Αρχική > φιλοσοφία, Ψυχολογία, βιβλία, επιστήμη > Ψυχανάλυση και ιδεολογίες / Τριλογία της ουτοπίας

Ψυχανάλυση και ιδεολογίες / Τριλογία της ουτοπίας

Claude MONET The Japanese Bridge

 

 

Ψυχανάλυση και ιδεολογίες

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ, Η ΑΥΓΗ, 19.10.2014

ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΖΑΡΙΔΗΣ (επιμέλεια), Ψυχανάλυση και ιδεολογίες, συλλογικός τόμος, εκδόσεις ΚΑΠΟΝ, σελ.399

Ο εικοστός αιώνας σημαδεύτηκε από την παρακμή του αστικού πολιτισμού. Όλες οι δυνάμεις -πνευματικές και υλικές- που θεωρήθηκαν επιστέγασμά του φανέρωσαν το διπλό πρόσωπο του Ιανού μέσα σε δύο παγκόσμιους πολέμους, στις επαναστάσεις, στα απελευθερωτικά κινήματα των αποικιών, και στις κοινωνικές συγκρούσεις στο εσωτερικό των δυτικών χωρών. Σ’ αυτήν την κρίσιμη καμπή, που σήμανε τη μετάβαση από τον αστικό πολιτισμό στις μαζικές κοινωνίες, η κορυφαία στιγμή του, ο διαφωτισμός, τέθηκε υπό αμφισβήτηση ως μία ιδεολογία που συγκαλύπτει τις κυριαρχικές αξιώσεις του δυτικού ανθρώπου.

Ο δυτικός άνθρωπος υποτίθεται ότι χάρη στην καλλιέργεια του Λόγου του είχε υπερβεί την ανωριμότητα και θα μπορούσε πλέον να στέκεται ως αυτόνομο άτομο. Το αυτόνομο άτομο είναι το υποκείμενο του δυτικού πολιτισμού, το οποίο μάχεται να κυριαρχήσει και να καθυποτάξει την εξωτερική και την εσωτερική του φύση με τον Λόγο. Ωστόσο πίσω από αυτή την αισιόδοξη εικόνα του διαφωτισμού γινόταν φανερό ότι η κυριαρχία πάνω στη φύση νομιμοποιούσε τη δεσποτική κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο.

Η κριτική του αστικού πολιτισμού διείσδυσε σ’ όλες τις σφαίρες της νεοτερικότητας: τη φιλοσοφική, την επιστημονική, την καλλιτεχνική και την πολιτική. Η αποκάλυψη των κυριαρχικών αξιώσεων του μοντέρνου ατόμου εμπνέει, για παράδειγμα, το Μόμπυ Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ, φθάνοντας ίσαμε τις πρωτοπορίες της μοντέρνας τέχνης, όταν το άτομο και η αυτονομία του αναζητούνται σε βαθύτερα στρώματα του ψυχισμού και συνάμα τίθενται υπό αμφισβήτηση. Η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι οι επιθέσεις εναντίον του Λόγου και του αυτόνομου ατόμου έγιναν με τα εννοιολογικά εργαλεία που δημιούργησε ο ίδιος ο αστικός πολιτισμός. Εν πάση περιπτώσει, τόσο η μεταρρυθμιστική όσο και η υπερβατική κριτική της νεοτερικότητας κατέληξαν είτε σ’ έναν μετριοπαθή είτε σ’ έναν απόλυτο σκεπτικισμό όσον αφορά το διαφωτιστικό πρόταγμα και το αυτόνομο άτομο.

Σ’ αυτήν τη συνάφεια, η ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών παρέλαβε τη μαρξική κριτική της ιδεολογίας ως ψευδούς συνείδησης για να τη διευρύνει, με αποτέλεσμα ν’ ανακαλύψει και στον μαρξισμό μια ακόμη ιδεολογία: Ο Καρλ Μανχάιμ για να παραμερίσει το πρόβλημα της αλήθειας και του ψεύδους στην ιδεολογία όρισε την ψευδή συνείδηση ως μια συνείδηση που δεν έχει συλλάβει τη νέα πραγματικότητα και τη συγκαλύπτει με ξεπερασμένες κατηγορίες. Έκαμε όμως κι ένα βήμα παραπέρα, διαχωρίζοντας τη σχεσιοκρατία από τον σχετικισμό. Στη σχεσιοκρατική σύλληψη της ιδεολογίας η γνώση για τον κόσμο εξαρτάται από τη σκοπιά του υποκειμένου, κι άρα το ζήτημα της αλήθειας και του ψεύδους τίθεται με βάση τον τρόπο με τον οποίο βλέπει το υποκείμενο τον κόσμο. Από την άλλη πλευρά, ο σχετικισμός συγκρίνει τις ιδεολογικές σκοπιές για να περιορίσει το εύρος των οικουμενικών αξιώσεων της κάθε ιδεολογίας εφόσον αυτή εξαρτάται από την επιμέρους οπτική γωνία του υποκειμένου.

Αναμφίβολα, η πιο ριζική κριτική στη διαλεκτική του διαφωτισμού και στην ιδεολογία έχει ως προπάτορα τον Νίτσε. Το ξεσκέπασμα των βαθύτερων στρωμάτων του υποκειμένου ως βούληση για δύναμη, είναι η αιχμή του δόρατος κάθε ριζικής κριτικής των ιδεών και των ιδεολογιών και γίνεται ένα εκρηκτικό μίγμα όταν συνδέεται με την ψυχανάλυση. Γιατί ένα από τα σημαντικότερα κινήματα τα οποία ανέτρεψαν τον δυτικό λογοκεντρισμό -και συνάμα τον υπερασπίστηκαν- είναι η φροϋδική ψυχανάλυση.

Η φροϋδική ψυχανάλυση και οι ανακαλύψεις της επηρέασαν βαθύτατα τον φιλοσοφικό στοχασμό. Από τον Μαρκούζε στο Έρως και Πολιτισμός ίσαμε τους Ντελέζ – Γκουανταρί και τον Αντι-Οιδίποδα επιχειρείται μια ανατροπή της λογοκρατικής σύλληψης του ατόμου είτε προς την κατεύθυνση ενός ηδονισμού της συμφιλίωσης κι όχι της ισχύος (Μαρκούζε), είτε προς την κατανόηση του ατόμου με βάση μιαν επιθυμητική οικονομία (Ντελέζ – Γκουανταρί) που τα προβλήματά της θα λυθούν σε συνάρτηση με την ανατροπή της καπιταλισμού. Χρειάζεται να πούμε όμως ότι σε αντίθεση με τις προθέσεις των ίδιων των στοχαστών, αυτές οι αναθεωρήσεις των φροϋδικών ανακαλύψεων αφομοιώθηκαν από τις ηδονιστικές απαιτήσεις της πολιτιστικής βιομηχανίας, αποσαρθρώνοντας έτσι την ιεραρχική δομή του αστικού ατόμου με βάση το Υπερεγώ – εγώ – προεγώ. Η απόληξη αυτής της ανατροπής είναι ο ναρκισσισμός που χαρακτηρίζει το ασπόνδυλο άτομο των μαζικών κοινωνιών.

Στον Φρόυδ το εγώ, ως μια αδύναμη εκδοχή του Λόγου, είναι διαμεσολαβητής των απαιτήσεων βαθύτερων κοινωνικών μα και ατομικών δυνάμεων που το υπερκαθορίζουν. Αυτές οι ισχυρές ατομικές και κοινωνικές δυνάμεις εκφράζονται στις ιδεολογίες. Έχοντας πάντα κατά νου ό,τι διαδραματίστηκε στον μακρύ εικοστό αιώνα, η νηφάλια επανεξέταση των πορισμάτων της ψυχανάλυσης γύρω από το ζήτημα της ιδεολογίας αποκτά μία νέα ριζοσπαστικότητα. Ο συλλογικός τόμος με τον τίτλο Ψυχανάλυση και ιδεολογίες δοκιμάζει να την εκφράσει εμμένοντας στον Φρόυδ και συνάμα επιχειρώντας να πάει πέρα από τον Φρόυδ. Όπως γράφει στην εισαγωγή του τόμου ο Κώστας Μπαζαρίδης «η προσφυγή στην απατηλή προστασία ενός ιδεολογήματος είναι μια αναγκαία συνθήκη, ιδιαίτερα όταν η απόσταση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα γίνεται πολύ μεγάλη και όταν από αυτό το ρήγμα αναπηδούν πρωτόγονα άγχη και άφατες αγωνίες. Το υποκείμενο που ταλανίζεται από ανασφάλεια αποζητά μια όσο γίνεται λαμπρότερη και αναλλοίωτη αυταπάτη, την πιο γνήσια και πιο απειλητική εκδοχή της οποίας αποτελεί η θρησκεία… Η ωμότητα των θεσμών και των ιδεολογημάτων τους αντικαθιστούν την προσωπική βία αλλά και τη βία του Υπερεγώ».

Η ανάλυση αυτή θίγει τον πυρήνα της δομής των ιδεολογιών που είναι η απόσταση μεταξύ του εντεύθεν και του εκείθεν. Μάλιστα θα μπορούσε να είναι ο βασικός άξονας ενός καθαρού σκεπτικισμού ή μηδενισμού, εάν δεν μετριαζόταν με την αναφορά στη στράτευση του ίδιου του Φρόυδ υπέρ του ορθολογισμού και του αυτόνομου υποκειμένου. Ο Φρόυδ χρησιμοποίησε τα ψυχαναλυτικά εργαλεία του για να αναλύσει τις διαφορετικές μορφές νομιμοποίησης της κυριαρχίας, όντας στρατευμένος στο φιλελεύθερο ιδεώδες. Οι συγγραφείς του τόμου τονίζουν κατ’ επανάληψη τη συμβολή του Φρόυδ στην κατανόηση των φαινομένων της μάζας, με τις αναλογικές προσεγγίσεις του μεταξύ της συγκρότησης του ατόμου και των μαζικών φαινομένων. Όπως γράφει ο Κ. Μπαζαρίδης, στον Φρόυδ «η ιδεολογία είναι ό,τι ριζώνει μέσα στο υποκείμενο από τη φωνή των μεγάλων ανδρών». Μ’ άλλα λόγια το ιδεώδες εγώ -ο σπουδαίος άνδρας- είναι ο χαρισματικός ηγέτης του Μαξ Βέμπερ με τον οποίο ταυτίζεται η μάζα.

Η αντιπαράθεση μάζας και ατόμου, ανορθολογισμού και ορθολογισμού γίνεται φανερή στην επίθεση του Φρόυδ στη θρησκεία -την παραδοσιακή νομιμοποίηση της κυριαρχίας- στο όνομα του Λόγου. Σύμφωνα με τον Φρόυδ, όπως γράφει ο Μ. Parsons, όταν η ψυχική επεξεργασία για την ανάπτυξη εμπιστοσύνης με τους γονείς οδηγηθεί σε ματαίωση τότε δημιουργείται κενό νοήματος, μια απαισιόδοξη ή αρνητική εικόνα για τους γονείς και τον κόσμο, μια πίστη με αρνητικό πρόσημο, μια παρανοϊκή νοοτροπία. Αντιθέτως, φυσιολογική πίστη είναι η δυνατότητα να μη χάσουμε την πίστη μας προς τον κόσμο ως αντικείμενο αγάπης. Αυτή η νοοτροπία μεταφερόμενη από την ιδιωτική σφαίρα στη δημόσια γίνεται ερμηνευτικό κλειδί για την ψυχολογία των μαζών.

Ο Νίκος Τζαβάρας, στην εισήγησή του αναλύει από παρόμοια σκοπιά τον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Αφού επισημαίνει την αποτυχία της εξαγωγής του διαφωτιστικού προτάγματος της Δύσης στον υπόλοιπο κόσμο, ακόμη και μέσω του σοσιαλισμού, έρχεται να αναλύσει τα αταβιστικά χαρακτηριστικά των πολιτικών θρησκειών, θέτοντας για κανονιστικό κριτήριο το αυτόνομο άτομο. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός, γράφει, απλοποιεί τα ατομικά χαρακτηριστικά και τα άτομα μετατρέπονται σε πανομοιότυπα πολλοστημόρια. Ο κόσμος σε μια τέτοια συνάφεια ερμηνεύεται με βάση τα ιερά κείμενα και προκαταλήψεις.

Η ορθή αυτή ανάλυση δεν μπορεί παρά να είναι απόρροια μιας κουλτούρας που έχει ήδη γνωρίσει την ανάπτυξη του ατόμου και άρα μπορεί να κρίνει με αξιολογική ουδετερότητα μια διαφορετική κουλτούρα. Παρ’ όλα αυτά το ζήτημα που πολλοί από τους εισηγητές θέτουν παραμένει: κατά πόσον και η ίδια η ψυχανάλυση μπορεί να θεωρηθεί (και) ως ιδεολογία όταν εμμένει στο ιδεώδες του αυτόνομου ατόμου που, καθώς υπογραμμίζει ο Μαξ Χόρκχαϊμερ, είναι ερώτημα το αν υπήρξε ποτέ.

 

Τριλογία της ουτοπίας

ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΑΡΑΤΑΣΟΥ, Η ΑΥΓΗ, 19.10.2014

BETH REVIS, Μέχρι την άκρη του σύμπαντος (2011), Ένα εκατομμύριο ήλιοι (2012),Αποχρώσεις της Γης (2013), μτφρ. Αργυρώ Πιπίνη, Αθήνα, εκδόσεις Πατάκης

2036. Η Γη, παραδομένη στον οικονομικοπολιτικό εφιάλτη κρίσεων χρέους και υπό την καθοδήγηση της εταιρείας Ανταλλαγής Οικονομικών Πόρων, ετοιμάζεται να αποικίσει τον πλανήτη Κενταυρο-Γη. Το Godspeed, σκάφος γενεών, μεταφέρει δύο ομάδες πληθυσμού στρατιωτικούς και επιστήμονες με τις οικογένειές τους σε κρυογονικούς θαλάμους (είναι οι μελλοντικοί αποικιακοί ηγέτες, φορείς της κουλτούρας του 21ου αιώνα) και "πληβείους" που αναπαράγονται στο σκάφος -αυτοί με την κατάλληλη αγωγή και εξελικτικά θα αποτελέσουν το πειθαρχημένο εργατικό δυναμικό. Μια τρομακτική ανακάλυψη όμως τους κρατά μακριά από την Κενταυρο-Γη. Ακολουθούν αιματηρές συγκρούσεις και κάποιος που μένει στην ιστορία ως «Πρεσβύτατος» επαναφέρει την ειρήνη, εγκαθιδρύοντας μια ελεγχόμενη κοινωνία: η διαφορετικότητα περιορίζεται γενετικά και φαρμακευτικά, διαστρεβλώνονται τα γεγονότα, αποκρύπτεται η πραγματική θέση του Godspeed, διευκολύνεται η ύπαρξη μόνο δύο γενιών (των παραγωγικών εικοσάρηδων και σαραντάρηδων), ο «Πρεσβύτατος» κλωνοποιεί τον εαυτό του και διδάσκει τον εκάστοτε νέο «Πρεσβύτερο» να κάνει το ίδιο κ.ά.

2286. Κάποιος αρχίζει να δολοφονεί τους κοιμισμένους. Ο δεκαεξάχρονος νεαρός που σε αυτό το χρονικό σημείο της ιστορίας εκπαιδεύεται ως «Πρεσβύτερος» (και που δεν γνωρίζει ακόμη την καταγωγή του ούτε τη θέση του Godspeed) ανακαλύπτει τους κρυογονικούς θαλάμους και την Έιμυ, ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι που αγαπάει το τρέξιμο και τη λογοτεχνία, και τελευταία στιγμή τη σώζει από τον δολοφόνο.

Οι δύο έφηβοι, τέκνα της αντιουτοπίας του Godspeed και της δυστοπίας της Γης, διαδέχονται ο ένας τον άλλο από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ως αφηγητές φιλτράροντας από διαφορετική αντιληπτική σκοπιά τα γεγονότα. Η Revis παγιδεύει τους νέους σε έναν ειδολογικό μονόδρομο, ανοικειώνοντας ποικιλοτρόπως την, κεντρική στα ρομάντζα, σύμβαση του κεραυνοβόλου έρωτα. Άλλωστε το γεγονός ότι χρειάζεται να ενηλικιωθούν αποσπώμενοι από την ταυτότητά τους χάριν του εκπροσώπου ενός διαφορετικού ανθρωπολογικού παραδείγματος αλληγορεί τη μεταβατική ιστορικά, μεταγήινη, θέση της ανθρωπότητας του Godspeed. Το ειρωνικό ρομάντζο και η ιστορία ενηλικίωσης δίνουν τον καμβά για τη σύνθεση στοιχείων μυστηρίου, περιπέτειας, επιστημονικής φαντασίας, αλληγορίας, μεταγραφής, λογοτεχνικού ονείρου, δυστοπίας, αντιουτοπίας. Η ειδολογική φυσιογνωμία της τριλογίας όμως καθορίζεται από την πολιτική φαντασία που, εδώ, με αφηγηματικούς όρους μελετά προκλητικά θέματα – ερωτήματα: Τι χρειάζεται να γίνουν οι άνθρωποι για να προσαρμοστούν σε μια «Νέα Κιβωτό»; Πόσο και πώς διαφέρει το Godspeed από τη Γη ή την Κενταυρο-Γη; Πού τελειώνει η φύση και αρχίζει η κατασκευή; Μπορούμε να φτιάξουμε κοινωνίες ταυτόχρονα ελεύθερες και ειρηνικές; Πόσο φυσικός είναι ο άνθρωπος; Τι απογίνεται όταν η βιολογική-υλική υπόστασή του τροποποιηθεί;

Τα βασικό θέμα της τριλογίας πάντως είναι το όριο ισχύος της αντίστιξης φυσικού-κατασκευασμένου, που δοκιμάζεται σε πολλαπλά ανθρώπινα μεγέθη, άλλα θεωρούμενα ως απτά (ανθρώπινο σώμα, γενετήσια πράξη, φυσικό περιβάλλον κ.ά.) κι άλλα άυλα (ιδεολογία, ελευθερία, ειρηνική συνύπαρξη, μεταφυσική ανησυχία κ.ά.). Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κριτικής διάθεσης με την οποία προσεγγίζεται η αντίστιξη φυσικού – κατασκευασμένου βρίσκουμε στον χειρισμό δύο εμβληματικών μεταφορικών μοτίβων του ουτοπικού τρόπου της ζούγκλας και τηςκλινικής. Η κλινική αποτελεί μία από τις παραδειγματικές εικόνες που παραπέμπουν στο κατασκευασμένο και ελεγχόμενο (μαζί με ποικίλες γεωμετρικές αρχιτεκτονικές μορφές, κατασκευές πανοπτικής διαφάνειας, μηχανές που συνεργάζονται κλπ.) και ενσαρκώνει τρόμους της κλασικής αντιουτοπίας – σαν εκείνους που πήραν μορφή στην τεχνολογική κοινωνία του Εμείςκαι εξισορροπήθηκαν αφηγηματικά από τον Zamyatin στον θύλακα της φύσης-παραδείσου. Η ζούγκλα συνιστά παραδειγματική μεταφορά του φυσικού και του κτηνώδους (όπως και οι χαώδεις κατασκευές, τα σκουπίδια, οι τερατογενέσεις κ.λπ.). Αισθητοποιεί την πολιτική κριτική και τους βαθύτερους φόβους περί εκτροπής στη βαρβαρότητα της κλασικής ουτοπίας αλλά και της κριτικής δυστοπίας – ας θυμηθούμε ως προς την κλασική ουτοπία το News from Nowhere και τις εικόνες αρμονίας που οραματίζεται ο Morris κατευνάζοντας την αποκαρδιωτική αστική ασχήμια. Σε κορυφαία πολιτικά μυθιστορήματα βέβαια, όπως ο Λοιμός του Φραγκιά, που κινούνται εκείθεν του δυισμού και των πολιτικών και οραματικών αδιεξόδων που αυτός παράγει, εικονιστικά στεγανά δεν υφίστανται. Στην τριλογία της Revis, κι αυτό δεν είναι λίγο, τα στεγανά αμφισβητούνται. Στη Γη, στο Godspeed, στην Κενταυρο-Γη η κλινική γεννά παραλλαγές ζούγκλας ενώ η ζούγκλα αποκαλύπτεται κλινικό προϊόν. Το φυσικό μοιάζει κατασκευασμένο και το κατασκευασμένο σύμφυτο με τον άνθρωπο.

Η τριλογία, συνοψίζοντας, κερδίζει τον αναγνώστη ρίχνοντας βάρος στην αγωνία, την περιέργεια, την αντιπαράθεση οπτικών γωνιών αλλά και την έξυπνη αναδιάταξη και σ’ ένα βαθμό την κριτική προσέγγιση χαρακτηριστικών θεμάτων και συμβάσεων των ειδών με τα οποία συναρτάται. Το προαίσθημα ενός επικείμενου πλανητικού αδιεξόδου, η λαχτάρα και ο τρόμος της νέας αρχής, η αμφιβολία για τη δυνατότητα μιας πολιτισμικής tabula rasa συστήνουν το πραγματολογικό υπόστρωμα της συγκεκριμένης τριλογίας (ενδεχομένως και της εντυπωσιακής πλέον διάδοσης ειδών του ουτοπικού τρόπου στη νεανική κουλτούρα), τροφοδοτώντας τη διάθεση για πειραματισμό με την ουτοπική επιθυμία και το πάθος για την ανασκαφή του μέλλοντος.

Η μυθοπλαστική ουτοπία, μεταποιημένη, έχει επιστρέψει για τα καλά. Διαχέει μάλιστα την ατμόσφαιρά της σε βιβλία που δεν εντάσσονται στον τρόπο της ακόμη και σε παραδόσεις νεανικής μυθοπλασίας, όπως η δική μας, που τον τόνο – τους καθορίζει το ποιητικό στοιχείο και δευτερευόντως ο ρεαλισμός. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, το δυστοπικό φόντο στο Τότε που κρύψαμε έναν άγγελο της Δαρλάση. Ο τρόπος αυτός ανταποκρίνεται, φαίνεται, στη μορφολογία των σύγχρονων νεανικών πολιτικών αναζητήσεων και την περιθωριακή ή καμουφλαρισμένη διαβίωση του ριζοσπαστικού λόγου. Για αυτό ίσως η μυθοπλαστική βιομηχανία (κόμικ, εικονομυθιστόρημα, βιβλίο, βιντεοπαιχνίδι, κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές κ.ά.) στοιχηματίζει με ζέση στην «αρχαιολογία του μέλλοντος», χειραγωγώντας την προς αντιδραστικές μορφές και διεκδικώντας τον πλήρη οικονομικό και ιδεολογικό έλεγχό της – χωρίς απαραιτήτως να το επιτυγχάνει.

* Η Κατερίνα Καρατάσου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Σχολή Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Frederick (Κύπρος)

Auguste TOULMOUCHE An Elegant Beauty

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: