Αρχική > βιβλία, λογοτεχνία > Γιατί αρνήθηκε ο Σαρτρ το Νόμπελ / «Μια δυνατή φιλία»

Γιατί αρνήθηκε ο Σαρτρ το Νόμπελ / «Μια δυνατή φιλία»

Artus Wolffort (Flemish, 1581-1641), Saint Andrew

Artus Wolffort (Flemish, 1581-1641), Saint Andrew

Γιατί αρνήθηκε ο Σαρτρ το Νόμπελ

 

Της ΣΤΑΥΡ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Μισός αιώνας συμπληρώνεται σήμερα από την ημέρα που η Σουηδική Ακαδημία, ανακοινώνοντας το Νόμπελ Λογοτεχνίας 1964, βρέθηκε μπροστά σε μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη: η τιμή που είχε επιφυλάξει στον στρατευμένο φιλόσοφο και συγγραφέα Ζαν-Πολ Σαρτρ δεν γινόταν αποδεκτή από τον ίδιο!

Οπως θ’ αναγραφόταν στο λακωνικό δελτίο Τύπου που έμελλε ν’ ακολουθήσει, το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, κάτι χωρίς προηγούμενο στην ιστορία του θεσμού, «δεν επηρεάζει, φυσικά, την ισχύ της απόφασης». Ωστόσο, «η Ακαδημία δεν έχει παρά να διαπιστώσει πως η απονομή του βραβείου είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί»…

Με ποιες άλλες υποψηφιότητες χρειάστηκε ν’ αναμετρηθεί ο Σαρτρ; Και τι είδους σχόλια προκάλεσε η στάση του μέσα στους κόλπους του ιδρύματος; Οι απαντήσεις θα δοθούν τον Ιανουάριο του 2015, καθώς πρέπει να συμπληρωθεί η πεντηκονταετία για να βγουν στο φως τα αρχεία της συγκεκριμένης χρονιάς. Ανατρέχοντας ωστόσο στη βιογραφία «Σαρτρ 1905-1980» της Γαλλίδας πανεπιστημιακού Ανί Κοέν-Σολάλ (έργο που κυκλοφόρησε από τον Γκαλιμάρ το 1985 αλλά δυστυχώς παραμένει ανέκδοτο στη χώρα μας), μπορούμε να πάρουμε μια γεύση για το τι ακριβώς συνέβη στο Παρίσι εκείνες τις μέρες και να ξαναθυμηθούμε το σκεπτικό με το οποίο ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του υπαρξισμού έστρεψε την πλάτη στο Νόμπελ και στο διόλου ευκαταφρόνητο χρηματικό έπαθλό του -250.000 σουηδικές κορόνες- που το συνόδευε.

Ηδη από τον Σεπτέμβριο του 1964, χάρη σ’ ένα άρθρο της «Figaro Litteraire» -ο συντάκτης μάλιστα του οποίου σχολίαζε πικρόχολα το «αμφιλεγόμενο πολιτικό παρελθόν» του- ο συγγραφέας της «Ναυτίας», του «Κεκλεισμένων των θυρών» και των «Λέξεων» είχε πληροφορηθεί την πρόθεση της Σουηδικής Ακαδημίας και η αντίδρασή του υπήρξε ακαριαία. Επιστρατεύοντας, ως συνήθως, την πένα του κι όλα τ’ αποθέματα της φυσικής του ευγένειας, ο Σαρτρ ενημέρωνε τον γραμματέα τού ιδρύματος για το πώς σκοπεύει να κινηθεί, ευελπιστώντας ότι η στάση του, υπαγορευμένη τόσο από προσωπικούς όσο και από αντικειμενικούς λόγους, θα γίνει κατανοητή. Από ένα κακό παιχνίδι της τύχης, όμως, η επιστολή του δεν έφτασε εγκαίρως στον παραλήπτη της.

Ο Σαρτρ είχε ταχυδρομήσει το γράμμα του στο Ιδρυμα Νόμπελ κι από εκεί το είχε παραλάβει ένας υπάλληλος για να το μεταφέρει, χωρίς να το ανοίξει, στον γραμματέα της Σουηδικής Ακαδημίας, αλλά ο τελευταίος είχε μόλις αναχωρήσει για τις χειμερινές διακοπές του… Η απόφαση για το βραβείο είχε ήδη ληφθεί και τίποτε, τελικά, δεν εμπόδισε την επίσημη ανακοίνωσή της. Μόλις δε κοινοποιήθηκε η άρνηση του Σαρτρ, ένα πλήθος φωτογράφων και ρεπόρτερ άρχισε στο Παρίσι να τον πολιορκεί, διεκδικώντας εξηγήσεις. Τι είδους στρατηγική θα μπορούσε ν’ αναπτύξει απ’ τη μεριά του;

Το χειρόγραφο σημείωμα με το οποίο ο Σαρτρ ενημέρωνε τον γραμματέα του ιδρύματος για το πώς σκοπεύει να κινηθεί

Το χειρόγραφο σημείωμα με το οποίο ο Σαρτρ ενημέρωνε τον γραμματέα του ιδρύματος για το πώς σκοπεύει να κινηθείΗ λύση στην οποία κατέληξε, αφού συνεννοήθηκε με τους επικεφαλής του Γκαλιμάρ, του εκδοτικού του οίκου, ήταν να παραχωρήσει μια αποκλειστική συνέντευξη σ’ ένα πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης, όπως ο εγκατεστημένος στο Παρίσι Σουηδός συγγραφέας, εκδότης και μεταφραστής Καρλ-Γκούσταβ Μπγιούρστρομ.

Πριν ωστόσο προλάβει καν να ξεστομίσει ο τελευταίος τις ερωτήσεις του, ο Σαρτρ άρχισε να του εκθέτει τις απόψεις του σαν… πολυβόλο.

Αυτή τη φορά είχε περισσότερα να πει για την επιλογή του. «Η άρνησή μου», επέμενε, «δεν είναι μια αυθόρμητη κίνηση, ανέκαθεν αρνιόμουν τις επίσημες διακρίσεις. Το 1945, μετά τον πόλεμο, μου είχε προσφερθεί η Λεγεώνα της Τιμής και την αρνήθηκα, μολονότι ήμουν φίλα προσκείμενος στην τότε κυβέρνηση. Αναλόγως, ουδέποτε ενδιαφέρθηκα να μπω στο College de France, κι ας μου το συνιστούσαν πολλοί φίλοι. Η στάση αυτή οφείλεται στην άποψή μου για την ιδιότητα του συγγραφέα. Ενας συγγραφέας που υιοθετεί θέσεις πολιτικές, κοινωνικές ή λογοτεχνικές οφείλει να ενεργεί μόνο με τα δικά του μέσα – με τον γραπτό λόγο. Ολες οι πιθανές τιμές εκθέτουν τους αναγνώστες του σε μια πίεση την οποία θεωρώ ανεπιθύμητη. Αλλο να υπογράφω ως Ζαν Πολ Σαρτρ κι άλλο ως Ζαν Πολ Σαρτρ, κάτοχος Νόμπελ».

Οπως τόνιζε στη συνέχεια, «η μόνη δυνατή μάχη σήμερα στο μέτωπο του πολιτισμού είναι ο αγώνας για την ειρηνική συνύπαρξη των δύο πολιτισμών, του Ανατολικού και του Δυτικού. Δεν εννοώ μ’ αυτό ότι πρέπει ν’ αγκαλιάσει ο ένας πολιτισμός τον άλλον, γνωρίζω πως η μεταξύ τους αντιπαράθεση πρέπει να έχει τη μορφή σύγκρουσης, αλλά κι αυτή πρέπει να διεξάγεται ανάμεσα στους ανθρώπους και τις κουλτούρες, χωρίς θεσμικές παρεμβάσεις. Προσωπικά είμαι βαθιά επηρεασμένος από αυτήν την αντιπαράθεση, καρπός τέτοιων αντιπαραθέσεων είμαι κι ο ίδιος. Οι συμπάθειές μου κατευθύνονται αναμφισβήτητα προς αυτό που αποκαλείται ανατολικό μπλοκ, αλλά έχω γεννηθεί και ανατραφεί μέσα σε μια αστική οικογένεια και κουλτούρα. Κάτι που μου επιτρέπει να συνεργάζομαι μ’ ό,τι αποσκοπεί στο να πλησιαστούν περισσότερο οι δύο πολιτισμοί μεταξύ τους, με την ελπίδα, βέβαια, πως «θα νικήσει ο καλύτερος», δηλαδή ο σοσιαλισμός».

Από τη δήλωση του Σαρτρ δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι… μπηχτές για προηγούμενες αποφάσεις ή παραλείψεις της Ακαδημίας. Γιατί, φερ’ ειπείν, αγνοήθηκε ο Νερούδα, ένας από τους μεγαλύτερους Λατινοαμερικανούς ποιητές; Γιατί δεν έχει συζητηθεί σοβαρά μια υποψηφιότητα του Αραγκόν; Γιατί προτιμήθηκε ο Πάστερνακ κι όχι ο Σολόχοφ; Γιατί το μόνο σοβιετικό έργο που βραβεύτηκε έπρεπε να έχει εκδοθεί στο εξωτερικό, όντας απαγορευμένο στην ίδια του την πατρίδα; ρωτούσε με τον τρόπο του ο Γάλλος συγγραφέας. Κι όπως παραδεχόταν, αν του έδιναν το Νόμπελ κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας, αφότου είχε υπογράψει το «Μανιφέστο των 121» θα το αποδεχόταν γιατί δεν θα τιμούνταν μόνο ο ίδιος αλλά και η ελευθερία για την οποία όλοι μάχονταν. Κανείς όμως δεν του το πρόσφερε εκείνη την περίοδο…

Οπως ήταν φυσικό, η στάση του Σαρτρ δίχασε. Αλλοι την θεώρησαν αλαζονική και μεγαλομανιακή, άλλοι ως μια έμμεση ομολογία της μοναξιάς του, κι άλλοι υποκλίθηκαν στην απόφασή του βρίσκοντάς την απολύτως ταιριαστή με την κοσμοθεωρία του. Γεγονός, πάντως, είναι πως μέχρι να τιμηθεί ξανά από τη Σουηδική Ακαδημία άλλος Γάλλος (ο Κλοντ Σιμόν) χρειάστηκε να μεσολαβήσει μία εικοσαετία.

Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

«Μια δυνατή φιλία»

Η ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας όπου θριάμβευαν οι δειλοί και οι καιροσκόποι, στο βιβλίο του Πιερ Λεμέτρ «Καλή αντάμωση εκεί ψηλά»

«Ραντεβού στον ουρανό, όπου ο Θεός θα μας ενώσει ξανά, ελπίζω. Καλή αντάμωση εκεί ψηλά, αγαπημένη μου γυναίκα». Ετσι τέλειωνε το γράμμα ενός στρατιώτη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που έμελλε να οδηγηθεί στο απόσπασμα κατηγορούμενος άδικα για προδοσία.

Απ’ αυτή τη φράση ακριβώς -«Καλή αντάμωση εκεί ψηλά»- δανείστηκε ο Πιερ Λεμέτρ τον τίτλο του μυθιστορήματός του που, τέτοιες μέρες πέρσι, καρπωνόταν το Γκονκούρ έχοντας ήδη σημειώσει πωλήσεις εκατοντάδων χιλιάδων αντιτύπων. Και να που τώρα, χάρη στην ελληνική έκδοσή του (μτφρ. Εφη Κορομηλά, εκδ. Μίνωας), μπορούμε να απολαύσουμε κι εμείς την αφηγηματική δεινότητα, το σαρδόνιο χιούμορ, το σαρκασμό και την ειρωνεία του Λεμέτρ, καθώς ξεδιπλώνει τις περιπέτειες δύο αποστράτων που προσπαθούν να επιβιώσουν στην τόσο αφιλόξενη γι’ αυτούς μεταπολεμική Γαλλία. Οχι, δεν υπάρχει εδώ κάποια μεγάλη ιστορία αγάπης. Υπάρχει η ιστορία μιας δυνατής φιλίας ανάμεσα σε δύο άντρες εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους κι ακόμα, δυο απάτες εθνικής εμβέλειας με τεράστια οικονομική και συμβολική σημασία, αποκαλυπτικές του τι μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους είτε από απόγνωση, είτε από κυνισμό, είτε από απληστία.

«Να πώς τελειώνει ο πόλεμος, καημένε μου», γράφει ο ένας από τους κεντρικούς ήρωες του βιβλίου στον άλλο, όσο αναρρώνουν ακόμα σε ξεχωριστά νοσοκομεία. «Ενας τεράστιος κοιτώνας γεμάτος εξαντλημένους άντρες που ούτε να τους στείλουν στα σπίτια τους δεν είναι ικανοί. Κανείς για να σου πει μια κουβέντα, να σου σφίξει έστω το χέρι. Οι εφημερίδες μας είχαν υποσχεθεί αψίδες θριάμβου κι αντί γι’ αυτό μας στοιβάζουν σε αίθουσες που μπάζουν από παντού. Το «στοργικό ευχαριστώ της ευγνωμονούσης Γαλλίας» μετατράπηκε σε μια ατέλειωτη ταλαιπωρία, τσιγκουνεύονται το χαρτζιλίκι των 52 φράγκων, μας μοιράζουν με το σταγονόμετρο το ρουχισμό, τη σούπα, τον καφέ. Μας φέρονται σαν να ‘μαστε κλέφτες…».

Στο «Καλή αντάμωση…» πρωταγωνιστούν ένας πρώην τραπεζικός υπάλληλος, ταπεινής καταγωγής, συνεσταλμένος και λεμφατικής κράσης, κι ένας εκρηκτικής ιδιοσυγκρασίας, θηλυπρεπής, προικισμένος ζωγράφος εθισμένος στη μορφίνη, ο οποίος προτιμά να λογαριάζεται νεκρός παρά να επιστρέψει στους κόλπους της μεγαλοαστικής οικογένειάς του. Σε αντίθεση με τον πρώτο που δεν φέρει σπουδαία σωματικά τραύματα, ο δεύτερος έχει χάσει από ακρωτηριασμό το ένα του πόδι και το πρόσωπό του, σμπαραλιασμένο από οβίδα, μοιάζει με χοάνη που προκαλεί αποτροπιασμό. Και οι δυο, έπειτα από τέσσερα χρόνια στο Μέτωπο, θα μπορούσαν να συγκαταλέγονται στους τυχερούς που γύρισαν άθικτοι πίσω, αν λίγο πριν από τη συνθηκολόγηση δεν έπεφταν θύματα της μωροφιλοδοξίας ενός συμπατριώτη τους αξιωματικού που γύρευε παράσημα με κάθε κόστος. Οση δε προσοχή δίνει ο Λεμέτρ στη μετέπειτα πορεία των δυο αποστράτων, άλλη τόση δίνει και στου τελευταίου, χρεώνοντάς τον μάλιστα μ’ ένα σκάνδαλο ολκής που, αλίμονο, βασίζεται σε πραγματικό γεγονός.

Αφραγκοι και περιθωριοποιημένοι, οι δυο φίλοι φυτοζωούν σε μια τρώγλη στο Παρίσι μέχρι που κάποια στιγμή, πατώντας πάνω στη λατρεία των νεκρών που συνεπαίρνει τη χώρα, βάζουν μπροστά μια μεγαλεπήβολη απάτη, ικανή να τους κάνει από τη μια μέρα στην άλλη ζάπλουτους: κρυμμένοι πίσω από ένα ψευδεπίγραφο καλλιτεχνικό πρακτορείο, υπόσχονται μεγαλειώδη μνημεία πεσόντων σε δεκάδες σωματεία, κοινότητες και δήμους, διεκδικώντας από παντού διόλου αμελητέες προκαταβολές. Την ίδια περίοδο, ο αξιωματικός που αναφέραμε πιο πάνω, ξεπεσμένος αριστοκράτης αλλά και προνομιακός αποδέκτης κυβερνητικών συμβολαίων, εκμεταλλευόμενος την άμεση ανάγκη δημιουργίας μαζικών νεκροταφείων, δίνει ρεσιτάλ αισχροκέρδειας: παραδίδει φέρετρα μικροσκοπικού μεγέθους, όπου για να χωρέσουν οι σοροί πρέπει να κομματιαστούν, κι απασχολεί για ψωροδίφραγκα Σενεγαλέζους εργάτες που αδυνατούν να διακρίνουν την ταυτότητα των Γάλλων πεσόντων από εκείνη των Γερμανών…

Γραμμένο με οίστρο, με συνεχείς εναλλαγές κωμικών και τραγικών καταστάσεων, με αριστοτεχνικά δοσμένους χαρακτήρες και μια πλοκή που σε καθηλώνει ώς την τελευταία σελίδα, το «Καλή αντάμωση εκεί ψηλά» ζωντανεύει την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής και τα ήθη μιας κοινωνίας που επέτρεψε την ηρωοποίηση δειλών και την ευημερία καιροσκόπων, φαινόμενα που, δυστυχώς, εκατό χρόνια μετά δεν έχουν πάψει να επαναλαμβάνονται. Οπως διευκρινίζει ο Λεμέτρ στο επιλογικό του σημείωμα, η απάτη με τα μνημεία των πεσόντων είναι φανταστική. Αντίθετα, οι καταχρήσεις δημοσίου χρήματος που αποδίδει στον αριστοκράτη ήρωά του, προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από το «Σκάνδαλο των στρατιωτικών εκταφών» που ξέσπασε το 1922, απασχόλησε ευρέως τον Τύπο και μόνο αλώβητη δεν άφησε την τότε γαλλική κυβέρνηση.

Γεννημένος στο Παρίσι το 1951 και με σπουδές ψυχολογίας, ο Πιερ Λεμέτρ άργησε να διεκδικήσει την ιδιότητα του συγγραφέα. Για πολλά χρόνια δίδασκε επικοινωνία σε τμήματα επαγγελματικής κατάρτισης ενηλίκων, αλλά με το που δημοσίευσε, το 2006, το πρώτο του -αστυνομικό- μυθιστόρημα διαπίστωσε πως θα μπορούσε πλέον να βιοπορίζεται κι αλλιώς. Ακολούθησαν έξι ακόμη νουάρ που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες αποσπώντας άφθονες διακρίσεις και βραβεία για το συγκεκριμένο είδος, αλλά για τους λάτρεις της «υψηλής λογοτεχνίας» παρέμενε άγνωστος. Να όμως που κατάφερε να τους κατακτήσει!

***

Ψιλά γράμματα

* Γιατί οι Γερμανοί εκδότες έχουν τόσο μειωμένο ενδιαφέρον για τους Ελληνες συγγραφείς; ρωτά η Αντρέα Σέλινγκερ (στέλεχος του Ινστιτούτου Γκέτε) τη νεοελληνίστρια Μικαέλα Πρίντζιγκερ, μεταφράστρια μεταξύ άλλων των έργων του Πέτρου Μάρκαρη, σε συνομιλία τους που δημοσιεύεται στο ελληνογερμανικό σάιτ diablog.eu. Ιδού η απάντηση:

* «Στους εκδοτικούς οίκους έχουν τα σκήπτρα οι σκεπτικιστές. Για τους επώνυμους εκδοτικούς οίκους, ένας άγνωστος Ελληνας συγγραφέας, που δεν θα πουλούσε με την πρώτη προσπάθεια περί τα 10.000 αντίτυπα, είναι αδιάφορος. Κείμενα από τα ελληνικά αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό των μεταφράσεων από τις λεγόμενες «μικρές» γλώσσες. Μπροστά στην αγγλοαμερικανική υπεροχή όλες οι άλλες γλώσσες θεωρούνται άλλωστε «μικρές». Επιπλέον, ο Ελληνας συγγραφέας έρχεται αντιμέτωπος με τον τετραγωνισμό του κύκλου: να γράψει για τη χώρα του αλλά -παρακαλώ πολύ!- αποφεύγοντας την ομφαλοσκόπηση. Οταν γράφει για ένα γενικό θέμα απορρίπτεται βαριεστημένα, ενώ ένας Αγγλοαμερικανός συγγραφέας μπορεί να επινοεί ιστορίες περί ανέμων και υδάτων και να θεωρείται ακόμα και τότε εμπορικός».

* Και τι κάνει η Ελλάδα για να προβάλει προς τα έξω τη λογοτεχνία της; ρωτάει εμμέσως ο συντάκτης των «Iris Times», Ρίτσαρντ Πάιν, σε πρόσφατο ρεπορτάζ του, αναφερόμενος στο πρόγραμμα «Φράσις» και στους καρπούς που έδωσε μέχρι το κλείσιμο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Οπως γράφει, μέσα σε δύο χρόνια, και μ’ έναν προϋπολογισμό 189.000 ευρώ, το «Φράσις» στήριξε τη μετάφραση 28 βιβλίων (από τα 100 υποψήφια), εκ των οποίων μόλις τέσσερα προορίζονταν για την αγγλόφωνη αγορά.

* Ποιους συγγραφείς μας, πέρα από τον Καζαντζάκη, μεταφρασμένους στ’ αγγλικά, προτείνει στους αναγνώστες της εφημερίδας ο ίδιος; Τον Δημήτρη Χατζή, την Ευγενία Φακίνου, τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, τον Παύλο Μάτεσι, τον Πάνο Καρνέζη, τον Μάρκαρη, τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, ενώ κάνει μνεία της σειράς Modern Greek Writers του Κέδρου και της συλλογής ιστοριών του Παπαδιαμάντη των εκδόσεων Denis Harvey, που εδρεύουν στην Εύβοια. Σ.Π.

Mary

http://gr.pinterest.com/pin/325033298081057085/

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: