Αρχική > εκπαιδευτικός > Η απεργία των καθηγητών το 1997 α

Η απεργία των καθηγητών το 1997 α

σάρωση0043

 Η φωτογραφία είναι από κοινή συνέντευξη της ΟΛΜΕ με τους αρχηγούς των κομμάτων της τότε αντιπολίτευσης στην περίοδο της απεργίας. Από αριστερά είναι: Γ. Μπανιάς, Α. Σαμαράς, Δ. Τσοβόλας, Ν. Κωντσαντόπουλος, Α. Παπαρήγα, Μ. Έβερτ και Δ. Κωσταράκος, Π. Ρούσκας, Δ. Καρλαύτης, Κ. Μανιάτης, Α. Αντωνάκος, Ν. Τσούλιας, Γ. Καλομοίρης, Κ. Ράμμας, Κ. Γιακουμάκης, Κ. Μπόικος, Θ. Ακριτίδης.  

 

Το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο – γενική αναφορά

Του Νίκου Τσούλια

Προλεγόμενα

      Ένα μεγάλο εκπαιδευτικό και κοινωνικό «συμβάν» δεν εξαντλείται εύκολα. Ερμηνεύεται και επανερμηνεύεται διαρκώς. Αυτή η δική μου προσέγγιση γίνεται με μοναδικό στόχο τη συμβολή σ’ αυτό το διαρκή διάλογο. Δεν γράφω ιστορία ούτε μπορώ να ισχυριστώ ότι θα είμαι αντικειμενικός, ακριβώς γιατί δεν έχει νόημα η έννοια της αντικειμενικότητας σε αρκετά ζητήματα που συνδέονται με επιδιώξεις και στόχους ανθρώπων και συλλογικών υποκειμένων. Σαφώς και τα γεγονότα θα παρουσιάζονται με την καθαρότητά τους, αλλά η ερμηνεία και η προσέγγιση θα έχουν προσωπική ματιά. Ωστόσο, θα είναι πάντα ευκρινής η διάκριση μεταξύ γεγονότων και ερμηνειών.

      Και επειδή βρέθηκα επικεφαλής αυτού του απεργιακού αγώνα από τη θέση του προέδρου της ΟΛΜΕ, θα καταθέσω αρκετά στοιχεία για να φωτίσω όσο το δυνατόν περισσότερες πλευρές. Θα σημειώσω λάθη και παραλείψεις προσωπικές (φυσικά και της ΟΛΜΕ) αλλά και σωστές εκτιμήσεις και προτάσεις. Η κριτική και πιο πολύ η αυτοκριτική είναι δημιουργικά και γονιμοποιητικά στοιχεία σε κάθε έκφραση της προσωπικής και συλλογικής μας ζωής. Προσβλέπω σε έναν ζωντανό διάλογο, σε μια αντιπαράθεση ιδεών και απόψεων με κύριο στόχο την ενδυνάμωση της συλλογικής αντίληψης των κοινωνικών κινημάτων. Γιατί η «αλήθεια» είναι μια «κοινωνική κατασκευή», κανένας δεν είναι κάτοχός της. Γεννιέται, ευδοκιμεί και ανθοφορεί στο πεδίο των συλλογικών ζωντανών αφηγήσεων.

      Τέλος, η γραφή επιδιώκει να συμβάλλει στην καταγραφή σχετικού υλικού για τη μελέτη και έρευνα του εν λόγω γεγονότος. Αρκεί να σημειώσω ότι καθ’ όλη τη διάρκεια των 18 χρόνων που έχουν παρέλθει από την απεργία της ΟΛΜΕ το 1997 μου έχουν ζητήσει επανειλημμένα στοιχεία και συνεντεύξεις αρκετοί / αρκετές ερευνητές / ερευνήτριες για σχετικές εργασίες τους.

      Προφανώς οι κρίσεις και η όποια αξιολόγηση πρέπει να γίνουν με την ολοκλήρωση των σχετικών άρθρων, να έχει  δηλαδή συνολικό χαρακτήρα. Στο τέλος αυτής της αρθρογραφίας θα αθροιστούν όλα τα κείμενα σε ένα ενιαίο «σώμα».

Το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο – γενική αναφορά

      Είναι η εποχή όπου στη διεθνή σκηνή κυριαρχούν οι εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης, της ολοένα και μεγαλύτερης διεθνοποίησης της οικονομίας και του διαρκούς οικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ανέφελη και όλο και περισσότερες χώρες – ιδιαίτερα από την Ανατολική Ευρώπη και από τα Βαλκάνια – επιδιώκουν την ένταξή τους στην ευρωζώνη και στο ευρώ. Στον περίγυρο της χώρας μας έχουμε τον πόλεμο και το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας με ευθεία ανάμιξη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πιο πολύ της Γερμανίας και του Βατικανού, με ολέθρια αποτελέσματα για τους λαούς αυτής της χώρας.

      Η Ελλάδα κινείται σε τρεις βασικούς πολιτικούς άξονες: την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ, την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και τον εκσυγχρονισμό που αποτέλεσε και τη βασική πολιτικο- ιδεολογική αντίληψη του τότε κυβερνητικού κόμματος.

      Η εν λόγω απεργία είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια απεργία των καθηγητών στην ιστορία της εκπαίδευσης. Διήρκεσε δύο μήνες (20 Ιανουαρίου – 20 Μαρτίου 1997) και είναι η μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση στο δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα εδώ και 18 χρόνια. Την ακολούθησε μια σχετικά μεγάλη ανάλογη απεργία των δασκάλων αλλά μικρότερης διάρκειας το 2006.

      Οι βασικές αιτίες της απεργιακής έκρηξης ήταν α) η θεσμική ακινησία και η έλλειψη προοδευτικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και β) η χρόνια υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μη ορθολογική λειτουργία σχολείων και πανεπιστημίων αλλά και την αναίρεση της αναπτυξιακής δυνατότητας της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα. Αφορμή όμως υπήρξε η διαμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων εκείνης της περιόδου, μισθολογίου που όχι μόνο δεν βελτίωνε – στην αρχική του εκδοχή – την οικονομική κατάσταση των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά και την επιδείνωνε σε μερικές περιπτώσεις.

      Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι υπήρξε διάχυτη και έντονη δυσαρέσκεια στους κόλπους των καθηγητών για την εις βάρος τους μεροληπτική και συντεχνιακή αντίληψη και στάση της πολιτείας όσον αφορά το μισθολογικό τους καθεστώς. Αυτή η δυσαρέσκεια είναι διαχρονική, γιατί τέτοια είναι και η συμπεριφορά όλων των κυβερνήσεων. Αν εξεταστούν οι αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο χώρο, θα δούμε μια πλήρη ανορθολογική εικόνα, στην οποία εργαζόμενοι με λιγότερα προσόντα αλλά και με συγκριτικά και σχετικά λιγότερο σημαντικό κοινωνικό έργο να αμείβονται με πολύ καλύτερους μισθούς. Θα δούμε στο χώρο του δημοσίου εργαζόμενους να αμείβονται με διπλάσιες αποδοχές από τους εκπαιδευτικούς, αν και δεν βρίσκονται ούτε καν στο πεδίο των πτυχιούχων του πανεπιστημίου!

      Είναι ενδεικτικό ότι στα συλλαλητήρια της απεργίας του 1997 οι απεργοί καθηγητές – ανάμεσα στα άλλα συνθήματα – ζητούσαν αμοιβές ανάλογες εκείνων των καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών!!! Γι’ αυτό θα παρατηρήσουμε και την κατά περιόδους εμφάνιση απεργιών διαρκείας των εκπαιδευτικών στη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Χωρίς να έχω μελετήσει επιμελώς τα σχετικά στοιχεία, θεωρώ ότι οι εκπαιδευτικοί αυτής της βαθμίδας της εκπαίδευσης έχουν κάνει συνολικά τις περισσότερες ημέρες απεργίας τις τελευταίες δεκαετίες. Φυσικά η ερμηνεία είναι απλή: Οι καθηγητές αισθάνονται ότι παραμελείται η εκπαίδευση, ότι παραμελείται ο δικός τους παιδαγωγικός ρόλος, και η απεργία αποτελεί την ένδειξη ενός συσσωρευμένου θυμού αλλά και την αποφασιστικότητα να αγωνιστούν για τη βελτίωση της δημόσιας εκπαίδευσης.

      Για να δώσουμε και την ύστερη προσέγγιση στο θέμα μας, πολύ αργότερα και κάτω από την πίεση της οικονομικής κρίσης της χώρας μας θα βγει στην επιφάνεια η φοβερή ανορθολογικότητα στα διάφορα μισθολόγια. Και το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι το γεγονός ότι εκείνοι οι πολιτικοί που διαμόρφωσαν τα διάφορα μισθολογικά εκτρώματα, εμφανίζονταν χρόνια μετά – και υπό το βάρος ενός μοναδικού για ευρωπαϊκή χώρα κλαδικού συντεχνιασμού με την ευθύνη των κυβερνήσεων – ως οι επικριτές τους και οι τιμητές του νοικοκυρέματος!

      Εδώ βέβαια δεν χρειάζεται να δαιμονοποιούμε διαρκώς τα πράγματα. Σε μεγάλο βαθμό η συντεχνιακή συνέκφραση κράτους και μερικών συνδικαλιστικών φορέων ήταν απόρροια του συνολικού οικονομικού κόστους, η οποία συχνά εκφραζόταν και δημόσια. Δηλαδή, υπολόγιζαν οι αρμόδιοι υπουργοί το άθροισμα μιας οικονομικής ρύθμισης πολλαπλασιάζοντας με τον αριθμό των εργαζομένων και έμεναν σ’ αυτή την αθροιστική εκτίμηση. Δεν έβλεπαν την εκτρωματική εικόνα που διαμορφωνόταν σταδιακά. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι όταν γινόταν μια ρύθμιση σε έναν σχετικά μικρό κλάδο εργαζομένων, η απόφαση ήταν στα χέρια του αρμόδιου υπουργού και μπορούσε να γίνει μονομερώς από τον υπουργό, χωρίς καν να φτάνει το θέμα στο υπουργικό συμβούλιο ή και ακόμα να γνωρίζουν οι άλλοι υπουργοί τη δεδομένη κίνηση.

      Για το χώρο των εκπαιδευτικών τα πράγματα εμφανίζονταν εντελώς διαφορετικά. Με δεδομένο τον μεγάλο αριθμό συνολικά των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (περίπου 160.000) – οι ρυθμίσεις από ένα σημείο και μετά γίνονταν ενιαία – η όλη υπόθεση έπρεπε να πάει σε υπουργικά συμβούλια και σε κυβερνητικές επιτροπές. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έπρεπε να έχει γίνει πρόβλεψη εκ των προτέρων στον κρατικό προϋπολογισμό. Αναφέρω χαρακτηριστικά το εξής περιστατικό. Κατά τη διάρκεια της απεργίας συναντήθηκα σε έναν κινηματογράφο με έναν πρώην υπουργό παιδείας του συντηρητικού πολιτικού χώρου, ο οποίος το πρώτο πράγμα που με ρώτησε ήταν το συνολικό κόστος του οικονομικού αιτήματός μας στον κρατικό προϋπολογισμό. Όταν το είπα το μέγεθος, μου απάντησε: «ξέχασέ το, πρόεδρε». Και στη δική μου ανταπάντηση για το ρόλο των εκπαιδευτικών και για τις φοβερές ανισότητες που υπήρχαν στο μισθολογικό καθεστώς του δημοσίου, απλώς κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του.

      Αυτά όλα αναφέρονται όχι για να απομειωθούν οι ευθύνες των κυβερνώντων για την εκτρωματική μισθολογική πολιτική, αλλά για να φωτιστούν όλες οι πλευρές και να καταγραφούν ακόμα και τα πιο έωλα επιχειρήματα της «άλλης πλευράς», από όπου κι αν προέρχονται, με στόχο την πληρέστερη ερμηνεία του ζητήματός μας.

      Έτσι, οι μισθολογικές πολιτικές που εκφράστηκαν κατά το διάστημα που μας αφορά και πέραν τούτου (ουσιαστικά σ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης) είχαν καθαρά συντεχνιακή αντίληψη, με φοβερές ανισότητες στο εσωτερικό των δημοσίων υπαλλήλων με κύρια την ευθύνη γι’ αυτό το καθεστώς στις κυβερνήσεις. Φυσικά εδώ δεν λείπουν οι ευθύνες και από τους συνδικαλιστικούς φορείς και συγκεκριμένα από την ΑΔΕΔΥ που δεν φρόντιζε να ενιαιοποιεί το μισθολογικό καθεστώς όλων των υπαλλήλων και να θέτει κάποιες βασικές αρχές με τις οποίες θα αναπτύσσονταν και με ορθολογικό τρόπο επιμέρους κλαδικές ρυθμίσεις, χωρίς να έχουμε διπλάσιες π.χ. αποδοχές από έναν κλάδο σε άλλον! Προφανώς εδώ υπάρχουν και ευθύνες της ΟΛΜΕ και δικές μου προσωπικές που, ενώ είμαστε αντίθετοι στην επιμέρους κλαδική ευνοιοκρατία, δεν βάζαμε πολιτική ρήξης στο δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα. Και αυτός ο δισταγμός συνδεόταν με την μετέωρη προφανώς δικαιολογία να μην παρεμβαίνουμε στο εσωτερικό των άλλων κλαδικών χώρων.

      Όσον αφορά την ίδια τη μισθολογική πολιτική στο χώρο του δικού μας συνδικαλιστικού φορέα είχαν αναπτυχθεί το διάστημα εκείνο δύο τάσεις. Η μία (από την παράταξη του συντηρητικού χώρου) υποστήριζε τη θέση για τη δημιουργία ειδικού Εκπαιδευτικού Μισθολογίου και η άλλη (από τις παρατάξεις του χώρου της κεντροαριστεράς και της αριστεράς) που ήταν και η πλειοψηφική υποστήριζε την άποψη των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, σε δύο επίπεδα, ένα γενικό της ΑΔΕΔΥ και ένα ειδικό της ΟΛΜΕ. Η ιδέα του εκπαιδευτικού μισθολογίου «κολλούσε» και στο γεγονός ότι δεν έδειχναν καμιά προθυμία οι πανεπιστημιακοί και επομένως η αναφορά γινόταν μόνο στις δύο βαθμίδες της εκπαίδευσης.

      Σε κάθε περίπτωση, εκτιμούσα τότε και εκτιμώ και τώρα ότι βασικό πρόβλημα στη μισθολογική εικόνα των εκπαιδευτικών δεν ήταν το σχήμα και η μορφή στο μισθολογικό μας καθεστώς αλλά αυτό καθ’ εαυτό πρόβλημα της συνολικής χρηματοδότησης της εκπαίδευσης και της μη ενίσχυσης του αναπτυξιακού της ρόλου. Για να τεκμηριώσω αυτή τη θέση μου θεωρώ ότι είναι αρκετό να αναφερθεί το εξής στοιχείο. Από το σύνολο της κρατικής χρηματοδότησης στη δημόσια εκπαίδευση το 95% περίπου πήγαινε σε ανελαστικές δαπάνες, σε δαπάνες που απλώς συντηρούσαν το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα. Οι αναπτυξιακές δαπάνες και οι επενδύσεις αφορούσαν το υπόλοιπο 5% και πάντως δεν αρκούσαν ούτε καν για μια επιμέρους μεταρρυθμιστική εκπαιδευτική πολιτική. Αυτή η πολιτική αντίληψη τροφοδοτούσε τον κύκλο της μη ανάπτυξης αφού, ενώ όλοι οι δημόσιοι φορείς (διεθνείς και εθνικοί), όλοι οι κοινωνικοί φορείς και το σύνολο της εκπαιδευτικής βιβλιογραφίας, θεωρούσαν τις δαπάνες για την εκπαίδευση ως την πιο παραγωγική επένδυση για μια χώρα, οι ελληνικές κυβερνήσεις την αντιμετώπιζαν με τον πιο στενό λογιστικό τρόπο!

      Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι αναπτυξιακές επενδύσεις στο χώρο της εκπαίδευσης προέρχονταν κυρίως από ευρωπαϊκούς πόρους, αλλά και σ’ αυτόν τον τομέα η χώρα μας δεν τα πήγαινε καλά αφού α) η απορροφητικότητα των σχετικών κονδυλίων σε κάθε φάση των προγραμμάτων ήταν χαμηλή και β) οι επιλογές των σχετικών χρηματοδοτήσεων είχαν χαμηλά πολλαπλασιαστικά εκπαιδευτικά οφέλη και προορίζονταν κυρίως εκεί όπου υπήρχε η σχετική τεχνογνωσία.

      Ως γενική παρατήρηση θα πρέπει να σημειώσω ότι στο συνδικαλιστικό κίνημα των καθηγητών των γυμνασίων και των λυκείων και των τεχνικών σχολών της χώρας εκφράζεται σε μεγάλο ποσοστό ο χώρος των αριστερών δυνάμεων (το μεγαλύτερο ποσοστό σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο επαγγελματικό χώρο) και αυτό το γεγονός προσδίδει έναν μεγάλο βαθμό ριζοσπαστικότητας συνολικά στο εκπαιδευτικό κίνημα, ριζοσπαστικότητας που εκφράζεται και στα σχετικά κείμενα της ΟΛΜΕ αλλά και στην όλη δράση της.

      Συμπερασματικά και γι’ αυτό το πρώτο κεφάλαιο του θέματός μας, μπορώ να ισχυριστώ ότι: α) Ο κλάδος των εκπαιδευτικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης βίωνε μια απαξίωση στο ρόλο του σχολείου και στον παιδαγωγικό και επιστημονικό του ρόλο και τη βίωνε και στο μισθολογικό του καθεστώς και σ’ αυτή την απαξίωση προστίθετο και μια εις βάρος του συγκριτική οικονομική πολιτική. Η συντεχνιακή αντίληψη αφορούσε πρωτίστως τις κυβερνήσεις και όχι τον κλάδο των εκπαιδευτικών, που αγωνιζόταν για άρση των ανισοτήτων και των αδικιών. β) Η κυβέρνηση δεν είχε μια εθνική στρατηγική για την ανάπτυξη της χώρας και απλώς επιδιδόταν στη βασική γραμμή της ένταξης της χώρας στην ευρωζώνη, αλλά χωρίς τη δημιουργία ενός παραγωγικού μοντέλου και ως εκ τούτου δεν ενέτασσε την εκπαίδευση στις εθνικές προτεραιότητες της χώρας.

σάρωση0041

Η φωτογραφία είναι από συνάντηση του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ
με τον αρχηγό της Ν.Δ. Μ. Έβερτ.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: