Αρχική > πολιτική > 75 χρόνια από τη δολοφονία του Τρότσκι / Η ρωσική ιδέα

75 χρόνια από τη δολοφονία του Τρότσκι / Η ρωσική ιδέα

[ image ]

75 χρόνια από τη δολοφονία του Τρότσκι

 

Στις 20 Αυγούστου 1940 στο Κογιοκάν του Μεξικού ο Λέων Τρότσκι έπεφτε νεκρός χτυπημένος από το σταλινικό πράκτορα Ραμόν Μερκαντέρ – που ανακηρύχτηκε σε «ήρωα της Σοβιετικής Ένωσης». Ο σοβιετικός ιστορικός Βλαντιμίρ Μπίλικ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λένινγκραντ και έγκλειστος για δέκα χρόνια στα σταλινικά γκουλάγκ, συμμετείχε στη Β΄ Σύνοδο της διεθνούς ένωσης «Συμπόσιο ’90 για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας στην ΕΣΣΔ», 22-27 Οκτωβρίου 1991 στην Αθήνα. Από την εισήγησή του «Τρότσκι και Χρόνος» αναδημοσιεύουμε σήμερα, με τις αναγκαίες, λόγω χώρου, περικοπές-προσαρμογές, το απόσπασμα «Η Μεταθανάτια Τύχη του Τρότσκι» Το πλήρες κείμενο δημοσιεύθηκε στα ελληνικά στο πρώτο τεύχος του «Δελτίου του Συμπόσιου ’90».

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΜΗΤΑΦΙΔΗΣ

Η μεταθανάτια τύχη του Τρότσκι

ΤΟΥ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΠΙΛΙΚ, Η ΑΥΓΗ, 23.8.2015

Ο ενθουσιασμός τής μετά τον Λένιν περιόδου δεν ήταν παρά μια αχνή και διαστρεβλωμένη αντανάκλαση της ισχυρής ώθησης του Οκτώβρη. Ο ρόλος, τού να κρατήσει κάποιος άσβεστη και να διατηρήσει αυτή την ώθηση, έπεσε στον Τρότσκι, στο βαθμό που αυτό ήταν ζήτημα ορισμένων προσώπων, και αυτό το γεγονός είναι γνωστό ακόμα και τώρα. Ήταν ένας τεράστιος ρόλος. Αλλά οι πικρές ειρωνείες της μεταθανάτιος τύχης του Τρότσκι ήταν πολλές.

Πρώτον, το γεγονός ότι η αναγνώριση -που συχνά γίνεται με σφιγμένα δόντια- του σημαντικού ρόλου του Τρότσκι στο επαναστατικό κίνημα, στον Εμφύλιο Πόλεμο και στη δημιουργία του σοβιετικού κράτους, έγινε από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν όλα όσα θεωρούνταν η συνεισφορά του και αποτελούσαν τη βάση του κύρους και της δημοτικότητάς του την «εποχή του Λένιν» αναγνωρίστηκαν ως οι «υπηρεσίες» του. Αυτό έγινε λόγω της απογοήτευσης απέναντι στην Οκτωβριανή Επανάσταση, στο σοσιαλισμό και στον μαρξισμό-λενινισμό, που συνοδεύτηκε από επιθέσεις ενάντια στους Μαρξ και Λένιν προσωπικά. Ορισμένοι άνθρωποι, για παρόμοιους λόγους, εξιδανικεύουν την προεπανασταστική μοναρχική Ρωσία.

Για παράδειγμα, στο «Γράμμα προς τη Νεολαία της Γεωργίας» που συνέταξε το 1922, ο Τρότσκι, θλιβόμενος από το γεγονός ότι οι νέοι άνθρωποι γνωρίζουν τόσα λίγα για την εκμετάλλευση των μαθητών και των μαθητευόμενων στην τσαρική Ρωσία, έγραφε ότι θα ήταν επιθυμητό να συγκεντρωθούν και να δημοσιευτούν έργα και γνώμες των κλασσικών της λογοτεχνίας γι’ αυτό το ζήτημα.

Θα ήταν χρήσιμο να δημοσιευθούν, να αναδημοσιευθούν οι κριτικές αναμνήσεις, τα γράμματα, τα ντοκουμέντα και οι χαρακτηρισμοί των προεπαναστατικών εθίμων που έχουν γράψει προσωπικότητες της εποχής εκείνης, που δεν αναγνώρισαν την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Η δεύτερη από τις πικρές ειρωνείες της μεταθανάτιας τύχης του Τρότσκι είναι ότι ένας άντρας, που η ιδεολογική συνεισφορά του στη δεκαετία του 1920 και του 1930, όπως εμπεριέχεται στη συνεπή και αμείλικτη πάλη του ενάντια στον σταλινισμό σε όλες τις εσωκομματικές και εξωτερικές εκδηλώσεις αυτού του φαινομένου, ξεπερνάει ίσως το σύνολο της ιδεολογικής συνεισφοράς όλων μαζί των υπόλοιπων αντιπάλων του σταλινισμού, «αποδείχνεται», με τις προσπάθειες των μυθοπλαστών της μετασταλινικής περιόδου και της περιόδου της «περεστρόικα», ως… ο δημιουργός του σταλινισμού.

Στο οικονομικό πεδίο, η αναφορά στη θέση του Πρεομπραζένσκι για την «πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση» σε βάρος της αγροτιάς χρησιμοποιείται ως το κύριο «επιχείρημα» των μυθοπλαστών. Ο Πρεομπραζένσκι ήταν υποστηρικτής του Τρότσκι, νωρίτερα όμως, στην εισήγησή του «Για τη Βιομηχανία», στο 12ο Συνέδριο των μπολσεβίκων, ο Τρότσκι είχε υιοθετήσει διαμετρικά αντίθετη θέση:

«Μόνο η βιομηχανία, που δίνει περισσότερα από όσα καταβροχθίζει, μπορεί να αποδειχτεί νικηφόρα. Η βιομηχανία που υπάρχει σε βάρος του προϋπολογισμού, δηλαδή σε βάρος της γεωργίας, δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει μια σταθερή υποστήριξη για την προλεταριακή δικτατορία που να διαρκεί». (Στενογραφημένα Πρακτικά, Μόσχα 1968, σελ. 878, σελ. 812). Ο Τρότσκι δεν διατύπωσε ποτέ τίποτα που να αντιφάσκει προς αυτή τη θέση στην πάλη που επακολούθησε μέσα στο κόμμα. Τους στόχους του Λένιν για βιομηχανική ανάπτυξη που θα ξεπερνούσε τους άλλους τομείς, τους δεχόταν κατ’ αρχήν το κόμμα τη δεκαετία του 1920, υπήρχαν όμως διαφωνίες σε σημαντικές λεπτομέρειες.

Οι μελετητές του Τρότσκι πρέπει να προωθήσουν και να εξασφαλίσουν τη δημοσίευση όλων των στενογραφημένων πρακτικών των Ολομελειών της ΚΕ, όλων των ψηφισμάτων που υπέβαλε η Αντιπολίτευση, και άλλων ντοκουμέντων που σχετίζονται με την εσωκομματική πάλη. Επίσης, όσο αυτό είναι δυνατό, πρέπει να εξασφαλίσουν εξακριβωμένα στοιχεία για την κατάσταση που επικρατούσε τότε στη χώρα. Γιατί μόνο σε μια τέτοια βάση μπορούμε τώρα να κρίνουμε ποιά θέση τότε στο κόμμα προσέγγιζε περισσότερο τα μαθήματα που βγήκαν στη συνέχεια από τη ζωή, μετά τη στροφή στη ΝΕΠ.

Τρίτον, η πικρή ειρωνεία της μεταθανάτιας τύχης του Τρότσκι βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η δουλειά δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Γιατί η απαίτηση του Τρότσκι να ξεριζωθεί η γραφειοκρατία από το κόμμα, και το κόμμα «να υποτάξει τον μηχανισμό του σ’ αυτό το ίδιο», όπως έγραψε στο«Γράμμα προς τις Οργανώσεις του Κόμματος» που δημοσιεύθηκε στις 11 Δεκέμβρη 1923 στηνΠράβδα, ήταν σωστή. Ήταν αδύνατον να εμποδιστεί η νίκη του σταλινισμού με οποιονδήποτε άλλον τρόπο.

Είναι σημαντικό οι μελετητές του Τρότσκι που ερευνούν την εσωκομματική πάλη να πάρουν υπόψη τους ότι η κρίση στο κόμμα ωρίμαζε στη διάρκεια όλων των μετα-Οκτωβριανών χρόνων. Η εισήγηση του Ζηνόβιεφ στο 9ο Συνέδριο του Κόμματος το 1929 ήταν αφιερωμένη σ’ αυτή την κρίση, χωρίς να εξαντλεί το θέμα. Το αναγκαίο δεν ήταν η «επιστροφή» στους κανόνες της κομματικής ζωής που υπήρχαν επί Λένιν, προκειμένου να ανοικοδομηθεί το ΚΚΣΕ, όπως έχει πει πολλές φορές ο Γκορμπατσόφ, αλλά το ξερίζωμα των ελαττωμάτων που υπήρχαν ακόμα και την εποχή του Λένιν.

Με τα υπολείμματα του σταλινισμού σχετίζεται επίσης η εχθρική στάση του Γκορμπατσόφ και του ΚΚΣΕ απέναντι στον Τρότσκι και τον τροτσκισμό, μια στάση που αντιφάσκει με τις επικρίσεις τους απέναντι στον σταλινισμό και με τις δηλώσεις τους για την ορθότητα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Αυτή είναι η τέταρτη πλευρά της πικρής ειρωνείας της μεταθανάτιας τύχης του Τρότσκι.

Και, πέμπτον, είναι αναγκαίο να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι, παρά τις υπηρεσίες του προς την επανάσταση, το σοβιετικό κράτος και την πάλη ενάντια στο σταλινισμό, παρά το γεγονός ότι ήταν η δεύτερη σημαντικότερη ηγετική φυσιογνωμία μετά τον Λένιν στην Οκτωβριανή Επανάσταση και σ’ ολόκληρη την «περίοδο του Λένιν», ο Τρότσκι δεν έχει αποκατασταθεί με απόφαση του κόμματος και των δικαστικών αρχών, όπως έγινε με άλλους στενούς συντρόφους του Λένιν, θύματα του Στάλιν και του σταλινισμού. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η αποκατάσταση του Τρότσκι επανειλημμένα έχει τεθεί με θέρμη στον Τύπο και σε γράμματα προς τον Γκορμπατσόφ, την ΚΕ του ΚΚΣΕ και το Ανώτατο Δικαστήριο.

Πώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι μέχρι τώρα δεν έχει αποκατασταθεί ο Τρότσκι; Υπάρχουν αρκετοί λόγοι, και η επισήμανση αυτών των λόγων θα είναι μια χρήσιμη συνεισφορά των μελετητών του Τρότσκι για την κατανόηση της ιστορίας της ΕΣΣΔ και για την χρησιμοποίηση της κληρονομιάς του Τρότσκι προς όφελος της περεστρόικα. Ένας από τους λόγους είναι ότι «είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς άλλη προσωπικότητα στην ανθρώπινη ιστορία που να έχει στολιστεί με περισσότερα ψέματα από τον Λιεβ Νταβίντοβιτς Τρότσκι».

Ακόμα και το 1928 ο Τρότσκι έγραφε από την εξορία στην Άλμα Άτα ότι: «Αν αρχίσουμε να διαψεύδουμε τις συκοφαντίες σε ισοδύναμη κλίμακα (όπως έκανε ο Μαρξ στο βιβλίο του ενάντια στον Φογκτ – Β. Μπίλικ) θα χρειαστεί να εκδώσουμε μια χιλιάτομη εγκυκλοπαίδεια». (Λ. Τρότσκι,Ημερολόγια και Γράμματα, Ερμιτάζ, ΗΠΑ 1986, σελ. 26). Μ’ αυτό τον τρόπο, αρκετές γενιές σοβιετικών ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των «οπαδών» της κληρονομιάς του Τρότσκι και αυτών από τους οποίους εξαρτάται η αποκατάστασή του, έχουν εκπαιδευτεί σε συκοφαντίες σχετικά με αυτόν.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η φιλολογία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν παρουσιάζουν στην κοινωνία το αποτέλεσμα μιας απροκατάληπτης έρευνας για τον Τρότσκι αλλά μάλλον, με σπάνιες εξαιρέσεις, αυτό που είναι ήδη «γνωστό» στους συγγραφείς. «Αποδείχνουν» αυτό που θέλουν να αποδείξουν, χρησιμοποιώντας φράσεις που παραθέτουν εκτός των συμφραζομένων, και ακόμα πιο συχνά, κομμάτια φράσεων. Σ’ αυτό το πεδίο το ζήτημα της εξέλιξης των ιδεών του Τρότσκι και της ταξινόμησης των λαθών του είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Δεν σκοτίζονται να εκθέσουν τους λόγους, ιδιαίτερα όταν περιγράφουν τον χαρακτήρα του Τρότσκι.

Κι εδώ είναι η έκτη πλευρά της πικρής ειρωνείας της μεταθανάτιας τύχης του Τρότσκι: έχει αποδειχτεί, ότι ενώ στη δεκαετία του 1920 οι κατηγορίες που δημοσιεύονταν ενάντια στον Τρότσκι ήταν πολιτικής φύσης, που συνοδεύονταν από χυδαιότητες στις Ολομέλειες της ΚΕ, κυρίως το 1926-27, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 οι επιθέσεις στον χαρακτήρα του Τρότσκι έχουν καταλήξει να παίζουν σημαντικό ρόλο.

Στο μεταξύ, λόγω της ιδιαίτερης πολυπλοκότητας και τραγωδίας της ιστορίας μας αυτού του αιώνα, το ζήτημα του χαρακτήρα, των ικανοτήτων και των ιδιομορφιών των ιστορικών προσωπικοτήτων εκείνης της περιόδου αποκτά τεράστια σημασία. Αυτό γίνεται, ιδιαίτερα, γιατί σε μεγάλο βαθμό, η κατανόηση και χρησιμοποίηση της πολιτικής και ιδεολογικής κληρονομιάς τους, σε μερικά ζητήματα ακόμα και του παραδείγματός τους, εξαρτάται από τη στάση μας απέναντι σ’ αυτές τις ιστορικές προσωπικότητες, τόσο στις περιπτώσεις που διαφέρουμε λίγο-πολύ απ’ αυτούς, όσο και στις περιπτώσεις όπου συζητάμε και δεν είμαστε ούτε ομοϊδεάτες τους ούτε οπαδοί τους. Πιστεύω ότι η ερμηνεία της εξέχουσας προσωπικότητας του Τρότσκι, κάθε άλλο παρά επαρκής και περιεκτική είναι στη σοβιετική και ξένη βιβλιογραφία της οποίας έχω γνώση.

Η ρωσική ιδέα, ή «πού ανήκομεν;»

ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΚΡΙΤΣΕΦΣΚΑΓΙΑ, Η ΑΥΓΗ, 23.8.2015

Βιβιοχάρτης της σύγχρονης Ρωσίας (1)

Οι μεταφράσεις της ρωσικής λογοτεχνίας στην ελληνική γλώσσα (πλην των κλασικών κειμένων) δίνουν μια αμυδρή, και συνήθως λανθασμένη, εικόνα των γραμμάτων της Ρωσίας τού σήμερα. Είναι σχεδόν βέβαιο, ότι ακόμα και οι υποψιασμένοι κριτικοί της λογοτεχνίας στην Ελλάδα μετά βίας μπορούν να αναφέρουν δυο-τρία ονόματα, που σήμερα ταράζουν τα νερά του ρωσικού πνεύματος: η σύγχρονη ρωσική λογοτεχνία παραμένει terra incognita, που περιμένει τους εξερευνητές της.

Τα κείμενα, που θα ακολουθήσουν εδώ, παρουσιάζουν μάλλον και εκδοτικό ενδιαφέρον, αφού μπορούν να παίξουν ρόλο οδηγού, ενός σύντομου λεξικού ονομάτων και αξιών: ως γνώμονα δεν θα χρησιμοποιήσουμε μόνο το προσωπικό μας γούστο, αλλά τη διαπίστωση ότι ο συγκεκριμένος εκπρόσωπος των ρωσικών γραμμάτων επιτελεί διαχρονικό έργο, είναι συνεχιστής της μεγάλης ρωσικής λογοτεχνικής παράδοσης, σε όλες τις πτυχές της, και ως τέτοιος είναι και θα παραμένει επίκαιρος.

Η Ρωσία περνάει τη φάση αναζήτησης της ταυτότητάς της: ανήκομεν εις την Ανατολήν ή εις Δύσιν; Ποια πρέπει να είναι η σχέση των Ρώσων με την ιστορία τους, με το μακρινό και το πρόσφατο παρελθόν; Πού ακριβώς προσδιορίζονται τα σύνορα ανάμεσα στον πατριωτισμό και τον σοβινισμό; Τι σημαίνει η ρωσική ιδέα, η αναγέννησή της, για ένα κράτος που απειλείται να γίνει «ένας αχανής χώρος χωρίς λαό»; Τι σημαίνει για τη σύγχρονη Ρωσία η Ορθοδοξία;

Η ρωσική φιλοσοφία είναι επίσης terra incognita για τα ελληνικά γράμματα: ονόματα δίχως κείμενα, σε ελεύθερη ερμηνεία όσων τα γνώρισαν από τις μεταφράσεις στις ευρωπαϊκές γλώσσες και όσων εμπιστεύτηκαν την ευρωπαϊκή ερμηνευτική – συχνά παρερμηνευτική…

Το 2016 συμπληρώνονται 20 χρόνια από το θάνατο ενός μεγάλου Ρώσου ιστορικού της φιλοσοφίας, του Αρσένι Γκουλίγκα (1921-1996), μελετητή της γερμανικής φιλοσοφίας και κύριου μεταφραστή στα ρωσικά των Καντ, Χέγκελ, Σέλινγκ και πολλών άλλων.

Η ζωή και το έργο του Αρσένι Γκουλίγκα εξελίχτηκαν σε μια περίοδο σχεδόν νεκρή για τη φιλοσοφία, όταν η σοφία ήταν κατευθυνόμενη και η «φιλο-», η αγάπη γι’ αυτήν, συγκεκριμένη, με αυστηρά δομημένα δόγματα και αυστηρά συγκεκριμένους κλασικούς.

Το 2006, στη σειρά «Ζωή των Λαμπρών Προσωπικοτήτων», του Εκδοτικού Οίκου «Νέα Φρουρά» της Μόσχας, εξεδόθη ένα καταπληκτικό βιβλίο του Αρσένι Γκουλίγκα, Οι Δημιουργοί της Ρωσικής Ιδέας, όπου δεν υπεραμύνεται μόνο της ύπαρξης της ρωσικής φιλοσοφίας, δεν αναφέρεται μόνο στα ξεχασμένα ονόματα των μεγάλων Ρώσων φιλοσόφων, αλλά δίνει ένα αιχμηρό όπλο στα χέρια εκείνων που παλεύουν σήμερα να εξηγήσουν, ότι η ρωσική οικουμενικότητα, η ρωσική Sobornost, η ρωσική καθολικότητα, δεν έχει καμιά σχέση με την παγκοσμιοποίηση ή με την επιθυμία να υποτάξει τον κόσμο.

Ο πρόχειρος τίτλος του βιβλίου ήταν «Η φιλοσοφία του μέλλοντος»: ο Γκουλίγκα ολοκλήρωσε τη συγγραφή του έργου το 1995, μέσα στην κρίση που κατασπάραζε την χώρα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης – κρίση πολιτική, κρίση οικονομική, κρίση κοινωνική, και, το κυριότερο, κρίση αξιών. Το μέλλον της φιλοσοφίας στη Ρωσία είχε άμεση σχέση με το μέλλον της χώρας.

Ως γνήσιος φιλόσοφος, ο Γκουλίγκα προέβλεπε καθαρά τι θα επακολουθήσει∙ ακόμα και πριν από τη διάσπαση της χώρας έγραφε: «Μπορούμε να βγούμε από τη σημερινή κρίση, μόνο ακολουθώντας το δρόμο της εθνικής συνείδησης. Η εθνική συνείδηση δεν έχει καμιά σχέση με τον εθνικισμό και, εννοείται, με τον σοβινισμό. Τον σοβινισμό στη Ρωσία τον καλλιεργούν μόνο οι προβοκάτορες… Ο σύγχρονος φασισμός δεν είναι η σκιά του Χίτλερ… Είναι η διεθνής βία, που κατευθύνεται κατά της ισοτιμίας των λαών, συμπεριλαμβανομένου και του ρωσικού…».

Τότε, ο Γκουλίγκα κατηγορήθηκε δημόσια ως εθνικιστής, σοβινιστής, ακόμα και αντισημίτης. Σημειωτέον: πέρα από τον Ωκεανό τον θεωρούσαν αδιόρθωτο μαρξιστή… Σήμερα, δεν χωράει αμφιβολία ότι η ανθρωπότητα βαδίζει προς την ενοποίηση, όπως ισχυριζόταν ο Γκουλίγκα σχεδόν τρεις δεκαετίες πριν. Και σημείωνε: «το ερώτημα είναι πώς θα είναι αυτή η ενοποίηση: η αυτοκρατορία του Κακού, του ‘χρυσού δισεκατομμυρίου’ με επικεφαλής την επιλεγμένη ελίτ των επιλεγμένων λαών (κοινωνικών ομάδων), ή η οικουμενική, η καθολική ενοποίηση όλης της ανθρωπότητας;».

Σήμερα, όταν η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι σχεδόν βέβαιη, το έργο της φιλοσοφίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όταν είναι βέβαιο ότι, σε σύγκριση με το παρελθόν, η ανθρωπότητα περισσότερο χάνει, παρά κερδίζει. Όταν, όπως λέει ο Γκουλίγκα, η σκιά της Αποκάλυψης αρχίζει να καλύπτει τη Γη, όταν ο μεταμοντερνισμός, αντί να ερμηνεύει την κρίση, την απολαμβάνει, όταν τα πάντα επιτρέπονται και τα πάντα είναι δεκτά. «Οι απώλειες είναι τόσο μεγάλες, που σχεδόν επιβάλλεται να επιστρέψουμε πίσω, χωρίς να απωλέσουμε τις θετικές κτήσεις της εποχής μας».

Πριν πει ο Γκουλίγκα οτιδήποτε για τη ρωσική ιδέα, υπενθυμίζει, ότι αυτή την έννοια εισήγαγαν στα ρωσικά γράμματα και στη ρωσική φιλοσοφία ο Ντοστογιέφσκι και ο Σολοβιόφ, που ονειρεύονταν τη δημιουργία μια ενωμένης παγκόσμιας κοινωνίας, όπου «η προσωπικότητα δεν θα υποφέρει από τους πολλούς, και οι πολλοί δεν θα υποφέρουν από τις ‘οξείες γωνίες’ της προσωπικότητας».

Παρόλο που η σημασία της ρωσικής ιδέας είναι συγκεκριμένη, και οι εκφραστές της δεν ήταν ούτε «καρχαρίες του ιμπεριαλισμού», ούτε σκληροπυρηνικοί κομμουνιστές, την πολεμούσαν και συνεχίζουν να την πολεμούν και εκ δεξιών και εξ αριστερών, γιατί ίσως και σήμερα φαντάζει επικίνδυνη για τη Δύση. Ίσως γιατί μ’ αυτή την ιδέα συνδέονται η αναγέννηση του ρωσικού κράτους, η αναζήτηση της ταυτότητας του ρωσικού λαού; Σύμφωνα με έναν άλλον εκφραστή της, τον Νικολάι Μπερντιάγιεφ (1874-1948), «όλοι είναι υπεύθυνοι για όλους» και αυτό είναι το κύριο νόημά της.

Ο φιλόσοφος Ιβάν Ιλίν (1883-1954) θεωρούσε, ότι η ρωσική κουλτούρα είναι προϊόν των ιστορικών καταστροφών, αλλά η Ρωσία, σαν το Φοίνικα, πάντα αναγεννιόταν από της στάχτες της. Η ρωσική ιδέα της καθολικής σωτηρίας γεννήθηκε από το γεμάτο καταστροφές παρελθόν της Ρωσίας. Και πρέπει να αφουγκραζόμαστε το παρελθόν μας: η ρωσική ιδέα, όπως και κάθε εθνική ιδέα, είναι πρωτίστως η μνήμη. «Σήμερα, όταν, παρά τη φαινομενική ευημερία, ο κόσμος ολισθαίνει προς την καταστροφή», γράφει ο Γκουλίγκα, «η πείρα της Ρωσίας να ξεπερνάει τις καταστροφές είναι ιδιαίτερα πολύτιμη. Ιδιαίτερα για όσους προαισθάνονται αυτή την καταστροφή και πιστεύουν ότι υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί. Για όσους όμως πιστεύουν, ότι όσο αυξάνεται η παραγωγή και η ευημερία, όσο λειτουργεί η αστυνομία, κανένα κακό δεν θα συμβεί, η ρωσική ιδέα δεν υπάρχει».

Ανήκομεν εις την Ανατολήν ή εις Δύσιν; Το ερώτημα, όπως φαίνεται, δεν είναι και τόσο ρητορικό και καθόλου ξεπερασμένο. Ακόμα και σήμερα στην ίδια τη Ρωσία ακούγονται οι φωνές που καλούν τη Ρωσία και τους Ρώσους να εξευγενιστούν, να «συμμορφωθούν», να διδαχθούν από τη σοφία της Δύσης: «δώστε μας τον προτεσταντισμό, με τον ατομισμό και τον απόλυτο προορισμό του, αλλιώς χαθήκαμε!» Ακόμα και σήμερα υπάρχουν ρώσοι φιλόσοφοι που ελπίζουν ότι στη ρωσική ορθοδοξία θα αναπτυχτούν μεταρρυθμιστικά ρεύματα, που θα παίξουν ρόλο ανάλογο με τον ευρωπαϊκό προτεσταντισμό…

Σ’ αυτή ακριβώς την προτεσταντική «κλεισούρα» αντιπαραθέτει η ρωσική ιδέα την ορθόδοξη sobornost, μια έννοια που δεν μεταφράζεται σε καμιά γλώσσα, και από μερικούς Ευρωπαίους φιλοσόφους αποδίδεται ως «συμφωνία». Κατά τον Μπερντιάγιεφ, «η sobornost είναι αντίθετη και στην απολυταρχία των Καθολικών, και στον ατομισμό των Προτεσταντών, και σημαίνει ενότητα, που δεν αναγνωρίζει την επιβολή καμιάς εξωτερικής δύναμης, αλλά ούτε και καμιά ατομιστική μοναξιά και απομόνωση αναγνωρίζει».

Ανήκομεν εις την Ανατολήν ή εις Δύσιν;Το ερώτημα δεν αφορά τη γεωγραφία. Αφορά το παρελθόν και το μέλλον. Και, προπαντός, το παρόν. Μήπως τελικά δεν είναι και τόσο καθοριστικό πού ανήκομεν, αλλά πού επιλέγουμε να ανήκουμε;

Ευγενία Κριτσέφσκαγια είναι κλασική φιλόλογος

 

 

 

The October Revolution

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: