Αρχική > λογοτεχνία > Πολιτισμικοί Μετεωρίτες

Πολιτισμικοί Μετεωρίτες

Γράφει & επιμελείται ο Κώστας Παπαθανασίου

Σαν σκηνή από ταινία ΠΡΟΣΕΧΩΣ*: ένας αιχμάλωτος-πρόσφυγας καταγράφει

Με την πρόσφατη κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου με διηγήματα, «Ανέβας και κατέβας», να ολοκληρώνει ίσως έναν κύκλο προσωπικών και συλλογικών καταγραφών, ο Γεώργιος Χαριτωνίδης επιβεβαιώνει το γεγονός πως εάν έχεις κάτι να πεις, απλά κάθεσαι και το γράφεις.

Συνέντευξη με το συγγραφέα Γεώργιο Χαριτωνίδη

Όταν μετά τον πόλεμο του 1974, οι κυριότεροι/ες συγγραφείς-ποιητές/τριες αυτού του τόπου άρχισαν να γράφουν τη μία μπούρδα πάνω στην άλλη μπούρδα και να δεξιώνονται τις μυξοκλαίουσες, κατά τα άλλα τραγικές, εμπνεύσεις τους στα γνωστά σαλόνια της εξαργυρώσεως του πόνου… κάποιοι πήραν το δράμα τους στην πλάτη και ρίχτηκαν στη βιοπάλη του ενσταλαγμένου πρότερου βιώματος και της, χωρίς λογοκρισία, ενδυνάμωσης της μνήμης. Ο Γεώργιος Χαριτωνίδης δε διεκδικεί τον τίτλο του λογοτέχνη, δεν έχει ανάγκη από επιτελεία επαγγελματιών γραφιάδων να του «χτενίσουν» τα βιβλία του, δεν πούλησε την προσωπική του περιπέτεια σ’ αχόρταγους δήθεν ανθρωπιστές και το κυριότερο δεν ξέχασε πως είναι Έλληνας με καταγωγή από ένα νησί που μέρος του κατακτήθηκε από τους Τούρκους. Η εμφάνιση του στην ελληνική πεζογραφία, το 2003, άφησε πολλούς καταφερτζήδες του λόγου άναυδους. Τίποτα περιττό δεν υπάρχει στα γραπτά του, η οικονομία των λέξεων στοχεύει στην καταγραφή, με το χέρι στην καρδιά, αυτών που πρέπει να ειπωθούν όπως συνέβησαν χωρίς ίχνος παρηγορητικού συναισθηματισμού. Ένας ρεαλισμός που σπάει κόκαλα, εάν δηλαδή υπάρχουν άνθρωποι σ’ αυτό το εξακολουθητικά βιασμένο νησί (και από εμάς τους ίδιους) που μπορεί έστω και λίγο να τρίξει ο καλοζωισμένος σκελετός τους.

Ιδιαίτερη η τιμή που μας κάνετε, κύριε Χαριτωνίδη, αποδεχόμενος την πρόσκληση να μας μιλήσετε, ελπίζω έξω από τα δόντια. Πείτε μας, μετά την απελευθέρωσή σας από τον τουρκικό στρατό τι σας ώθησε να μεταβείτε πρόσφυγας, κατά κάποιο τρόπο απόδημος, στην Αθήνα;

Γ.Χ.: Δεν θυμάμαι από πότε μου ζήτησαν να δώσω συνέντευξη, επομένως εγω σας ευχαριστώ. Δική μου τιμή.

Ήθελα να φύγω από την Κυπρο κυνηγημένος από τους εφιάλτες του πολέμου και της αιχμαλωσίας. Από τον αβάστακτο πονο που αισθανόμουνα, η Αθήνα ηταν ένα καταφύγιο για μενα. Θυμάμαι τις πρώτες ημέρες τα πρωινά που ξυπνούσα, για δευτερόλεπτα κοιτούσα γύρω μου τους τοίχους για να διαπιστώσω ότι ήταν της υπόγειας γκαρσονιέρας που με φιλοξενούσε και όχι της φυλακής στη Τουρκία. Αισθανόμουνα ανακούφιση και ευτυχία. Ένοιωθα ελευθερία με ασήμαντα πράγματα όπως να μπορώ να πιω ένα καφέ, να περπατήσω να δω από μακριά την Ακρόπολη. Η Αθήνα εξακολουθεί να με γοητεύει.

Εμφανίζεσθε στην ελληνική πεζογραφία όψιμα. Εικάζω πως το «σαράκι» της γραφής σάς έτρωγε χρόνια, ποια ήταν η αιτία και η αφορμή να μπείτε στη διαδικασία της εκδόσεως και της κυκλοφορίας των βιβλίων σας;

Γ.Χ.: Υπήρχε το μεγάλο πρόβλημα του βιοποριστικού. Όταν βρήκα εργασία και παράλληλα εκανα τις σπουδές μου και ο πόνος κάπως καταλάγιασε, με συμβούλευσαν φίλοι την περιπέτεια του πολέμου και της αιχμαλωσίας, καλό ήταν να την μεταφέρω σε ένα βιβλίο. Η αλήθεια είναι ότι μαθητής έγραφα ποιήματα και πεζά για ότι με ενέπνεε όμως. Τα πέταγα, δεν ηθελα να τα παρουσιάζω. Στις εκθέσεις που μας έβαζε ο φιλόλογος όχι μόνο δεν ήμουνα καλός αλλά κάτω του μετρίου. Αυτό μου δημιούργησε κόμπλεξ. Πως είναι δυνατόν ελεγα μέσα μου να γράψω βιβλίο όταν με το ζορι έπαιρνα ένα 10 ή 11 στην έκθεση; Όταν τέλειωσα το κείμενο του πρώτου μου βιβλίου το εδωσα σε ένα φιλόλογο να το δει και να μου κάνει τη στίξη. Όπως το ειχε στην οθόνη του υπολογιστή και το επεξεργαζόταν, έτυχε να τον δει και ένας άλλος φιλόλογος επισκέπτης. Α του λέει μου αρέσει και άρχισε να το διαβάζει. Ο φιλόλογος αυτός δίδασκε τοτε την « ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα και βρήκε το δικό μου είναι κατάλληλο να διδαχθεί ως παράλληλο κείμενο. Με κάλεσε στο 3 λύκειο νέας Ιωνίας και μου καναν ερωτήσεις τα παιδιά. Δεν είχα ιδέα περί εκδοτικών οίκων και πως γίνεται να βγει ένα βιβλίο. Με συμβούλευαν να το δώσω σε εκδοτικούς οίκους μικρούς και όχι μεγάλους γιατί δεν θα το δεχοντουσαν.. Μια μέρα καθώς μπαινόβγαινα στους εκδότες του κέντρου της Αθήνας τυχαία βρέθηκα εξω από τον Κέδρο. Δεν ήθελα να το δώσω εκεί γιατί το θεώρησα χάσιμο χρόνου, Με προέτρεψε η γυναίκα μου με επιμονή, ότι δεν έχανα τίποτα. Εν τελει μπήκα στο βιβλιοπωλείο και ρώτησα. Στο Πέμπτο όροφο μου είπαν να το δώσεις στον Γιάννη Κοντό. Ο Γιάννης μου έκανε παρατήρηση πως έπρεπε να πάρω τηλέφωνο πρώτα να κλείσω ραντεβού. «Πως έρχεστε κύριε έτσι και μου λέτε ορίστε ένα κείμενο…» «Τουλάχιστον αφήστε με να σας περί τίνος πρόκειται» απάντησα ενοχλημένος. Άρχισα να περιγράφω, ο Γιαννης όμως κουβέντιαζε με τις υπαλλήλους, δεν έδινε σημασία.. εκνευρίστηκα… Επιανε λέξεις… και μετά μου έκανε δυο-τρείς ερωτήσεις. «Τέλος πάντων άστο» και πάρε σε ένα μήνα τηλέφωνο μου είπε. Έφυγα απογοητευμένος. Σε πέντε μέρες με πήρε ο Γιαννης και με κάλεσε να κλείσουμε συμβόλαιο.. Γίναμε φίλοι αργότερα. Ειχε μια απίστευτη παιδικότητα. Μου χάρισε και ένα βιβλίο του «Τα ευγενή μέταλλα» Κατάλαβα ότι πρόκειται για μεγάλο ποιητή. Ηταν η αφορμή να εκδοθεί το «Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια» Λυπήθηκα πολύ για τον πρόσφατο Θάνατο του. Αιωνία του η μνήμη.

Έχοντας μελετήσει, τόσο το μυθιστόρημά σας όσο και την ποιητική σας συλλογή όπως και τα διηγήματά σας, παρατηρώ μία θαυμάσια, επαναληπτική και εποικοδομητική, εμμονή στην ίδια θεματική, που ουσιαστικά είναι ο βίος σας. Πόσο σκληρός εμφανίζεται ο ρεαλισμός των γεγονότων και των πεπραγμένων, πριν περάσει «ωμός» στην τυπωμένη σελίδα;

Γ.Χ.:Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον πόνο του βίου μας. Απλως καταλαγιάζει προσωρινά μα με την πρώτη αφορμή επανέρχεται. Ξαναζούζα τα γεγονότα. Θυμάμαι όταν το εγραφα δεν με επαιρνε εύκολα ο ύπνος βασανιζόμουνα. Γράφοντας έβαλα ένα κανόνα στον ευατό μου. Εβαζα τα ματια του αναγνώστη μπροστα στο κείμενο και ρωτούσα τον ευατό μου αν διάβαζα αυτά που γράφω σε κάποιο βιβλίο άλλου θα μου αρεσαν; Αν ναι προχωρούσα αν όχι εσβηνα. Μπροσπαθούσα να πάρω απόσταση για να είμαι οσο γινεται αντικειμενικός. Και εκεί που νόμιζα ο αναγνώστης δεν αισθανόταν ασχημα από την περιγραφή φρόντιζα να βάζω κάποιο χιουμοριστικό ώστε να αποφορτίζεται. Απόφευγα τις συναισθηματικές υπερβολές. Χαμήλωνα την ένταση της περιγραφής για να μη υποφέρει ο αναγνώστης. Εχω την πεπηθηση ότι ο καθένας είτε ζωγράφος είτε ποιητής η πεζογράφος δεν πρέπει να ξεφεύγει επίτηδες από αυτό που τον βασανίζει γιατί θα αποτύχει. Η μετάβαση σε άλλη θεματική ,πρέπει να γίνεται ανεπαισθήτως. Να ξεφεύγει χωρίς να το καταλαμβαίνει. Σε ένα ντοκυμαντερ της Ε.Ρ.Τ. αφιέρωμα στον Αγγελόπυλο που είδα λιγο μετα το θανατό του μου εκανε πολύ μεγάλη εντύπωζει που μια συγκεκριμένη σκηνή που σχετίζεται με ένα προσωπικό του πόνο επαναλαμβανεται σε όλες του τις ταινίες. Η σκηνή που ως παιδί συναντα το πατερα του να επιστρεφει μετα από χρόνια στον εμφύλιο. Ταράζομαι πραγματικα που ακούω συχνά ότι το 74 ότι εδωσε το εδωσε στην λογοτενία και η ενασχόληση με το θέμα αυτό είναι πια κουραστικό. Το ακούω και στην κυπρο αλλα στην Ελλάδα που ακόμα εκει υπαρχει μεγάλη παραγωγή για την μικρασιατική καταστροφή και τον εμφυλιο. Εγω λέω ότι πρέπει να γραφτουν και άλλα πολλά για το 74.

Στρατιώτης το 1974, αιχμάλωτος στην Τουρκία, πείνα, απελευθέρωση, μεταπολιτευτική Αθήνα, νοσοκομείο Ευαγγελισμός, συνταξιούχος, κρίση στην Ελλάδα και κρίση στο νησί. Αλήθεια, πόσα μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος, χωρίς να διασπαστεί το δίκιο του, μέσα στο φόβο και τον τρόμο παλαιών και τωρινών ημερών και καταστάσεων;

Ο ανθρωπος αντέχει περισσότερο από οσο ο ιδιος πιστεύει. Είναι ισχυρή μηχανη. Το κατάλαβα αυτό στον πόλεμο και την αιχμαλωσία τις τουρκικες φυλακές. Αναρωτιέμαι συχνά πως αντεξαμε τα τόσα μαρτύρια και επιβιώσαμε. Μια εξήγηση που δίνω είναι στην πολυ σκληρή εκπεύδευση που ειχαμε ως νεοσύλλεκτοι εθνοφρουροί καιστις άθλιες συνθήκες κατα διάρκεια της θητείας μας. Λειτούρησαν «προπονητικά» και σαν αντισώματα για να αντέξουμε όλα εκείνα τα βάσανα. Για τις γενιες του 74 όλα τα άλλα φαίνονται ηπιότερα σε σχέση με τη κρίση που καταταλαιπωρεί σήμερα τον κοσμο. Πρέπει να παλεύει συνεχώς ο άνθρωπος και να μη τα βάζει κάτω ώστε να μη διασπαστεί το δίκιο του.

Γ.Χ.:

Γράφεται στο μυθιστόρημά σας, Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια: «Στη συνέχεια μας έδωσαν μια πρόχειρη βεβαίωση ότι διατελέσαμε αιχμάλωτοι, δυο λίρες ως χρηματικό βοήθημα, και μας άφησαν ελεύθερους. Οι δύο αυτές λίρες ήταν και η μοναδική κρατική υποστήριξη που είχαμε μέχρι σήμερα ως αιχμάλωτοι πολέμου… ». Δεν επιδέχεται σχόλιο τέτοια κατάθεση, αλλά επιτρέψτε μου μία ίσως ενοχλητική ερώτηση. Γιατί αποδεχθήκατε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος του Υπουργείου Παιδείας & Πολιτισμού της Κύπρου;

Γ.Χ.: Όπως αγνοούσα τα περι συγγραφής βιβλίων και εκδοτικών οικων ετσι αγνοούσα ότι υπήρχε και επιτροπή που κρίνει και βραβεύει βιβλία. Ενας φίλος εκπαιδευτικός θυμάμαι με συμβούλευσε να καταθέσω βιβλία μαζί με αιτηση στο υπουργείο παιδείας για να εγκριθεί για τις βιβλιοθηκες των σχολείων. Όταν πέρασα αποτο τμημα της δημοτικής εκπαίδευση η κυρία εκεί που παράλαβε την αίτηση με επιασε κουβέντα γιατί ετυχε να το διαβασει το βιβλίο μου και με ρωτησε αν το κατέθεσα και στην επιτροπή για τα κρατικά βραβεία. Εδώ δίπλα ειναι μου είπε για να μη ξανάρχεσαι. Αφου ήταν δίπλα πηγα και αφησα βιβλία με μια πρόχειρη θυμάμαι αίτηση. Απίστευτο αλλα το διάβασα στην εφημερίδα ότι το «αναμνησεις με πολλα κουκουτσια» βραβεύτηκε. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Μα ειναι δυνατόν ελεγα εγώ που δεν ηξερα μια εκθεση να γράψω… Η εκπληξη και η χαρά μου ηταν μεγάλη. Βιώνοντας συνεχείς ήττες στη ζωή μου το εξέλαβα ως νίκη. Με την ωριμότητα μου όμως σήμερα πιστεύω ότι η αληθινη βράβευση για ένα βιβλίο είναι η αντοχή του μέσα στον χρόνο. Εννοείς όμως ότι γιατί το δέχτηκα γιατί η πατρίδα δεν μου πρόσφερε τίποτε. Δεν με ενοχλεί. Οτι κάναμε και ισως χρειαστει να κάνουμε δεν θέλουμε ανταμοιβή. Η πατριδα δε είναι δούνε και λαβείν. Μόνο αναγνώριση χρειαζόμαστε και δεν μας τη δώσει ουτε και αυτή δεν πειράζει.

Παρακολουθείτε τη σύγχρονη παραγωγή ποιητικού και πεζού λόγου, Ελλάδας και Κύπρου; Ξεχωρίζετε κάποιους/κάποιες ποιητές/ποιήτριες και συγγραφείς;

Γ.Χ.: Θα σε εκπλήξω αλλα δεν παρακολουθω καθόλου την παραγωγή βιβλίων. Διαβάζω μόνο τα βιβλία που μου στέλλουνε φίλοι και γνωστοι.. Αλλα μου αρέσουνε και άλλα όχι. Με ενδιαφέρουν και παρακολουθω μόνο τους ποιητές και συγγραφείς στην Ελλάδα που εχουν ένα ενδιαφέρον και είναι φιλικκοι προς το πρόβλημα της Κυπρου Όπως ο Σωτηρης Παστάκας και ο Δημήτρης Κοσμόπουλος και Κυπριους που με το εργον ξεπερνουν τα συνορα και τιμουν την Κυπρο στην Ελλάδα και στην ευρώπη όπως ο Λευκιος Ζαφειρίου και ο Κυριάκος χαραλαμπίδης. Θέλω να πω και άλλα ονοματα αλλα στο ενδεχόμενο να ξεχάσω κανένα θα στεναχωρηθώ και ετσι ας το αποφύγω.

Και μία τελευταία, στερεότυπη, ερώτηση απ’ τα παλιά. Κοιμάται, τελικά, η πατρίδα, κύριε Χαριτωνίδη;

Γ.Χ.: Κοιμάται και όταν είναι ξυπνια είναι ξαπλωμένη στον καναπέ.

Σας ευχαριστώ περισσότερο κι από πολύ. Να είστε πάντα καλά.

Γ.Χ.:

Box 1

Ο Γεώργιος Ν. Χαριτωνίδης, πρόσφυγας από τη Λάπηθο της Κερύνειας, μετά το 1974 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εργάστηκε ως υπάλληλος στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Το 2003 εμφανίστηκε στην ελληνική πεζογραφία και βραβεύτηκε από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου για το μυθιστόρημά του Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια. Σήμερα μοιράζεται το χρόνο του ανάμεσα σε Λεμεσό και Αθήνα.

Box 2

Εργογραφία

-Ανέβας και κατέβας, διηγήματα, Κέδρος, 2014

-Αιχμάλωτος περιηγητής, διηγήματα, Βεργίνα, 2011

-Με την κίνηση των υαλοκαθαριστήρων, ποίηση, Κέδρος, 2008

-Με διαβατήριο και βίζα μιας μέρας, νουβέλα, Κέδρος, 2006

-Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια, μυθιστόρημα, Κέδρος, 2003

*Πρόταση από τη νουβέλα του Γιώργου Χαριτωνίδη, Με διαβατήριο και βίζα μιας μέρας, Κέδρος, 2006, σελ. 35 και στίχος από το γνωστό λαϊκό τραγούδι των Μανώλη Ρασούλη, Χρήστου Νικολόπουλου και Γιώργου Σαρρή, «Με τα φώτα νυσταγμένα (Οι νταλίκες)», 1982.

Μια κοντινή άποψη του αρχαίου και Ιστορικού Αββαείου του Μπέλλα-πάϊς.

  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: