού προβληματισμού του (και στην υπηρεσία μιας στρατηγικής χειραφέτησης της εργατικής τάξης και των άλλων υπεξούσιων τάξεων) την ταξική ανάλυση. Κατέδειξε ότι οι κοινωνικές τάξεις δεν συνιστούν μονολιθικές οντότητες αλλά χαρακτηρίζονται από εσωτερικές διαφοροποιήσεις και επιμερίζονται σε «ταξικές μερίδες» που αναδεικνύουν τις αντιθέσεις συμφερόντων μεταξύ τους στην προσπάθειά τους να ηγεμονεύσουν εντός του «μπλοκ εξουσίας» (όπως στην περίπτωση της κυρίαρχης αστικής τάξης). Ανέλυσε εμπεριστατωμένα τον ταξικό προσδιορισμό των κοινωνικών κατηγοριών που στελεχώνουν το κράτος αφενός και συνέχουν τη «νέα μικροαστική τάξη» αφετέρου, θεματοποιώντας τις ιδεολογικές και πολιτικές σχέσεις που διαποτίζουν την ταξική πάλη και καθιστούν δυνητικά την παλαιά και νέα μικροαστική τάξη καίριο σύμμαχο της εργατικής τάξης στην κατεύθυνση μιας ριζικής κοινωνικής αλλαγής προς τον δημοκρατικό σοσιαλισμό.

Χωρίς μια πλατειά και καλοσχεδιασμένη ταξική συμμαχία εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων που εκφράζεται με ευρεία κινητοποίηση λαϊκών κινημάτων (συμπεριλαμβανομένων των νέων κοινωνικών κινημάτων) που εμφορούνται από την αντίληψη εγκαθίδρυσης θεσμών αμεσοδημοκρατικής συμμετοχής, κάθε κυβέρνηση της Αριστεράς είναι καταδικασμένη να υποστεί τη μοίρα της «σοσιαλδημοκρατικής εμπειρίας». Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

 https://enthemata.wordpress.com/2014/12/07/poulantzas-2/

 

Ξαναδιαβάζοντας τον Πουλαντζά

Από τον «αυταρχικό κρατισμό» στον «αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό»

της Μαρίκας Φραγκάκη, Η ΑΥΓΗ, 26.10.2013

Ο Νίκος Πουλαντζάς σπίτι του στο Παρίσι, 20.1.1978. Φωτογραφία της Sophie Bassouls

Ο Νίκος Πουλαντζάς σπίτι του στο Παρίσι, 20.1.1978. Φωτογραφία της Sophie Bassouls

Μια από τις έννοιες που επεξεργάστηκε ο Νίκος Πουλαντζάς είναι ο «αυταρχικός κρατισμός». Την προσδιoρίζει ως εξής, στο έργο του Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός: ο «εντεινόμενος έλεγχος σε κάθε τομέα της κοινωνικοοικονομικής ζωής, σε συνδυασμό με τη ριζική παρακμή των θεσμών της πολιτικής δημοκρατίας και τη δρακόντεια και πολύμορφη περικοπή των λεγόμενων “τυπικών” ελευθεριών». Διευκρινίζει ότι ο «αυταρχικός κρατισμός» δεν ταυτίζεται με τον ολοκληρωτισμό, εμπεριέχει όμως «σκόρπια στοιχεία ολοκληρωτισμού», που μπορούν να αποκρυσταλλωθούν σε παρακρατικό μηχανισμό. Ο «αυταρχικός κρατισμός», τέλος, συνδέεται με το εξής «παράδοξο»: το κράτος να επιζητά την ενίσχυση των εξουσιών του και ταυτόχρονα, να έρχεται αντιμέτωπο με τις λαϊκές μάζες.

Μπορεί η έννοια του «αυταρχικού κρατισμού» να εφαρμοστεί στην παρούσα φάση του νεοφιλελευθερισμού, και ειδικά στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Πρόκειται για ερωτήματα με θεωρητική, αλλά και πολιτική σημασίας για την Αριστερά και την αναζήτηση διεξόδου από την κρίση.

Η έννοια του «αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού» αναφέρεται στον επαναπροσδιορισμό του κράτους ως δημοκρατικής οντότητας μέσω συνταγματικών και νομικών μεταβολών, που το θωρακίζουν έναντι των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων.[1] Ειδικότερα, ο «αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός» χαρακτηρίζει την άσκηση πολιτικής από τις κυρίαρχες τάξεις, με στόχο τη διατήρηση της ηγεμονίας τους, μέσω της περιθωριοποίησης και αποκλεισμού όσων αντιδρούν, αντί της εξουδετέρωσης των αντιστάσεων μέσω συμβιβασμών. Πρόκειται για νέα φάση του νεοφιλελευθερισμού, που αναδύεται μέσα από την κρίση.

Τόσο η ευρωπαϊκή εμπειρία αντιμετώπισης της κρίσης μέσω διαρκούς λιτότητας, όσο και η ελληνική εμφανίζουν χαρακτηριστικά «αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού». Ως προς την Ε.Ε., βέβαια, τίθεται καταρχάς το ερώτημα κατά πόσον αποτελεί μόρφωμα αντίστοιχο προς το κρατικό. Θεωρούμε ότι η αντιστοιχία αυτή υφίσταται, ακόμα κι αν είναι ιδιότυπη.

Ειδικότερα, η Ε.Ε. αποτελεί ιδιαίτερο πολιτειακό μόρφωμα, που προσιδιάζει σε συνομοσπονδία, βασικό γνώρισμα της οποίας είναι η διακυβέρνηση σε πολλά επίπεδα. Με την έννοια αυτή, η Ε.Ε. τοποθετείται μεταξύ του διακρατικού και του ενδοκρατικού τρόπου διακυβέρνησης. Μάλιστα, η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού οδήγησε σε μια διαρκώς επεκτεινόμενη διείσδυση της Ε.Ε. στο εσωτερικό των κρατών-μελών της, καθώς το κεφάλαιο, ιδιαίτερα το χρηματοπιστωτικό, επεκτάθηκε σε διεθνές επίπεδο.

Ο «αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός», ο οποίος χαρακτηρίζει την ανταπόκριση της Ε.Ε. στην κρίση, εντοπίζεται στα εξής στοιχεία:

  • Πλήρης στήριξη του χρηματοπιστωτικού τομέα. Τo 2009-2012, το 40% του κοινοτικού ΑΕΠ αφιερώθηκε στον σκοπό αυτό. Αντίθετα, η λήψη μέτρων για τον έλεγχο του εν λόγω τομέα καθυστερεί αδικαιολόγητα.
  • Μετατόπιση της αφήγησης για τα αίτια της κρίσης από τον χρηματοπιστωτικό τομέα στα «σπάταλα κράτη», για την αιτιολόγηση της λιτότητας.
  • Περαιτέρω αυστηροποίηση της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής και διεύρυνση της εποπτείας των κρατών-μελών από τα κοινοτικά όργανα μέσω θεσμικών μεταβολών, τόσο στο επίπεδο της Ε.Ε. όσο και των κρατών-μελών.
  • Άμεση σύνδεση των μέτρων δημοσιονομικής και νομισματικής σταθερότητας, καθώς και των Μνημονίων, με όρους που συρρικνώνουν την εθνική κυριαρχία.
  • Διεύρυνση του ήδη υφιστάμενου δημοκρατικού ελλείμματος της Ε.Ε., καθώς οι σημαντικότερες αποφάσεις λαμβάνονται από μια ηγεμονική ομάδα κρατών.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, ο «αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός» εκφράζεται στο επίπεδο των σχέσεων του κράτους α) με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, β) με τους πιστωτές της, ήτοι τους ευρωπαίους εταίρους, γ) με τους εγχώριους, πολιτικούς εκφραστές των κυρίαρχων τάξεων. Επιπλέον, επιβεβαιώνεται η πρόβλεψη του Πουλαντζά ότι σε συνθήκες κρίσης εμφανίζονται «σκόρπια στοιχεία ολοκληρωτισμού», που διαρθρώνονται σε παρακρατικό μηχανισμό.

Η κρίση στην Ελλάδα καθοδηγήθηκε από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και τους περίφημους οίκους αξιολόγησης. Ανεξάρτητα δηλαδή από τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και τις αδυναμίες του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού, η επαναλαμβανόμενη υποβάθμιση των κρατικών ομολόγων μετά το 2009, η διόγκωση των επιτοκίων τους, καθώς και τα «στοιχήματα» εξόδου της χώρας από το ευρώ, στην αγορά παραγώγων, δημιούργησαν πρωτοφανείς συνθήκες οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές ελίτ αντιμετώπισαν την ελληνική κρίση ως «πιστωτές» κι όχι ως εταίροι. Έτσι, απαίτησαν την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μέτρων, στη βάση της νομιμοποιητικής αφήγησης της «δημοσιονομικής σπατάλης». Η οικονομική κατάρρευση και κοινωνική ένδεια που προέκυψαν θεωρούνται ως αναγκαίο τίμημα για την «οικονομική προσαρμογή» της χώρας μας στο επιθετικό νεοφιλελεύθερο πρότυπο, όπως διαμορφώνεται σε συνέχεια της κρίσης.

Οι εγχώριες ελίτ, τέλος, ευθυγραμμίστηκαν πλήρως προς τις υποδείξεις του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και της ηγετικής ομάδας της Ε.Ε., λαμβάνοντας καταναγκαστικά μέτρα, ιδιαίτερα στην αγορά εργασίας, τα οποία κατοχύρωσαν με νομοθετικές και άλλες θεσμικές ρυθμίσεις. Ο «αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός» των πολιτικών εκφραστών των κυρίαρχων τάξεων, εξάλλου, εκφράζεται και μέσα από τα δακρυγόνα εναντίον των διαδηλωτών, αλλά και τους παρακρατικούς μηχανισμούς, που ενίσχυσαν φαινόμενα όπως η Χρυσή Αυγή.

Συνολικά, θεωρούμε ότι ο «αυταρχικός κρατισμός» του Νίκου Πουλαντζά αντανακλάται στον «αυταρχικό νεοφιλελευθερισμό», που βιώνουν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας στην Ε.Ε. και την Ελλάδα. Ταυτόχρονα, διογκώνεται η αμφισβήτηση της ασκούμενης πολιτικής, αλλά και των ίδιων των θεσμών. Σύμφωνα με πρόσφατη σφυγμομέτρηση, λ.χ., μόνο το 31% των ευρωπαίων πολιτών εμπιστεύεται τους ευρωπαϊκούς θεσμούς έναντι 57% το 2007, ενώ μόνο το 26% των πολιτών εμπιστεύεται τους εθνικούς θεσμούς (Ευρωβαρόμετρο, Ιούλιος 2013).

Ο «αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός» οδηγεί σε κρίση της δημοκρατίας. Η διέξοδος βρίσκεται στην κατοχύρωσης και διεύρυνση της δημοκρατίας. Στις συνθήκες αυτές, ο ρόλος της Αριστεράς, όπως λέει ο Πουλαντζάς στο ίδιο έργο, είναι «όχι μόνο η υπεράσπιση, αλλά και η ανάπτυξη και επέκταση των δημοκρατικών ελευθεριών». Για τον σκοπό αυτό, η Αριστερά πρέπει να ανακτήσει την ηγεμονία στην αφήγηση της κρίσης, να αποκαταστήσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, να ανατρέψει την επιδείνωση των εργασιακών δικαιωμάτων, να επαναφέρει τις δημόσιες υπηρεσίες και να προωθήσει κοινωνικά και οικολογικά βιώσιμους τρόπους παραγωγής και ανάπτυξης. Ο τελικός στόχος παραμένει ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία.

Το άρθρο βασίζεται σε εισήγηση στο συνέδριο «Καπιταλιστικές ολιγαρχίες», που οργάνωσε το Ίδρυμα Ρ. Λούξεμπουργκ (http://kapacc.blog.rosalux.de)

[1] Ian Bruff, «Αuthoritarian neoliberalism, the Occupy Movements and IPE», Journal of Critical Globalisation Studies, τχ. 5 (2012), σ. 114-116.

https://enthemata.wordpress.com/2013/10/26/fragaki-3/

 

Γαλλία, η επιστροφ­ή του Πουλαντζά

Μια συζήτηση του Στάθη Κουβελάκη τους Νικολά Βιεγεκάζ και Ραζμίγκ Κεσεγιάν, Η ΑΥΓΗ, 19.5.2013

Ο Νίκος Πουλαντζάς 20.1.1978. Φωτογραφία της Sophie Bassouls.

Ο Νίκος Πουλαντζάς 20.1.1978. Φωτογραφία της Sophie Bassouls.

Μετά από τριάντα χρόνια ολοκληρωτικής εξαφάνισης του Νίκου Πουλαντζά από το εκδοτικό τοπίο και γενικότερα από την θεωρητική συζήτηση της Γαλλίας επανεκδόθηκε και κυκλοφόρησε πριν από λίγες βδομάδες από τον εκδοτικό οίκο Les prairies ordinaires το ύστατο έργο του, Κράτος, εξουσία, σοσιαλισμός, που θεωρείται και η πνευματική του διαθήκη. Είναι προφανές ότι πρόκειται για ένα μείζον γεγονός, η σημασία του οποίου υπερβαίνει τον εκδοτικό χώρο και συνδέεται με τις γενικότερες διεργασίες που συντελούνται στη χώρα όπου, μετά την παγκόσμιας εμβέλειας άνθιση των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, η ριζοσπαστική θεωρία και η αριστερή πολιτική υπέστησαν ίσως την πιο εντυπωσιακή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθίζηση. Για να συζητήσουμε τα επίδικα αυτής της ενδιαφέρουσας συγκυρίας συναντήσαμε τους συντελεστές της επανέκδοσης του πουλαντζιανού έργου: τον υπεύθυνο των εκδόσεων Les prairies ordinaires και δοκιμιογράφο Νικολά Βιεγεκάζ και τον Ραζμίγκ Κεσεγιάν, καθηγητή κοινωνιολογίας στη Σορβόννη που επιμελήθηκε και προλόγισε τον τόμο, ο οποίος περιλαμβάνει επίσης έναν επίλογο του γνωστού θεωρητικού του κράτους και συνεχιστή της παράδοσης του έλληνα μαρξιστή Μπομπ Τζέσοπ.

Στ. Κ.

Μια τόσο μακρόχρονη απουσία

O Ραζμίγκ Κεσεγιάν (αριστερά) και ο Νικολά Βιεγεκάζ (δεξιά)

O Ραζμίγκ Κεσεγιάν (αριστερά) και ο Νικολά Βιεγεκάζ (δεξιά)

Στάθης Κουβελάκης: Η σημασία της επανέκδοσης του Κράτος, εξουσία, σοσιαλισμός γίνεται αντιληπτή αν αναλογιστούμε ότι εδώ και 30 χρόνια τα βιβλία του Πουλαντζά είχαν εντελώς εξαφανιστεί από τα βιβλιοπωλεία. Το παράδοξο αυτής της απουσίας είναι ότι, όπως τονίζεις Ραζμίγκ στον πρόλογό σου, αποτελεί μια γαλλική πρωτοτυπία. Πράγματι, τόσο στον αγγλόφωνο και ισπανόφωνο χώρο όσο και στη Γερμανία, ο Πουλαντζάς διατήρησε μια εκδοτική παρουσία και δε σταμάτησε να αποτελεί σημείο αναφοράς στην θεωρητική συζήτηση, αν και πιο διακριτικά απ’ ό,τι στο παρελθόν. Σ’ αυτό συνέβαλαν οι παρεμβάσεις διανοητών όπως ο Τζέσοπ, ο Πάνιτς, ο Λακλάου, ο Μάρτιν, ο Χιρς και ο Ντεμίροβιτς. Η πρώτη ερώτηση δεν μπορεί λοιπόν παρά να αφορά τους λόγος της τόσο μακρόχρονης απουσίας του Πουλαντζά στην ίδια τη χώρα όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος  της ζωής του και όπου πρωτοδημοσιεύτηκε το σύνολο του έργου του.

Ραζμίγκ Κεσεγιάν: Μπορούμε να επικαλεστούμε τρεις βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι ότι στη Γαλλία ο αντικομμουνισμός έφθασε, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, σε απίστευτα ύψη. Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 και καθ’ όλη τη διάρκεια της επομένης, ξεσπάει ένα εξαιρετικά επιθετικό αντικομμουνιστικό κύμα, που οφείλεται κυρίως στην ισχύ που διατηρούσε στη Γαλλία το κομμουνιστικό κίνημα κατά την περίοδο που είχε προηγηθεί. Η αντικομμουνιστική αντίδραση αποτελεί με μια έννοια την άλλη όψη αυτής της ισχύος. Ο Πουλαντζάς ήταν συνδεδεμένος, με την ευρεία έννοια, με αυτήν την ιστορία, και γι αυτό μοιράστηκε την απόρριψη και τη λήθη που υπέστη οτιδήποτε θύμιζε αυτό το κίνημα. Η «λήθη» του ονόματός του υπήρξε λοιπόν οργανωμένη, όπως οργανωμένη ήταν και η εξαφάνιση από τη δημόσια συζήτηση διανοητών όπως ο Λεφέβρ, ο Γκολντμάν, ο Μπετελέμ, ο Αλτουσέρ και πολλοί άλλοι.

Ο δεύτερος λόγος παραπέμπει σε μια τάση που εκδηλώνεται στη δεκαετία του 1980, δηλαδή στην άνοδο αυτού μου μπορούμε να ονομάσουμε «μη μαρξιστική κριτική θεωρία», και ειδικότερα δύο ρευμάτων που συνδέονται αντίστοιχα με τον Φουκώ και με τον Μπουρντιέ. Αυτές οι μη μαρξιστικές θεωρίες απέκτησαν μεγάλη επιρροή στη Γαλλία, τόσο στις κοινωνικές επιστήμες όσο και στη φιλοσοφία, και οδήγησαν σε έναν επαναπροσανατολισμό της κριτικής σκέψης πέραν του μαρξισμού, κάτι που δεν μπορούσε παρά να περιθωριοποιήσει τη συμβολή του Πουλαντζά.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι ο Πουλαντζάς είναι ένας διανοητής του οποίου οι θέσεις απαιτούν χρόνο για να γίνουν αντιληπτές σε όλο τους το βάθος. Η έννοια του «αυταρχικού κρατισμού» για παράδειγμα είναι στις μέρες τρομακτικά επίκαιρη. Σίγουρα ήταν επίκαιρη όταν πρωτοδιατυπώθηκε αλλά τώρα αυτό φαίνεται με ακόμη πιο καθαρό τρόπο. Μπορούμε να πούμε το ίδιο για την έννοια της «εσωτερικής αστικής τάξης» σε σχέση με την τρέχουσα συζήτηση περί Ευρώπης και ευρωπαϊκής κρίσης. Η ανάγνωση αυτών των κειμένων σήμερα αποπνέει κάτι το σαγηνευτικό. Η δύναμή τους αναδεικνύεται στο μακρύ χρόνο και αυτό τοποθετεί τον Πουλαντζά σ’αυτήν τη μάλλον σπάνια κατηγορία διανοητών των οποίων το έργο απαιτεί χρόνο για να καθιερωθεί πραγματικά.

Νικολά Βιεγεκάζ: Θα ήθελα να αναπτύξω το δεύτερο σημείο που ανέφερε ο Ραζμίγκ. Από τη δεκαετία του 1960 και εφεξής, το θεωρητικό πεδίο της –ας την αποκαλέσουμε έτσι– «μη κομμουνιστικής Αριστεράς» περιστρέφεται γύρω από την κριτική του μαρξισμού. Η ονομαζόμενη «σκέψη της διαφοράς», η γνωστή τριανδρία Φουκώ-Ντελέζ-Ντεριντά, δομείται γύρω από μια συστηματική κριτική θέσεων που παρουσιάζονται, με πολύ σχηματικό τρόπο, ως τα θεμέλια του μαρξισμού: η ιστορική τελεολογία, το προλεταριάτο ως υποκείμενο, η διαλεκτική βάσης-εποικοδομήματος κλπ. Αυτή η κριτική παραβλέπει τόσο την πολυπλοκότητα όσο και τις εσωτερικές εντάσεις της μαρξιστικής σκέψης.

Η τάση απόρριψης του μαρξισμού εμφανίζεται λοιπόν πολύ πριν τη δεκαετία του 1980 αλλά όντως τότε είναι που ριζοσπαστικοποιείται, δηλαδή τη στιγμή όπου οι βασικοί εκπρόσωποι του μαρξισμού στη Γαλλία αποσύρονται από το προσκήνιο, ειδικά ο Σαρτρ, ο Αλτουσέρ και ο Πουλαντζάς. Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 μέχρι την αρχή αυτής του 2000, ο μαρξισμός παίζει κατεξοχήν τον ρόλο του σκιάχτρου στη θεωρητική συζήτηση, ακόμη κι αν, ή μάλλον ακριβώς επειδή έχει σταματήσει να επιδρά πάνω σ’ αυτήν.

Σ.Κ. Σ’ αυτούς τους λόγους, θα ήθελα να προσθέσω και έναν τέταρτο, την αμνησία, ή μάλλον την απώθηση της προηγούμενης ιστορικής περιόδου από τους ίδιους τους μαρξιστές, όσους απέμειναν τέλος πάντων. Ως θεωρητικός, ο Πουλαντζάς ανήκει σχεδόν εξ ολοκλήρου στην πιο απωθημένη στιγμή της μεταπολεμικής Γαλλίας, δηλαδή στην ταραγμένη δεκαετία του 1970. Αυτό δείχνει και η τύχη που γνώρισε μετά θάνατον το έργο του στον εκδοτικό χώρο. Το Κράτος, εξουσία, σοσιαλισμός π.χ. δημοσιεύεται το 1978 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Γαλλίας (PUF), όπου ο ίδιος διηύθυνε μια σειρά βιβλίων. Το φαινομενικά παράδοξο είναι ότι αυτός ο εκδοτικός οίκος ήταν από τους ελάχιστους, αν όχι ο μόνος από τους μεγάλους, που κράτησε ακόμη και μετά τη δεκαετία του 1980 κάποιες σειρές που διηύθυναν μαρξιστές ή τουλάχιστον διανοητές που δεν είχαν έρθει σε ρήξη με τον μαρξισμό. Αναφέρομαι εδώ ειδικότερα στις σειρές «θεωρητικές πρακτικές» των Μπαλιμπάρ και Λεκούρ και «Σύγχρονος Μαρξ» των Μπιντέ και Τεξιέ. Εν τούτοις καμιά από αυτές τις σειρές δεν επιχείρησε την παραμικρή επανέκδοση του Πουλαντζά. Η πρωτοβουλία που πήρατε έχει λοιπόν για μένα και τη σημασία μιας αλλαγής γενιάς. Χρειάστηκε να έρθουν άνθρωποι σαν εσάς, που ήσασταν ακόμη στην παιδική ηλικία στη δεκαετία του 1980, για να ανασυρθεί και πάλι στην επιφάνεια αυτό το υλικό.

Η στρατηγική σκέψη της πολιτικής

Ν.Β.: Είναι φυσικά πολύ νωρίς για να πούμε αν ο Πουλαντζάς θα ξανασυζητηθεί στη Γαλλία αλλά είναι σαφές ότι είδαμε την τελευταία δεκαετία την αισθητή επανεμφάνιση του μαρξισμού, κύρια μέσω των μεταφράσεων έργων των Ζίζεκ, Τζαίημσον και Χάρβεϋ, που ήταν παντελώς άγνωστοι προηγουμένως, τη δεκαετία του 1980 και του 1990, όταν δηλαδή η απήχησή τους στον αγγλόφωνο χώρο είχε φθάσει στο απόγειό της. Το έργο αυτών των θεωρητικών δεν άπτεται όμως των ζητημάτων της πολιτικής στρατηγικής και του κράτους, ενώ στο επίκεντρο της δουλειάς του Πουλαντζά είναι ακριβώς η θεωρία του κράτους και της σχέσης του με τις κοινωνικές τάξεις καθώς και μια στρατηγική σκέψη της πολιτικής που στοχεύει στον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι όλοι οι αριστεροί διανοητές που αναδείχθηκαν από τη δεκαετία του 1980 και μετά είναι θεωρητικοί της ήττας της Αριστεράς, που απώθησαν αυτά τα ζητήματα. Το νόημα της επανέκδοσης του Πουλαντζά είναι ίσως ότι επανέρχεται το ενδιαφέρον για αυτά τα θέματα και ότι γίνεται πλέον αισθητή μια κόπωση γύρω από μια εξαιρετικά αφηρημένη, οντολογικού και μεταφυσικού εν τέλει χαρακτήρα, σκέψη της πολιτικής που άνθισε τα τελευταία χρόνια. Το ερώτημα είναι, με άλλα λόγια, κατά πόσο βρισκόμαστε με την παρούσα οικονομική και κοινωνική κρίση σε μια συγκυρία όπου μπορούμε εκ νέου να σκεφτούμε με όρους ουσιαστικά πολιτικούς, δηλαδή στρατηγικούς.

Να προσθέσω εδώ ότι οι συζητήσεις της τελευταίας δεκαετίας γύρω από το νεοφιλελευθερισμό, ειδικά στους φουκωικούς, τόνισαν ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλά απορύθμιση, απόσυρση του κράτους, αλλά ότι η απορύθμιση είναι και αυτή μια κρατική μορφή, διαφορετικού τύπου από την προηγούμενη βέβαια. Ως μαρξιστές λοιπόν, και ευρύτερα εντός της ριζοσπαστικής αριστεράς, επιβάλλεται λοιπόν να ξανασκεφτούμε τον ρόλο του κράτους στην πολιτική πάλη.

Σ.Κ.: Ο Νικολά αναφέρθηκε στην επανεκκίνηση των συζητήσεων για το κράτος μέσα από τα ίδια τα μη μαρξιστικά ρεύματα. Υπάρχει όμως και μια ευρύτερη τάση,  για την οποία επίσης έγινε λόγος προηγουμένως: η σχετικά όψιμη εισαγωγή στη Γαλλία μιας ριζοσπαστικής σκέψης, σχεδόν αποκλειστικά αγγλόφωνης, που συμπεριλαμβάνει και μαρξιστικές απόψεις, και αυτό χάρη στη δουλειά που έκαναν μικροί ανεξάρτητοι εκδοτικοί οίκοι. Πώς εντάσσεται η επανεμφάνιση του Πουλαντζά σ’ αυτή την τάση;

Ρ.Κ.: Δύο σημεία πρέπει να τονισθούν εδώ. Το πρώτο είναι ότι, όπως είπε ο Νικολά, το είδος της ριζοσπαστικής σκέψης, μαρξιστικής και μη, που μεταφράστηκε ως τώρα είναι σίγουρα εξαιρετικά σημαντικό αλλά αφήνει απέξω το ζήτημα της στρατηγικής. Αυτό που προσδοκούμε με την επανέκδοση του Πουλαντζά είναι να περάσουμε σε ένα δεύτερο στάδιο της επαναφοράς της κριτικής σκέψης στη Γαλλία. Ένα στάδιο όπου, όπως έλεγε ο φίλος και σύντροφός μας Ντανιέλ Μπενσαΐντ, το ζήτημα της στρατηγικής θα κατέχει μια κεντρική θέση.

Υπάρχει όμως ένας όρος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Πρέπει να γίνει πλήρως αντιληπτό ότι αυτές οι αγγλοσαξονικές κριτικές θεωρίες που μετεφράστηκαν πρόσφατα στη Γαλλία αποτελούν οι ίδιες προϊόν της εξαγωγής της γαλλικής σκέψης της προηγούμενης περιόδου, ειδικότερα αυτής της δεκαετίας του 1960 και του 1970. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον Χάρβεϋ αν δεν δούμε τι οφείλει στον Λεφέβρ, ή τον Στιούαρτ Χωλ αν δεν εξετάσουμε αυτό που τον συνδέει με τον Πουλαντζά. Είναι προφανές, για να σταθούμε στην περίπτωση του Χολ, ότι η ανάλυση του θατσερικού φαινομένου ως «αυταρχικού λαϊκισμού» συνδέεται στενά με τις πουλαντζιανές έννοιες του «αυταρχικού κρατισμού» και της «κρίσης του κράτους».

Το δεύτερο στάδιο της ανάπτυξης της κριτικής θεωρίας επιβάλλει λοιπόν την επανανακάλυψη γαλλικών παραδόσεων που είναι σήμερα περίπου θαμμένες. Τον Μάρτη έγινε για παράδειγμα ένα διεθνές συνέδριο για τον Γκράμσι στη Γαλλία όπου έγιναν συχνές αναφορές στη γαλλική γκραμσιανή σχολή. Έτσι πολλοί νέοι που ήταν στην αίθουσα άκουσαν για πρώτη φορά τα ονόματα σημαντικών θεωρητικών όπως του Τεξιέ, του Τοζέλ και της Μπυσί-Γκλυσκσμάν.

Μίλησες πριν για την εναλλαγή γενεών. Η δική μου γενιά ανακάλυψε τα ήσσονα πριν από τα μείζονα. Διάβασα ας πούμε τη Σπίβακ και τον Νέγκρι πριν από τον Γκράμσι και τον Πουλαντζά. Ακούγεται ίσως περίεργο αλλά έτσι είναι. Δεν επιλέγουμε την συγκυρία στην οποία βρισκόμαστε. Καταπιάστηκα με τον Γκράμσι όταν κατάλαβα ότι ήταν απανταχού παρόν, αλλά με ένα ιδιόμορφο τρόπο, σε διανοητές της Λατινικής Αμερικής, των ΗΠΑ, της Ινδίας κλπ.  Το να διαβάσω Πουλαντζά μου επέτρεψε να ξαναπιάσω το νήμα της γκραμσιανής παράδοσης του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Με δυο λόγια, πιστεύω ότι για να ξανασκεφτούμε πολιτικά με στρατηγικούς όρους πρέπει να οικειοποιηθούμε εκ νέου ότι καταχωνιάστηκε από την αντικομμουνιστική λαίλαπα της δεκαετίας του 1980.

Ν.Β.: Είδαμε την τελευταία περίοδο στη Γαλλία ότι εντός του πανεπιστημίου αποκτούν και πάλι μια σχετική νομιμοποίηση θεωρητικές παραδόσεις που είχαν μέχρι πρότινος εντελώς εξοβελιστεί. Οχι ο μαρξισμός ως τέτοιος αλλά εμφανίζονται τουλάχιστον ορισμένες θετικές αναφορές στον Μαρξ από τους γάλλους εκπρόσωπους της «κοινωνικής φιλοσοφίας» του Άξελ Χόνετ (Αμπέρ, Φισμπάκ) ή από όσους έχουν επηρεαστεί από το έργο της Γουέντυ Μπράουν και της Νάνσυ Φρέηζερ.

Από την πλευρά της αριστερής πολιτικής τώρα, χρειάζεται μια αντίστοιχη επανανομιμοποίηση της θεωρίας, και ειδικότερα της πολιτικής θεωρίας ως τρόπο μορφοποίησης μιας δράσης. Μια δουλειά που ξεκινά από τον Πουλαντζά αλλά φυσικά και τον Γκράμσι μπορεί να ξαναδημιουργήσει μια σχέση ανάμεσα στην πολιτική πρακτική και σε διανοούμενους που αναφέρονται σε έναν πολιτικοποιημένο μαρξισμό, προσανατολισμένο στη δράση. Είναι ασφαλώς πολύ σημαντικό να έχουμε μια μαρξιστική επεξεργασία σε ζητήματα φιλοσοφίας ή πολιτισμού αλλά μας χρειάζονται επίσης και μαρξιστές με ενεργό πολιτικό ρόλο.

Η ριζοσπαστική Αριστερά αντιμέτωπη με την καπιταλιστική κρίση.

Σ.Κ.: Πως μπορούμε να ορίσουμε με πιο συγκεκριμένο τρόπο αυτή τη σχέση μεταξύ στρατηγικής σκέψης και πολιτικής συγκυρίας, και πιο συγκεκριμένα της ανασύνθεσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη Γαλλία; Ο Μπενσαΐντ είχε μιλήσει με προγραμματικούς όρους για τη συνειδητοποίηση των ορίων του καθαρού «κινηματισμού» έτσι όπως είχε επικρατήσει στο κίνημα των παγκόσμιων κοινωνικών φόρουμ και το πέρασμα σε μια νέα, πιο απαιτητική, περίοδο όπου τα επίδικα ορίζονται με όρους στρατηγικής και εναλλακτικής πολιτικής πρότασης.

Ν.Β.: Η αποτυχία του εγχειρήματος του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος (ΝΑΚ) σίγουρα προβλημάτισε πολλούς. Οι προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί τη στιγμή της ίδρυσής του το 2008-2009, και κατόπιν η ταχύτατη αποσύνθεσή του και ο εγκλωβισμός του σε έναν άγονο αριστερισμό και σε μια σεκταριστική καταγγελιολογία του Αριστερού Μετώπου, έπαιξαν ένα μείζονα ρόλο στη διαμόρφωση της σημερινής συγκυρίας. Σήμερα η επιλογή που έχουμε τίθεται ως εξής:  είτε παραμένουμε σε μικροοργανώσεις που αρκούνται στο να χειρονομούν επιδεικτικά είτε συμμετέχουμε στη συγκρότηση του Αριστερού Μετώπου ως εναλλακτική πολιτική πρόταση, δηλαδή ως πρόταση εξουσίας.

Ρ.Κ.: Η επικαιρότητα αυτού που ο Πουλαντζάς ονομάζει ο «δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό», ο «κριτικός ευρωκομμουνισμός», είναι προφανής αν λάβουμε υπ’ όψιν μας τις εμπειρίες του Σύριζα, του Die Linke, του πορτογαλικού Μπλόκο και εδώ του δικού μας Αριστερού Μετώπου, αλλά και, αντίστροφα, την περιθωριοποίηση του ΝΑΚ. Δεν υπάρχει φυσικά έτοιμη συνταγή και προκαθορισμένο φύλλο πορείας. Αλλά τα ζητήματα και οι προβληματικές έχουν τεθεί. Δεν αποτελεί λοιπόν μυστήριο η επιστροφή στον Γκράμσι και τον Πουλαντζά.

Ν.Β.: Ας ξαναγυρίσουμε για λίγο στον αντιπαραθετικό  με τον Φουκό. Και στους δύο διανοητές έχουμε μια θεωρία της εξουσίας, αλλά ο Πουλαντζάς την σκέφτεται πρωτίστως ως πολιτική εξουσία. Γι αυτό και μπορεί και κινείται πέρα από την «μειοψηφική πολιτική» στην οποία η «άλλη αριστερά» ενέδωσε μέχρι πρόσφατα. Ασφαλώς η υπεράσπιση των μειονοτήτων, των μεταναστών, των ΛΟΑΔ είναι απόλυτα νόμιμη και ανοίγει πλήθος κρίσιμων ζητημάτων. Αυτό που χρειαζόμαστε όμως τώρα είναι μια σκέψη που λέει «ναι, είμαστε στη μεγάλη, ηγεμονική, πολιτική».

Κάτι παρόμοιο ισχύει και για την στρατηγική. Ο Φουκώ μιλάει διαρκώς για τη στρατηγική, ή μάλλον για στρατηγικές. Όσοι έχουμε διαβάσει Πουλαντζά ξέρουμε όμως ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για τη στρατηγική σαν κάτι που το απολύτως διαχεόμενο, απολύτως εμμενές και αποκεντρωμένο. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουμε με τον Μπουρντιέ. Και σ’ αυτόν η στρατηγική είναι παντού, στην αισθητική κρίση, στους αγώνες κατάταξης μεταξύ κοινωνικών ομάδων και ατόμων εντός συγκεκριμένων πεδίων κλπ. Πολύ ωραία, αλλά αφού δείξουμε ότι η εξουσία είναι πανταχού παρούσα δεν θα πρέπει να εστιάσουμε στους χώρους όπου συμπυκνώνεται με ειδικό τρόπο και όπου καθίσταται καθοριστική για τα μεγάλα τμήματα της κοινωνίας; Δεν θα πρέπει να μιλήσουμε για στρατηγική με συγκεκριμένους στόχους και αντιπάλους;

Για να το πούμε διαφορετικά πρέπει να επανατοποθετήσουμε τη στρατηγική εντός αυτού που ονομάζουμε παραδοσιακά πολιτική, όχι αναγκαστικά κομματική πολιτική με τη στενή έννοια αλλά πάντως πολιτική που συνδέεται με κοινωνικές δυνάμεις και που εντάσσεται σε μια προοπτική κατάληψης της εξουσίας.

Με την κρίση, διαπιστώνουμε ότι ο αντίπαλος αποκτά και πάλι ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Μπορούμε να τον εντοπίσουμε σε συγκεκριμένους θεσμούς και μηχανισμούς: τις κυβερνήσεις, τις τράπεζες, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Κεντρική Τράπεζα της Φρανκφούρτης. Αναδρομικά μπορούμε να πούμε ότι το ιστορικό υπόβαθρο των θεωριών της αποκεντρωμένης εξουσίας ήταν μια περίοδος σχετικής κοινωνικοοικονομικής σταθερότητας. Όταν αυτό το οικοδόμημα καταρρέει, κάτι που αναπόφευκτα αντιλαμβανόμαστε με μια καθυστέρηση, πρέπει να θέσουμε εκ νέου τα θεμελιώδη ερωτήματα: τι είναι το κράτος, πως συγκροτείται, πως μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Να γιατί χρειαζόμαστε και πάλι τον Πουλαντζά.

https://enthemata.wordpress.com/2013/05/19/sta-poul/

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: